Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1418 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1418/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Παναγιώτα Πασσίση, Κωνσταντίνα Νάκου-Εισηγήτρια και Λεωνίδα Χατζησταύρου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 467/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με κατηγορούμενο τον Δ. Ν. του Χ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πλιάτσικα και με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Σ. Δ. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριστέα-Φανουρία Σωτηροπούλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 42/10-7-2023 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507" και κατά το τελευταίο αυτό άρθρο Ή προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ΑΠ 401/2023, ΑΠ 129/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 10-7-2023 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 42/2023) αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με σχετική προς τούτο δήλωσή της στη Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά της με αριθ. 467/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με την οποία ο κατηγορούμενος Δ. Ν. του Χ., κάτοικος ..., οδός ... κηρύχθηκε αθώος της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.
Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 3, 505 παρ. 2 εδ. α' και 507 ΚΠΔ), καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του προαναφερθέντος δικαστηρίου στις 8-6-2023 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 10-7-2023, ημέρα Δευτέρα. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της που αφορούν την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα εξής: α) ο δράστης να μην έχει καταβάλει την επιβαλλομένη, με αντικειμενικά κριτήρια, προσοχή (περίσκεψη-επιμέλεια), την οποία, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, συνήθως καταβάλλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του οικείου τομέα κοινωνικής δραστηριότητας με βάση τους νομικούς κανόνες τις συναλλακτικές συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική, β) ο δράστης να είχε τη δυνατότητα, με βάση τις ατομικές ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις και λοιπές προσωπικές περιστάσεις, που συνάπτονται ιδίως με το επάγγελμα ή την υπηρεσία που ασκεί, να προβλέψει και να αποφύγει το συγκεκριμένο αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή (να προβλέψει και να αποφύγει) την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος που τελέστηκε (και όχι οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος ή επιβλαβούς αποτελέσματος) και γ) η πράξη του δράστη, ενέργεια η παράλειψη, να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, κατά τις αρχές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων (condition sine qua non) που επικρατεί στον χώρο του ποινικού δίκαιου, ώστε να είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα προήλθε από την αμελή συμπεριφορά του δράστη και δεν θα επερχόταν, αν ο δράστης τηρούσε την ενδεδειγμένη συμπεριφορά.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της απόφασης με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης της αποφάσεως καθ' όσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ. Α.Π. 1/2018, 1/2005). Τέλος, η αθωωτική απόφαση ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (Ν. Δ/ρα 53/1974) και δεδομένου, ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αναδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, είτε όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της απόφασης και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσης του. (Ολ Α.Π. 3/2010). Παγίως, άλλωστε, η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να συνάγεται, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά και' επιλογή, υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά η όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων.
Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση και με δεδομένο ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη δεν αποτελεί η αθωότητα, αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, όταν. α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης.
Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία (από την κατηγορούσα αρχή και από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο υπεράσπισής του), διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα αυτού (Ολ.ΑΠ 2/2017, ΑΠ 1343/2020, ΑΠ 1079/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευμένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Στις 22.06.2019 περί ώρα 15.15μμ, ο Μ. Μ. του Ι., κάτοικος ... και σύζυγος της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας οδηγώντας ένα ποδήλατο μεσαίου μεγέθους, έβαινε επί της Περιφερειακής Οδού Βόλου, με κατεύθυνση προς Λάρισα, προκειμένου να μεταβεί στο Κοιμητήριο Βόλου. Σύμφωνα με την κατάθεση των αυτοπτών μαρτύρων, Γ. Κ. και Β. Π., το ποδήλατο έβαινε στο έρεισμα του άγοντος προς Λάρισα ρεύματος πορείας, πλησίον της ακριανής γραμμής, στο δε τιμόνι του υπήρχαν στερεωμένες σακούλες, εντός των οποίων υπήρχαν μπουκάλια με παραφινέλαιο, με συνέπεια ο Μ. Μ. να αντιμετωπίζει δυσκολία στο να κρατήσει σταθερή την πορεία του δικύκλου του και άλλοτε μεν να εισέρχεται εντός του δεξιού ρεύματος και άλλοτε να εξέρχεται και να οδηγεί στο έρεισμα. Την ίδια χρονική στιγμή, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, έβαινε επί της αυτής ως άνω οδού ομορρόπως με το ποδήλατο του Μ. Μ. και όπισθεν αυτού, προσεγγίζοντας, όπως και ο προμνησθείς ποδηλάτης τον ισόπεδο κόμβο του Πανθεσσαλικού Σταδίου. Η Περιφερειακή Οδός Βόλου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες ανά ρεύμα πορείας και στο συγκεκριμένο σημείο, παρουσιάζει ελαφριά ανωφέρεια, πλην, όμως είναι ευθεία, κατά δε τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα η κίνηση οχημάτων ήταν αραιή, το οδόστρωμα στεγνό και επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες. Πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ του ποδηλάτου του Μ. Μ., που προπορευόταν και του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, κινούταν στη δεξιά λωρίδα, το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο, στο οποίο επέβαιναν οι μάρτυρες Κ. και Π., συνοδοί ανηλίκων αθλητών και αθλητριών από τη Λάρισα, που συμμετείχαν σε κολυμβητικούς αγώνες και το οποίο, λεωφορείο, κατευθυνόταν προς το Πανθεσσαλικό Στάδιο. Η ύπαρξη του ως άνω ογκώδους οχήματος οπωσδήποτε εμπόδιζε τον κατηγορούμενο να έχει πλήρη ορατότητα, με συνέπεια ο τελευταίος να μην έχει αντιληφθεί την κίνηση του ποδηλάτου του Μ. Μ. Αμφότεροι οι ως άνω μάρτυρες είχαν παρατηρήσει από απόσταση τουλάχιστο 80-100 μέτρων το ποδήλατο και την όχι σταθερώς εκτός οδοστρώματος και εντός του ερείσματος κίνηση (ζιγκ-ζαγκ) αυτού, επισημαίνοντας το γεγονός στον οδηγό του λεωφορείου και εφιστώντας του την προσοχή. Ενόψει του γεγονότος ότι σε απόσταση μικρότερη από ένα χιλιόμετρο νωρίτερα υπήρχε φανάρι ρύθμισης της κυκλοφορίας, έμπροσθεν του οποίου είχε ακινητοποιηθεί το λεωφορείο και δεδομένου ότι μεταφέρονταν παιδιά, ο δε προορισμός του ήταν το Πανθεσσαλικό Στάδιο και ο κόμβος, που άγει προς αυτό απείχε περί τα 300 μέτρα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ταχύτητα αυτού δεν υπερέβαινε τα 30χλμ/ώρα. Περί ώρα 15.20μμ, ο κατηγορούμενος, το όχημα του οποίου κινούταν επίσης στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, μετακινήθηκε στη μεσαία λωρίδα και επιτάχυνε, με πρόθεση να προσπεράσει το υπ' αρίθμ. ... λεωφορείο, έμπροσθεν του οποίου και σε μικρή απόσταση βρισκόταν το προμνησθέν ποδήλατο. Αφού ο κατηγορούμενος είχε ολοκληρώσει την υπέρβαση και επιχειρούσε να επανέλθει στη δεξιά λωρίδα, οι δε δεξιές ρόδες του αυτοκινήτου του βρίσκονταν ήδη εντός αυτής (της λωρίδας), αντιλήφθηκε την ύπαρξη του ποδηλάτου, που οδηγούσε ο Μ. Μ., ο οποίος την ίδια χρονική στιγμή, από αιτία, που δεν εξακριβώθηκε, απώλεσε τον έλεγχο του δικύκλου του, το οποίο μετακινήθηκε προς τα αριστερά σε σχέση με την αρχική του πορεία, ο δε κατηγορούμενος αιφνιδιάστηκε και παρά το γεγονός ότι τροχοπέδησε και επιχείρησε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό δεν μπόρεσε να αποφύγει την πρόσκρουση, με συνέπεια το ποδήλατο να έλθει σε πλάγια επαφή με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου και ακολούθως, το μεν δίκυκλο να παρασυρθεί και να καταλήξει στο άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος, ενώ ο Μ. Μ. να επιπέσει πάνω στο καπώ και εν συνεχεία πάνω στον υαλοθώρακα (στο δεξιό μέρος αυτού), να εκτιναχθεί και να καταλήξει στο μέσο του οδοστρώματος, εντός της δεξιάς λωρίδας, υποστάς, όπως, μετά τη διακομιδή του στο Νοσοκομείο διαπιστώθηκε, τραυματική ρήξη θωρακικής αορτής, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος του. Οι προπεριγραφείσες συνθήκες του ατυχήματος επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, σε συνδυασμό με το αναγνωσθέν πρόχειρο σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας, που συνέταξαν οι επιληφθέντες αστυνομικού του Τμήματος Τροχαίας Βόλου και δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρος, που εξετάσθηκε κατόπιν κλήτευσης από την παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος ανέφερε εξεταζόμενος αφενός μεν ότι η ταχύτητα, που είχε αναπτύξει το αυτοκίνητο ήταν τουλάχιστο 75-85 χλμ/ώρα, συμπέρασμα, που αντίκειται στο περιεχόμενο του αναγνωσθέντος δελτίου ιχνών τροχοπέδησης, από το οποίο προκύπτει ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ήταν 45 χλμ/ώρα, μη υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50χλμ/ώρα και αφετέρου ότι τοποθετεί το σημείο της σύγκρουσης στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας, υπολαμβάνοντάς εσφαλμένα ότι ο κατηγορούμενος είχε επαναφέρει πλήρως το όχημά του ολοκληρώνοντας την υπέρβαση εντός της δεξιάς λωρίδας. Και η τελευταία υπόθεση του μάρτυρος της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας είναι απολύτως εσφαλμένη, καθώς παραγνωρίζει ότι τα ίχνη πέδησης, που αποτυπώνονται στο αναγνωσθέν πρόχειρο σχεδιάγραμμα εμφανίζουν τις ρόδες του οχήματος αριστερότερα του μέσου της δεξιάς λωρίδας και πλησίον της διαχωριστικής των λωρίδων γραμμής. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο ένεκα αυτού επελθών θάνατος του Μ. Μ. οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του θανόντος, ο οποίος δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του ποδηλάτου του και εξετράπη της πορείας, ενώ ο κατηγορούμενος δε βαρύνεται με αμέλεια, καθόσον αφενός μεν λόγω της κίνησης του ογκώδους ... λεωφορείου δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την ύπαρξη έμπροσθεν αυτού του ποδηλάτου του θανόντος, δεν είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, ενώ μετά την εκ μέρους του επιχείρηση της προσπέρασης του λεωφορείου, κατά την επαναφορά του αυτοκινήτου του στη δεξιά λωρίδα αιφνιδιάστηκε από την απώλεια του ελέγχου του ποδηλάτου και την πλάγια κίνηση του τελευταίου και παρά το γεγονός ότι επιχείρησε τροχοπέδηση και αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, δεν μπόρεσε να αποφύγει την επί του οχήματος επίπτωση του δικύκλου. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος." Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο αθώο του ότι στον Βόλο, την 22.06.2019 από αμέλειά του προκάλεσε το θάνατο άλλου, δηλαδή ενώ ήταν οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε. Συγκεκριμένα, οδηγώντας ο κατηγορούμενος το παραπάνω αναφερόμενο αυτοκίνητο και κινούμενος επί της περιφερειακής οδού Βόλου περίπου 300 μέτρα προ του ανισόπεδου κόμβου του Πανθεσσαλικού Σταδίου με κατεύθυνση προς τη Λάρισα, στο μεσαίο ρεύμα κυκλοφορίας, δεν επέδειξε την απαιτούμενη σύνεση και προσοχή και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να -εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το παράλληλα με το όχημά του κινούμενο ποδήλατο που οδηγούσε στο αριστερό ρεύμα της ως άνω οδού και με την ίδια κατεύθυνση ο Μ. Μ., με αποτέλεσμα να μην μπορέσει ο κατηγορούμενος να τροχοπεδήσει το όχημά του είτε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό και να επιπέσει έτσι με την εμπρόσθια πλευρά του αυτοκινήτου του πάνω στο ποδήλατο του Μ. όταν ο τελευταίος προσπάθησε να μετακινηθεί προς το μεσαίο ρεύμα πορείας. Συνέπεια της ως άνω περιγραφόμενης αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του Μ. ο οποίος υπέστη τραυματική ρήξη θωρακικής αορτής τραύμα το οποίο αιτιακά οδήγησε στο θάνατό του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική, το δε Δικαστήριο δεν δικαιολογεί γιατί δεν πείσθηκε για την τέλεση από τον κατηγορούμενο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και για την ενοχή αυτού, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Ειδικότερα το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί πλήρως την έλλειψη αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και στον ,συνεπεία αυτού, επελθόντα θάνατο του Μ. Μ.
Ειδικότερα, ενώ το Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της απαλλακτικής του κρίσης δέχεται ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με αμέλεια διότι μεταξύ του προπορευομένου ποδηλάτου, που οδηγούσε ο θανών και του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ίδιος κινείτο στη δεξιά λωρίδα ογκώδες λεωφορείο, το οποίο εμπόδιζε τον κατηγορούμενο να έχει πλήρη ορατότητα, με συνέπεια να μην αντιληφθεί την κίνηση του ποδηλάτου, δεν αιτιολογεί: α) αν ο κατηγορούμενος, ενόψει της έλλειψης ορατότητας, έλαβε όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα επιμέλειας και κατέβαλε κάθε προσπάθεια που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, προκειμένου να εκτελέσει τον ελιγμό προσπέρασης του λεωφορείου, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών που χρησιμοποιούσαν την οδό, οι οποίοι κινούντο μπροστά του, όπως ο θανών, β) αν, παρότι έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα, κατά την επαναφορά του οχήματος του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, δεν ήταν δυνατόν να αποτρέψει την πτώση του οχήματός του στο ποδήλατο του θανόντος.
Εξάλλου, το Δικαστήριο, ενώ δέχεται ότι τα ίχνη πέδησης που αποτυπώνονται στο αναγνωσθέν πρόχειρο σχεδιάγραμμα εμφανίζουν τις ρόδες του οχήματος αριστερότερα του μέσου της δεξιάς λωρίδας και πλησίον της διαχωριστικής των λωρίδων γραμμής, περαιτέρω, με αντιφατική αιτιολογία δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου, αντιλήφθηκε την ύπαρξη του ποδηλάτου, που οδηγούσε ο θανών, αφού είχε ολοκληρώσει την υπέρβαση και επιχειρούσε να επανέλθει στη δεξιά λωρίδα, οι δε δεξιές ρόδες του αυτοκινήτου του βρίσκονταν ήδη εντός αυτής (της λωρίδας). Κατόπιν των παραπάνω, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Αναιρεί τη με αριθ. 467/2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με την οποία ο κατηγορούμενος Δ. Ν. του Χ., κάτοικος ..., οδός ..., κηρύχθηκε αθώος αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.
- Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.
Και
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη εν ενεργεία της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ