ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1409/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1409/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1409/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1409 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1409/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη - Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευστράτιο Παπαθανασόπουλο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ι. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Σαργκάνη και 2) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δροβατζή, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 232/2025 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε:

Α) να γίνουν δεκτές εν μέρει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης αναφορικά με την εκ πλαγίου παραβίαση,

Β) να γίνουν εν μέρει δεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι του 1ου αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα του 1γ και 1ε, απορριπτομένων των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση και

Γ) να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες με αρ. 10/1-7-2025 και 11/8-7-2025 αιτήσεις των α)Ι. Ε. του Ι. και β)Α. Κ. του Α., αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 232/2025 καταδικαστικής σε βάρος τους απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, έχουν ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρου του πρώτου και του ιδίου του δεύτερου αναιρεσείοντα στην γραμματεία του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 474, 504 του ΚΠΔ), περιέχουν δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και ΣΤ' του ΚΠΔ. Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει αφού συνεκδικασθούν, να εξεταστούν περαιτέρω κατ'ουσίαν. Με τις ανωτέρω αιτήσεις πρέπει να συνεκδικαστούν και οι ασκηθέντες νομοτύπως και εμπροθέσμως από τον αναιρεσείοντα Ι. Ε. πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που κατατέθηκαν στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 21-10-2025. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1, 2 του ν. 1650/1986 (όπως ισχύει μετά το ν. 4042/2012 και ν. 5232/2025) "για την προστασία του περιβάλλοντος", "παρ. 1. Όποιος ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3010/2003 και το ν. 4014/2011, ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του, άδεια ή έγκριση, ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών ή και χρηματική ποινή 1.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. παρ. 2. Όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 3.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή......Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1650/1986, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των προληπτικών μέτρων, που είναι αναγκαία γι' αυτόν τον σκοπό και η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος, και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ιδίου ως άνω νόμου 1650/1986, ως "περιβάλλον" νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ως "ρύπανση" νοείται η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Ως "υποβάθμιση" νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες... "Απόβλητα" είναι κάθε ποσότητα ρύπων(ουσιών θορύβων, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας) σε οποιαδήποτε φυσική κατάσταση ή αντικειμένων από τα οποία ο κάτοχος τους θέλει ή πρέπει ή υποχρεούται να απαλλαγεί, εφόσον είναι δυνατό να προκαλέσουν ρύπανση. "Ουσίες" είναι χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως παρουσιάζονται στη φυσική τους κατάσταση ή όπως παράγονται δευτερογενώς. Και "επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα " είναι οι ουσίες ή τα παρασκευάσματα που είναι τοξικές, διαβρωτικές, ερεθιστικές, εκρηκτικές, εύφλεκτες, καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, ραδιενεργές ή άλλες ουσίες που έχουν την ιδιότητα να επιταχύνουν την καύση, να αλλοιώσουν την φυσική κατάσταση του νερού, του εδάφους ή του αέρα και να προσβάλλουν δυσμενώς τον άνθρωπο και όλα τα άλλα έμβια όντα καθώς και το φυσικό περιβάλλον. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 2 και 28 του ν. 1650/1986 προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μεικτού εγκλήματος της ρυπάνσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη "ρυπάνσεως" ή "υποβαθμίσεως" του περιβάλλοντος, κατά την έννοια που προσδίδουν στους όρους αυτούς οι διατάξεις του άρθρου 2. Επιπλέον, η περί ρυπάνσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος γνωμάτευση διατυπούται από ειδικούς οι οποίοι ορίζονται και γνωματεύουν με βάση τις ειδικές κείμενες διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 28 ν. 1650/1986 και δεν αφίεται στην αντίληψη του "μέσου κοινωνικού ανθρώπου"(ΑΠ 476/2022, ΑΠ 296/2020, ΑΠ 1406/2019, ΑΠ 1402/2018).

Περαιτέρω κατά την παρ.5.1 του ιδίου ανωτέρω άρθρου 28 του ν. 1650/1986, Τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν ιθύνουσα θέση σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο και ιδίως οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανώνυμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού και του εποπτικού συμβουλίου συνεταιρισμών, έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εποπτεύουν και να ελέγχουν την τήρηση, από φυσικά πρόσωπα που τελούν υπό τις εντολές τους, των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ' εξουσιοδότηση του εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων, που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος, στη δε παράγραφο 5.2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι, το φυσικό πρόσωπο, το οποίο κατέχει ιθύνουσα θέση, τιμωρείται ως αυτουργός για κάθε πράξη ή παράλειψη, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού και τελέστηκε κατά ή εξ αφορμής της δραστηριότητας ή επιχείρησης του νομικού προσώπου, εφόσον αυτή δεν αποτράπηκε λόγω της παράλειψης του, από πρόθεση ή από αμέλεια, να ασκήσει την προβλεπόμενη στην περίπτωση 5.1 εποπτεία ή έλεγχο, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ή αστική ή διοικητική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου ή του ίδιου νομικού προσώπου. ...".Τέλος για την εφαρμογή του άρθρου 28 ν. 1650/1986, ο όρος ιθύνουσα θέση, έχει την έννοια που ορίζεται με το άρθρο 6 παρ.2 ν. 4042/2012, δηλαδή ως τέτοια νοείται η θέση που κατέχει φυσικό πρόσωπο σε οποιονδήποτε νομικό πρόσωπο, όταν έχει εξουσία, ενεργώντας ατομικά ή μέλος οργάνου, είτε να το εκπροσωπεί είτε να λαμβάνει αποφάσεις για λογαριασμό του είτε να ασκεί έλεγχο εντός αυτού(ΑΠ 476/2022, ΑΠ 1048/2022, ΑΠ 604/2022)

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Αναφορικά δε με τα προαναφερθέντα εγκλήματα, η πληρότητα της αιτιολογίας προϋποθέτει ότι πρέπει να γίνεται μνεία των διατάξεων του Ν. 1650/1986 ή των κανονιστικών υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του, προς τις οποίες αντιβαίνει η άσκηση επιχείρησης ή η προκαλέσασα ρύπανση πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου. Η παραδοχή της "ρύπανσης" και της "υποβάθμισης" του περιβάλλοντος πρέπει να αιτιολογείται στο πλαίσιο των αντίστοιχων ορισμών του άρθρου 2 παρ. 1 και 4 ν. 1650/1986, δηλαδή για την επάρκεια της αιτιολογίας, να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά και βάσει αυτών να αναπτύσσονται σκέψεις που τεκμηριώνουν αντίστοιχα, είτε την πιθανότητα να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του (ρύπανση), είτε την πιθανότητα αρνητικών επιπτώσεων στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και τις αισθητικές αξίες (υποβάθμιση). Παραλείψεις δε, εμφανιζόμενες ως "τυπικές" παραβάσεις, μπορεί να μην στοιχειοθετούν ρύπανση ή υποβάθμιση κατά την έννοια του Ν. 1650/1986, μπορεί, όμως, να συμβαίνει και το αντίθετο, όταν συνδέονται, δηλαδή τελούν σε αιτιακή σχέση, με τη δημιουργία απαγορευμένων ρύπων. Τέλος, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως είναι η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επέλευσης, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση των αδικημάτων του άρθρου 28 παρ. 1 και 2 του ν. 1650/1986, όπου τιμωρούνται και από αμέλεια τελούμενα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, απαιτείται, εκτός των άλλων, να αναφέρεται σ' αυτήν το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν δηλαδή, αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια(ΑΠ 476/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 338/2021, ΑΠ 296/2020, ΑΠ 1406/2019).

Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, ως η παρ. 3 τροπ. με το άρθρο 104 Ν. 4855/2021, "1. Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. [...] 3. Αν σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια πράξη ασκήθηκαν περισσότερες διώξεις, κηρύσσονται απαράδεκτες λόγω εκκρεμοδικίας εκείνες οι οποίες ασκήθηκαν μεταγενέστερα". Από την διάταξη της παρ. 1 συνάγεται ότι, αν, παρά την ως άνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, για την ύπαρξη δε δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη (τυπικό δεδικασμένο), β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης, ως προς το πραγματικό σκέλος της στο σύνολό του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσης της) και ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό με τον οποίον κρίθηκε κατ' ουσίαν (έστω και αν αυτός επιτρεπτός μεταβλήθηκε, διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, πρόκειται για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα) που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη) όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτήν, αμέσως με την τέλεση της ή σε μεταγενέστερο χρόνο. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Ταυτότητα, δηλαδή της πράξης, υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται, όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο που επίσης απετέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, το οποίο έχει κριθεί. Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης και -ως εκ τούτου- ούτε δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξης έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου. Για την ταυτότητα πράξης απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέστηκε.

Εξάλλου, ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ύπαρξης δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ, και αν δεν έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του ΚΠΔ, εξεταζόμενος κατ' άρθρο 511 εδ.γ' ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1140/2023, ΑΠ 445/2021). Ο Άρειος Πάγος, για τον έλεγχο της παραβίασης του δεδικασμένου, εξετάζει και αντιπαραβάλλει τις δύο αποφάσεις, από τις οποίες απορρέει αυτό, η δε ταυτότητα της πράξης προκύπτει μόνο από το διατακτικό και όχι από τις αιτιολογίες των αποφάσεων τούτων (ΑΠ 1140/2023, ΑΠ 1649/2018, ΑΠ 320/2014) που μπορούν να χρησιμεύσουν μόνο για τη διασάφηση του πρώτου (ΑΠ 1140/2023). Η επίκληση ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ο επικαλούμενος αφενός οφείλει να προβάλλει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, και δη ότι η προηγούμενη δικαιοδοτική κρίση που αφορά την επακριβώς προσδιοριζόμενη ίδια πράξη του αυτού προσώπου που κατέστη αμετάκλητη και πως έλαβε χώρα το γεγονός αυτό, αφετέρου, να αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπρόσθετα βεβαίωσης του αρμόδιου γραμματέα περί του αμετακλήτου αυτής (ΑΠ 1140/2023, ΑΠ 129/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων Ι. Ε. υπέβαλε δια του συνηγόρου του αυτοτελή ισχυρισμό περί δεδικασμένου που απορρέει από την με αριθμό 39/13-2-2025 απαλλακτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας για την πράξη της κακουργηματικής ευρείας και σοβαρής ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος κατ'εξακολούθηση που έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 13-1-2018. Το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό με την ακόλουθη αιτιολογία: "... Εν προκειμένου ο πρώτος(αναιρεσείων) και δεύτερος κατηγορούμενος προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως και 13-1-2018 για το οποίο δικάζονται σήμερα, έχει ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος και η υπόθεση έχει εκδικαστεί και εκδόθηκε η υπ'αρ. 39/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, δυνάμει της οποίας έχουν αθωωθεί. Με αυτό το ιστορικό ζητούν η παρούσα ποινική δίωξη να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου απορρέοντος εκ της ως άνω απόφασης. Από το απόσπασμα της υπ'αρ. 39/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, που προσκομίζει σε επικυρωμένο αντίγραφο αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος ως άνω κατηγορούμενος κατά το ίδιο χρονικό διάστημα στον ίδιο τόπο και με τον ίδιο τρόπο κατηγορείται ότι προκάλεσε ευρεία και σοβαρή ρύπανση και υποβάθμιση περιβάλλοντος από 1-1-2018 έως 4-2-2020, για την οποία κατηγορία αθωώθηκε από το ως άνω δικαστήριο. Επομένως, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και αποδεικνύεται η ταυτότητα προσώπου και πράξης και το αμετάκλητο της απόφασης πρέπει να γίνει δεκτή η προβληθείσα ένσταση και να κηρυχθεί η ποινική δίωξη απαράδεκτη όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο. Οσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο η πράξη που προσδιορίζεται με την ως άνω απόφαση στις 4-2-02020, οπότε δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και πρέπει να απορριφθεί η ένσταση που προβλήθηκε".

Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: ο ανωτέρω αναιρεσείων προσκόμισε για την απόδειξη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του, που επαναφέρει με σχετικό αναιρετικό λόγο, απόσπασμα της με αριθμό 39/13-2-2025 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, σύμφωνα με το οποίο ο ανωτέρω αναιρεσείων κηρύσσεται αθώος για την πράξη της ευρείας και σοβαρής ρύπανσης και υποβάθμισης περιβάλλοντος, κατ'εξακολούθηση, πράξη που έλαβε χώρα από τις 1-1-2018 έως τις 4-2-2020. Δεν προσκομίστηκε ούτε προσκομίζεται όμως πλήρες αντίγραφο της ως άνω αθωωτικής απόφασης, από όπου κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος απορρέει το προβαλλόμενο δεδικασμένο, ώστε να κριθεί η ταυτότητα της πράξης κατά χρόνο τόπο και λοιπές περιστάσεις και του προσώπου καθώς επίσης και σχετική βεβαίωση περί του αμετακλήτου αυτής και ως εκ τούτου οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι(μοναδικός λόγος της αναίρεσης του Ι. Ε., δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου των προσθέτων λόγων αναίρεσης και πρώτο σκέλος του δεύτερο λόγου των προσθέτων λόγων αναίρεσης του ιδίου), είναι αβάσιμοι αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 ΣΤ' του ΚΠΔ, ούτε ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο, απορρίπτοντας την σχετική ένσταση του με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αρ.232/2025 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: "......Οι κατηγορούμενοι Ι. Ε. και Α. Κ. κατά το χρονικό διάστημα από αρχές έως και τουλάχιστον την 13η του μηνός Ιανουάριου 2018, στον Τιταρήσιο ποταμό και στον Ελασσονίτη ποταμό του Νομού Λάρισας, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του αδικήματος του άρθρου 28 του Ν. 1650/1986, με πράξεις και παραλείψεις, που αντιβαίνουν στις διατάξεις του νόμου για την προστασία του περιβάλλοντος και των υπουργικών και νομαρχιακών αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση του ανωτέρω νόμου, προκάλεσαν υποβάθμιση του περιβάλλοντος, δηλαδή με ανθρώπινες δραστηριότητες προκάλεσαν ρύπανση ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα της ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και τις αισθητικές αξίες. Ειδικότερα μετά από αυτοψίες που διενεργήθηκαν από το Κλιμάκιο Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας στο ευρύτερο υδατικό οικοσύστημα του Τιταρισίου ποταμού και του Ελασσονίτη ποταμού και δη ενδιαμέσως της γέφυρας του Κουτσοχερίου έως και τον οικισμό του Ευαγγελισμού, κατά παράβαση των ΚΥΑ με αριθμούς 13588/725/2006 (ΦΕΚ 383/Β), 24944/71159/2006 (ΦΕΚ 791/Β) και 8668/2007 (ΦΕΚ 287/Β): Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος (Ι. Ε.), με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Ανώνυμη Εταιρία Τυροκομικών" (βλ την με αρ. πρωτ. ....2017 ανακοίνωση καταχώρησης στο ΓΕ.ΜΗ ΑΕ) προέβη στη διάθεση υγρών αποβλήτων της τυροκομικής μονάδας που εκμεταλλεύεται στον αποδέκτη ποταμό Ελασσονίτη, των οποίων η ιδιοσυστασία υπερέβαινε τις τιμές των ρύπων που καθορίσθηκαν με την απόφαση με αριθμό ....1999 του Νομάρχη Λάρισας και δη διαπιστώθηκε ότι οι τιμές των δεικτών υποβάθμισης περιβάλλοντος στην έξοδο του αγωγού διάθεσης ΒΟD ανέρχονταν στα 120 mg/l έναντι της ανώτατης τιμής των 60 mg/l και COD στα 600 mg/Ι έναντι της ανώτατης τιμής των 120 mg/l., ενώ το μικροβιακό φορτίο στην έξοδο του αγωγού διαπιστώθηκε ότι οι τιμές του ανερχόταν ως προς τα ολικά κολοβακτηρίδια στα 340.000.000 cfu/ml, ως προς τα e-coli στα 200.000 cfu/ml και ως προς τα μικρόβια εντερόκοκκου στα 19.000 cfu/ml, ενώ οι αντίστοιχες τιμές θα έδει να είναι μηδενικές. Β) Ο τρίτος κατηγορούμενος (Α. Κ.), με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης μονάδας σφαγείου - τυποποίησης κρέατος και αδρανοποίησης υποπροϊόντων με την επωνυμία "ΒΑΚΡΕΛ" (βλ την υπ' αρ. πρωτ. ....2017 ανακοίνωση καταχώρησης στο ΓΕ.ΜΗ ΑΕ), προέβη στη διάθεση υγρών και στερεών αποβλήτων εντός ρέματος πλησίον του υδατικού συστήματος του Τιταρησίου ποταμού, των οποίων οι τιμές ανέρχονταν ως προς το COD 400 mg/l, ΒΟD 97 mg/l, αγωγιμότητα 1200 mg/l, αμμωνία 140 mg/Ι, νιτρικά 67 mg/Ι, ολικό φώσφορο 7,7 mg/Ι, ολικά στερεά 150 mg/l, ενώ διαπιστώθηκαν υπερβάσεις του μικροβιακού φορτίου και δη ως προς τα ολικά κολοβακτηρίδια 230.000.000 cfu/100 ml, e-coli 240.000 cfu/100 ml, εντερόκοκκοι 300.000 cfu/100 ml, ενώ οι αντίστοιχες τιμές θα έδει να είναι μηδενικές. Με τις ανωτέρω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι υποβάθμισαν το υδατικό και ευρύτερο υδατικό περιβάλλον του Τιταρησίου ποταμού, αφού η κατά τα προπεριγραφέντα επιβάρυνση του οικοσυστήματος με τις ρυπογόνες και υψηλού μικροβιακού φορτίου ουσίες μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στον υδροφόρο ορίζοντα και κατ' επέκταση στην υγεία των κατοίκων των γύρω περιοχών. Οι κατηγορούμενοι δεν αμφισβητούν αυτές τις μετρήσεις του ελέγχου. Όμως, αποδίδουν τις προαναφερόμενες υπερβάσεις των ορίων σε βλάβη της αντλίας (ο πρώτος) και σε πτώση της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος (ο τρίτος). Οι αιτιάσεις αυτές που προβάλλονται δεν δικαιολογούν τις πράξεις των κατηγορουμένων, αφού οι κατηγορούμενοι ευχερώς θα μπορούσαν να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για να θωρακίσουν τις επιχειρήσεις τους από τέτοια περιστατικά, αφού τα τελευταία θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με τακτικό έλεγχο από το αρμόδιο εργατικό προσωπικό των εταιριών τους και την εγκατάσταση του ανάλογου εξοπλισμού, γεγονός που συνειδητά δεν έπραξαν.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί περιορισμένης υποβάθμισης του περιβάλλοντος, καθώς, το γεγονός ότι ελήφθησαν δείγματα σημειακά (περιορισμένης τοπικής εμβέλειας) όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε η πρώτη μάρτυρας (Α. Κ.) και ότι στο από 17.01.2018 έγγραφο του εργαστηρίου Envirolab ΙΚΕ σχετικά με την εταιρία "ΒΑΚΡΕΛ" υπάρχει το σχόλιο ότι στο κύριο ρεύμα του ποταμού λόγω αραίωσης και φυσικής εξυγίανσης η έκταση της ρύπανσης είναι περιορισμένη, δεν καθιστά συνολικά την υποβάθμιση του περιβάλλοντος περιορισμένη, καθόσον στα στάσιμα σημεία και στον παραπόταμο του Ελασσονίτη οι συγκεντρώσεις των ρύπων ήταν υψηλές και ικανές να επιφέρουν σημαντική υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Επίσης, το γεγονός ότι το κλιμάκιο ενήργησε σημειακούς (τοπικούς) ελέγχους για λόγους οικονομίας και μόνο δύο φορές και όχι με μεγαλύτερη συχνότητα, δεν καθιστά την υποβάθμιση του περιβάλλοντος περιορισμένη, η οποία υπήρχε αρκετό καιρό πριν την διεξαγωγή ελέγχου έχοντας πάρει μάλιστα μεγάλες διαστάσεις στον τοπικό τύπο με σχετικές δημοσιεύσεις, με αφορμή τις οποίες επιλήφθηκε η αστυνομία, όπως κατέθεσε και ο δεύτερος μάρτυρας (Ε. Γ.). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί περιορισμένης έκτασης ρύπανσης και να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι".

Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχους τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη της υποβάθμισης περιβάλλοντος κατ'εξακολούθηση και αφού αναγνώρισε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α'και ε'του ΠΚ, επέβαλε στον καθένα χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό :

"...ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους Ι. Ε. και Α. Κ. ένοχους κατά πλειοψηφία του ότι κατά το χρονικό διάστημα από αρχές έως και τουλάχιστον την 13η του μηνός Ιανουάριου 2018, στον Τιταρήσιο ποταμό και στον Ελασσονίτη ποταμό του Νομού Λάρισας, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του αδικήματος του άρθρου 28 του Ν. 1650/1986, με πράξεις και παραλείψεις, που αντιβαίνουν στις διατάξεις του νόμου για την προστασία του περιβάλλοντος και των υπουργικών και νομαρχιακών αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση του ανωτέρω νόμου, προκάλεσαν υποβάθμιση του περιβάλλοντος, δηλαδή με ανθρώπινες δραστηριότητες προκάλεσαν ρύπανση ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα της ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και τις αισθητικές αξίες. Ειδικότερα μετά από αυτοψίες που διενεργήθηκαν από το Κλιμάκιο Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας στο ευρύτερο υδατικό οικοσύστημα του Τιταρισίου ποταμού και του Ελασσονίτη ποταμού και δη ενδιαμέσως της γέφυρας του Κουτσοχερίου έως και τον οικισμό του Ευαγγελισμού, κατά παράβαση των ΚΥΑ με αριθμούς 13588/725/2006(ΦΕΚ 383/Β), 24944/71159/2006(ΦΕΚ 791/Β) και 8668/2007 (ΦΕΚ 287/Β): Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος (Ι. Ε.), με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Ανώνυμη Εταιρία Τυροκομικών" προέβη στη διάθεση υγρών αποβλήτων της τυροκομικής μονάδας που εκμεταλλεύεται στον αποδέκτη ποταμό Ελασσονίτη, των οποίων η ιδιοσυστασία υπερέβαινε τις τιμές των ρύπων που καθορίσθηκαν με την απόφαση με αριθμό 2093/1999 του Νομάρχη Λάρισας και δη διαπιστώθηκε ότι οι τιμές των δεικτών υποβάθμισης περιβάλλοντος στην έξοδο του αγωγού διάθεσης ΒΟD ανέρχονταν στα 120 mg/Ι έναντι της ανώτατης τιμής των 60 mg/l και COD στα 600 mg/l έναντι της ανώτατης τιμής των 120 mg/l, ενώ το μικροβιακό φορτίο στην έξοδο του αγωγού διαπιστώθηκε ότι οι τιμές του ανερχόταν ως προς τα ολικά κολοβακτηρίδια στα 340.000.000 cfu/mΙ, ως προς τα e-coli στα 200.000 cfu/ml και ως προς τα μικρόβια εντερόκοκκου στα 19.000 cfu/ml, ενώ οι αντίστοιχες τιμές θα έδει να είναι μηδενικές. Β) Ο τρίτος κατηγορούμενος (Α. Κ.), με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης μονάδας σφαγείου - τυποποίησης κρέατος και αδρανοποίησης υποπροϊόντων με την επωνυμία "ΒΑΚΡΕΛ", προέβη στη διάθεση υγρών και στερεών αποβλήτων εντός ρέματος πλησίον του υδατικού συστήματος του Τιταρησίου ποταμού, των οποίων οι τιμές ανέρχονταν ως προς το COD 400mg/l, ΒΟD 97 mg/l, αγωγιμότητα 1200 mg/l, αμμωνία 140 mg/l, νιτρικά 67mg/l, ολικό φώσφορο 7,7 mg/l, ολικά στερεά 150 mg/l, ενώ διαπιστώθηκαν υπερβάσεις του μικροβιακού φορτίου και δη ως προς τα ολικά κολοβακτηρίδια 230.000.000 cfu/100 ml, e-coli 240.000 cfu/100 ml, εντερόκοκκοι 300.000cfu/100 ml, ενώ οι αντίστοιχες τιμές θα έδει να είναι μηδενικές. Με τις ανωτέρω πράξεις τους οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι υποβάθμισαν και ρύπαναν το υδατικό και ευρύτερο υδατικό περιβάλλον του Τιταρησίου ποταμού, αφού η κατά τα προπεριγραφέντα επιβάρυνση του οικοσυστήματος με τις ρυπογόνες και υψηλού μικροβιακού φορτίου ουσίες έχει σοβαρές επιπτώσεις στον υδροφόρο ορίζοντα και κατ' επέκταση στην υγεία των κατοίκων των γύρω περιοχών". Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, η εν λόγω απόφαση δεν περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε. Τούτο δε, διότι, δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά ,τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου για την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω εγκλημάτων και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε με ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα : α) Ενόψει του ότι τα προαναφερθέντα αδικήματα τιμωρούνται, και από αμέλεια, δεν αναφέρονται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιστατικά που να στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου ότι τα εγκλήματα αυτά τέλεσαν οι κατηγορούμενοι- αναιρεσείοντες από πρόθεση και όχι από αμέλεια. β)σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης αμφότεροι οι αναιρεσείοντες κηρύχτηκαν ένοχοι της ως άνω υποβάθμισης του περιβάλλοντος, ως νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιριών που αναφέρονται αντίστοιχα για τον καθένα στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ως πληρούντες δηλαδή τους όρους που θέτουν οι παρ.5.1 και 5 2 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986 περί ποινικής ευθύνης φυσικών προσώπων κατεχόντων ιθύνουσα θέση σε νομικό πρόσωπο, που τελεί πράξη ή και παράλειψη, προβλεπόμενη στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού, κατά ή εξ αφορμής της δραστηριότητας ή επιχείρησής του, ως εκ τούτου θα έπρεπε να προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση σε τι συνίσταται η υπαίτια συμπεριφορά πράξη ή παράλειψη των ως άνω κατηγορουμένων υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους, δηλαδή ποία μέτρα εποπτείας και ελέγχου παρέλειψαν αυτοί να λάβουν στην ένδικη περίπτωση, η λήψη των οποίων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποτροπή της προκληθείσης υποβάθμισης.

Στην προκειμένη όμως περίπτωση, παρότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρονται περιστατικά παράλειψης άσκησης της απαιτούμενης εποπτείας και ελέγχου εκ μέρους των αναιρεσειόντων στο εργατικό προσωπικό τους που αυτοί απασχολούσαν, με τις ουσιαστικές παραδοχές ότι " ......οι κατηγορούμενοι δεν αμφισβητούν αυτές τις μετρήσεις του ελέγχου. Όμως αποδίδουν τις προαναφερόμενες υπερβάσεις των ορίων σε βλάβη της αντλίας (ο πρώτος) και σε πτώση της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος ο (τρίτος). Οι αιτιάσεις αυτές που προβάλλονται δεν δικαιολογούν τις πράξεις των κατηγορουμένων, αφού οι κατηγορούμενοι ευχερώς θα μπορούσαν να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για να θωρακίσουν τις επιχειρήσεις τους από τέτοια περιστατικά, αφού τα τελευταία θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με τακτικό έλεγχο από το αρμόδιο εργατικό προσωπικό των εταιριών τους και την εγκατάσταση του ανάλογου εξοπλισμού, γεγονός που συνηδειτά δεν έπραξαν....", διαπιστώνεται δηλαδή παράλειψη άσκησης της απαιτούμενης εποπτείας στο εργατικό προσωπικό, κατ'εφαρμογή της παρ.5.1 του άρθρου 28 του ν. 1650/86, που θεμελιώνει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εποπτείας και ελέγχου για τα αναφερόμενα σ'αυτήν φυσικά πρόσωπα, που κατέχουν ιθύνουσα θέση σε οποιαδήποτε νομικό πρόσωπο, της τήρησης, από φυσικά πρόσωπα που τελούν υπό τις εντολές τους των διατάξεων του ν. 1650/1986 και των κατ'εξουσιοδότηση των εκδιδομένων κονονιστικών πράξεων, που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος διαμορφώνοντας σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του ΠΚ, μη γνήσιο έγκλημα παράλειψης, εν τούτοις τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης ασαφώς αποδίδεται στους αναιρεσείοντες πως με δικές τους πράξεις που ουδόλως μνημονεύονται σε αυτό, προέβησαν στην διάθεση των εν λόγω υγρών και στερεών αποβλήτων, με συνέπεια να μην προκύπτει με σαφήνεια το είδος ευθύνης αυτών, δηλαδή αν η επίδικη ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος προέκυψε από θετική πράξη των αναιρεσειόντων και ποία αυτή, ή με παράλειψη της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης αυτών για την εποπτεία και έλεγχο τήρησης των διατάξεων της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσης, αφού ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 28 παρ.2 και 5 του ν. 1650/1986 δεν είναι εφικτός. Συνακόλουθα, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος των προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ι. Ε. όπως και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Α. Κ., με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης , είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 232/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή