ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1440/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1440/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1440/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1440 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1440/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί αναιρέσεως της υπ'αρ. 2402/2025 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία καθορίστηκε συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών και δύο μηνών και ορίσθηκε εκτιτέα ποινή δέκα ετών. Με κατηγορούμενο τον Κ. Σ. του Γ., κρατούμενο στο Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατούμενων Ελεώνα Θηβών, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε.

Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 891/2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Β. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η υπ' αρ. 2402/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ως προς την διάταξη αυτής με την οποία ορίσθηκε εκτιτέα ποινή δέκα ετών, να μην παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε αυτήν, αλλά να απαλειφθεί η διάταξη αυτής περί ορισμού εκτιτέας ποινής δέκα ετών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 1 εδ. β' περ. β' ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Εφετών μπορεί, μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα προθεσμία, να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου, του μικτού ορκωτού εφετείου και των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, που ανήκουν στην περιφέρειά του και για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ).

Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο (ΑΠ 722/2024, ΑΠ 1516/2022, ΑΠ 85/2021, ΑΠ 799/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 7-7-2025 αίτησή του, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2402/2025 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο αυτό έκανε δεκτή την από 23-4-2025 αίτηση του καταδίκου Κ. Σ. του Γ. περί καθορισμού συνολικής ποινής του. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 474 παρ. 1 και 4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 στοιχ. β' περ. β', 507 ΚΠΔ), εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση (σε απόσπασμα) της απόφασης στο τηρούμενο στη γραμματεία του Δικαστηρίου ειδικό βιβλίο, στις 2-6-2025. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα του προβαλλόμενου με αυτήν λόγου αναίρεσης, χωρίς την παρουσία του ως άνω καταδίκου, ο οποίος, αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το από 22-7-2025 αποδεικτικό επίδοσης του γραμματέα του Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων Ελεώνα Θηβών, δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρ. 512 παρ. 1 εδ. ε' και 340 παρ. 4 ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 551, ΚΠΔ οι διατάξεις του οποίου, κατά το μέρος που αφορούν στον καθορισμό συνολικής ποινής, είναι ουσιαστικές, "1. Αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ΠΚ για τη συρροή."2. Αν στις καταδίκες που απαγγέλθηκαν η κατά την επόμενη παράγραφο ποινή βάσης επιβλήθηκε από το Τριμελές ή Μονομελές Πλημμελειοδικείο, αρμόδιο για να καθορίσει τη συνολική ποινή που πρέπει να εκτιθεί είναι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο. Αν οι καταδίκες απαγγέλθηκαν από το Μονομελές ή Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων ή και από το Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αρμόδιο είναι το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων. Σε κάθε άλλη περίπτωση αρμόδιο είναι το Μονομελές Εφετείο. Το ανωτέρω κατά περίπτωση αρμόδιο Δικαστήριο για τον καθορισμό της συνολικής ποινής έχει και τη δικαιοδοσία των παρ.2 και 3 του άρθρου 80Α του Ποινικού Κώδικα. 3. Για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, ως ποινή βάσης λαμβάνεται υπόψη η βαρύτερη από αυτές, σε περίπτωση δε ίσης διάρκειας αυτών λαμβάνεται υπόψη η νεότερη απόφαση. Αν μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, αν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της κατά την προηγούμενη παρ. αρμοδιότητας λαμβάνεται υπόψη και η απόφαση που έχει καθορίσει την συνολική ποινή.4. Η αίτηση για καθορισμό συνολικής ποινής υποβάλλεται στον αρμόδιο εισαγγελέα αυτοπροσώπως ή από συνήγορο που έχει ειδική εντολή γι' αυτό. Εκείνος που καταδικάστηκε κλητεύεται και αν κρατείται, δεν προσάγεται στο δικαστήριο, μπορεί, όμως, να αντιπροσωπευθεί με συνήγορο διοριζόμενο κατά τους όρους του άρθρου 42 παρ. 2.5. Το δικαστήριο αποφαίνεται αφού ακούσει τον καταδικασμένο ή τον συνήγορο του, αν είναι παρόντες, καθώς και τον εισαγγελέα.

Κατά της απόφασης επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασμένο και τον εισαγγελέα". Εξάλλου, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται του καθορισμού της συνολικής ποινής, κατά το άρθρο 551 του ΚΠΔ, προβαίνει μόνο στον καθορισμό της συνολικής ποινής (μιας μόνο), για όλες τις στερητικές της ελευθερίας ποινές και δεν έχει την εξουσία να προβεί σε νέα κρίση, ήτοι σε τροποποίηση των κατ' ιδίαν αποφάσεων, με τις οποίες επιβλήθηκαν οι συντρέχουσες ποινές, αν δε παρά ταύτα το πράξει δημιουργείται λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του νέου ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 18 του ν. 5090/2024, "Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση". Η ανωτέρω διάταξη είναι ευμενέστερη, σε σχέση με την αντίστοιχη του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 ΠΚ, καθόσον με αυτήν: α) καταργήθηκε το ελάχιστο όριο επαύξησης της ποινής βάσης για κάθε συντρέχουσα ποινή, β) το ανώτατο όριο της επαύξησης μειώθηκε στο ένα δεύτερο, από τα τρία τέταρτα, κάθε συντρέχουσας ποινής και γ) μειώθηκαν τα ανώτατα όρια της συνολικής ποινής από τα είκοσι πέντε (25) έτη στα είκοσι (20) έτη στην περίπτωση της κάθειρξης και από τα δέκα (10) έτη σε οκτώ (8) έτη στην περίπτωση της φυλάκισης (ΑΠ 722/2024, ΑΠ 4/2021, ΑΠ 971/2021), αλλά και σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 18 του ν.5090/1-5-2024, καθόσον αυξήθηκαν τα ανώτατα όρια της συνολικής ποινής από τα είκοσι (20) έτη στα είκοσι πέντε (25) έτη στην περίπτωση της κάθειρξης και από τα οκτώ (8) έτη στα δέκα (10) έτη στην περίπτωση της φυλάκισης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών συγχώνευσε στην υπ' αριθμ. 4043/14-10-2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία είχε επιβληθεί στον κατάδικο ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών την υπ' αριθμ. 557/24-10-2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών και καθόρισε σε βάρος του καταδικασθέντος μία συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και δύο (2) μηνών, αποτελούμενη από την βαρύτερη ποινή κάθειρξης των δώδεκα (12) ετών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 4043/14-10-2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, επαυξανόμενη αυτή κατά δύο (2) μήνες από την ποινή φυλάκισης των πέντε (5) μηνών, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 557/24-10-2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, ακολούθως διέλαβε διάταξη ορίζοντας εκτιτέα ποινή τα δέκα (10) έτη. Επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο που έκρινε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 94 παρ.1 ΠΚ και του άρθρου 551 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ και μετά τον καθορισμό της συνολικής ποινής, κατά τα προαναφερθέντα, διέλαβε διάταξη ορίζοντας ως εκτιτέα ποινή τα δέκα (10) έτη, εφόσον δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, αλλά περίπτωση συνολικής ποινής που δεν ξεπερνάει τα είκοσι (20) έτη, δεν ερμήνευσε, ούτε εφάρμοσε ορθά τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Κατά συνέπεια, η ως άνω υπ' αριθμόν 2402/2025 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών πρέπει κατά παραδοχήν της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως βάσιμης, να αναιρεθεί εν μέρει, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, και δη ως προς την διάταξή της με την οποία όρισε ως εκτιτέα ποινή τα δέκα (10) έτη και ενόψει του ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, να απαλειφθεί η διάταξη αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμ. 2402/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και δη ως προς τη διάταξή της με την οποία ορίστηκε ως ποινή εκτιτέα "δέκα (10) έτη".

Απαλείφει από την προσβαλλομένη την διάταξή της με την οποία όρισε ως εκτιτέα ποινή τα δέκα (10) έτη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2025.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή