ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1375/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1375/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1375/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1375 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1375/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Βλάχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) A. M. R. του M. και 3) C. S. του I., κατοίκων ... Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Καραγιάννη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 181/2024 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Β' Βαθμού Αθηνών.

Το Β' Τριμελές Εφετείο Β' Βαθμού Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20/5/2025 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 9/9/2025 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 20-5-2025 (κοινή) αίτηση αναίρεσης του Α. Τ. του Α., του (ον) A. M. (επ) R. του M. και του (ον) C. (επ) S. του I., κατά της υπ' αριθμ. 181/15-102024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στις 2-5-2025 καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου - με την οποίαν ο πρώτος εξ αυτών (Α. Τ. του Α.), καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της συμμορίας και της συνέργειας σε λαθρεμπορία από κοινού κατ' εξακολούθηση, από την οποία οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ και ο καθένας από τους άλλους δύο, δηλαδή ο δεύτερος και ο τρίτος εξ αυτών [(ον) A. M. (επ) R. του M. και (ον) C. (επ) S. του I. αντιστοίχως], καταδικάσθηκαν για τις αξιόποινες πράξεις της συμμορίας και της λαθρεμπορίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, από την οποία οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ και αφού στους δύο πρώτους εξ αυτών (Α. Τ. του Α. και (ον) A. M. (επ) R. του M.) αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. α' ΠΚ (όπως πρωτοδίκως), ακολούθως επιβλήθηκε, στον πρώτο αναιρεσείοντα Α. Τ. του Α., ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών για την πρώτη πράξη και ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την δεύτερη πράξη, ενώ ακολούθως καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και ενός (1) μηνός, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, στον δεύτερο αναιρεσείοντα (ον) A. M. (επ) R. του M., ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πρώτη πράξη και ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για την δεύτερη πράξη και στην συνέχεια καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και δύο (2) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη κατ' άρθρο 100 πΠΚ υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών με τους όρους, α) της εμφάνισής του στο ΑΤ του τόπου κατοικίας του εντός του πρώτου πενθημέρους κάθε μήνα και β) της απαγόρευσης εξόδου του από την χώρα και στον τρίτο αναιρεσείοντα (ον) C. (επ) S. του I., ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την πρώτη πράξη και ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για την δεύτερη πράξη, ενώ ακολούθως καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και τεσσάρων (4) μηνών - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 21-5-2025, με σχετικές προς τούτο δηλώσεις καθενός από τους (τρεις) αναιρεσείοντες στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Αριθμ. Πρωτ. 3923/21-5-2025), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Εξάλλου, ο τρίτος των αναιρεσειόντων (ον) C. (επ) S. του I., με το από 9-9-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατέθεσε για λογαριασμό του η πληρεξουσία του Δικηγόρος στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως και συγκεκριμένα, στις 10-9-2025, δηλαδή δέκα πέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ), άσκησε πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά της ως άνω προσβαλλομένης απόφασης. Η κρινόμενη (κοινή) αίτηση αναίρεσης αλλά και το παραπάνω δικόγραφο προσθέτου λόγου περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή τόσον η αίτηση αναίρεσης, όσον καιο πρόσθετος λόγος και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3, εδ. α' του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ (Ν. 4619/2019 - ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη σύσταση συμμορίας για την τέλεση κακουργήματος, δεν αρκεί απλή σύμπτωση βουλήσεων, αλλά απαιτείται σύσταση οργάνωσης, με στοιχειώδη έστω δομή, ενώ απαιτείται και η ύπαρξη συμφωνίας για την από κοινού τέλεση των σχετικών αξιοποίνων πράξεων (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 455/2022, ΑΠ 253/2021, ΑΠ 527/2020). Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τότε που ενώθηκαν δύο ή περισσότεροι με τον παραπάνω σκοπό (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 405/2018), ενώ το εν λόγω έγκλημα της συμμορίας διαρκεί όσο διαρκεί και η εγκληματική πράξη για την οποία αυτή (συμμορία) συνεστήθη (ΑΠ 647/2025, ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 105/2023, ΑΠ 93/2020).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1α' και β' του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002, λαθρεμπορία είναι: α) Η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Κατά την παράγραφο 2 εδάφιο ζ' του ως άνω άρθρου 155 του ιδίου νόμου, ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση καθιδρύεται και κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπο εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων, τα οποία υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα και τα οποία έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς για την στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα, που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει τυγχάνει προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις επί αυτών των προϊόντων και εμπορευμάτων. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει τη λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο (ΑΠ 684/2025, ΑΠ 565/2023). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας που είναι επικολλημένες στα πακέτα ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές. Οι ένσημες ταινίες φορολογίας διατίθενται επί εισαγωγής καπνών από τρίτες χώρες στον εισαγωγέα, ο οποίος καταβάλλει την αξία τους κατά την παραλαβή τους. Σύμφωνα δε με το άρθρο 111 παρ. 1, ο Ε.Φ.Κ. υπολογίζεται με συγκεκριμένο τρόπο και με συμψηφισμό της καταβληθείσας αξίας αναλόγου αριθμού ενσήμων φορολογικών ταινιών. Για τα βιομηχανοποιημένα καπνά που εισάγονται από τρίτες χώρες ο Ε.Φ.Κ. εισπράττεται κατά τον τελωνισμό τους σε ανάλωση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του ως άνω Ν. 2960/2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3336/2005, επιβάλλεται ειδικός φόρος καταναλώσεως (Ε.Φ.Κ.) στα πετρελαιοειδή, στην αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά και τα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω τελωνειακού Κώδικα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 54 § 1 του ίδιου νόμου: "Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53, τα οποία παράγονται ή εξορύσσονται, ανάλογα με την περίπτωση, στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη - μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 του ίδιου νόμου "Βιομηχανοποιημένα καπνά, στα οποία επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του παρόντος Κώδικα, θεωρούνται: α) Τα τσιγάρα, β) τα πούρα και τα πουράκια, γ) ο λεπτοκομμένος καπνός που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων, δ) τα άλλα καπνά για κάπνισμα". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω τελωνειακού Κώδικα.

Περαιτέρω, με το άρθρο 119Α "Παραβάσεις - Κυρώσεις" του Ν. 2960/2001, ορίζονται τα ακόλουθα: στην παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 παρ. 6 του Ν. 3943/2011, "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του τρίτου μέρους του παρόντος Κώδικα χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα και επισύρει πρόστιμο από πεντακόσια (500,00) ευρώ, μέχρι δεκαπέντε χιλιάδες (15.000,00) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με την βαρύτητα και τη συχνότητά της...Στην παρ. 2 "Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα. Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Στην παρ. 3 "Οι εκτός των περιπτώσεων των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2 διαπραττόμενες παραβάσεις, κατά την παραγωγή, μεταποίηση, κατοχή, μεταφορά και πώληση των προϊόντων του άρθρου 53 του παρόντος Κώδικα, τιμωρούνται με τις ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν, κατά περίπτωση, για τα προϊόντα αυτά", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 του ιδίου νόμου, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του ίδιου τελωνειακού Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα αυτού του Κώδικα και επισύρουν την επιβολή κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην παράβαση των διατυπώσεών του που αναφέρονται στα άρθρα 142 και στα άρθρα 152 και 155 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προστίμων και τελών. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 37 του Ν. 1828/1989, που κύρωσε τη με αριθμό 76742/1937/23.8.1988 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, του Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών και του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία εγκρίθηκε και η από 24-6-1988 απόφαση του Συμβουλίου της Ε.Κ. για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων και δη, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, συνιστούν ίδιους πόρους τα έσοδα που προέρχονται από συναλλαγές με χώρες μη μέλη, μετά την παρακράτηση από τα κράτη μέλη του 10% των καταβληθέντων δασμών. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του ανωτέρω άρθρου 155 του ιδίου Κώδικα που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας, προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα η καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλόμενου για τα βιομηχανοποιημένα καπνά ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία. Σύμφωνα δε με το άρθρο 157 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου νόμου, εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ, η λαθρεμπορία τιμωρείται με κάθειρξη. Επειδή όμως επί εισαγωγής λαθραίων καπνών, ενόψει του ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης κατ' άρθρο 111 του Ν. 2960/2001, επιβάλλεται και εισπράττεται κατά την παραλαβή των ενσήμων φορολογικών ταινιών για τα βιομηχανοποιημένα καπνά που εισάγονται από τρίτες χώρες, πρέπει να διευκρινίζεται στη δικαστική απόφαση εάν η εισαγωγή των καπνών αυτών έγινε από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από άλλη χώρα εκτός αυτής, αφού μόνο στη δεύτερη περίπτωση στοιχειοθετείται λαθρεμπορία, αφού οφείλονται και εισπράττονται δασμοί και φόροι που στη συνέχεια αποδίδονται μετά την κατά τα άνω παρακράτηση ποσοστού 10%, κατά το οποίο και μόνο ποσοστό στερείται των δασμών το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ολοκλήρου του αναλογούντος ως άνω ποσού. Ο καθορισμός του συγκεκριμένου ύψους των διαφυγόντων δασμών, στη δεύτερη περίπτωση σε ποσοστό 10%, έχει άμεση επίπτωση για το χαρακτηρισμό του ποσού ως ανώτερου των 30.000,00 ευρώ, που συνιστά ποινικό αδίκημα κατά τα άρθρα 155 και 157 του Ν. 2960/2001, καθώς και για τον χαρακτήρα της λαθρεμπορίας ως πλημμελήματος ή κακουργήματος (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 4/2023, ΑΠ 404/2022, ΑΠ 213/2021). Επομένως, από τον συνδυασμό των άρθρων 119Α παρ. 2, 155 παρ. 2', περ. ζ' και 157 του Ν. 2960/2001 συνάγεται ότι και η κατοχή προϊόντων που υπάγονται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσης ή παραγωγής (ακόμα και εάν παράγονται στην Ελλάδα) και τα οποία κατέχονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να αποφεύγεται ή να επιχειρείται η αποφυγή καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μεταξύ των οποίων και ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία και τιμωρείται και ποινικά ως τέτοια (ΟλΑΠ 4/2025, ΑΠ 565/2023, ΑΠ 1058/2022), εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει τη λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο και, επειδή η κατοχή λαθρεμπορεύματος είναι έγκλημα διαρκές, με την έννοια ότι ο χρόνος τέλεσής της διαρκεί μέχρι να παύσει η παράνομη κατάσταση που αυτή συνεπάγεται, είναι δυνατή όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τη διάρκειά της και προς εξακολουθητική διατήρησή της, η παροχή στον κατέχοντα το λαθρεμπόρευμα συνδρομής από τρίτο (ΑΠ 747/2023). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 εδ. α' νΠΚ (Ν. 4619/2019 - ΦΕΚ Α' 95/11.6.2029): "Όποιος πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Από τα παραπάνω καταφαίνεται ότι με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νΠΚ, επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκλημα, αφού καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ άμεσης και απλής συνέργειας, όπως αποτυπωνόταν στις διατάξεις των άρθρων 46 § 1 εδ. β' και 47 § 1ΠΚ και προβλέπεται πλέον ενιαία μειωμένη ποινή για όλες τις μορφές της συνέργειας, είτε προσφέρεται κατά, είτε πριν από την τέλεση της πράξης (αιτιολογική έκθεση του Ν. 4619/2019). Και υπό τον πΠΚ αλλά και υπό τον νΠΚ για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) Πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, β) τέλεση (ως προς το αντικειμενικό σκέλος της) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που διαπράχθηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να διαπράξει αυτή και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης. Άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη (ΑΠ 346/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 128/2023, ΑΠ 13/2022, ΑΠ 166/2021).

Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 346/2024, ΑΠ 853/2024, ΑΠ 27/2023). Η εξειδίκευση του χρόνου τέλεσης της πράξης δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, εκτός αν συντρέχει λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου, όπως π.χ. λόγω παραγραφής, η οποία αρχίζει από την ημέρα τέλεσης της πράξης (ΑΠ 756/2022, ΑΠ 1176/2016).
Η καταδικαστική απόφαση εξάλλου έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορο υπεράσπισής του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Το δικαστήριο της ουσίας όμως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022). Ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς, αυτοτελείς ισχυρισμούς (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 660/2020, ΑΠ 1615/2005), τα νομικά επιχειρήματα και γενικά δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και η επίκληση διαφορετικού (ηπιώτερου) νομικού χαρακτηρισμού (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1079/2023).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).

Στην κρινόμενη υπόθεση το ανωτέρω Β' Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής:

"Στην προκειμένη περίπτωση από την αποδεικτική διαδικασία που διεξήχθη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του 1ου κατηγορουμένου, καθώς και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Σεπτέμβριο του 2017 περιήλθαν πληροφορίες στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά, από άτομο που δήλωσε ότι επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του, ότι στην περιοχή των Αχαρνών Αττικής και συγκεκριμένα στην οδό ... ευρίσκεται οικία, όπου διαμένουν Ρουμάνοι, στην οποία αποκρύπτονται και διακινούνται ποσότητες λαθραίων καπνικών προϊόντων, με τη χρήση οχημάτων και συγκεκριμένα δύο (2) αυτοκινήτων, μάρκας RENAULT SCENIC, χρώματος ασημί, με αριθμούς κυκλοφορίας ... και ..., ενός (1) αυτοκινήτου, μάρκας ΟΡΕL ΜΕRΙVΑ, χρώματος ασημί, με αριθμό κυκλοφορίας ... και ενός (1) αυτοκινήτου, μάρκας ΗΟΝDΑ JΑΖΖ, χρώματος μπλε, με αριθμό κυκλοφορίας ... Κατόπιν αυτών, η ως άνω Υπηρεσία έθεσε σε διακριτική επιτήρηση την περιοχή και τα προπεριγραφόμενα οχήματα, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι σε καθημερινή βάση πραγματοποιούνταν "δρομολόγια" από την οικία στην οδό ..., με ενδιάμεσο σταθμό μία οικία στην οδό ... και εν συνεχεία σε διάφορες περιοχές της Αττικής, όπως Περιστέρι, Αιγάλεω, Νίκαια, Κερατσίνι, πλατεία Καραϊσκάκη στο Μεταξουργείο κ.λπ. Για τη διακίνηση χρησιμοποιούνταν μαύρες σακούλες, μεγάλου μεγέθους, ενώ τα ανωτέρω οχήματα κινούνταν συνεχώς και εναλλάσσονταν ως προς τις περιοχές, προκειμένου να μην δίνουν στόχο. Κατά την επιχείρηση της ως άνω Υπηρεσίας συνελήφθησαν τα άτομα που οδηγούσαν εναλλάξ τα οχήματα και διαπιστώθηκε ότι ήταν οι μη εκκαλούντες C. D. και A. M. και ο 3ος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων. Πιο συγκεκριμένα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της επιτήρησης, περίπου ενός μηνός, οι λιμενικοί παρατηρούσαν διάφορα οχήματα να εισέρχονται στην αυλή της επί της οδού ... οικίας, της οποίας την γκαραζόπορτα άνοιγαν οι προαναφερόμενοι συλληφθέντες. Εντός της αυλής υπήρχε χώρος στάθμευσης για δύο οχήματα, το ένα ήταν κάποιο εκ των τεσσάρων (4) προαναφερομένων, από το οποίο μεταφορτώνονταν μαύρες σακούλες στα άγνωστα εισερχόμενα αυτοκίνητα. Κατόπιν τα μεν άγνωστα αυτοκίνητα αναχωρούσαν προς άγνωστη κατεύθυνση, τα δε οχήματα των ως άνω συλληφθέντων μετέβαιναν στην επί της οδού ... οικία, όπου τα φόρτωναν εκ νέου με μαύρες σακούλες. Στις 3 Νοεμβρίου 2017 λιμενικοί, αφού μετέβησαν στην εν λόγω περιοχή των Αχαρνών, προκειμένου να διενεργήσουν επιτήρηση στην επί της οδού ... οικία, διαπίστωσαν ότι το με αριθμό κυκλοφορίας ... όχημα, μάρκας ΗUNDAI GΕΤΖ, εισήλθε στον προαύλιο χώρο και παρέλαβε μαύρες σακούλες με άγνωστο περιεχόμενο και, μετά από ολιγόλεπτη παραμονή, εξήλθε και κινήθηκε προς την οδό ... Το ακινητοποίησαν και το ήλεγξαν και διαπίστωσαν ότι οδηγός του ήταν ο 1ος κατηγορούμενος, ενώ, κατά την έρευνα στο όχημα, εντόπισαν στον χώρο των αποσκευών τρεις μαύρες σακούλες που περιείχαν κούτες με τσιγάρα και πακέτα με καπνό και συγκεκριμένα 100 κούτες διαφόρων εμπορικών σημάτων, των 10 πακέτων, των 20 σιγαρέτων έκαστο, δηλαδή 20.000 σιγαρέτα και 149 συσκευασίες καπνού διαφόρων εμπορικών σημάτων, των 50 γραμμαρίων έκαστη, δηλαδή 7.450 γραμμάρια, τα οποία δεν έφεραν την ειδική ένσημη ταινία Ε.Φ.Κ. Ακολούθως, μετά από έρευνα στις εμπλεκόμενες οικίες, ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν στη μία οικία επί της οδού ..., που ανήκει στον 2ο εκκαλούντα - κατηγορούμενο, 530 πακέτα με τσιγάρα διαφόρων εμπορικών σημάτων, των 20 σιγαρέτων έκαστο, ήτοι 10.600 σιγαρέτα, ενώ στη δεύτερη οικία επί της οδού ..., που ανήκει στον 3ο εκκαλούντα - κατηγορούμενο, δεν ανευρέθηκαν πειστήρια. Εν συνεχεία, τέθηκε εκ νέου σε επιτήρηση η επί της οδού ... οικία, όπου διαπιστώθηκε ότι ένα όχημα, μάρκας RΕΝΑULΤ ΚΑΝGOO, με αριθμό κυκλοφορίας ..., εισήλθε και στάθμευσε. Μετά από πέντε λεπτά εξήλθαν από την οικία οι μη εκκαλούντες C. D. και A. M. και ο 3ος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, οι οποίοι μετέβησαν σε παρακείμενο οικόπεδο, όπου ευρίσκονταν σταθμευμένα τα δύο προαναφερόμενα αυτοκίνητα μάρκας RENAULT SCENIC και το προπεριγραφόμενο αυτοκίνητο μάρκας ΟΡΕL ΜΕRIVA. Αφού επιβιβάστηκαν έκαστος σε καθένα από αυτά, ακινητοποιήθηκαν από τους λιμενικούς, οι οποίοι ήλεγξαν τα οχήματα και ανηύραν: 1) στο ΟΡΕL ΜΕRIVA που οδηγούσε ο C. D.: το χρηματικό ποσό των 550 ευρώ, τα κλειδιά της επί της οδού ... οικίας και τα κλειδιά του οχήματος RENAULT KANGOO, εντός του οποίου ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν 26 χαρτοκιβώτια με τσιγάρα διαφόρων εμπορικών σημάτων, που περιείχαν 50 κούτες των 10 πακέτων, των 20 σιγαρέτων έκαστο, ήτοι 260.000 τεμάχια και 2) στο RENAULT SCENIC (...) που οδηγούσε ο A. M. το χρηματικό ποσό των 16.160 ευρώ, ενώ στο RENAULT SCENIC (...) που οδηγούσε ο 3ος κατηγορούμενος δεν ανευρέθηκε τίποτα. Τέλος, διενεργήθηκε έρευνα στην επί της οδού ... οικία, κατά την οποία ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν, 52.099 πακέτα με τσιγάρα διαφόρων εμπορικών σημάτων, των 20 σιγαρέτων έκαστο, ήτοι 1.041.980 σιγαρέτα και 2.050 πακέτα με καπνό διαφόρων εμπορικών σημάτων, των 50 γρ. έκαστο, ήτοι 102.500 γραμμάρια και μεγάλος αριθμός κερμάτων ευρώ, τα οποία, μετά την καταμέτρηση, υπολογίστηκαν σε 4.191 ευρώ, καθώς επίσης και ένα τετράδιο με χειρόγραφες σημειώσεις όπου αναγράφονταν ονόματα και χρηματικά ποσά. Επίσης, εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός από μαύρες σακούλες, πανομοιότυπες με αυτές που ανευρέθηκαν τα λαθραία καπνικά προϊόντα στην προηγούμενη οικία και τα οχήματα. Ήτοι συνολικά κατασχέθηκαν 1.332.580 σιγαρέτα και 109.950 γραμμάρια καπνού και ο εισπρακτέος Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης μαζί με τις λοιπές επιβαρύνσεις υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται, σύμφωνα με τις εκθέσεις προσδιορισμού, στο ποσό των 305.340,69 (278.725,96 + 26.61,73) ευρώ, το οποίο αντίστοιχα στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι 2ος και 3ος των κατηγορούμενων, από κοινού με τους μη εκκαλούντες C. D. και A. M., κατείχαν στην Ελληνική Επικράτεια εμπορεύματα και δη τσιγάρα, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά σε είδος και ποσότητα στο διατακτικό της προκειμένης απόφασης, τα οποία υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, χωρίς να έχει τούτος καταβληθεί, καθώς δεν έφεραν την ειδική ένσημη ταινία ΕΦΚ, με αποτέλεσμα να στερείται το αντίστοιχο ποσό το Ελληνικό Δημόσιο. Ως προς τον ισχυρισμό των παρισταμένων 2ου και 3ου κατηγορούμενων ότι δεν στοιχειοθετείται λαθρεμπορία, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση, διότι δεν αποδείχθηκε από ποια χώρα έγινε παράνομη εισαγωγή των καπνικών προϊόντων από το εξωτερικό, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, διότι αρκεί και μόνο η κατοχή των ως άνω καπνικών προϊόντων, είτε αυτά προέρχονται από χώρα της ΕΕ, είτε από χώρα εκτός της ΕΕ, είτε παράγονται και κυκλοφορούν στην Ελλάδα, με τρόπο ώστε να αποφεύγεται ή να επιχειρείται η αποφυγή καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μεταξύ των οποίων και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, αρκεί ότι γνώριζαν πως πρόκειται για προϊόντα λαθρεμπορίας. Ως προς τον 1ο κατηγορούμενο δεν προέκυψε ότι από κοινού μετά των λοιπών κατείχε τις ως άνω κατασχεθείσες ποσότητες, αλλά ότι προσέφερε με πρόθεση συνδρομή κατά την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης και συγκεκριμένα, ότι μετέφερε με το υπ' αριθ. κυκλοφ. ... όχημα, μάρκας ΗUNDAI GΕΤΖ, ιδιοκτησίας του, τα ως άνω κατασχεθέντα καπνικά προϊόντα. Ως προς τον ισχυρισμό του ότι οι κατασχεθείσες ποσότητες αγοράστηκαν προς ιδία χρήση, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής, λόγω του μεγάλου αριθμού των κατασχεθέντων προϊόντων, της περιγραφής του πως γνώρισε τον A. M., του παρέδωσε το όχημά του και ο ίδιος βρέθηκε στην περιοχή, αλλά και της αδυναμίας του να προσδιορίσει το ποσό που κατέβαλε για την απόκτησή τους.

Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι είχαν οργανωθεί με τους μη εκκαλούντες C. D. και A. M., για να διαπράξουν το κακούργημα της λαθρεμπορίας καπνικών προϊόντων, όπως προκύπτει από τον προπεριγραφόμενο συστηματικό τρόπο με τον οποίο ενεργούσαν, τη χρήση οικιών (στην οδό ... και στην οδό ...), στις οποίες αποθήκευαν τις ποσότητες των καπνικών προϊόντων και πολλών οχημάτων, με τα οποία πραγματοποιούσαν την περαιτέρω μεταφορά σε διάφορες περιοχές της Αττικής. Κατά συνέπεια, πρέπει, απορριπτομένων των ισχυρισμών που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι, να κηρυχθούν ένοχοι συμμορίας και λαθρεμπορίας εκ της οποίας ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο και στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ως συναυτουργοί οι 2ος και 3ος και ως συνεργός ο 1ος, όπως ειδικότερα αναφέρεται και στο διατακτικό της προκειμένης απόφασης, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ οι 1ος και 2ος που τους αναγνωρίσθηκε και πρωτοδίκως". Ακολούθως το ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στο διατακτικό του, τα εξής: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορουμένους ενόχους, ως συναυτουργούς τον 2ο και τον 3ο κατηγορούμενους (εννοούνται ο (επ) R. (ον) A. του M. και ο (επ) S. (ον) C. του I. αντιστοίχως) και ως συνεργό τον 1ο κατηγορούμενο (εννοείται ο Α. Τ. του Α.)...του ότι: Α) Άπαντες οι κατηγορούμενοι στους κάτωθι αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, πραγμάτωσαν με πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συμμορίας. Ειδικότερα, όλοι οι κατηγορούμενοι στην Αθήνα εντός του έτους 2017 από κοινού οργανώθηκαν για να διαπράξουν το κακούργημα της λαθρεμπορίας, όπως αυτό περιγράφεται αναλυτικά παρακάτω, εκ της οποίας ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο και στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Β) Οι 2ος και 3ος των κατηγορούμενων στον κάτωθι τόπο και χρόνο από κοινού πραγμάτωσαν με πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της λαθρεμπορίας, με τη συνέργεια του 1ου κατηγορουμένου. Ειδικότερα, οι 2ος και 3ος από κοινού ως συναυτουργοί και με τη συνέργεια του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος παρέσχε συνδρομή κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας από τους ως άνω συγκατηγορούμενους του, κατείχαν στην Ελληνική Επικράτεια εμπορεύματα και δη τσιγάρα, υποκείμενα σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, αποσκοπώντας με την πράξη τους αυτή να στερήσουν το "Ελληνικό Δημόσιο" από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης που εισπράττει από εμπορεύματα που κατέχονται εντός της Ελληνικής Επικράτειας, χωρίς την πληρωμή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, ο οποίος υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα: Στις Αχαρνές Αττικής, στα κάτωθι σημεία, κατά τη διάρκεια μηνών Σεπτεμβρίου - αρχές Νοεμβρίου 2017, οι 2ος και 3ος, από κοινού ως συναυτουργοί, κατείχαν στην Ελληνική Επικράτεια εμπορεύματα και δη τσιγάρα και καπνό, υποκείμενα σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης που εισπράττεται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, αποσκοπώντας με την πράξη τους αυτή να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, τον οποίο εισπράττει από εμπορεύματα που κατέχονται εντός της Ελληνικής Επικράτειας, με τη συνέργεια του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος παρέσχε συνδρομή κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας από τους ως άνω συγκατηγορούμενους του, με τη χρήση του με αριθμό κυκλοφορίας ... οχήματος, μάρκας ΗUNDAI GΕΤΖ, ιδιοκτησίας του για την περαιτέρω μεταφορά και διακίνησή τους. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, οι 2ος και 3ος από κοινού ως συναυτουργοί κατείχαν στην Ελληνική Επικράτεια τις κάτωθι ποσότητες τσιγάρων και καπνού και δη, και με τη συνέργεια του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος παρέσχε συνδρομή κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας από τους ως άνω συγκατηγορουμένους του, με τη χρήση του με αριθμό κυκλοφορίας ... οχήματος, μάρκας ΗUNDAI GΕΤΖ, ιδιοκτησίας του για την περαιτέρω μεταφορά και διακίνησή τους: 1. Τέσσερις χιλιάδες επτακόσια πενήντα (4.750) πακέτα τσιγάρων μάρκας ROYAL SLIM των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων ενενήντα πέντε χιλιάδες (95.000). 2. Επτά χιλιάδες επτακόσια πενήντα (7.750) πακέτα τσιγάρα μάρκας MALBORO RED των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων εκατό πενήντα πέντε χιλιάδες (155.000). 3. Τρείς χιλιάδες διακόσια πενήντα (3.250) πακέτα τσιγάρα μάρκας MALBORO GOLD των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων εξήντα πέντε χιλιάδες (65.000). 4. Δυο χιλιάδες (2.000) πακέτα τσιγάρα μάρκας MALBORO SOFT RED των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων σαράντα χιλιάδες (40.000). 5. Χίλια πεντακόσια ενενήντα εννιά (1.599) πακέτα τσιγάρα μάρκας GR RED των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων τριάντα μία χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα (31.980). 6. Τρεις χιλιάδες (3.000) πακέτα τσιγάρα μάρκας GR SLIM των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων εξήντα χιλιάδες (60.000). 7. Εννιά χιλιάδες (9.000) πακέτα τσιγάρα μάρκας COOPER των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων τριάντα χιλιάδες (30.000). 8. Χίλια πεντακόσια (1.500) πακέτα τσιγάρα μάρκας COOPER (100) των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων εκατό ογδόντα χιλιάδες (180.000). 9. Χίλια διακόσια πενήντα (1.250) πακέτα τσιγάρα μάρκας COOPER RED των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000). 10. Επτά χιλιάδες πεντακόσια (7.500) πακέτα τσιγάρα μάρκας ASSOS των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων εκατό σαράντα πέντε χιλιάδες (145.000). 11. Δυο χιλιάδες διακόσια πενήντα (2.250) πακέτα τσιγάρα μάρκας PRESIDENT SLIM των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων σαράντα πέντε χιλιάδες (45.000). 12. Πέντε χιλιάδες οχτακόσια (5.800) πακέτα τσιγάρων μάρκας KARELIA BLUE των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000). 13. Έξι χιλιάδες διακόσια πενήντα (6.250) πακέτα τσιγάρων μάρκας GOLD MOUNT των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων εκατό είκοσι πέντε χιλιάδες (125.000). 14. Τετρακόσια εβδομήντα (470) πακέτα τσιγάρων μάρκας VOXX των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων εννιά χιλιάδων τετρακόσια (9.400). 15. Εννιακόσια εξήντα (960) πακέτα τσιγάρων μάρκας AMERICAN BLEND 25 των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων δέκα εννιά χιλιάδων διακόσια (19.200). 16. Έξι χιλιάδες διακόσια πενήντα (6.250) πακέτα τσιγάρων μάρκας KARELIA 100 των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων εκατό είκοσι πέντε χιλιάδες (125.000). 17. Τρεις χιλιάδες (3.000) πακέτα τσιγάρα μάρκας KARELIA SLIM των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων εξήντα χιλιάδες (60.000). 18. Τέσσερις χιλιάδες διακόσια εβδομήντα (4.270) πακέτα τσιγάρων μάρκας WINSTON RED των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων ογδόντα πέντε χιλιάδες τετρακόσια (85.400). 19. Χίλια διακόσια πενήντα (1.250) πακέτα τσιγάρα μάρκας WINSTON 100 των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000). 20. Επτακόσια πενήντα (750) πακέτα τσιγάρων μάρκας RAQUEL SLIM των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων δέκα πέντε χιλιάδες (15.000). 21. Διακόσια πενήντα (250) πακέτα τσιγάρα μάρκας RED των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων πέντε χιλιάδες (5.000). 22. Διακόσια πενήντα (250) πακέτα τσιγάρα μάρκας PRINCE των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων πέντε χιλιάδες (5.000). 23. Διακόσια εξήντα (260) πακέτα τσιγάρα μάρκας MALBORO των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων πέντε χιλιάδες διακόσια (5.200). 24. Πενήντα (50) πακέτα τσιγάρα μάρκας GR των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων χίλια (1.000). 25. Διακόσια είκοσι (220) πακέτα τσιγάρα μάρκας GR ασημί - λευκό των είκοσι (20) σιγαρέτων με συνολικό αριθμό σιγαρέτων τέσσερις χιλιάδες τετρακόσια (4.400). 26. Εξακόσια εξήντα (660) τεμάχια καπνού μάρκας GOLDEN VIRGINIA πενήντα (50) γραμμαρίων. 27. Επτακόσια πέντε (705) τεμάχια καπνού μάρκας OLD HOLBOURN BLOND πενήντα (50) γραμμαρίων. 28. Πεντακόσια ογδόντα εννιά (589) τεμάχια καπνού μάρκας OLD HOLBOURN κίτρινα πενήντα (50) γραμμαρίων. 29. Σαράντα πέντε (45) τεμάχια καπνού μάρκας KARELIA πενήντα (50) γραμμαρίων. 30. Διακόσια (200) τεμάχια καπνού μάρκας KARELIA λευκό πενήντα (50) γραμμαρίων. Οι προαναφερθείσες ποσότητες τσιγάρων και καπνού βρέθηκαν κατόπιν έρευνας, που πραγματοποίησαν οι αστυνομικές αρχές στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας HYUNDAI GETZ, σταθμευμένο επί της οδού ..., στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT KANGOO, σταθμευμένο επί της οδού ..., στην οικία επί της οδού ... ιδιοκτησίας του R. A. Marian και στην οικία επί της οδού ..., αγνώστου μέχρι στιγμής ιδιοκτήτη, οπότε και συνετάχθησαν οι σχετικές από 3-11-2017 εκθέσεις έρευνας και κατάσχεσης. Η συνολική κατά τα άνω ποσότητα τσιγάρων που κατασχέθηκαν ανέρχεται σε 1.332.580 σιγαρέτα και καπνού στα 109.050 γραμμάρια. Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο προέβησαν οι 2ος και 3ος από κοινού ως συναυτουργοί και με τη συνέργεια του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος παρέσχε συνδρομή κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας από τους ως άνω συγκατηγορουμένους του, στην κατοχή των παραπάνω εμπορευμάτων, κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθώς αυτά δεν έφεραν τις ένσημες ταινίες φορολογίας και συνεπώς, χωρίς να έχει καταβληθεί στις αρμόδιες Τελωνειακές Αρχές ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, που αναλογούσε σε αυτά και υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο κατ' αυτόν τον τρόπο στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας αλλά και ο τρόπος της δράσης του καθενός από αυτούς, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εν λόγω εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 119 Α παρ. 2, 155 παρ. 1α', β', 2 περ. ζ', 157 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 2960/2001, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 5, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 45, 47, 50, 51, 52, 53, 79, 84 παρ. 2, στοιχ. α', 94 και 98 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα υπήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στην αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, ενώ αυτά συνιστούν απλή τελωνειακή παράβαση, δεν είναι βάσιμη και αυτό γιατί, όπως αναπτύχθηκε στην σχετική προαναφερθείσα νομική σκέψη, η ως άνω κατοχή των παραπάνω αναφερομένων καπνικών προϊόντων, με τρόπο ώστε να αποφεύγεται ή να επιχειρείται η αποφυγή καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μεταξύ των οποίων και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, όπως κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία, είτε αυτά προέρχονται από χώρα της Ε.Ε. ή από χώρα εκτός της ΕΕ, είτε παράγονται και κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Συνακόλουθα ο πρώτος αναιρετικός λόγος και ως προς τα δύο σκέλη του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ - κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας αλλά και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθέντων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με την ως άνω ειδικότερη αιτίαση, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 1705/1987 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την Ποινική Δικονομία του Κράτους αυτού. Η ανωτέρω διάταξη εκφράζει την αρχή "ne bis in idem", αποτελεί, επίσης, γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιβεβαιώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης έχοντας και την τυπική ισχύ θεμελιώδους δικαιώματος της Ένωσης, κατά ο οποίο "Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση Ποινικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τον Νόμο". Ειδικότερα, όσον αφορά την ανωτέρω αρχή ne bis in idem, το αμέσως παραπάνω άρθρο δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παραβάσεως τελωνειακής και φορολογικής νομοθεσίας, ενός συνδυασμού φορολογικών και ποινικών κυρώσεων, προκειμένου να εξασφαλίζουν την είσπραξη του συνόλου των εσόδων και κατ' επέκταση, την προστασία των οικονομικών συμφερόντων του ιδίου και της Ένωσης. Οι κυρώσεις αυτές μπορούν συνεπώς να λαμβάνουν τη μορφή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων ή ενός συνδυασμού και των δύο. Μόνον όταν η φορολογική κύρωση έχει ποινικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, και έχει καταστεί απρόσβλητη, η εν λόγω διάταξη εμποδίζει την άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη κατά του ίδιου προσώπου. Η εκτίμηση της ποινικής φύσεως των φορολογικών κυρώσεων στηρίζεται σε τρία κριτήρια. Το πρώτο είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της παραβάσεως κατά το εσωτερικό δίκαιο, το δεύτερο η ίδια η φύση της παραβάσεως και το τρίτο η φύση και η σοβαρότητα της κυρώσεως που ενδέχεται να επιβληθεί στον διαπράξαντα την παράβαση. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμήσει, με γνώμονα τα κριτήρια αυτά, αν η σώρευση αυτή είναι αντίθετη προς τα εν λόγω πρότυπα, υπό την προϋπόθεση ότι οι εναπομένουσες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, ανάλογες των παραβάσεων και αποτρεπτικές.

Περαιτέρω, το πολλαπλό τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας και διά παραπομπής σ' αυτόν ο Ν. 2127/1993 δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου (ποινή stricto sensu), που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την "ποινή", δηλαδή την γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλά έχει χαρακτήρα διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα - υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των Διοικητικών Δικαστηρίων - και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας, καθιστώντας την παράβαση οικονομικά ασύμφορη. Δηλαδή, το εν λόγω πολλαπλό τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και το χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως. Επιβάλλεται ειδικότερα, για την αντιστάθμιση των συνεπειών συμπεριφορών, που συνιστούν παραβίαση διοικητικής φύσεως υποχρεώσεων κάθε συναλλασσόμενου, της καταβολής δηλαδή, προς το Δημόσιο οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων, που έχουν μάλιστα, ταυτοχρόνως και τον χαρακτήρα πόρων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η αντιστάθμιση συνίσταται στην αναπλήρωση των ποσών, την καταβολή των οποίων αποφεύγει με την παράνομη συμπεριφορά του ο υπόχρεος, με ανάλογη προς τα άνω αναπροσαρμογή τους, για την κάλυψη όλων των εντεύθεν δαπανών, στις οποίες προβαίνει το κράτος για τον εντοπισμό των συμπεριφορών αυτών, που, από τη φύση τους, είναι δυσχερώς εντοπίσιμες αλλά που επιτρέπουν την προσπόριση σημαντικών οικονομικών ωφελημάτων σε εκείνον που τις επιχειρεί επιτυχώς. Άλλωστε, οι προβλεπόμενες στον Τελωνειακό Κώδικα ποινές για το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας συνίστανται, κατά κανόνα, σε στέρηση της ελευθερίας του δράστη (φυλάκιση ή κάθειρξη) και ουδόλως δύνανται να συγκριθούν με τις χρηματικές κυρώσεις του αντιστοίχου διοικητικού αδικήματος (ΑΠ 684/2025, ΑΠ 935/2023, 1365/2022, ΣΤΕ 730/2024). Συνακόλουθα, εφ' όσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της ανωτέρω αρχής ne bis in idem, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης και ως εκ τούτου, καμία ακυρότητα της διαδικασίας δεν υφίσταται με την κήρυξη της ενοχής του καταδικασθέντος για το αδίκημα της λαθρεμπορίας, χωρίς αντίστοιχη ενδεχομένως έρευνα αν έχει γίνει σε βάρος του καταλογισμός πολλαπλών τελών, ούτε βέβαια συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως της εξουσίας του δικαστηρίου της ουσίας για τον λόγο αυτό (ΑΠ 684/2025). Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι εις βάρος τους εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 55/18/19-10-2022 Καταλογιστική Πράξη του Τελωνείου Αθηνών και τους επιβλήθηκαν "αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, πολλαπλά τέλη συνολικού ποσού 833.965,08 ευρώ για εξακολουθητική τελωνειακή παράβαση της τελεσθείσας πράξης της λαθρεμπορίας", όπως επί λέξει αναφέρεται στην κοινή αίτηση αναίρεσής τους και ισχυριζόμενοι ότι η επιβολή εις βάρος τους των ως άνω πολλαπλών τελών συνιστούν "ουσιαστικά "ποινική" κύρωση" και δεν επιτρέπεται (πλέον) η ποινική καταδίκη τους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του προαναφερθέντος άρθρου 155 του Ν. 2960/2001 και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως). Ο δεύτερος αυτός αναιρετικός λόγος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος διότι σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγουμένως αναφερθείσα νομική σκέψη, το πολλαπλό τέλος, που προβλέπει ο τελωνειακός κώδικας, δεν συνιστά ποινική κύρωση, που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας, με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την ποινή, δηλαδή την γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλά έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στις οικείες διατάξεις του τελωνειακού κώδικα, διοικητικής κυρώσεως, που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των Διοικητικών Δικαστηρίων, και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως, κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 463 παρ. 3 νΠΚ, που ήδη καταργήθηκε από 1-5-2024 [άρθρο 136 περ. α' του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α' 30/23.3.2024)], "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, επιβάλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83, περ. δ'. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της". Στη ρύθμιση αυτή, όπως και σε αυτές των άλλων σχετικώς περιπτώσεων του άρθρου 463, οδήγησε και η διαπίστωση ότι σε πολλούς ειδικούς ποινικούς νόμους οι ποινές που προβλέπονταν ήταν υπερβολικά υψηλές και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική κοινωνική βλάβη που επέφερε η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη, οπότε ο ποινικός νομοθέτης παρενέβη αποφασιστικά με τον τρόπο αυτό και μείωσε δραστικά και οριζόντια τις ποινές των ειδικών ποινικών νόμων (ΟλΑΠ 4/2025, ΑΠ 1121/2023). Η πρόβλεψη του άρθρου 463 ΠΚ συνιστά λόγο μείωσης της ποινής και όχι νέο πλαίσιο της αρχικά απειλούμενης ποινής (ΟλΑΠ 4/2025, ΑΠ 1392/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της (κοινής) αίτησής τους, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 463 παρ. 3 ΠΚ, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 157 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 2960/2001, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής στον καθένα από αυτούς για την πράξη της λαθρεμπορίας κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις, τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 3 ΠΚ, εφόσον αυτή δεν περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στην ως άνω απόφαση διατάξεις. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το προαναφερθέν Β' Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 181/15-10-2024 απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατά τα προαναφερθέντα για την πράξη της λαθρεμπορίας από κοινού για τον δεύτερο και τον τρίτο των ήδη αναιρεσειόντων και της συνέργειας στην λαθρεμπορία για τον πρώτο αναιρεσείοντα και αφού αναγνώρισε στον καθένα από τους δύο πρώτους την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. α' ΠΚ (όπως πρωτοδίκως), ακολούθως επέβαλε για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις τους, στον πρώτο αναιρεσείοντα Α. Τ. του Α., ποινή ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, στον δεύτερο αναιρεσείοντα (ον) A. M. (επ) R. του M., ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και στον τρίτο αναιρεσείοντα (ον) C. (επ) S. του I., ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Κατά τον χρόνο τέλεσης της ανωτέρω πράξης (δηλαδή κατά το έτος 2017) η ποινική κύρωση αυτής σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 157 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 2960/2001 [όπως προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 77 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α' 58/23.4.2010) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α' 66/31.3.2011) και πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 22 του Ν. 4758/2020 (ΦΕΚ Α' 242/4.12.2020)], που ως επιεικέστερη εφαρμόζεται εν προκειμένω], καθοριζόταν σε κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, που όμως, μετά την αναγνώριση της προαναφερθείσας ελαφρυντικής περίστασης στους δύο πρώτους των αναιρεσειόντων μπορούσε να μειωθεί σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών ή σε ποινή κάθειρξης έως οκτώ (8) ετών κατά τη διάταξη του άρθρου 83 περ. β' ΠΚ. Στο σχετικό σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, όπου γίνεται μνεία των διατάξεων, βάσει των οποίων προβλέπεται και τιμωρείται η ανωτέρω αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας κατά τις ως άνω διακρίσεις, για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες αναφέρονται τα εξής: "Οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 2, 12, 14, 16, 17, 18, 26, 27, 45, 47 εδ. α, 51, 52, 53, 83, 84 παρ. 2 α, 85, 94, 98, 187 παρ. 3 ΝΠΚ, 119 Α παρ. 2, 155 παρ. 2 περ. ζ και 157 παρ. 1 περ. γ Ν. 2960/2001, η οποία προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 77 του Ν. 3842/2010, ΦΕΚ Α 58 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3943/2011, ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 και πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 22 του Ν. 4758/2020, ΦΕΚ Α 242/4.12.2020, που, ως επιεικέστερη, εφαρμόζεται". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι ως άνω επιβληθείσες στον καθένα από τους αναιρεσείοντες ποινές, είναι εντός του προβλεπόμενου πλαισίου των ως άνω διατάξεων των άρθρων 157 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 2960/2001, 83 και 463 παρ. 3 ΠΚ, παρότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, οι εν λόγω επιβληθείσες ποινές είναι μέσα στα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές όρια, ενώ η μη παράθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης της περιέχουσας γενικούς ορισμούς διάταξης του άρθρου 463 παρ. 3 ΠΚ, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκε υπόψη και ούτε δημιουργεί ασάφεια, ούτε καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου για την επιμέτρηση της ποινής. Επομένως, ο προαναφερθείς τρίτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμος.

Με τον (μοναδικό) πρόσθετο αναιρετικό λόγο ο τρίτος αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την προαναφερθείσα (πρώτη) άδικη πράξη, δηλαδή της συμμορίας, που αποδίδεται σ' αυτόν και προσάπτει σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα σχετική πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα. Με αυτά όμως που δέχθηκε το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως οι σχετικές παραδοχές του σκεπτικού επιτρεπτώς συμπληρώνονται από αυτές του διατακτικού, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της συμμορίας, αλλά και τις σχετικές αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψε αυτό. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (δηλαδή, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που έλαβαν χώρα δημοσίως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η απολογία του εμφανισθέντος πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου), από τα οποία το άνω Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο κατά νόμο, να εκτίθεται τί ακριβώς προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών, αλλά και όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του προαναφερθέντος εγκλήματος, της συμμορίας. Ειδικότερα, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο εν λόγω τρίτος αναιρεσείων ενεργώντας μαζί με τους προαναφερθέντες συγκατηγορουμένους του, ύστερα από την συμφωνία τους αλλά και την θέλησή τους να ενωθούν μεταξύ τους, οργανώθηκαν με σκοπό την διάπραξη της προαναφερθείσας δεύτερης αξιόποινης πράξης, δηλαδή της λαθρεμπορίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, από την οποία οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ, ενώ αναφέρονται ακόμη τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η οργάνωσή τους και ο συστηματικός τρόπος δράσης τους, καθ' όσον αυτοί διέθεταν τα προαναφερθέντα ακίνητα, όπου κατείχαν κι αποθήκευαν τις ως άνω αναφερόμενες ποσότητες των καπνικών προϊόντων αλλά και ότι χρησιμοποιύσαν για την ευόδωση του ως άνω σκοπού τους, τα επίσης παραπάνω αναφερόμενα αυτοκίνητα για την μεταφορά των προϊόντων αυτών. Οι υπόλοιπες εξάλλου αιτιάσεις του ως άνω τρίτου αναιρεσείοντος που περιέχονται στον αμέσως προηγουμένως αναφερόμενο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, περί διαφορετικής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού, που συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της κατά το προαναφερθέν σκέλος της, είναι απαράδεκτες, αφού με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια, ο προαναφερθείς πρόσθετος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την ενοχή του τρίτου των αναιρεσειόντων για την ως άνω αξιόποινη (πρώτη) πράξη του, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 6/2024). Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, μεταξύ άλλων και η υπό στοιχείο ε' περίπτωση και συγκεκριμένα, ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 188/2022). Η ως άνω κατά το άρθρο 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, ελαφρυντική περίσταση θεωρείται ότι συντρέχει και όταν ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 980/2022, ΑΠ 1555/2019). Η δυνατότητα της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ ακόμα και κατά την κράτηση του καταδικασθέντος επιβάλλεται από τον ειδικοπροληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 1418/2022, ΑΠ 1818/2019, Αιτιολ. Έκθεση ΠΚ, υπό το άρθρο 84). Η παραδοχή της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η καλή δηλαδή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 760/2021). Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης προς τούτο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού τους περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε'ΠΚ αλλά και ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε η σχετική ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε' ΠΚ, προσάπτοντας σ' αυτήν τις από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες.

Στην προκειμένη υπόθεση από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, τα οποία όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι ο συνήγορος υπεράσπισης και των τριών ως άνω εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να αναγνωρισθεί στον καθένα από τους τρεις εντολείς του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ και κατέθεσε εγγράφως σχετικούς ισχυρισμούς για τον καθένα τους, που κατά το ενδιαφέρον μέρος τους έχουν ως εξής: Για τον πρώτο εξ αυτών (Α. Τ.): "...από τον χρόνο τέλεσης της πράξης είμαι συνταξιούχος του ΙΚΑ λαμβάνοντας ποσό 420,12 ευρώ, ήμουν παντρεμένος με την Ε. Γ. από το 1995. Έκτοτε δεν έχω απασχολήσει τις αρχές για οτιδήποτε άλλο...", για τον δεύτερο, δηλαδή τον (ον) A. M. (επ) R. του M.: "...από τον χρόνο τέλεσης της πράξης ασχολούμαι από τον Ιούνιο του 2017 ως ανειδίκευτος εργάτης στην επιχείρηση της Α. Π. "SMART4WOOD" και δεν έχω έκτοτε απασχολήσει τις αρχές για οτιδήποτε..." και για τον τρίτο (ον) C. (επ) S. του I.: "...από τον χρόνο τέλεσης της πράξης είμαι έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, της Ρ. ηλικίας σήμερα 11 ετών και του Ν. - Κ. ηλικίας σήμερα 5 ετών. Απασχολούμαι από τον Ιούνιο του 2017 ως ανειδίκευτος εργάτης στην επιχείρηση της Α. Π. "SMART4WOOD", η δε διαβίωση της οικογενείας μου η οποία εξαρτάται αποκλειστικά από εμένα. Επιπλέον πάσχω από υπνική αποφρακτική άπνοια πολύ σοβαρού βαθμού εξαιτίας της οποίας κατά την διάρκεια του ύπνου κλείνουν οι μύες του φάρυγγα με αποτέλεσμα να μην περνάει ο αέρας και να επέρχεται απόφραξη της αναπνοής και έλκος στομάχου. Εξαιτίας δε της σοβαρότατης παθήσεώς μου χρήζω συνεχούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και καθημερινής μηχανικής υποστήριξης κατά την διάρκεια του ύπνου. Ως εκ τούτου, το μοναδικό άτομο που μπορεί να βοηθήσει την οικογένεια μου είμαι εγώ. Σε διαφορετική περίπτωση η σύζυγός μου και το ανήλικο τέκνο μου, οικονομικά εξαρτημένοι από εμένα, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, θα παραμείνουν αβοήθητοι και απροστάτευτοι".

Το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους σχετικούς αυτούς αυτοτελείς ισχυρισμούς διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό τα εξής:

"Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο των εντολέων του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ με την επίκληση ότι διάγουν έκτοτε άψογη προσωπική και κοινωνική ζωή. Πλην όμως μόνο το γεγονός ότι οι 2ος και 3ος κατηγορούμενοι εργάζονται και ο 1ος λαμβάνει σύνταξη, συνιστούν τη συνήθη καλή συμπεριφορά κάθε ατόμου και δεν συνέχεται με την εξαιρετική βελτίωση αυτών, εκφραζόμενη ποικιλοτρόπως και δεν υποδηλώνει μεταστροφή του χαρακτήρα τους ή ποιοτική μεταβολή του ήθους τους, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτούς των συνεπειών των πράξεών τους και σταθερού εναρμονισμού τους προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Σε κάθε δε, περίπτωση αποκλείεται η συμπεριφορά των κατηγορουμένων να χαρακτηριστεί ως ηθική και ψυχική μεταστροφή αυτών, δεδομένου ότι η στάση αυτή αναγκαίως συνδέεται με την αποδοκιμασία των αξιόποινων πράξεων που τέλεσαν, όμως οι κατηγορούμενοι επιχειρούν με κάθε τρόπο να συσκοτίσουν την υπόθεση, επικαλούμενοι τα ανωτέρω αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης περί της ενοχής, τα οποία αναιρούν τα περί πραγματικής ηθικής και ψυχικής μεταστροφής τους προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα, καθώς και ότι η μη επιλήψιμη συμπεριφορά τους, μετά την τέλεση των προαναφερομένων πράξεων, είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης αυτών και όχι ότι η μη επιλήψιμη συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα της αναμενόμενης δικαστικής κρίσης, ώστε να μπορούν ευπροσώπως να υποστηρίξουν αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής αυτής περίστασης. Κατά συνέπεια, το αίτημα των κατηγορουμένων αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ πρέπει να απορριφθεί". Με τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, κρίνοντας ότι δεν προέκυψαν στοιχεία, από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και ότι η στάση του καθενός από αυτούς μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του και επί πλέον, απέδωσε στις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, την έννοια που πραγματικά έχουν, χωρίς να τις παρερμηνεύσει, ενώ υπήγαγε ορθά και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ανωτέρω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση και συνεπώς, ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου (παραδεκτού) λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 20-5-2025 (κοινή) αίτηση αναίρεσης του Α. Τ. του Α., του (ον) A. M. (επ) R. του M. και του (ον) C. (επ) S. του I., και ο πρόσθετος λόγος του τρίτου εξ αυτών, κατά της υπ' αριθμ. 181/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί καθένας από τους προαναφερθέντες τρεις αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-5-2025 (κοινή) αίτηση του Α. Τ. του Α., του (ον) A. M. (επ) R. του M. και του (ον) C. (επ) S. του I., και του πρόσθετου λόγου του τρίτου (3ου) εξ αυτών για αναίρεση της υπ' αριθμ. 181/2024 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθένα από τους ως άνω τρεις αναιρεσείοντες στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή