Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1374 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1374/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Βλάχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Γεώργιο Μιχαλόπουλο, ο οποίος διορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 583/2025 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ'αριθ. 373/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης Β' Βαθμού.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης Β' Βαθμού, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 15-4-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε:
Α) Να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της σε ότι αφορά την κατάγνωση της ενοχής του εκκαλούντος-κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Σ. για αμφότερες τις αξιόποινες πράξεις της φοροδιαφυγής μέσω της μη απόδοσης στο Δημόσιο του ΦΠΑ, ποσού που υπερβαίνει ανά φορολογικό/διαχειριστικό έτος τις 100.000 ευρώ, τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση και της φοροδιαφυγής δια της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, συνολικής αξίας που υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ, τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση (παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1,12, 14, 26παρ.1α', 27παρ.1, 98 ΠΚ και της διατάξεως του άρθρου 4 5 περ. (72), 68 (74), 71 παρ.1 (77) του Ν. 4174/2013), Β) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, και Γ) Να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η από 15/4/2025 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Δ. Σ. του Σ. κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και τον διορισθέντα με απόφαση δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-4-2025 αίτηση αναίρεσης του Δ. Σ. του Σ., κατά της υπ' αριθμ. 373/17-12-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, η οποία στις 27-3-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - με την οποίαν, αυτός (ο αναιρεσείων) κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις, α) της φοροδιαφυγής διά της μη απόδοσης ΦΠΑ, που υπερβαίνει ανά φορολογικό έτος το ποσό των 100.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και β) της φοροδιαφυγής διά της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, συνολικής αξίας άνω του ποσού των 200.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για λογαριασμό του στις 15-4-2025, με σχετική προς τούτο δήλωση της πληρεξουσίας Δικηγόρου του στην γραμματέα του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, εδ. α', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Επί πλέον, η κρινόμενη αίτηση περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του υποβληθέντος για λογαριασμό του αιτήματος αναβολής εκδίκασης της υπόθεσής του και προσάπτει σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα.
Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι έλαβαν χώρα τα εξής: "Η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου. Η Πρόεδρος εκφώνησε εκ νέου το όνομα του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Στο σημείο αυτό της δίκης εμφανίσθηκε ως άγγελος ο Α. Τ. του Ν. και της Μ....ο οποίος ανήγγειλε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής, αδυνατεί να προσέλθει στο Δικαστήριο κατά τη σημερινή δικάσιμο, λόγω προβλημάτων υγείας και για τον λόγο αυτό ζητάει την αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως, παρέδωσε δε, στην Πρόεδρο την από 13-12-2024 ιατρική γνωμάτευση. Ακολούθως, μετά από πρόταση της Εισαγγελέα, αναγνώσθηκε από την Πρόεδρο δημόσια στο ακροατήριο το ως άνω προσκομισθέν έγγραφο, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από οιονδήποτε. Στη συνέχεια η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, να προτείνει περί αναβολής ή διακοπής της δίκης. Η Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής της υποθέσεως και την διακοπή της εκδίκασής της". Μετά ταύτα το Δικαστήριο απέρριψε το ως άνω υποβληθέν αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης και ακολούθως διέκοψε την εκδίκαση της υπόθεση "για τριάντα λεπτά της ώρας", μετά την παρέλευση των οποίων επαναλήφθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης. Στην συνέχεια "Η Πρόεδρος εκφώνησε εκ νέου το όνομα του κατηγορουμένου, ο οποίος τελικώς εμφανίστηκε. Κατόπιν αυτών η Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο για το όνομα και το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησής του, την ηλικία του, το όνομα των γονέων του και απάντησε ότι ονομάζεται όπως προαναφέρεται, δήλωσε δε, ότι στερείται συνηγόρου υπεράσπισης. Μετά την ως άνω δήλωση του κατηγορουμένου, που κατηγορείται για κακούργημα, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή κάθειρξης και ότι στερείται συνηγόρου υπερασπίσεως η Πρόεδρος διόρισε αυτεπαγγέλτως ως συνήγορο υπερασπίσεώς του, την παρούσα στο ακροατήριο δικηγόρο Ροδόπης Ευριπίδου Ραφαέλλα (ΑΜ 624), η οποία περιέχεται στον οικείο κατάλογο του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης. Η ανωτέρω αποδέχθηκε το διορισμό της και ζήτησε να λάβει γνώση της δικογραφίας. Αφού της παραδόθηκε η δικογραφία, η συζήτηση της υποθέσεως διακόπηκε για χρονικό διάστημα τριάντα λεπτών. Μετά την παρέλευση τριάντα λεπτών της ώρας, επαναλήφθηκε η συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως και η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου δήλωσε ότι προετοιμάσθηκε κατάλληλα και ότι είναι έτοιμη να ασκήσει το υπερασπιστικό της καθήκον". Εν όψει των προαναφερθέντων και δεδομένου ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων εμφανίσθηκε ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου χωρίς να προβάλει καμία απολύτως αντίρρηση για την εκδίκαση της υπόθεσης και ορίσθηκε μάλιστα συνήγορος για την υπεράσπισή του, ο προαναφερθείς πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς τούτο (άρθρο 464 ΚΠΔ).
Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (που άρχισε να ισχύει από 17-10- 2015), ορίζεται ότι "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 (σημ. αντίστοιχες των άρθρων 17 παρ. 1 και 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 και αντικαταστάθηκαν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά τον Ν. 4337/2015), οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...". Η ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 66 παρ. 5 του Ν. 4987/2022, με έναρξη ισχύος την 4-11-2022, κατά το οποίο "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΠΚ, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΠΚ, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με το άρθρο 463 παρ. 3 ΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 και ισχύει από 1-7-2019 και ορίζει ότι, "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83, περ. δ'. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της...", προκύπτει ότι η ανωτέρω αναγραφόμενη στην ως άνω ειδική ποινική μεταχείριση του άρθρου 66 έχει ήδη σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 463 και την περ. δ' του άρθρου 83 του νΠΚ (προτού αυτό τροποποιηθεί εκ νέου με τον Ν. 5090/2024), αντικατασταθεί από τη φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους ή την κάθειρξη έως (6) έτη και επομένως, συντρέχει λόγος προσαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 66 στο νεότερο πλαίσιο που έχει προσδιορίσει ο νΠΚ, με την επισήμανση ότι η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της (σχ. αιτιολογική έκθεση Ν. 4987/2022). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι από 17-10-2015 και εφεξής, η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013 και ήδη άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4987/2022, (δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος κλπ, φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 637/2025, ΑΠ 30/2025, ΑΠ 160/2022). Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει βεβαίως ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις άνω πράξεις φοροδιαφυγής, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάσθηκε ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη (ΑΠ 637/2025, ΑΠ 30/2025, ΑΠ 160/2022). Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι δεν συντρέχει η εν λόγω προϋπόθεση ακόμη και εάν ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε πρωτοδίκως για την πράξη της φοροδιαφυγής, πλην όμως η ποινική δίωξη κρίθηκε μεταγενεστέρως ως απαράδεκτη, ενώ προκύπτει ακόμη ότι και η αθώωση για τη φοροδιαφυγή στο εισόδημα και στο ΦΠΑ αποσυνθέτει τη φαινομενική συρροή με τα εικονικά τιμολόγια και επομένως, απαιτείται καταδικαστική απόφαση για το βασικό αδίκημα της φοροδιαφυγής στο εισόδημα και στο ΦΠΑ, γιατί ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η τιμωρία του δράστη για κάποια από τις πράξεις της φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που τελέστηκαν με τη χρήση των φορολογικών αυτών στοιχείων, γιατί διαφορετικά θα οδηγούσε, αντί της επιδιωκόμενης "άπαξ" τιμώρησης, στο αντίθετο άκρο της πλήρους ατιμωρησίας (ΑΠ 637/2025, ΑΠ 160/2022).
Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 637/2025, ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1203/2023).
Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 637/2025, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).
Σε περίπτωση αντίφασης στο σκεπτικό της απόφασης (ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 2055/2018) ή μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης, κατά τρόπο που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ιδρύεται έτσι ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ (ΑΠ 819/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 831/2021), ενώ επί φαινομένης κατ' ιδέαν συρροής οι αποκλειόμενες ποινικές διατάξεις δεν ερευνώνται κατ' ουσίαν από το δικαστήριο, οπότε, αν παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος για την απορροφώσα αξιόποινη πράξη και το δικαστήριο διαπιστώσει ότι αυτή δεν στοιχειοθετείται, τότε δεν κωλύεται από το δεδικασμένο να ερευνήσει την μέχρι τότε απορροφώμενη αξιόποινη πράξη, η οποία αναβιώνει (ΑΠ 507/2023, ΑΠ 617/2023).
Στην κρινομένη υπόθεση το ανωτέρω δικάσαν ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης διέλαβε στο σκεπτικό της ως άνω υπ' αριθμ. 373/2024 προσβαλλομένης απόφασής του - μετά την παράθεση της σχετικής νομικής σκέψης - τα ακόλουθα:
"Στην προκειμένη περίπτωση από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας υπαλλήλου της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και όλα τα έγγραφα που προσκόμισε η συνήγορος του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε ότι αυτός στην Αλεξανδρούπολη και συγκεκριμένα στη Μάκρη Αλεξανδρούπολης, όπου διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο σιδηρούχων μεταλλευμάτων και κατά το διαχειριστικό έτος 2006, ήτοι από 1-1-2006 έως 31-12-2006 και κατά το διαχειριστικό έτος 2007, ήτοι από 1-10-2007 έως 31-12-2007, εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία με συνολική αξία εικονικών 1.067.095,21 ευρώ και 833.243,90 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία αφορούν σε μεγάλης αξίας συναλλαγές του, στις οποίες εμφανίζεσαι κυρίως ως προμηθευτής, χωρίς να δηλώνονται αγορές που να αντιστοιχούν στις πωλήσεις αυτές και ειδικότερα κατά την οικονομική χρήση 2006, δηλώθηκε ως πελάτης από ένα άτομο με πλήθος στοιχείων (1) και αξία 500 ευρώ και αντίστοιχα ως προμηθευτής από δεκατρία (13) άτομα με πλήθος στοιχείων εκατόν είκοσι δύο (122) και αξία 1.067.095,21 ευρώ καθώς και κατά την οικονομική χρήση 2007 δηλώθηκε ως πελάτης από δύο άτομα με πλήθος στοιχείων δύο και αξία 1.361,60 ευρώ και ως προμηθευτής από επτά άτομα με πλήθος στοιχείων εκατόν είκοσι πέντε (125) και αξία 833.243,90 ευρώ, τα οποία ήταν εικονικά για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, τα οχήματα που αναγράφονται επί των παραστατικών πώλησης χρησιμοποιήθηκαν για τη διακίνηση των εμπορευμάτων με μη πραγματικά στοιχεία και δεν υπάρχουν και ως εκ τούτου η μεταφορά δεν είναι πραγματική και στους τραπεζικούς λογαριασμούς του δεν υπάρχουν καταθέσεις από πωλήσεις εμπορευμάτων στους αγοραστές που αναγράφονται στα φορολογικά παραστατικά ούτε αναλήψεις ή μεταφορές χρημάτων στους προμηθευτές του, υπάρχει διαφορά ως προς την αξία των παραστατικών και του πλήθους των εκδοθέντων στοιχείων σε σύγκριση με τον αριθμό των θεωρημένων φύλλων του, δεν υπάρχει εγκατάσταση ως έδρα της επιχείρησης και ως εκ τούτου ούτε χώρος αποθήκευσης των εμπορευμάτων. Ακολούθως, από την αρμόδια ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης επί του συνόλου των ως άνω εικονικών φορολογικών στοιχείων, που αναφέρονται στη με αριθμ. ...-2017 μήνυση της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης, υπολογίστηκε και καταλογίστηκε ο Φ.Π.Α των ετών 2006 και 2007. Προκειμένου η ως άνω επιχείρηση του κατηγορουμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), δεν απέδωσε αυτόν στο Δημόσιο, το δε προς απόδοση ποσό του φόρου αυτού υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, αν και ήταν υπόχρεος για την απόδοση στο Δημόσιο του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, που παρακράτησε κατά το έτος 2007, ήτοι τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2007 έως 31-12-2007, καθώς και κατά το έτος 2006, ήτοι τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2006 έως 31-12-2006, προκειμένου να αποφύγει με την ως άνω ιδιότητά του την πληρωμή αυτού, δεν τον απέδωσε στο Δημόσιο, το δε προς απόδοση ποσό του φόρου αυτού ανέρχεται σε 158.316,34 ευρώ και 202.270,02 ευρώ αντίστοιχα, όπως προσδιορίστηκε αρμοδίως από τον ορισθέντα υπάλληλο κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε και για τον οποίο συντάχθηκαν οι υπ' αρ. 114/2017 και 113/2017 οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ, οι οποίες του επιδόθηκαν νομότυπα στις 20-3-2017. Δεδομένου, λοιπόν, του ότι, όπως ρητά κατέθεσε η μάρτυρας κατηγορίας, η τέλεση της πράξης της έκδοσης των ως άνω εικονικών φορολογικών στοιχείων εκ μέρους του κατηγορουμένου, έγινε προκειμένου αυτός να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση της φορολογικής εγκληματικής πράξης της μη απόδοσης του Φ.Π.Α. των διαχειριστικών περιόδων 2006 και 2007, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της τελευταίας φορολογικής εγκληματικής πράξης (μη απόδοση Φ.Π.Α.), δεδομένου ότι η πράξη του, της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, απορροφάται σύμφωνα με όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, από την πρώτη πράξη. Βάσει των προεκτεθέντων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος όπως κατηγορείται".
Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, διαλαμβάνοντας στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα εξής:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι:...στον πιο κάτω παρατιθέμενο τόπο και προσδιοριζόμενο χρόνο με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται με πρόσκαιρες, στερητικές της ελευθερίας, ποινές, ήτοι: Α) στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος τέλεσε το έγκλημα της φοροδιαφυγής μέσω της μη απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και ειδικότερα, προκειμένου η εταιρεία της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος να αποφύγει την πληρωμή του, δεν τον απέδωσε στο Δημόσιο, το ποσό δε αυτού υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Ειδικότερα, στην Αλεξανδρούπολη, κατά το έτος 2006 και 2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού αδικήματος, διατηρώντας ως ελεύθερος επαγγελματίας ατομική επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας χονδρικό εμπόριο σιδηρούχων μεταλλευμάτων επί της οδού ... στην Αλεξανδρούπολη, προκειμένου η άνω επιχείρηση να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), δεν απέδωσε αυτόν στο Δημόσιο, το δε προς απόδοση ποσό του φόρου αυτού υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, αν και ήταν υπόχρεος για την απόδοση στο Δημόσιο του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, που παρακράτησε κατά το έτος 2007, ήτοι τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2007 έως 31-12-2007 καθώς και κατά το έτος 2006, ήτοι τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2006 έως 31-12- 2006, προκειμένου να αποφύγει με την ως άνω ιδιότητά του την πληρωμή αυτού, δεν τον απέδωσε στο Δημόσιο, το δε προς απόδοση ποσό του φόρου αυτού ανέρχεται σε 158.316,34 ευρώ και 202.270,02 ευρώ αντίστοιχα, όπως προσδιορίστηκε αρμοδίως από τον ορισθέντα υπάλληλο κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε και για τον οποίο συντάχθηκαν οι υπ' αριθ. 114/2017 και 113/2017 οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ, οι οποίες του επιδόθηκαν νομότυπα στις 20-3-2017. Β) Στην Αλεξανδρούπολη κατά τα κάτωθι αναλυτικά αναφερόμενα χρονικά διαστήματα με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της, η δε συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο κατά το διαχειριστικό έτος 2006, ήτοι από 01-1-2006 έως 31-12-2006 και κατά το διαχειριστικό έτος 2007, ήτοι από 1-10- 2007 έως 31-12-2007 εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία με συνολική αξία εικονικών 1.067.095,21 ευρώ και 833.243,90 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία αφορούν σε μεγάλης αξίας συναλλαγές του, στις οποίες εμφανίζεται κυρίως ως προμηθευτής χωρίς να δηλώνονται αγορές που να αντιστοιχούν στις πωλήσεις αυτές και ειδικότερα, κατά την οικονομική χρήση 2006 δηλώθηκε ως πελάτης από ένα άτομο με πλήθος στοιχείων (1) και αξία 500 ευρώ και αντίστοιχα ως προμηθευτής από δεκατρία (13) άτομα με πλήθος στοιχείων εκατόν είκοσι δύο (122) και αξία 1.067.095,21 ευρώ καθώς και κατά την οικονομική χρήση 2007 δηλώθηκε ως πελάτης από δύο άτομα με πλήθος στοιχείων δύο και αξία 1.361,60 ευρώ και ως προμηθευτής από επτά άτομα με πλήθος στοιχείων εκατόν είκοσι πέντε (125) και αξία 833.243,90 ευρώ, τα οποία ήταν εικονικά για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, αφού α) τα οχήματα που αναγράφονται επί των παραστατικών πώλησης ότι χρησιμοποιήθηκαν για τη διακίνηση των εμπορευμάτων με μη λατινικούς χαρακτήρες δεν υπάρχουν και ως εκ τούτου η μεταφορά δεν είναι πραγματική, β) στους τραπεζικούς λογαριασμούς του δεν υπάρχουν καταθέσεις από πωλήσεις εμπορευμάτων στους αγοραστές που αναγράφονται στα φορολογικά παραστατικά ούτε αναλήψεις ή μεταφορές χρημάτων στους προμηθευτές του, γ) υπάρχει διαφορά ως προς την αξία των παραστατικών και του πλήθους των εκδοθέντων στοιχείων σε σύγκριση με τον αριθμό των θεωρημένων φύλλων του, δ) δεν υπάρχει εγκατάσταση ως έδρα της επιχείρησης και ως εκ τούτου ούτε χώρος αποθήκευσης των εμπορευμάτων". Ενώ λοιπόν στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι κηρύσσεται ένοχος ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων μόνον για την πρώτη πράξη και συγκεκριμένα, της φοροδιαφυγής διά της μη απόδοσης ΦΠΑ, που υπερβαίνει ανά φορολογικό έτος το ποσό των 100.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και ότι η άλλη (δεύτερη) πράξη, δηλαδή η φοροδιαφυγή διά της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, συνολικής αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, απορροφάται από την πρώτη πράξη, εν τούτοις, στο ίδιο σκεπτικό αμέσως μετά την τελευταία σκέψη αναφέρεται επί λέξει: "Βάσει των προεκτεθέντων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος όπως κατηγορείται", δηλαδή και για τις δύο προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, ενώ στο διατακτικό κηρύσσεται ένοχος ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων (και) της εν λόγω δεύτερης πράξης.
Έτσι όμως που έκρινε το Δικαστήριο εξ αιτίας του ότι εμφιλοχώρησαν οι παραπάνω αντιφάσεις, στέρησε νόμιμης βάσης την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά τα προαναφερθέντα και ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, αναιρετικός λόγος - κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - και λόγω της εμβέλειάς του, να αναιρεθεί στο σύνολό της η ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 373/2024 απόφαση του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, παρελκούσης της έρευνας των άλλων αναιρετικών λόγων και μετά ταύτα, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 373/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ