Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1401 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1401/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Διονυσία Νίκα και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Τρουπή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. ή Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παφίλη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5757, 5942/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Λ. Μ. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14/4/2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ.γ' του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, η κλήση δε αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου κώδικα. Ως "υπόλοιποι διάδικοι", που πρέπει να καλούνται στη συζήτηση, θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι απέκτησαν νόμιμα την ιδιότητα του διαδίκου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο υποστηρίζων την κατηγορία πρέπει να καλείται, για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που άσκησε ο κατηγορούμενος, ή οποιοσδήποτε άλλος δικαιούμενος προς τούτο, εφόσον αυτός νόμιμα απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου και δεν αποβλήθηκε, ούτε παραιτήθηκε από την ιδιότητα αυτή, καθόσον έχει έννομο συμφέρον να υποστηρίξει το κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης έναντι του καταδικασθέντος με αυτή κατηγορουμένου, ακόμη και στην περίπτωση που με την αίτηση αναίρεσης δεν προσβάλλεται η αφορώσα την υποστήριξη της κατηγορίας διάταξη της απόφασης, καθώς και αν δεν παραστάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είχε όμως νόμιμα παραστεί πρωτοδίκως. Τέλος, αν δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκαν ή δεν κλητεύθηκαν νόμιμα όλοι οι διάδικοι και κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανισθεί, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 116/2020, 1408/2020).
Η υπό κρίση από 14-4-2025 (αρ. πρωτ. ΕισΑΠ 2886/15-4-2025) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. (5757/2024 &) 5942/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν,ερήμην του υποστηρίζοντος την κατηγορία, ο οποίος, όπως προκύπτει από το από 12-6-2025 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας ΑΠ Λ. Χ., κλητεύθηκε εμπροθέσμως για να παραστεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως.
2) Κατά τη διάταξη του άρθρου 224παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ν. Π.Κ. (Ν. 4619/2019): "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή". Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νέου Π.Κ., στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανωμοτί κατάθεση) του προηγούμενου Π.Κ, είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου, έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προηγούμενου Π.Κ., καθόσον για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο και ανώτατο όριο και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2-1 Π.Κ. προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο 1 έτος και ανώτερο 5 έτη (ΑΠ 1121/2022). Για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται: α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει (ΑΠ 267/2023, 1503/2023). Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 1503/2023).
3) Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποίαστηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΟλΑΠ 1/2005). Η συνδρομή του δόλου κατ' αρχήν δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία. Μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021). Υπάρχει όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η γνώση του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση αυτού, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση περιστατικών (ΑΠ 1044/2021).
4) Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Ε' ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η παραβίαση με πλάγιο τρόπο της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).
Εν προκειμένω με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, αμφότεροι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' συνδ. με Ε' ΚΠοινΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω υπάρξεως αντιφατικών αιτιολογιών στο σκεπτικό της αποφάσεως καθώς και αντιστοίχων αντιφατικών αιτιολογιών μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, κατά τα ειδικότερα στους παραπάνω λόγους εκτιθέμενα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως (που συνάπτονται με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους), το ανωτέρω Δικαστήριο ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, τυγχάνων αρχιτέκτων μηχανικός, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων Νομής) στις 30-4-2018, κατά την συζήτηση της από 4-4-2018 (ΓΑΚ/ΕΑΚ:31040/641/2018) αίτησης του Χ. Α. (ιδιοκτήτη διαμερίσματος του πέμπτου και έκτου ορόφου - μεζονέτα της επί της οδού ... πολυκατοικίας) κατά του μηνυτή Μ. Λ. ιδιοκτήτη του με αρ. Β-6 διαμερίσματος δευτέρου ορόφου της ιδίας ως άνω πολυκατοικίας, με την οποία (αίτηση) ο προαναφερθείς Χ. Α. προκειμένου να ενσωματώσει κοινόχρηστο πλατύσκαλο στην ιδιοκτησία του με την τοποθέτηση πόρτας στο σημείο, ζητούσε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την αναγνώριση και την προστασία της νομής του, προς επίρρωση της προαναφερόμενης αίτησης, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: 1) "Όταν αγόρασε η κα Γ. το διαμέρισμα (δηλαδή η μητέρα του Χ. Α. το 2002) υπήρχε πόρτα. η κα Π. (Γ.) αναγκάστηκε και έβγαλε την πόρτα. Και μετά ήθελε να προβεί σε γενική συνέλευση ώστε να ξαναμπεί η πόρτα", ενώ η αλήθεια την οποία και γνώριζε είναι ότι, από το χρόνο κτήσης του διαμερίσματος από την τελευταία δεν είχε αποκλειστεί ποτέ ο χώρος του πλατύσκαλου του πέμπτου ορόφου και δεν είχε τοποθετηθεί η αναφερόμενη πόρτα. 2) Ότι υφίσταται δήθεν δικαίωμα αποκλεισμού του πλατύσκαλου του πέμπτου ορόφου καθώς τούτο δήθεν ορίζεται στον κανονισμό της πολυκατοικίας και δη "...έτσι ορίζει μέσα ο κανονισμός. Μπορείτε να το δείτε στον κανονισμό", σε ερώτηση δε της έδρας αν οι ένοικοι θα πρέπει "να περνούν μέσα από το διαμέρισμα το ξένο για να απλώνουν τα ρούχα τους" κατέθεσε "Ναι. Έτσι ορίζει ο κανονισμός", ενώ η αλήθεια την οποία και γνώριζε είναι ότι σε κανένα σημείο του κανονισμού δεν γίνεται αναφορά σε πρόσβαση στον κοινόχρηστο χώρο του δώματος (ταράτσα) με διέλευση μέσω διαμερίσματος, αλλά αντίθετα διευκρινίζεται μόνο η σειρά και ο χρόνος απλώματος των ρούχων από τους ενοίκους, αναγκαία για την εποχή της κατάρτισης του κανονισμού (1969). 3) Ότι δήθεν την ύπαρξη πόρτας στο πλατύσκαλο του πέμπτου ορόφου αναφέρει το συμβόλαιο αγοράς της μητέρας του καταθέτοντας ψευδώς "Κανονικά, η πόρτα, σύμφωνα και με το συμβόλαιο, όταν αγόρασε, υπάρχει εδώ πέρα για να μπαίνει στο διαμέρισμα της". Ότι δήθεν υπήρχε πόρτα όταν αγοράστηκε το διαμέρισμα κάτι που δήθεν αναφέρεται και στον τίτλο κτήσης της μητέρας του "Γιατί δε την αφήνουν να ξαναβάλει την πόρτα στη θέση της, όπου υπήρχε όταν αγοράστηκε το διαμέρισμα..." αλλά "κάποια στιγμή αφαιρέθηκε η πόρτα, ενώ νοίκιαζε κάποιος άλλος το διαμέρισμα", ενώ η αλήθεια την οποία και γνώριζε είναι ότι σε κανένα τίτλο κτήσης του τελευταίου ή και των προκτητόρων του δεν γίνεται αναφορά στην ύπαρξη πόρτας στη θέση που αναφέρει ο ίδιος ούτε ότι κάποια στιγμή, σε χρόνο μετά το 2002 κατά την μίσθωση του ακινήτου, αφαιρέθηκε η πόρτα αφού δεν υπήρχε,, 4) Σε ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του μηνυτή εάν το έτος 2012 κατά τις εργασίες του (δηλαδή κατά την διενέργεια αυτοψίας όπως ανέφερε σε προηγούμενο σημείο της κατάθεσης του) διαπίστωσε την ύπαρξη πόρτας κατέθεσε "Βέβαια, ναι, η κ. Γ. (δηλαδή η μητέρα του Α. Χ.) έτσι αγόρασε το διαμέρισμα. Έτσι έκανα εγώ την αυτοψία, κλειστό" ότι δήθεν δηλαδή το κοινόχρηστο πλατύσκαλο είχε περικλειστεί με υλικά τοιχοποιίας και πόρτα, ενώ η αλήθεια την οποία και γνώριζε είναι ότι αποκλείεται να είδε πόρτα κατά την επίσκεψη του στο διαμέρισμα είτε το 2002 είτε το 2012 είτε σε οποιοδήποτε άλλη χρονική στιγμή, γιατί η πόρτα δεν υπήρχε ποτέ εκτός από ένα μικρό διάστημα το 1994 ως αυθαίρετη κατασκευή μάλιστα η οποία καθαιρέθηκε κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης, γενικότερα δε ο χώρος του πλατύσκαλου κατά την διενέργεια οποιασδήποτε αυτοψίας ήταν ανοικτός και όχι κλειστός με πόρτα ή με οποιοδήποτε άλλο υλικό, όπως κατέθεσε με σαφήνεια και ο υποστηρίζων την κατηγορία, ιδιοκτήτης διαμερίσματος στην εν λόγω πολυκατοικία από την ανέγερση αυτής. 5) Σε ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του μηνυτή εάν είχε και φωτογραφικό υλικό της πόρτας από την αυτοψία που ισχυρίσθηκε ότι έκανε το έτος 2012, απάντησε θετικά και δη "Να δω το αρχείο μου. Σίγουρα έχει ανέβει στο ΤΕΕ", δήλωση που σημαίνει ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος) είχε λάβει φωτογραφίες του χώρου στις οποίες δήθεν απεικονίζετο πόρτα, ενώπιον δε του Δικαστηρίου τούτου κατέθεσε ότι δεν θυμάται αν υπάρχει φωτογραφία για την πόρτα, τις οποίες είχε υποβάλει στο ηλεκτρονικό σύστημα του ΤΕΕ για την νομιμοποίηση του χώρου, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε είναι ότι φωτογραφικό αρχείο με την πόρτα δεν υπάρχει διότι ήταν πρακτικά αδύνατον να ληφθούν φωτογραφίες πόρτας από ανύπαρκτη πόρτα, αν υπήρχε δε, θα προσκόμιζε αντίγραφο αυτής. 6) Ότι έχει προβεί σε τακτοποίηση αυθαιρέτων στο ΤΕΕ και δη "Προχώρησε (δηλαδή ο ιδιοκτήτης) στις όποιες νομιμοποιήσεις ώστε να εκδοθεί η βεβαίωση περί μη αυθαιρεσιών, αφού είχε πληρωθεί το πρόστιμο", ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε λόγω της ιδιότητας του ως μηχανικός που έχει επιληφθεί της νομιμοποίησης των ως άνω αυθαίρετων κατασκευών είναι ότι δεν είχε γίνει τακτοποίηση τους. Ο κατηγορούμενος αποδείχτηκε ότι τελούσε σε πλήρη και θετική γνώση του ψεύδους των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών καθόσον όπως προαναφέρθηκε, ως μηχανικός που του είχε ανατεθεί η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων είχε κάνει αυτοψία το έτος 2012 είχε μελετήσει τους τίτλους κτήσης που αφορούσαν το επίδικο ακίνητο και τα σχεδιαγράμματα που τους συνόδευαν και γνώριζε την νομική και πραγματική κατάσταση του ακινήτου και απεικονίζετέ παρόλα αυτά ,τα κατέθεσε ένορκα. Ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε μελετήσει τους παλαιότερους τίτλους και σχεδιαγράμματα του ακινήτου δεν κρίνεται πειστικός. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. ....1967 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Τ. οι τότε συγκύριοι οικοπέδου μετά πεπαλαιωμένης και ετοιμόρροπης οικοδομής επί της οδού ... στην Αθήνα, επιφάνειας εκατόν δεκατριών τετραγωνικών μέτρων και σαράντα εκατοστών του τετραγωνικού μέτρου (113,40), γονείς του υποστηρίζοντας την κατηγορία, Α. και Ν. Μ. συνέστησαν οριζόντια ιδιοκτησία κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των αρ. 1002 και 1117 ΑΚ επί της ανεγερθησομένης σε αυτό οικοδομής. Ο πέμπτος υπέρ το ισόγειο όροφος - Γ εσοχή περιγράφεται στον πιο πάνω κανονισμό ως εξής: "....αποτελείται εκ του κλιμακοστασίου, χώρου ανελκυστήρας, φωταγωγού, πλατύσκαλου ορόφου, του υπό στοιχείον έψιλον κεφαλαίον εννέα (Ε-9) διαμερίσματος και της κοινοχρήστου βεράντας, εμφαινομένης εις το άνω σχεδιάγραμμα υπό τα αλφαβητικά μικρά στοιχεία α.β.γ.δ.α. υπό το στοιχείον έψιλον κεφαλαίον εννέα (Ε-9) διαμέρισμα αποτελείται εξ ενός δωματίου, Κουζίνας, βεράντας επί της οδού ..., εσωτερικής κλίμακος αγούσης εις το δώμα, όπου βρίσκεται χώρος μετά λουτρού, μετά των οποίων το εν λόγω διαμέρισμα αποτελεί ενιαίαν αυτοτελή ιδιοκτησία, ορίζεται ανατολικώς με πλατύσκαλον, χώρον ανελκυστήρος, φωταγωγόν και ιδιοκτησίαν αγνώστων ιδιοκτητών, δυτικώς με κλιμακοστάσιον ακάλυπτον χώρον, πλατύσκαλον ορόφου, οικίαν κληρονόμων Π. και κοινόχρηστον βεράνταν, αρκτικώς με κλιμακοστάσιον, φωταγωγόν, οδόν ... και κοινόχρηστονβεράνταν και μεσημβρινώς με χώρον ανελκυστήρος ακάλυπτον χώρον, φωταγωγόν, κλιμακοστάσιον και ιδιοκτησίαν άγνωστων ιδιοκτητών...", το δε εμβαδόν αυτού προσδιορίζεται σε σαράντα ένα τετραγωνικά μέτρα και πενήντα εκατοστά του τετραγωνικού μέτρου (41,50).
Περαιτέρω, στην ίδια πράξη σύστασης και κανονισμού περιγράφονται μεταξύ άλλων ως κοινόχρηστα η βεράντα που βρίσκεται στον πέμπτο όροφο-Γ εσοχή, η κεντρική είσοδος μετά των διόδων, το κεντρικό κλιμακοστάσιο καθώς και εγκαταστάσεις και πράγματα που είναι εκ του νόμου είτε κατ' έθιμο κοινά και εν γένει εκείνα των οποίων η χρήση ανήκει σε πλείονα του ενός διαμερίσματα και εφόσον δεν οριζόταν αλλιώς στον κανονισμό.
Εξάλλου, στο 2° άρθρο του άνω κανονισμού προβλέπεται ότι κάθε διαμέρισμα ή χώρος μετατρεπόμενος σε διαμέρισμα δικαιούται χρήσης της κοινόχρηστης βεράντας της Γ' εσοχής, ενώ στο Κεφάλαιο Α αρ. 8 ορίζεται ότι απαγορεύεται απολύτως κάθε μεταρρύθμιση, μεταβολή, ή επισκευή εξωτερικώς των προσόψεων, φωταγωγών αεραγωγών και κοινόχρηστων χώρων, εγκαταστάσεων και πραγμάτων. Επιπροσθέτως σχετικά με την προαναφερόμενη κοινόχρηστη βεράντα προβλέπεται ότι η χρήση θα είναι κοινή για όλους του συνιδιοκτήτες για το άπλωμα ρούχων και το άπλωμα και τίναγμα ταπήτων, απαγορευμένης άλλης χρήσης αυτής, ενώ σύμφωνα με τον κανονισμό η σειρά και τρόπος χρησιμοποιήσεως της καθορίζεται με απόφαση της συνέλευσης των συνιδιοκτητών. Όπως αποδεικνύεται ο υποστηρίζων την κατηγορία υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της πιο πάνω πολυκατοικίας είχε ασκήσει κατά της Η. χήρας Ν. Σ. την από 15.02.1994 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αιτήθηκε μεταξύ άλλων την αποξήλωση της ξύλινης εξωτερικής πόρτας εισόδου στο πλατύσκαλο του πέμπτου ορόφου που αποτελούσε ανατολικό σύνορο, του διαμερίσματος της με την οποία κατέλαβε μέρος του κοινόχρηστου χώρου και απέκλεισε τη μοναδική πρόσβαση προς την πιο πάνω κοινόχρηστη βεράντα. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 5330/1994 απόφαση του έκρινε μεταξύ άλλων "...Το διαμέρισμα τούτο καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο πλην του τμήματος αυτού που είναι η κοινόχρηστη βεράντα της πολυκατοικίας και διαθέτει δύο πόρτες εισόδου εξωτερικές, μία ευρισκόμενη αριστερά του ασανσέρ που οδηγεί σε χώρο κουζίνας και μία δεξιά και δίπλα από το κλιμακοστάσιο που οδηγεί στο δωμάτιο επί του οποίου και η εσωτερική σκάλα που οδηγεί στο δώμα. Το κλιμακοστάσιο ξεκινά από το ισόγειο της πολυκατοικίας και καταλήγει στον πέμπτο όροφο, αποτελεί δε την μοναδική πρόσβαση προς την κοινόχρηστη βεράντα. Κατά το μήνα Μάιο 1993 η εναγομένη αυθαίρετα και χωρίς τη συναίνεση των λοιπών ιδιοκτητών προέβη στην εγκατάσταση στο πλατύσκαλο του παραπάνω πέμπτου ορόφου μία ξύλινης εξωτερική πόρτας εισόδου με κλειδαριά και κουδούνι. Αποτέλεσμα της ενέργειας της αυτής ήταν να καταλάβει τον παραπάνω κοινόχρηστο χώρο αποκλείοντας έτσι την προς αυτό προσπέλαση των λοιπών ιδιοκτητών και την περαιτέρω πρόσβαση αυτών προς την ανωτέρω βεράντα που αποτελεί και έξοδο κινδύνου..." και αφού διαπίστωσε παράβαση του κανονισμού της πολυκατοικίας υποχρέωσε την τότε εναγομένη να αποξηλώσει την εξώπορτα που είχε τοποθετήσει στο πλατύσκαλο του πέμπτου ορόφου. Σχετικά μάλιστα εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 404/1996 πρώτο απόγραφο εκτελεστό.
Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ....2018 ένορκη βεβαίωση του Κ. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, ο οποίος είναι μέλος από το έτος 2000 της "Ένωσης Ελλήνων Φυσικών" η οποία (ένωση) διατηρεί ιδιότητα γραφεία στον 1° όροφο της άνω οικοδομής και την κατάθεση του υποστηρίζοντας την κατηγορία, αποδεικνύεται ότι το διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου της πιο πάνω οικοδομής αποτελείται από δύο τμήματα που χωρίζονται από το πλατύσκαλο και υφίστανται τρεις πόρτες και δη μία πόρτα αλουμινίου από την οποία γινόταν η πρόσβαση στην κοινόχρηστη βεράντα, και δύο πόρτες δεξιά και αριστερά αυτής από τις οποίες ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου εισέρχεται αντίστοιχα στο κυρίως διαμέρισμα και στο χώρο κουζίνας, χωρίς μέχρι το έτος 2018 να έχει εγερθεί εκ νέου οιαδήποτε νέα θύρα στο πλατύσκαλο του ως άνω ορόφου.
Περαιτέρω, κυρία του προαναφερόμενου διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου μετά του δώματος του έκτου ορόφου της πιο πάνω οικοδομής κατέστη δυνάμει της υπ' αριθμ. ....2002 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Κ. η Π. Γ., σύζυγος Δ. Χ. Στην πιο πάνω περίληψη η προαναφερόμενη οριζόντια ιδιοκτησία περιγράφεται ως εξής: "... αυτοτελής, διακεκριμένη και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του πέμπτου (Ε') πάνω από το ισόγειο ορόφου (Γ εσοχή) μετά μικρού χώρου στο δώμα (ΣΤ' όροφο) αποτελείται το τμήμα αυτής το ευρισκόμενο στον πέμπτο (Ε') όροφο από ένα δωμάτιο, κουζίνα, βεράντα επί της οδού ... και έχει εσωτερική κλίμακα που το συνδέει με το δώμα (ΣΤ' όροφο) όπου βρίσκεται βοηθητικός χώρος μετά λουτρού μετά των οποίων αποτελεί ενιαία ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία...". Ακολούθως, η Π. Γ., μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα της πιο πάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας στον τότε ανήλικο γιό της Α. Χ. δυνάμει του υπ' αρ. .../2012 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. Κ. που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 5034 και με αύξοντα αριθμό 251, ενώ η ίδια παρέμεινε επικαρπώτρια. Στο άνω συμβόλαιο προσαρτήθηκε και η από 19.11.2012 βεβαίωση του κατηγορούμενου σύμφωνα με την οποία στη μεταβιβαζόμενη οριζόντια ιδιοκτησία δεν υφίστατο αυθαίρετη κατασκευή και δεν είχε εγκατασταθεί αυθαίρετη χρήση πλην των υπαγόμενων στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 (περίπτωση στ) του άρθρου 23 του Ν. 4014/2011 και δεν ενέπιπταν στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι με πρωτοβουλία της Π. Γ., φερόμενη στη σχετική βεβαίωση ως ιδιοκτήτρια, ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη σε δήλωση υπαγωγής στο άρθρο 24 του ν. 4014/2011 την ....2011 με αριθμό ... και εν συνεχεία η δήλωση της αυτή μεταφέρθηκε με αριθμό ... στη διαδικασία υπαγωγής στο ν. 4178/2013 και εξοφλήθηκε την ....2018.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι περί το Φεβρουάριο του έτους 2018 η Π. Γ. ανέθεσε σε συνεργείο την ανέγερση θύρας στον πέμπτο όροφο της πιο πάνω οικοδομής που θα καταλάμβανε το χώρο αμέσως μετά το πλατύσκαλο και όπισθεν αυτής θα βρίσκονταν οι δύο θύρες εισόδου στην άνω οριζόντια ιδιοκτησία της και η θύρα εισόδου στην κοινόχρηστη βεράντα την πρόσβαση προς την οποία θα απέκλειε όχι μόνο ως προς τρίτους αλλά και ως προς του δικαιούμενους σε χρήση αυτής συνιδιοκτήτες της οικοδομής. Ο υποστηρίζων την κατηγορία διαπιστώνοντας την έναρξη των εργασιών προέβαλε αντίδραση με συνέπεια αυτές να διακοπούν πριν αρχίσουν. Τότε ο Α. Γ., υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την υπ' αριθμ. εκ. κατ. .../2018 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε μεταξύ άλλων να διαταχθεί η παύση της διατάραξης της νομής του από τον υποστηρίζοντα την κατηγορία καθώς και κάθε μελλοντική διατάραξη συντελούμενη δια της παρεμπόδισης και της παρακώλυσης της εκτέλεσης των εργασιών ανακαίνισης και δη της τοποθέτησης νέας θύρας ασφαλείας. Η πιο πάνω αίτηση απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη καθόσον πιθανολογήθηκε μεταξύ άλλων ότι " ...η πραγματική κατάσταση στον επίδικο χώρο του διαμερίσματος του αιτούντος οφείλεται στην ιδιόρρυθμη διαμόρφωση της ιδιοκτησίας του πέμπτου (Ε') ορόφου της εν λόγω πολυκατοικίας. Με εξαίρεση το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από την τοποθέτηση θύρας στο σημείο επαφής του κεφαλόσκαλου με το πλατύσκαλοτον Μάιο 1993, έως την αποξήλωσή της σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 5330/1994 απόφασης του ΜΠρΑΘ η οποία δημοσιεύθηκε την 16-11.1994. Επιπρόσθετα τόσο ο αιτών όσο και η άμεση δικαιοπάροχος μητέρα του, Π. Γ. γνώριζαν την ιδιόρρυθμη κατάσταση του εν λόγω διαμερίσματος ..". Εξάλλου, στο πλαίσιο της πιο πάνω δίκης, όπως προαναφέρθηκε, εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ωστόσο, όπως αποδείχτηκε ήταν ψευδή, αφού α) κατά το χρόνο που η Π. Γ. υπό την ιδιότητα της υπερθεματίστριας κατέστη κυρία του ως άνω ακινήτου, δεν υφίστατο τέταρτη πόρτα που να αποκλείει την ελεύθερη πρόσβαση των συνιδιοκτητών της οικοδομής στην κοινόχρηστή βεράντα, η δε προηγουμένως ανεγερθείσα είχε προ πολλού αποξηλωθεί (βλ. λήψη απογράφου της υπ' αριθμ. 5330/1994 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το έτος 1996). β) Δεν υπήρχε ειδική πρόβλεψη στον κανονισμό που να επιτρέπει την ανέγερση θύρας αποκλεισμού του πλατύσκαλου ούτε ρύθμιση για "δουλεία διόδου" από το διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου υπέρ των λοιπών συνιδιοκτητών, γ) Σε κανένα από τα προαναφερόμενα συμβόλαια δεν ορίζεται η τοποθέτηση ή η θέση της θύρας αυτής, δ) Δεν αποδείχτηκε μεταγενέστερη του έτους 2002 αποξήλωσή πόρτας στον πέμπτο όροφο της ως άνω οικοδομής. Άλλωστε, όπως προεκτέθηκε δεν υφίστατο τέταρτη θύρα το έτος 2012, που αυτός (κατηγορούμενος) προέβη σε αυτοψία, με συνέπεια την ύπαρξη της να μην μπορεί να διαπιστώσει ο κατηγορούμενος, παρά τα όσα αντίθετα κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ενεργώντας εν γνώσει της αναλήθειας της κατάθεσης του.
Εξάλλου, το γεγονός ότι το διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου της πιο πάνω οικοδομής αποτελείται από δύο διακεκριμένους χώρους από την κατασκευή του, εάν και φέρεται ως μία οριζόντια ιδιοκτησία στην προαναφερόμενη πράξη κατακύρωσης , δεν αναιρεί το αξιόποινο της κατάθεσης του μάρτυρα, διότι αυτή αναφερόταν στην πραγματική κατάσταση του ακινήτου και όχι στο πως ορθά θα έπρεπε να έχει χωρήσει η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας ή ποιες ενέργειες θα έπρεπε να διενεργηθούν ώστε να επέλθει συμμόρφωση με την κείμενη πολεοδομική νομοθεσία".
Ακολούθως το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε αυτόν ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης (άρθ. 224 παρ. 1 ΠΚ, ως ισχύει μετά τον Ν. 4619/2019), αναγνωρίζοντας δε, ως πρωτοδίκως, την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 περ. α' ΠΚ, επέβαλε σε βάρος του ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών. Ειδικότερα ο νυν αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα τυγχάνων αρχιτέκτων μηχανικός, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων Νομής) στις 30-4-2018, κατά την συζήτηση της από 4-4-2018 (ΓΑΚ/ΕΑΚ:31040/641/2018) αίτησης του δευτέρου κατηγορουμένου Χ. Α. (ιδιοκτήτη διαμερίσματος του πέμπτου και έκτου ορόφου - μεζονέτα της επί της οδού ... πολυκατοικίας) κατά του μηνυτή Μ. Λ. ιδιοκτήτη του με αρ. Β-6 διαμερίσματος δευτέρου ορόφου της ιδίας ως άνω πολυκατοικίας, με την οποία (αίτηση) ο προαναφερθείς δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Α. προκειμένου να ενσωματώσει κοινόχρηστο πλατύσκαλο στην ιδιοκτησία του με την τοποθέτηση πόρτας στο σημείο, ζητούσε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την αναγνώριση και την προστασία της νομής του, προς επίρρωση της προαναφερόμενης αίτησης, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: 1) "Όταν αγόρασε η κα Γ. το διαμέρισμα (δηλαδή η μητέρα του Χ. Α. το 2002) υπήρχε πόρτα η κα Π. (Γ.) αναγκάστηκε και έβγαλε την πόρτα. Και μετά ήθελε να προβεί σε γενική συνέλευση ώστε να ξαναμπεί η πόρτα", ενώ η αλήθεια την οποία και γνώριζε είναι ότι από το χρόνο κτήσης του διαμερίσματος μέσω πλειστηριασμού δεν είχε αποκλειστεί ποτέ ο χώρος του πλατύσκαλου του πέμπτου ορόφου και δεν είχε τοποθετηθεί η αναφερόμενη πόρτα, 2) Ότι υφίσταται δήθεν δικαίωμα αποκλεισμού του πλατύσκαλου του πέμπτου ορόφου καθώς τούτο δήθεν ορίζεται στον κανονισμό της πολυκατοικίας και δη "...έτσι ορίζει μέσα ο κανονισμός. Μπορείτε να το δείτε στον κανονισμό", σε ερώτηση δε της έδρας αν οι ένοικοι θα πρέπει "να περνούν μέσα από το διαμέρισμα το ξένο για να απλώνουν τα ρούχα τους" κατέθεσε "Ναι. Έτσι ορίζει ο κανονισμός", ενώ η αλήθεια την οποία και γνώριζε είναι ότι σε κανένα σημείο του κανονισμού δεν γίνεται αναφορά σε πρόσβαση στον κοινόχρηστο χώρο του δώματος (ταράτσα) με διέλευση μέσω διαμερίσματος, αλλά αντίθετα διευκρινίζεται μόνο η σειρά και ο θρόνος απλώματος των ρούχων από τους ενοίκους, αναγκαία για την εποχή της κατάρτισης του κανονισμού (1969), 3) Ότι δήθεν την ύπαρξη πόρτας στο πλατύσκαλο του πέμπτου ορόφου αναφέρει το συμβόλαιο αγοράς της μητέρας του δευτέρου μηνυομένου καταθέτοντας ψευδώς "Κανονικά, η πόρτα, σύμφωνα και με το συμβόλαιο, όταν αγόρασε, υπάρχει εδώ πέρα για να μπαίνει στο διαμέρισμα της". Ότι δήθεν υπήρχε πόρτα όταν αγοράστηκε το διαμέρισμα κάτι που δήθεν αναφέρεται και στον τίτλο κτήσης της μητέρας του δευτέρου μηνυομένου "Γιατί δε την αφήνουν να ξαναβάλει την πόρτα στη θέση της, όπου υπήρχε όταν αγοράστηκε το διαμέρισμα..." αλλά "κάποια στιγμή αφαιρέθηκε η πόρτα, ενώ νοίκιαζε κάποιος άλλος το διαμέρισμα" ενώ η αλήθεια την οποία και γνώριζε είναι ότι σε κανένα τίτλο κτήσης του δευτέρου μηνυομένου ή και των προκτητόρων του δεν γίνεται αναφορά στην ύπαρξη πόρτας στη θέση που αναφέρει ο ίδιος και επίσης ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα στη γενική συνέλευση και γενικότερα στους ενοίκους της οικοδομής ούτε καν ανέφεραν ποτέ πρόθεση τους, του δεύτερου μηνυομένου ή της μητέρας του για τοποθέτηση πόρτας, ούτε ότι κάποια στιγμή εντελώς και αόριστα πάντως σε χρόνο μετά το 2002 κατά την μίσθωση του ακινήτου, αφαιρέθηκε η πόρτα πράγμα άτοπο αφού ποτέ υπήρχε, 4) Σε ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του μηνυτή εάν το έτος 2012 κατά τις εργασίες του (δηλαδή κατά την διενέργεια αυτοψίας όπως ανέφερε σε προηγούμενο σημείο της κατάθεσης του) διαπίστωσε την ύπαρξη πόρτας κατέθεσε "Βέβαια, ναι, η κ. Γ. (δηλαδή η μητέρα του δεύτερου μηνυομένου) έτσι αγόρασε το διαμέρισμα. Έτσι έκανα εγώ την αυτοψία, κλειστό" ότι δήθεν δηλαδή το κοινόχρηστο πλατύσκαλο είχε περικλειστεί με υλικά τοιχοποιίας και πόρτα, ενώ η αλήθεια την οποίο, και γνώριζε είναι ότι αποκλείεται να είδε πόρτα κατά την επίσκεψη του στο διαμέρισμα είτε το 2002 είτε το 2012 είτε σε οποιοδήποτε άλλη χρονική στιγμή γιατί η πόρτα δεν υπήρχε ποτέ εκτός από ένα μικρό διάστημα το 1994 ως αυθαίρετη κατασκευή μάλιστα η οποία καθαιρέθηκε κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης, γενικότερα δε ο χώρος του πλατύσκαλου κατά την διενέργεια οποιασδήποτε αυτοψίας ήταν σίγουρα ανοικτός και όχι κλειστός με πόρτα ή με οποιοδήποτε άλλο υλικό, 5) Σε ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του μηνυτή εάν είχε και φωτογραφικό υλικό της πόρτας από την αυτοψία που ισχυρίσθηκε ότι έκανε το έτος 2012, απάντησε θετικά και δη "Να δω το αρχείο μου. Σίγουρα έχει ανέβει στο ΤΕΕ", δήλωση που σημαίνει ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος) είχε λάβει φωτογραφίες του χώρου στις οποίες δήθεν απεικονίζετο πόρτα, τις οποίες είχε υποβάλει στο ηλεκτρονικό σύστημα του ΤΕΕ για την νομιμοποίηση του χώρου, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε είναι ότι φωτογραφικό αρχείο με βεβαιότητα δεν έχει όχι μόνο διότι δεν έχει "ανέβει στο ΤΕΕ" δηλαδή κατά οποιαδήποτε ηλεκτρονική δήλωση σε προσπάθεια υπαγωγής αυθαιρέτων στις διατάξεις του Ν. 4178/2013 αλλά και διότι ήταν πρακτικά αδύνατον να ληφθούν φωτογραφίες πόρτας από ανύπαρκτη πόρτα, 6) Ότι έχει προβεί σε τακτοποίηση αυθαιρέτων στο ΤΕΕ και δη "Προχώρησε (δηλαδή ο ιδιοκτήτης) στις όποιες νομιμοποιήσεις ώστε να εκδοθεί η βεβαίωση περί μη αυθαιρεσιών, αφού είχε πληρωθεί το πρόστιμο", ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε λόγω της ιδιότητας του ως μηχανικός που έχει επιληφθεί της νομιμοποίησης των ως άνω αυθαίρετων κατασκευών είναι ότι δεν έχει γίνει τακτοποίηση τους. Ο δε κατηγορούμενος τελούσε σε πλήρη και θετική γνώση του ψεύδους τους των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και τα κατέθεσε ένορκα." Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκθέτοντας με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης του άρθρου 224 παρ. 1ΠΚ (όπως τα στοιχεία αυτά παρατίθενται στις υπ' αρ. 2 και 3 νομικές σκέψεις της παρούσης), τις αποδείξεις που θεμελίωσαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από τη νόμιμη βάση της.
Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα: α) η εκ μέρους του αναιρεσείοντος ψευδής κατάθεση και το περιεχόμενο αυτής, β) ότι αυτή συνετελέσθη ενώπιον αρμοδίας αρχής, ήτοι με την εξέτασή του ως μάρτυρος αποδείξεως στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων κατά του εδώ υποστηρίζοντος την κατηγορία (Λ. Μ.), επί της οποίας εξεδόθη η 763/2018 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που απέρριψε την αίτηση, γ) τα ψευδή περιστατικά που κατέθεσε ο εδώ αναιρεσείων και τα οποία τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό φέρουν τους αύξοντες αριθμούς 1 έως 6, εκ των οποίων τα 1-5 αφορούν το δήθεν δικαίωμα νομής του τότε αιτούντος Α. Χ. επί κοινόχρηστου πλατύσκαλο στον Ε' όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ... αρ. 6 στην Αθήνα, ενώ το υπ' αρ. 6 το ζήτημα της τακτοποιήσεως των αυθαιρέτων κατασκευών κατά το προ της επίμαχης καταθέσεως χρονικό διάστημα, δ) τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυψε η αναλήθεια των κατατεθέντων από τον αναιρεσείοντα, όπως αυτά εκτίθενται στο ανωτέρω αναλυτικό σκεπτικό της προσβαλλομένης (σ. 18-25),ε) ο άμεσος δόλος του νυν αναιρεσείοντος, που συνίσταται στο ότι εκείνος υπό την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, που του είχε ανατεθεί η τακτοποίηση των πολεοδομικών αυθαιρεσιών της ιδιοκτησίας του εντολέα του Α. Χ., είχε πραγματοποιήσει αυτοψία στο επίμαχο διαμέρισμα το 2012 και μελετήσει τους τίτλους κτήσεως και επομένως γνώριζε όχι μόνο ότι το επίμαχο πλατύσκαλο είναι με βάση τους τίτλους κτήσεως κοινόχρηστο, αλλά και ότι το έτος 2012, που πραγματοποίησε αυτοψία (αλλά και όλο το διάστημα από 2002 έως το 2018) δεν είχε τοποθετηθεί η επίμαχη θύρα, που αποτέλεσε το αντικείμενο της προαναφερθείσης αστικής δίκης, κατά την οποία απερρίφθη ως ουσία αβάσιμη η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του εντολέα του αναιρεσείοντος (Α. Χ.) κατά του εδώ υποστηρίζοντος την κατηγορία (Λ. Μ.). Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει στην προσβαλλομένη απόφαση είτε εντός του (πλήρους και αναλυτικού) σκεπτικού της είτε μεταξύ αυτού και του διατακτικό της, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τους προαναφερόμενους λόγους.
Συγκεκριμένα: Η παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι το διαμέρισμα του Α. Χ. αποτελείται από το κυρίως διαμέρισμα στον Ε' όροφο της πολυκατοικίας μαζί με το δώμα που βρίσκεται στον ΣΤ' όροφο, δεν αντιφάσκει με την περαιτέρω παραδοχή του ότι ο Ε' όροφος αποτελείτο με τη σειρά του από δυο επιμέρους τμήματα, που χωρίζονται από το επίμαχο πλατύσκαλο, το οποίο ήταν κοινόχρηστο και όχι τμήμα της ιδιοκτησίας του Α. Χ. (κάτι που, αν ίσχυε, ουσιαστικά θα απέκοπτε πλήρως την πρόσβαση των ενοίκων στην κοινόχρηστη ταράτσα). Επομένως τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον σχετικό 2ο λόγο αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμα. Ομοίως αβάσιμες τυγχάνουν και οι αντίστοιχες με τον 3ο αναιρετικό λόγο προβαλλόμενες αιτιάσεις, αφού ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ της παραδοχής του σκεπτικού της προσβαλλομένης (που επαναλαμβάνεται και στο διατακτικό) ότι κατά το χρόνο της ψευδούς κατάθεσης του αναιρεσείοντος στις 30-4-2018 δεν είχε συντελεσθεί η πολεοδομική τακτοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών της ιδιοκτησίας του εντολέα του αναιρεσείοντος με την περαιτέρω παραδοχή ότι ο τελευταίος με πρωτοβουλία της δικαιοπαρόχου του (Π. Γ.) προέβη στη διαδικασία υπαγωγής στον Ν. 4178/2013. Και τούτο γιατί, όπως σαφώς δέχεται η προσβαλλομενη (σελ. 24) η διαδικασία ολοκλήρωσης της υπαγωγής της επίμαχης οριζόντιας ιδιοκτησίας στις ανωτέρω ευνοϊκές διατάξεις ολοκληρώθηκε στις 24-5-2018, ενώ η επίμαχη κατάθεση του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα 30-4-2018, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο. Επομένως όλες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εκτίθενται στους παραπάνω εξεταζομένους λόγους είναι αβάσιμες, ενώ υπό την επίφαση της παραβιάσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 183/2025, ΑΠ 29/2021).
Επίσης με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ 1 Δ' ΚΠοινΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προέβη σε απλή επανάληψη του σκεπτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε αυτοτελή αξιολόγηση των ενώπιον του αποδείξεων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, εφόσον στη δευτεροβάθμια απόφαση διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία εκείνα που απαιτεί η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (όπως αυτά στη με αρ. 4 νομική σκέψη αναλύθηκαν), ακόμη και αν αυτή αποτελεί αντιγραφή του σκεπτικού και της πρωτόδικης απόφασης, ουδόλως αυτό σημαίνει ότι δεν έγινε νέα αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών ή ότι δεν υπάρχει αιτιολογημένη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 150/2024).
Άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν προεβλήθη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου νέος αυτοτελής ισχυρισμός (αλλά ούτε οιοσδήποτε νέος ισχυρισμός), επί του οποίου το δικαστήριο να παρέλειψε να απαντήσει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ότι αυτό παρέλειψε να συνεκτιμήσει κάποιο από τα έγγραφα που το πρώτον προσκόμισε στον δεύτερο βαθμό και ρητά μνημονεύονται στα πρακτικά της προσβαλλομένης (σελ. 10).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω (και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς εξέταση) πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρον 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2025 (αρ. πρωτ. 2886/15-4-2025) αίτηση αναιρέσεως του A. ή Θ. Π. του Γ., για αναίρεση της υπ' αρ. (5757/2024) 5942/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της παρούσης δίκης, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ