Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1419 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1419/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Παναγιώτα Πασσίση, Κωνσταντίνα Νάκου-Εισηγήτρια και Λεωνίδα Χατζησταύρου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 4324/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Γ. Λ. του Ε., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρόνη Μαυροειδή και με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Μ. Α. του Γ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσούγκο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 5/22-1-2024 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σ. Τ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507" και κατά το τελευταίο αυτό άρθρο "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ΑΠ 401/2023, ΑΠ 129/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 22-1-2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 5/2024) αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με σχετική προς τούτο δήλωσή του στη Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά της με αριθ. 4324/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος Γ. Λ. του Ε., κάτοικος ..., οδός ..., κηρύχθηκε αθώος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση.
Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 3, 505 παρ. 2 εδ. α' και 507 ΚΠΔ), καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του προαναφερθέντος δικαστηρίου στις 5-1-2024 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 22-1-2024. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της που αφορούν την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 εδ. α' και 363 εδ. α' του ΠΚ, όπως ίσχυαν πριν τον ν. 5090/2024, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Όπως δε γινόταν δεκτό από τη νομολογία, στην έννοια του τρίτου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβανόταν οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κ.λ.π., που έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να ήταν επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδιδόταν (Ολ. ΑΠ 3/2021, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 1489/2022). Ήδη, δυνάμει των άρθρων 54 και 138 παρ. 1 του ν. 5090/2024, από 1-5-2024 το άρθρο 363 του ΠΚ τροποποιήθηκε ως ακολούθως: 'Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης".? Με τη νέα αυτή διάταξη, ορίζεται για τη συκοφαντική δυσφήμηση ότι, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 5090/2024, ΑΠ 959/2024).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της απόφασης με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης της αποφάσεως καθ' όσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ. Α.Π. 1/2018, 1/2005).
Τέλος, η αθωωτική απόφαση ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (Ν. Δ/ρα 53/1974) και δεδομένου, ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αναδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, είτε όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της απόφασης και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσης του. (Ολ Α.Π. 3/2010). Παγίως, άλλωστε, η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να συνάγεται, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά και' επιλογή, υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά η όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων. Ούτε αρκεί, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου, ή ότι το Δικαστήριο δεν πείσθηκε, εκτός αν δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάσθηκαν μάρτυρες (ΟλΑΠ 1/2020). Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση και με δεδομένο ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη δεν αποτελεί η αθωότητα, αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν. α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία (από την κατηγορούσα αρχή και από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο υπεράσπισής του), διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα αυτού (Ολ.ΑΠ 2/2017, ΑΠ 1343/2020, ΑΠ 1079/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενη απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευμένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Από το έτος 2008 λειτουργούσαν στο κεντρικό κυλικείο του Πρωτοδικείου Αθηνών τρεις συστεγαζόμενοι επαγγελματίες, συνεκμεταλλευτές (μισθωτές) αναπηρικών αδειών οι Π. Α. (πεθερός του μηνυτή Μ. Α.), Β. Κ. και Κ. Γ. Ο τελευταίος προσέλαβε τον κατηγορούμενο, Γ. Λ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και τον απασχολούσε μέχρι τον θάνατο του το έτος 2014, οπότε ο κατηγορούμενος έγινε συνεκμεταλλευτής (μισθωτής) της αναπηρικής άδειας που μέχρι τότε εκμεταλλευόταν ο αποβιώσας αρχικός συνεκμεταλλευτής (μισθωτής), Κ. Γ. Οι σχέσεις του κατηγορούμενου με τον πεθερό του μηνυτή, συνεκμεταλλευτή, και το λοιπό προσωπικό, συμπεριλαμβανομένου του μηνυτή, που εργαζόταν ως μισθωτός του ανωτέρω πεθερού του από το έτος 2010, τόσο τον καιρό που εργαζόταν ως μισθωτός, όσο και μετά που έγινε συνεκμεταλλευτής (μισθωτής) ο ίδιος (κατηγορούμενος) ήταν καλές και επί δέκα χρόνια δεν είχε σημειωθεί κάποιο περιστατικό. Η λειτουργία του εν λόγω κυλικείου από τους εκάστοτε συνεκμεταλλευτές (μισθωτές) πραγματοποιούνταν ως εξής: έκαστος εκμεταλλευτής ασκούσε δική του αυτοτελή επιχείρηση, τα δε έσοδα και έξοδα εκάστου εξ αυτών προστίθεντο ως συνολικά έσοδα και έξοδα της εκμετάλλευσης και, αφού γινόταν ενιαίο σύνολο και πληρώνονταν τα έξοδα, προέκυπτε το καθαρό ταμείο και γινόταν διανομή των κερδών σε ίσα μερίδια. Τον Μάιο του έτους 2018 δημιουργήθηκε ένα επεισόδιο μεταξύ του κατηγορούμενου και του μηνυτή. Ο κατηγορούμενος, μπαίνοντας στο κυλικείο, είδε τον μηνυτή στο ταμείο να προβαίνει σε κινήσεις, τις οποίες θεώρησε ύποπτες, και πίστεψε ότι αφαιρεί κάτι από αυτό χωρίς δικαίωμα. Αμέσως αναζήτησε τον πεθερό του μηνυτή, έτερο συνεκμεταλλευτή, και διαμαρτυρήθηκε, αναφέροντας του τι είδε, χωρίς να απευθυνθεί σε έτερο πρόσωπο, ούτε να γίνει ενώπιον άλλου προσώπου, που να παρευρίσκεται στη μεταξύ τους συζήτηση. Η αναφορά στη συμπεριφορά του μηνυτή από τον κατηγορούμενο έγινε μόνο στον συνεκμεταλλευτή (μισθωτή) και πεθερό του πρώτου με σκοπό να προστατευθεί η εκμετάλλευση. Έκτοτε οι μέχρι τότε καλές σχέσεις του κατηγορούμενου με τον πεθερό του μηνυτή διαταράχτηκαν και οι δύο άνδρες ψυχράνθηκαν, ενώ ο κατηγορούμενος διέκοψε επικοινωνία με τον μηνυτή, ο οποίος πλέον περιορίστηκε να παρέχει τις υπηρεσίες του στον παραπλεύρως του κυλικείου χώρο, όπου διατίθεντο τσιγάρα.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξαν άλλες συζητήσεις για το ζήτημα αυτό, αφού ο κατηγορούμενος αξίωσε από τον συνέταιρο του την απομάκρυνση του μηνυτή από το ταμείο, όπως και έγινε. Σημειωτέον ότι ο μάρτυρας Γ. Κ., εργαζόμενος στον πεθερό του μηνυτή, στην από 8.10.2020 ένορκη εξέτασή του αναφέρεται σε μία συζήτηση που αναφέρεται αορίστως ότι έγινε το καλοκαίρι του 2018, χωρίς να αναφέρει ότι έγινε ενώπιον του, αλλά ότι την άκουσε να γίνεται μεταξύ των δύο συνεκμεταλλευτών (κατηγορούμενου και πεθερού του μηνυτή), κατά την οποία τους άκουσε να τσακώνονται για το ζήτημα αυτό.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν εξακολουθητικώς ενώπιον τρίτων, συμπεριλαμβανομένου και του πεθερού του μηνυτή, ότι ο μηνυτής είναι κλέφτης και ότι κλέβει συστηματικά το ταμείο, καθώς ο κατηγορούμενος ένα περιστατικό αφαίρεσης θεώρησε ότι συνέβη και αυτό είχε αναφέρει αμέσως στον συνεκμεταλλευτή, χωρίς να κρίνονται πειστικά τα όσα αντίθετα αναφέρονται είτε από το μηνυτή, είτε από τον μάρτυρα κατηγορίας, είτε από τον Γ. Κ. στην ένορκη εξέταση του ως μάρτυρα περί εξακολουθητικής αναφοράς ενώπιον τρίτων ότι είναι κλέφτης ο μηνυτής και κλέβει συστηματικά το ταμείο, αφού ήδη τον είχε απομακρύνει από το ταμείο και μία τέτοια συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου θα έπληττε το προς τρίτους κύρος της εκμετάλλευσης. Άλλωστε, εάν τα πράγματα είχαν τη διάσταση που εκτίθεται από τον μηνυτή δεν θα είχε λόγο μεταγενέστερα λαμβάνοντας το μερίδιο από τον πεθερό του να επιθυμεί να είναι στην ίδια συνεκμετάλλευση με τον κατηγορούμενο.
Από τα ανωτέρω δεν προέκυψε, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε, όπως προπεριγράφηκε, απευθυνόμενος στον συνεκμεταλλευτή του έχοντας άμεσο δόλο, και δη ότι ήθελε να ισχυρισθεί ή να διαδώσει σε βάρος του μηνυτή γεγονός που ήταν ψευδές, και ειδικότερα με σκοπό να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του μηνυτή, ούτε είχε πρόθεση να τον δυσφημίσει καθ' οιονδήποτε τρόπο, αλλά ότι η συζήτηση έγινε μεταξύ των συνεκμεταλλευτών του κυλικείου, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος (κατηγορούμενος), προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα τους (εκμετάλλευσης και των συνεκμεταλλευτών). Ειδικότερα δε, στοιχείο που προκαλεί αμφιβολίες στο παρόν Δικαστήριο ως προς τον δόλο του κατηγορούμενου αποτελεί και το γεγονός ότι ο τελευταίος το προαναφερόμενο περιστατικό του Μάϊου του 2018 ανέφερε αμέσως στον συνεκμεταλλευτή του και πεθερό του μηνυτή και όχι σε άλλο τρίτο πρόσωπο εκείνη την ημέρα ή άλλη. Από αυτό καταδεικνύεται ότι η ενημέρωση αυτή προς τον συνεκμεταλλευτή του στόχευε στο να προστατευθούν τα συμφέροντα της εκμετάλλευσης και όχι να συκοφαντήσει (καθ' οιονδήποτε τρόπο) τον μηνυτή, εφόσον δε κρίθηκε, επιπλέον, ότι δεν αποδείχθηκε ότι τον αποκάλεσε ρητώς κλέφτη και ότι κλέβει συστηματικά, δεν τίθεται ζήτημα περαιτέρω έρευνας ως προς το εάν ό,τι αναφέρθηκε από τον κατηγορούμενο στον συνεκμεταλλευτή του συνιστά ή όχι πέραν του δυσφημιστικού και εξυβριστικό γεγονός.
Κατόπιν των ανωτέρω το παρόν Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς τον δόλο του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να πρέπει να κηρυχθεί ο τελευταίος αθώος λόγω αμφιβολιών ως προς την ύπαρξη δόλου.".
Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο με το ακόλουθο διατακτικό:
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο αθώο (αμφιβολίες ως προς τον δόλο) του ότι:
Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάιο του 2018 έως την 31.5.2019, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, ενώ γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και συγκεκριμένα εντός του κεντρικού κυλικείου του Πρωτοδικείου Αθηνών του οποίου τυγχάνει συνιδιοκτήτης και ενώπιον του Π. Α. (συνιδιοκτήτη), του Γ. Κ. (υπαλλήλου) και συνηγόρων, δικαστικών υπαλλήλων, πελατών και πολιτών που βρίσκονταν πλησίον του κυλικείου, ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα Μ. Α. ότι αφαίρεσε από το ταμείο του κυλικείου το χρηματικό ποσό των πέντε (5) ευρώ και ότι είναι κλέφτης που κλέβει το ταμείο συστηματικά, ενώ γνώριζε ότι όλα τα ανωτέρω είναι ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθόσον ο εγκαλών ουδέποτε αφαίρεσε από το ταμείο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής και ασαφής, το δε Δικαστήριο δεν δικαιολογεί γιατί δεν πείσθηκε για την τέλεση από τον κατηγορούμενο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα παραπάνω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της απαλλακτικής κρίσης του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το Μάϊο 2018 ο κατηγορούμενος, μπαίνοντας στο κυλικείο είδε το μηνυτή στο ταμείο να προβαίνει σε κινήσεις που θεώρησε ύποπτες, ανέφερε δε τη συμπεριφορά αυτή του μηνυτή μόνο στον συνεκμεταλλευτή του κυλικείου, πεθερό του μηνυτή, περαιτέρω δε, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόταν εξακολουθητικώς ενώπιον τρίτων ότι ο μηνυτής είναι κλέφτης, καθώς και ότι κλέβει συστηματικά το ταμείο, παραδοχές που αφορούν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της εν λόγω αξιόποινης πράξης, καταλήγοντας ότι κατά την κρίση του δεν προέκυψε πέραν κάθε αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος είχε άμεσο δόλο και δη ότι ήθελε να ισχυριστεί ή να διαδώσει σε βάρος του μηνυτή γεγονός που ήταν ψευδές, με σκοπό να βλάψει την τιμή του μηνυτή, ούτε ότι είχε πρόθεση να τον δυσφημήσει με οποιονδήποτε τρόπο. Κατ' επέκταση δε της παραπάνω κρίσης του, το Δικαστήριο κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο λόγω αμφιβολιών ως προς την ύπαρξη δόλου. Ωστόσο, για τη διαμόρφωση της απαλλακτικής κρίσης του, το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και επάρκεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν τις εν λόγω παραδοχές, ούτε διέλαβε παραδοχή για το ψευδές ή μη του επίμαχου δυσφημιστικού ισχυρισμού. Εξάλλου, δεν καθίσταται βέβαιο ότι το Δικαστήριο: α) έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα Π. Α., σύμφωνα με την οποία, σε αντίθεση με τις παραδοχές του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος έλεγε ότι ο Α. (μηνυτής) αφαιρούσε χρήματα από το ταμείο και ότι για το ζήτημα αυτό φώναζε έξω από το κυλικείο παρουσία διερμηνέων, προέδρων, δικηγόρων, β) ότι αξιολόγησε στο σύνολο της την από 8-10-2020 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Γ. Κ., όπου μεταξύ άλλων, αναφέρει: "...Το καλοκαίρι του 2018 ενώ έκαναν ταμείο ο κ. Α. με το μηνυόμενο άκουσα να τσακώνονται μεταξύ άλλων και για ένα περιστατικό αφαίρεσης χρημάτων από το ταμείο, όπου ισχυρίζονταν ο μηνυόμενος ότι έγινε από το μηνυτή. Έχω ακούσει επανειλημμένα το μηνυόμενο να αποκαλεί το μηνυτή κλέφτη και αυτά γίνονταν συνήθως τις απογευματινές ώρες όταν έκαναν ταμείο ο κ. Α. με το μηνυόμενο". Σύμφωνα δε με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, για την πληρότητα της αθωωτικής απόφασης δεν αρκεί μόνη η σκέψη του Δικαστηρίου ότι προέκυψαν αμφιβολίες ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι το Δικαστήριο δεν πείσθηκε γι' αυτήν, εκτός αν δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό μέσο, ή δεν εξετάσθηκαν μάρτυρες, περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
Κατόπιν των παραπάνω, είναι βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Αναιρεί τη με αριθ. 4324/2023 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος Γ. Λ. του Ε., κάτοικος ..., οδός ... κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση.
- Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.
Και
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη εν ενεργεία της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ