Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1448 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1448/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Πετσάλη, Παναγιώτη Φιλόπουλο και Παρασκευή Γρίβα, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Καντζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ευβοίας, περί αναιρέσεως της υπ'αρ. 22/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας. Με κατηγορούμενο τον Γ. Κ. του Μ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14/4/2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Κ. Ρ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή καθ'ολοκληρίαν η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.1 του ΚΠΔ "Εκτός από την περίπτωση της παρ.3 του προηγούμενου άρθρου, την αναίρεση μπορούν να ζητήσουν: α) ο κατηγορούμενος, β) ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών για τις αποφάσεις του τριμελούς πλημμελειοδικείου, των δικαστηρίων ανηλίκων, των μονομελών πλημμελειοδικείων της έδρας και περιφέρειάς του, και ο εισαγγελέας εφετών για τις αποφάσεις του εφετείου, του μικτού ορκωτού εφετείου και των μικτών ορκωτών δικαστηρίων της περιφέρειάς του. Σύμφωνα δε με το άρθρο 507, του ίδιου κώδικα, "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι τριάντα [30] ημερών, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι [20] ημερών, από την καταχώρηση αυτή".
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ισχύοντος Κ.Π.Δ. ορίζεται ότι, "Όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 368)". Ο δε Εισαγγελέας Εφετών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση ,μεταξύ άλλων, και της απόφασης του Εφετείου, που ανήκει στην περιφέρειά του, η οποία παύει την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου , που ενδιαφέρει εν προκειμένω, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων, και αυτοί της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της υπέρβασης εξουσίας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' αντίστοιχα του ΚΠΔ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 512 παρ. 3 ΚΠΔ, "οι διάδικοι παρίστανται κατά τη συζήτηση (της αναίρεσης) με συνήγορο". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ. "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ή στην Ολομέλειά του. Στην κλήση αναφέρεται ρητά ότι, αν ο αναιρεσείων δεν παραστεί στη συζήτηση ή στη μετ' αναβολή αυτής με συνήγορο, η αναίρεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Σε περίπτωση αναίρεσης του εισαγγελέα εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 340", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ. "Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον νομίμως έχει κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης ή μη εκπροσώπησής του θα δικαστεί ερήμην". Ως "υπόλοιποι" διάδικοι, οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση της αναίρεσης, θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι νομίμως απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου, μεταξύ των οποίων πρωτίστως περιλαμβάνεται ο αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, ο οποίος πρέπει να καλείται, για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης που άσκησε ο εισαγγελέας, καθόσον το έννομο συμφέρον του είναι προφανές να αντικρούσει την εναντίον του στρεφόμενη αναίρεση και να υποστηρίξει την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, σε περίπτωση αναίρεσης του Εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος που έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δεν εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με συνήγορο, ούτε εκπροσωπηθεί από συνήγορο , η συζήτηση της υπόθεσης προχωρεί κανονικά και δικάζεται σαν να ήταν και αυτός παρών (ΑΠ 855/2023, ΑΠ 1233/2022).
Στη προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 14.4.2025 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ευβοίας για αναίρεση της απόφασης με αριθμ. 22/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, με την οποία έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορούμενου Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές άνω των 200.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, κατόπιν μεταβολής του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης στην απλή (πλημμεληματική) μορφή του άρθρου 66 παρ.5 εδ.α του ν.4174/2013, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473παρ.3 ΚΠΔ, στις 3-4-2025 και η ίδια κατατέθηκε στην οικεία Γραμματεία του Εφετείου Ευβοίας, στις 14-4-2025 με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 7/2025 (άρθρα 474 παρ.1 εδ. α' και γ', 504 παρ.1, 505 παρ.1 περ. β' εδ. τελευταίο, 507 του ΚΠΔ). Περιέχει, δε, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας). Συνακόλουθα είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, ερήμην, αλλά ωσεί παρόντος του ως άνω κατηγορούμενου ο οποίος, όπως προκύπτει από τα από 5.5.2025 και 8.5.2025 αποδεικτικά επίδοσης του Α. Α., Ανθυπαστυνόμου του Α.Τ. Θηβών, αντίστοιχα, μολονότι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (με θυροκόλληση στην οικία του και στη συνέχεια με επίδοση στα χέρια του αντίκλητου δικηγόρου του Γεωργίου Ψυχογιού, κατοίκου Θηβών), για να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (07.10.2025), δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα.
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, μετά την τροποποίησή τουμε τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, και τον αρ. 3 παρ. 2 εδ. η' του ν. 3943/2011 "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου ως άνω άρθρου: "Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία ή κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στηντελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική κύρωση ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται...". Περαιτέρω, με τη νεότερη και ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κ.λπ.", όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (που τέθηκε σε ισχύ από 17/10/2015) , ορίζεται ότι "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 (σημ. αντίστοιχες των άρθρων 17 παρ. 1 και 18 παρ. 1 του ν. 2523/1997 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 και αντικαταστάθηκαν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, όπως ίσχυε μετά τον ν. 4337/2015), οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος... Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο". Η ανωτέρω διάταξη ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 66 παρ. 5 του ν. 4987/2022 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας" με έναρξη ισχύος από 4.11.2022, που ορίζει ότι" Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή, σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος ...". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 3 του νέου ΠΚ, η οποία ίσχυε από 1-7-2019 έως 30/4/2024, οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 136 περ. α' ν.5090/2024 : "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ. δ'. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της....". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η ανωτέρω αναγραφόμενη στην ως άνω ειδική ποινική μεταχείριση του άρθρου 66, είχε, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 463 και την περ. δ' του άρθρου 83 του νέου ΠΚ, αντικατασταθεί από τη φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή την κάθειρξη έως έξη (6) έτη , με την επισήμανση ότι η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της. Στη συνέχεια η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 66 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 79 παρ. 4 ν. 5104/2024 με έναρξη ισχύος την 19.4.2024, κατά το οποίο : " 4. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...". Με την ως άνω διάταξη, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρισθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του Κώδικα ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο. Δεν είναι εικονικό το φορολογικό στοιχείο που εξέδωσε ή έλαβε η κοινωνία κληρονόμων ή ο κληρονόμος ή σύζυγος ή τέκνο αποβιώσαντος ή συνταξιοδοτηθέντος συζύγου ή γονέα, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε ή λήφθηκε από τον αποβιώσαντα ή συνταξιοδοτηθέντα επιτηδευματία, εφόσον αφορά πραγματική συναλλαγή και πριν από κάθε είδους φορολογικό έλεγχο έχει καταχωρισθεί στα βιβλία τόσο του λαμβάνοντος όσο και του εκδώσαντος το στοιχείο, η αξία αυτού έχει συμπεριληφθεί στις οικείες δηλώσεις Φ.Π.Α. και φορολογίας εισοδήματος και έχει γίνει η απόδοση των φόρων που προκύπτουν από το στοιχείο αυτό. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι από 17-10-2015 και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν.4174/2013, (δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος κλπ, φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του ν.2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 638/2025,) 111/2024, 1039/2024, 1429/2024, 1033/2023, 160/2022). Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει, ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάσθηκε, ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη ΑΠ624/2025, 923/2024, 624/2023, 855/2023, 854/2023, 1485/2023, 1484/2023, 1084/2023, 1033/2023). Απαραίτητη. προϋπόθεση για να απορροφηθεί η διάταξη του άρθρου 65 παρ. β Ν. 4174/2013 από τη διάταξη της παρ. 5α του ως άνω άρθρου και να μην είναι αυτοτελώς κολάσιμη, είναι τα εικονικά φορολογικά στοιχεία να χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για τη διάπραξη ή υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 και ο κατηγορούμενος να έχει ήδη καταδικασθεί για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 ή να έχει ασκηθεί και να εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη, για τις πράξεις αυτές. Όμως δεν συντρέχει η εν λόγω προϋπόθεση, εάν ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε μεν πρωτοδίκως για την πράξη της φοροδιαφυγής, πλην όμως η ποινική δίωξη κρίθηκε, μεταγενέστερα, ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, επίσης προκύπτει ότι και η αθώωση για τη φοροδιαφυγή στο εισόδημα και στον ΦΠΑ αποσυνθέτει τη φαινομενική συρροή με τα εικονικά τιμολόγια και επομένως απαιτείται καταδικαστική απόφαση για το βασικό αδίκημα της φοροδιαφυγής στο εισόδημα και στον ΦΠΑ. Διότι ο σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η τιμωρία του δράστη για κάποια από τις πράξεις της φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4, του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 που τελέστηκαν με τη χρήση των φορολογικών αυτών στοιχείων, άλλως θα οδηγούσε, αντί της επιδιωκόμενης "άπαξ" τιμώρησης, στο αντίθετο άκρο της πλήρους ατιμωρησίας (ΑΠ 932/2024). Κατά μείζονα δε λόγο, δεν ισχύει στις περιπτώσεις που με την χρήση των εν λόγω εικονικών φορολογικών στοιχείων δεν τελείται αξιόποινη πράξη, λόγω του ύψους του φόρου που δεν πληρώθηκε ή δεν αποδόθηκε ή επιστράφηκε αχρεωστήτως [ποσό κατώτερο των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), όταν πρόκειται για φόρο εισοδήματος, ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή ειδικό φόρο ακινήτων (Ε.Φ.Α.), και ποσό κατώτερο των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €), όταν πρόκειται για φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος (άρθρο 66 παρ. 3 του Ν. 4987/2022, όμοια δε ήταν και η ρύθμιση της αντίστοιχης διάταξης του Ν. 4174/20133].
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι.
Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ3/2005, ΑΠ 1003/2020).
4. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης με αριθμ.22/2022 απόφασης που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το αδίκημα της έκδοσης και αποδοχής πλαστών εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικής αξίας άνω των 200.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, μετέτρεψε την αποδοθείσα στον κατηγορούμενο πράξη της κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ.5 εδ. β περ. β του ν.4174/2013 στην πλημμεληματική τοιαύτη του άρθρου 66 παρ.5 εδ.α' του ως άνω νόμου και ακολούθως, έπαυσε οριστικά την σε βάρος του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Ειδικότερα το Δικαστήριο, ύστερα από παράθεση σχετικών νομικών σκέψεων, διέλαβε στο σκεπτικό του τα ακόλουθα : "[...] Ο κατηγορούμενος είναι αγρότης ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. (άρθρο 41 Ν . 2859/00), με έδρα την Θήβα, αρμοδιότητας της Δ.Ο.Υ. Θηβών, δηλαδή επιτηδευματίας του άρθρου 2παρ.4 του ΠΔ 186/1992 [Κ.Σ.Β], με περιορισμένες φορολογικές υποχρεώσεις, ως μη υπόχρεος τήρησης βιβλίων και έκδοσης τιμολογίων πώλησης, για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων, που πραγματοποιούσε, αλλά δικαιούμενος σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.6 του Κ.Β.Σ, λήψης τιμολογίων αγοράς από τους εμπόρους - αγοραστές των προϊόντων του, ενώ ήταν υπόχρεος έκδοσης δελτίων αποστολής, που εκδίδονται στις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 11παρ.2 του ΚΒΣ. Εξάλλου, ως αγρότης ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, μπορούσε και ο ίδιος να εκδίδει τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, μετά από απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ.2 περ.ζ" του ΚΒΣ. Επίσης ο κατηγορούμενος, επειδή ήταν ενταγμένος στο Ειδικό Καθεστώς του άρθρου 41 ν. 2859/2000 [Κώδικας Φ.Π. Α], για την παράδοση των αγροτικών προϊόντων παραγωγής του, εδικαιούτο να ζητήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ως επιστροφή Φ.Π.Α, που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, που πραγματοποιούσε για την άσκηση της εκμετάλλευσής του, χρηματικό ποσό ανερχόμενο [σύμφωνα με τους τότε ισχύοντες συντελεστές] σε ποσοστό 5% για το έτος 2005, σε ποσοστό 7% για το έτος 2007 και σε ποσοστό 7% για το έτος 2008 επί της αξίας των αγροτικών προϊόντων που παρέδιδε. Με την ως άνω ιδιότητά του, κατά τα έτη 2005, 2007 και 2008, κατηγορείται ότι εξέδωσε και αποδέχθηκε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Συγκεκριμένα, του αποδόθηκε η κατηγορία ότι στο Άρμα Βοιωτίας, κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια, εξέδωσε και αποδέχθηκε, με πρόθεση, προς όφελος του εκατόν πέντε (105) πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγροτικών προϊόντων, με φερόμενους ως εκδότες διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα, στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές γεωργικών προϊόντων, οι οποίες (συναλλαγές) φέρονται ως ανύπαρκτες στο σύνολο τους, αφού οι συγκεκριμένες αγορές γεωργικών προϊόντων φέρονται κατά το κατηγορητήριο ότι δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος: α) για την χρήση του έτους 2005 φέρεται ότι εξέδωσε συνολικά 8 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής του συνολικής αξίας 770.699,86 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθ. 36/2006 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α. (με 5%), που υπέβαλε στην Δ.Ο,Υ. Θηβών το έτος 2006, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 38.535 ευρώ, β) για την χρήση του έτους 2007 φέρεται ότι εξέδωσε και αποδέχθηκε συνολικά 51 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής του συνολικής αξίας 698.728,50 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθ. 28/2008 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α. (με 7%), που υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ. Θηβών το έτος 2008, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 48.911 ευρώ και γ) για την χρήση του έτους 2008 φέρεται ότι εξέδωσε και αποδέχθηκε συνολικά 46 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής του συνολικής αξίας 657.528,10 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμό 148/2009 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α, που υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ. Θηβών το έτος 2009, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 46.026,97 ευρώ. Τα τιμολόγια δε αυτά των ετών 2005, 2007 και 2008, από τα οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να έχει εισπράξει από την διάθεση της γεωργικής του παραγωγής, συνολικό χρηματικό ποσό 2.126.956,46 ευρώ (770.699,86 + 698.728,50 + 657.528,10 =2.126.956,46), εμφαίνονται στον κατωτέρω παρατιθέμενο στο διατακτικό πίνακα, που περιλαμβάνει κατά στήλες τον αριθμό του τιμολογίου αγοράς, την ημερομηνία αυτού και την συνολική αξία εκάστου τιμολογίου. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στον κατηγορούμενο συντάχθηκε η υπ' αριθμό ΥΣΕ 215/12 αριθμός υπόθεσης 227/10 έκθεση ελέγχου των Ελεγκτών Κ. Ρ. και Χ. Δ. υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδας, που θεωρήθηκε στις 3-9-2012, από την οποία αποδείχθηκε ότι με βάση τα ως άνω τιμολόγια, που ο κατηγορούμενος εξέδωσε και αποδέχθηκε τα οποία φέρονται ότι ήταν πλαστά και εικονικά, επρόκειτο να επιστραφεί στον κατηγορούμενο από τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΔΟΥ Θηβών και τελικώς επιστράφηκε για την χρήση του έτους 2005 ΦΠΑ, ποσού 38.535 ευρώ, για την χρήση του έτους 2007 ΦΠΑ ποσού 48.911 ευρώ και για την χρήση του έτους 2008 ΦΠΑ ,ποσού 46.026,97 ευρώ. Για τα ως άνω φερόμενα εικονικά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι εξέδωσε και αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος συντάχθηκε η υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2012 μηνυτήρια αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, για το αδίκημα του άρθρου 19, του Ν. 2523/1997 και ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών -στοιχείων, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, με συνολική αξία υπερβαίνουσα το ποσό των 200.000 ευρώ, άρθρο 19παρ.1β-β του Ν. 2523/1997 ,ήδη 66 αρ.5 εδ.β υποπερ. (β) του Ν. 4174/2013. Από την ανωτέρω αναφερόμενη κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν προκύπτει ότι για την πράξη της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, που αφορά τα ένδικα τιμολόγια των ετών 2005, 2007 και 2008, θα πρέπει, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στον κατηγορούμενο η πράξη της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της και τούτο επειδή ο φερόμενος ως υπαίτιος κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (άρθρο 18παρ.1β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66παρ.1β του Ν. 4174/2013), με συνέπεια,[...] μη συνυπολογιζομένων των ενδίκων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω του είδους της απειλούμενης ποινής (ποινή φυλάκισης). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνευτική εκδοχή ότι η ένδικη πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό της χαρακτήρα, επειδή το εδάφιο γ' του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", εφαρμόζεται μόνο όταν υφίσταται αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, θα οδηγούσε στο "άτοπο": Α) να τιμωρείται στην ένδικη περίπτωση (ελλείψει φαινομενικής συρροής με κάποιο άλλο αδίκημα του άρθρου 66 για κακούργημα με πρόσκαιρη κάθειρξη ο κατηγορούμενος που εξέδωσε και αποδέχθηκε πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 2.126.956,46 ευρώ (770.699,86 ευρώ για το έτος 2005 + 698.728,50 ευρώ για το έτος 2007 + 657.528,10 ευρώ για το έτος 2008), τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει την Φορολογική Αρχή, ώστε να του επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α,, με συντελεστές Φ.Π.Α. 5%, 7% και 7% αντίστοιχα (όπως οι συντελεστές αυτοί ισχύουν για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 38.535 ευρώ για το έτος 2005, ποσού 48.911 ευρώ για το έτος 2007 και ποσού 46.026,97 ευρώ για το έτος 2008 (ποσά Φ.Π.Α. κατώτερα του ελαχίστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α), ενώ Β) εάν ο ίδιος κατηγορούμενος ήθελε υποτεθεί ότι είχε αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 3.626.956,46 ευρώ (500.000 υποθετικώς + 770.699,86 ευρώ για το έτος 2005, 500.000 υποθετικώς + 698.728,50 ευρώ για το έτος 2007 και 500.000 υποθετικώς + 657.528,10 ευρώ για το έτος 2007), τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποιούσε για να παραπλανήσει την Φορολογική Αρχή, ώστε να του επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ,Π.Α., με συντελεστές Φ.Π.Α 5%, 7% και 7% αντίστοιχα (όπως οι συντελεστές αυτοί ισχύουν για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 63.534,99 ευρώ για το έτος 2005, ποσού 83.910,99 ευρώ για το έτος 2007 και ποσού 81.026,96 ευρώ για το έτος 2008 (ποσά Φ.Π.Α. ανώτερα του ελαχίστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α, κατώτερα όμως του ορίου των 100.000 ευρώ που απαιτείται για να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα η πράξη του Φ.Π.Α.), οι οποίες (πράξεις της επιστροφής αχρεωστήτως Φ.Π.Α. 63.534,99 ευρώ, 83.910,99 ευρώ και 81.026,96 ευρώ) θα απορροφούσαν την πράξη της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικού ποσού ανώτερου των 200.000 ευρώ, θα ετιμωρείτο (λόγω φαινομενικής συρροής με το αδίκημα της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. του άρθρου 66παρ.1-4) για πλημμέλημα με φυλάκιση δύο ετών. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι, [...], η ερμηνευτική εκδοχή ότι το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ.5 του 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", δεν εφαρμόζεται εάν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της φοροδιαφυγής που να αφορά τα επίδικα εικονικά τιμολόγια ή δεν έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για την πράξη της φοροδιαφυγής, για οποιονδήποτε λόγο, θα καθιστούσε το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013 παντελώς ανεφάρμοστο - "κενό γράμμα", καθότι δεν θα υπήρχε καμία περίπτωση θεωρητικής εφαρμογής του. Ειδικότερα, εάν ήθελε υποτεθεί ότι υφίστατο στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που αφορούσε τα ένδικα πλαστά και εικονικά τιμολόγια θα είχε διωχθεί ή καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 και δεν θα ετίθετο ζήτημα εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, ήτοι συνυπολογισμού ή μη συνυπολογισμού των εικονικών φορολογικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66, λόγω της προηγηθείσας συρροής και της εξ ολοκλήρου απορρόφησης της πράξης των εικονικών τιμολογίων από την πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Επειδή εν προκειμένω, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που να αφορά τα ένδικα εικονικά τιμολόγια, εάν και πάλι δεν αφαιρούνταν (ήτοι συνυπολογίζονταν) τα ένδικα φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη - υποστήριξη πράξης των παραγράφων 1 έως 4 - αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., τότε δεν θα υπήρχε για την συγκεκριμένη υπόθεση καμία δυνατότητα θεωρητικής εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66παρ.5 του Ν. 4174/2013, παρότι τα ένδικα εικονικά τιμολόγια τα χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να διαπράξει αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Τέλος, ενόψει του, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος, όσον αφορά τα αναφερόμενα στο διατακτικό πλαστά και εικονικά τιμολόγια των ετών 2005, 2007 και 2008 που φέρεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ.3 και 113 παρ.2 του ΠΚ και 368 περ.β του Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, καθόσον, σύμφωνα με την κρατούσα στην νομολογία εκδοχή, ο χρόνος τέλεσης του κατ1 ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος είναι ο χρόνος θεώρησης του φύλλου ελέγχου του Ελεγκτή - υπαλλήλου του Σ.Δ.Ο Ε- Στερεάς Ελλάδος [.. .] ήτοι εν προκειμένω η 3-9-2012, και συνεπώς έχει παρέλθει έως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ.3 και 113 παρ.2 του ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και την διάταξη του άρθρου 368 περ.β ΚΠΔ και κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας". Σύμφωνα όμως με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, που έγιναν δεκτές από το δικάσαν Δικαστήριο, ήτοι: α) ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε και αποδέχθηκε με πρόθεση πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, κατ' εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται σε 2.126.956,46 ευρώ, ήτοι υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ, καθώς και, β) ότι ο κατηγορούμενος δεν καταδικάσθηκε για μια των αναφερομένων στην παράγραφο 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 εγκληματικών φορολογικών πράξεων, εξαιτίας του ότι χρησιμοποίησε τα ένδικα εικονικά φορολογικά στοιχεία για την αχρεώστητη επιστροφή Φ.Π.Α, ούτε ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για τα αδικήματα αυτά, το δικάσαν Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 και ήδη του Ν. 4987/2022, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη, ότι τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία συνυπολογίζονται για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, που αποτελεί κατά την ανωτέρω διάταξη, προϋπόθεση εφαρμογής της κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, και ως εκ τούτου η πράξη του κατηγορουμένου είναι αυτοτελώς κολάσιμη πράξη και δεν απορροφάται από άλλη εγκληματική πράξη εκ του άρθρου 66 παρ. 1, ήτοι την αχρεώστητη επιστροφή ΦΠΑ με εξαπάτηση της φορολογικής αρχής, (για την οποία αυτός δεν καταδικάσθηκε, ούτε ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του) και συνεπώς εμπίπτει, σύμφωνα με την αποδοθείσα σ' αυτόν κατηγορία, στην κακουργηματική μορφή του αδικήματος του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β' περ. β' του Ν. 4174/2013, και έτσι να εφαρμόσει την ουσιαστική αυτή ποινική διάταξη. Αντίθετα, με το να δεχθεί ότι τα επίδικα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία δεν συνυπολογίζονται για την κάλυψη του ως άνω ορίου των 200.000 ευρώ, που τίθεται από την ανωτέρω διάταξη ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της διακεκριμένης -κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της, αλλά αυτή της απλής μορφής που έχει πλημμελημματικό χαρακτήρα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 66 παρ.5 του ν.4987/2022.
Συνεπώς, το δικάσαν Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ενώ με το να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής, αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης, υπέπεσε επιπλέον και στην αναιρετική πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας.
Επομένως, είναι βάσιμοι αμφότεροι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' Κ.Π.Δ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Κ. Γ. του Μ., κατά την κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, κατ' εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. α' του Ν. 4174/2013, πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη με αριθμό 22/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2025.
Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ