Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1426 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1426/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Μαρία Γιαννακοπούλου-Εισηγήτρια και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2025 με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Βλάχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2427/2025 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Λ.-Γ. Σ. του Κ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 34/26-6-2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ν. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 168, 505 παρ. 2 και 507 ΚΠΔ προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, ήτοι της υπέρβασης εξουσίας (ΑΠ 868/2025, ΑΠ 654/2024, ΑΠ 1568/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 24.6.2025 αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, συνταχθείσας της υπ' αριθμ. 34/24.6.2025 σχετικής έκθεσης, στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 2427/2025 ποινικής διαταγής του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 20.6.2025 και με την οποία το ως άνω Δικαστήριο, αφού δίκασε χωρίς ακρόαση τον κατηγορούμενο Λ.-Γ. Σ. του Κ. και της Ι., κάτοικο ..., οδός ..., δέχτηκε τη με Α/Α 861/2025 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για έκδοση ποινικής διαταγής σε βάρος του εν λόγω κατηγορούμενου, κήρυξε αυτόν ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 94 του Ν. 2696/1999, που τελέστηκε στην Ελευσίνα Αττικής, στις 13.4.2021 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) μηνός, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρο 507 ΚΠΔ), νομότυπα (άρθρα 474 παρ.1 και 4, 505 παρ. 2 εδ. α', 508 ΚΠΔ) και περιέχει ως μοναδικό λόγο αναίρεσης την υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του εκδόσαντος την ως άνω ποινική διαταγή Δικαστηρίου (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του λόγου της, σαν να ήταν παρών ο απολιπόμενος κατηγορούμενος Λ.-Γ. Σ. του Κ. και της Ι., ο οποίος δεν εμφανίστηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την ως άνω δικάσιμο (1.10.2025), ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα, παρότι κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση της υπ' αρ. 711 από 9.7.2025 κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στο σύνοικο πατέρα του Κ. Σ., στην οικία όπου διαμένει, όπως τούτο προκύπτει από το με ημερομηνία 29.7.2025 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα Π. Β., που υπάρχει στη δικογραφία.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ ΑΠ 1/2008, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 1114/2023, ΑΠ 737/2023, ΑΠ 1230/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 114 του Ν. 5090/1.5.2024 "1.Κάθε κατηγορούμενος που καταδικάζεται σε ποινή καταδικάζεται ταυτόχρονα με την ίδια απόφαση και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. 2. Το ποσό των εξόδων ορίζεται με την καταδικαστική απόφαση και το ύψος τους καθορίζεται ως εξής: α) επί αποφάσεων Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, από διακόσια (200) μέχρι τετρακόσια (400) ευρώ, β) επί αποφάσεων Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, από εξακόσια (600) μέχρι χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, γ) επί αποφάσεων Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, από χίλια εξακόσια (1.600) μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, δ) επί αποφάσεων Μονομελούς Εφετείου, από οκτακόσια (800) μέχρι δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ, ε) επί αποφάσεων Τριμελούς Εφετείου, από χίλια διακόσια (1.200) μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, στ) επί αποφάσεων Μικτού Ορκωτού Εφετείου, από δύο χιλιάδες (2.000) μέχρι τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ, και μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 3. Για τον υπολογισμό του ύψους των εξόδων λαμβάνεται υπόψη εάν η διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης και της προδικασίας, υπήρξε δαπανηρή για το δημόσιο, ιδίως λόγω της μακροχρόνιας διάρκειας διεξαγωγής της δίκης ή της κυρίας ανακρίσεως, της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και των κλήσεων σημαντικού αριθμού μαρτύρων".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2427/2025 ποινικής διαταγής, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας χωρίς ακρόαση του κατηγορούμενου Λ.-Γ. Σ. του Κ. και της Ι., κατοίκου ..., οδός ..., μετά από την ανάγνωση εγγράφου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν κατά λέξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο κατηγορούμενος στην Ελευσίνα Αττικής, στις 13.4.2021, κατελήφθη στη συμβολή των οδών ... να οδηγεί το υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, χωρίς να έχει την απαιτούμενη κατά νόμο, κατά περίπτωση και κατηγορία άδεια ικανότητας οδηγού.
Συνεπώς, δεκτής γιγνομένης της αίτησης για έκδοση ποινικής διαταγής, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης. Η ως άνω πράξη προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρ. 1, 12,14,16,17, 18, 26 παρ.1α, 27, 51, 53, 57, 79 ΠΚ και άρθρου 94 παρ. 1,2,4 του Ν. 2696/1999,όπως κυρώθηκε με άρθρο 49 παρ. 1 του Ν. 4155/2013 και τιμωρείται σύμφωνα με αυτές. Σύμφωνα δε με το άρθρο 79 του ΠΚ, για την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα της πράξης και τον βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτήν, σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαίτιου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και για τους οικείους του. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρ. 410 εδ. β' ΚΠΔ, αν ο δικαστής στον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για την έκδοση ποινικής διαταγής θεωρεί ότι τα στοιχεία που προσκομίζονται είναι επαρκή για την ενοχή του κατηγορουμένου, εκδίδει χωρίς προηγούμενη ακρόαση του κατηγορούμενου σε δημόσια συνεδρίαση ποινική διαταγή με την οποία επιβάλλει σε αυτόν χρηματική ποινή μειωμένη τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα (2/3) σε σχέση με το οριζόμενο στον νόμο πλαίσιο ποινής ή ποινή φυλάκισης μέχρι τριών μηνών, με υφ' όρο αναστολή αυτής, καθώς και τις τυχόν παρεπόμενες ποινές και μέτρα ασφαλείας, καθορίζοντας ταυτόχρονα την τύχη των κατασχεθέντων. Στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει να επιβληθεί, εντός των ορίων των προαναφερόμενων διατάξεων, η κάτωθι αναφερόμενη ποινή, η οποία είναι ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του κηρυχθέντος ενόχου κατηγορουμένου, βάσει των παραπάνω στοιχείων, όπως αυτά προκύπτουν από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω, η εκτέλεση της ποινής αυτής πρέπει να ανασταλεί υφ' όρο επί τριετία, κατ' άρθρ. 410 εδ. β' ΚΠΔ σε συνδ. προς άρθρ. 99§1 εδ. α' ΠΚ, ως ίσχυε προ της τροποποίησής του με το ν. 4855/2021. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του κατηγορουμένου, ελλείψει σχετικής πρόβλεψης στις ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν το θεσμό της ποινικής διαταγής (άρθρ. 409-416 ΚΠΔ).
Εξάλλου, αν ο νομοθέτης ήθελε να εφαρμοστεί και στο θεσμό της ποινικής διαταγής η γενική διάταξη του άρθρ. 577 ΚΠΔ περί επιβολής των εξόδων της ποινικής διαδικασίας σε βάρος του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, τούτο θα αναφερόταν ρητώς στο προμνησθέν κεφάλαιο, όπως λ.χ. συμβαίνει με τη γενική διάταξη του άρθρ. 372 ΚΠΔ περί της τύχης των κατασχεθέντων (άρθρ. 410 εδ. τελ. ΚΠΔ.)...".
Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον ως άνω κατηγορούμενο ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 94 του Ν. 2696/1999 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) μηνός, ανασταλείσα επί τριετία με το εξής διατακτικό:
"... ΔΕΧΕΤΑΙ τη με Α/Α 861/2025 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για έκδοση ποινικής διαταγής.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στην Ελευσίνα Αττικής, στις 13.4.2021, κατελήφθη στη συμβολή των οδών ... να οδηγεί το υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, χωρίς να έχει την απαιτούμενη κατά νόμο, κατά περίπτωση και κατηγορία άδεια ικανότητας οδηγού...", χωρίς ωστόσο να συμπεριλάβει στο διατακτικό του διάταξη για τα δικαστικά έξοδα, που κατά τα προαναφερθέντα, έπρεπε να επιβληθούν σε βάρος του κατηγορούμενου και παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση. Ενόψει όμως των ανωτέρω και ειδικότερα της καταδίκης του κατηγορούμενου σε ποινή, το ως άνω Δικαστήριο όφειλε να επιβάλει σε βάρος του και τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 577 παρ.1 και 2 ΚΠΔ και, υποχρεωτικά επιβαλλόμενα σε βάρος κάθε καταδικαζόμενου σε ποινή κατηγορούμενου, δικαστικά έξοδα της σχετικής ποινικής διαδικασίας. Επομένως με την άρνηση επιβολής τους, το Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, αφού παρέλειψε, ενώ είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, να τα επιβάλει (αρ. 510 παρ. 1 στ. Θ' ΚΠΔ). 'Ετσι, κατέστησε αναιρετέα εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το σκέλος αυτής περί μη επιβολής σε βάρος του καταδικασθέντος κατηγορούμενου δικαστικών εξόδων, και πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού σχετικού λόγου αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2427/2025 ποινική διαταγή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως προς το σκέλος της περί μη επιβολής με αυτήν δικαστικών εξόδων σε βάρος του καταδικασθέντος κατηγορούμενου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 και 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 2427/21.5.2025 ποινική διαταγή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς το σκέλος της περί μη επιβολής, με αυτήν, δικαστικών εξόδων, σε βάρος του κηρυχθέντος ενόχου και καταδικασθέντος σε ποινή κατηγορούμενου Λ.-Γ. Σ. του Κ. και της Ι., κατοίκου ..., οδός ...
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2025.
Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ