Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1488 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1488/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Πετσάλη, Παναγιώτη Φιλόπουλο, Εισηγητή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Καντζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαρίνας Δαλιάνη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1279/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την "Marinet Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 7 Απριλίου 2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση με αρ. πρωτ. 2757/2025 αίτηση-δήλωση του Γ. Μ. του Μ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 1279/2023 δευτεροβάθμιας αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10.04.2025, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 2, 3 και 4, 474 παρ. 2 Α και 4 ΚΠΔ) και είναι παραδεκτή. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά από αναίρεση, εν μέρει, της υπ` αριθ. 1410, 1545/2021 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών που καταδίκασε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ'εξακολούθηση σε ποινή κάθειρξης (5) ετών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 ΚΠΔ, εάν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνο από ή υπέρ του καταδικασθέντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση όταν η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου, αν, όμως, η αναίρεση υπήρξε μερική, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, δεν θίγεται δε η απόφαση κατά τις λοιπές αυτής διατάξεις. Και τούτο διότι, στη δεύτερη περίπτωση, κατά τα λοιπά μέρη της αναιρεθείσας απόφασης, για τα οποία δεν προβλήθηκαν λόγοι αναιρέσεως ή οι τυχόν προβληθέντες απορρίφθηκαν από την αναιρετική απόφαση, η προσβληθείσα απόφαση κατέστη αμετάκλητη (άρθρο 546 ΚΠΔ), οπότε και δεν επιτρέπεται νέα συζήτηση επί των μερών τούτων, γι` αυτό και όταν προτείνονται λόγοι αναιρέσεως, κατά των μερών αυτών, τυγχάνουν, κατ` άρθρο 57 ΚΠΔ, απαράδεκτοι, αφού προσκρούουν στο δεδικασμένο που γεννήθηκε ως προς αυτά, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τα εν λόγω κεφάλαια είναι αυτοτελή και η υπόστασή τους δεν εξαρτάται από το αναιρεθέν μέρος. Ειδικότερα, αν αναιρεθεί καταδικαστική απόφαση μόνο ως προς την διάταξή της, που αναφέρεται στην επιβολή ποινής ορισμένης αξιόποινης πράξης, τότε έχει κριθεί αμετάκλητα η ενοχή ως προς την τέλεσή της. Το Δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται, κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, η υπόθεση περιορίζεται στην εξέταση μόνο της ποινής της εν λόγω αξιόποινης πράξης, για την οποία έγινε η παραπομπή της υπόθεσης και δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί εκ νέου με την ενοχή του κατηγορουμένου, καθότι η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 40/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Δυνάμει της υπ` αριθμ. 1410, 1545/2021 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ'εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε τη με αρ. πρωτ. 3461/2022 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 359/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε εν μέρει ως προς τον και νυν αναιρεσείοντα και δη ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του (αναιρεσείοντος) της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ και συνακόλουθα ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κατά το ανωτέρω αναιρεθέν μέρος για νέα συζήτηση, απορρίφθηκε δε κατά τα λοιπά η ως άνω ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου. Μετά την έκδοση της άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η καταδίκη του αναιρεσείοντος για την ένδικη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ'εξακολούθηση κατέστη αμετάκλητη και το Δικαστήριο της παραπομπής, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος της, μπορούσε να επιληφθεί αυτής μόνο για την αναγνώριση της ανωτέρω ελαφρυντικής περίπτωσης και νέο καθορισμό ποινής. Επακολούθησε η εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της παραπομπής και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1279/2023 προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, της οποίας ζητείται η αναίρεση. Από την επισκόπηση των πρακτικών της τελευταίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, υπέβαλε δια του συνηγόρου του εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής τον αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο της ουσίας έκανε δεκτό τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό και αναγνώρισε ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για την ως άνω αξιόποινη πράξη του. Το άρθρο 79 παρ. 7 του ΠΚ, όπως τούτο ίσχυε από 1-7-2019 έως 17-11-2019 (δηλ. μετά την έναρξη της ισχύος (1-7-2019) του ν. ΠΚ και πριν από τη τροποποίησή του με το άρ. 12 παρ. 1 του ν. 4637/2019) όριζε ότι "Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία". Το ως άνω άρθρο περί δικαστικής επιμέτρησης της ποινής, μετά τη τροποποίησή του με το άρ. 12 παρ. 1 του ν. 4637/2019, ορίζει ήδη ότι "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε". Μέχρι και την 30η-6-2019, ίσχυε η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 79 του παλαιού ΠΚ, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η ένδικη πράξη, σύμφωνα με την οποία "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Από τη συγκριτική μελέτη των ως άνω τριών διατάξεων, προκύπτει ότι ευμενέστερη είναι εκείνη που ίσχυσε κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2019 έως 17-11-2019, η οποία επιτάσσει ότι η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, με τη διευκρινιστική προσθήκη ότι η απλή μνεία στην απόφαση ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του". Η διάταξη αυτή για τη συνεκτίμηση του ως άνω κριτηρίου, δηλ. των συνεπειών της ποινής στον υπαίτιο και τους οικείους του, είναι ευμενέστερη έναντι των διατάξεων του ίδιου άρθρου του προϊσχύσαντος ΠΚ, στο οποίο δεν προβλεπόταν τέτοιο κριτήριο. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και 6 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, του βαθμού ενοχής του δράστη, της προσωπικότητας αυτού, καθώς και με τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ ή πατά του υπαιτίου, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος, τον βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου (χαρακτήρα, ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, διαγωγή κατά και μετά την τελεση της πράξης), στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στη, σχετική με την ποινή, απόφασή του άλλη ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 464/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 563/2020).
Εξάλλου, η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία, βάσει των οποίων καθορίζεται, ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 548/2021, ΑΠ 1376/2020), θα ήταν δε άσκοπη η επανάληψη του σκεπτικού περί ενοχής στην περί ποινής απόφαση (ΑΠ 13/2022, ΑΠ 1949/2019). Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 ΠΚ και τη διά μέσου αυτών σιωπηρή, έστω, επίκληση όσων έγιναν ήδη δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής (ΑΠ 683/2025, ΑΠ 712/2024, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 741/2021).
Περαιτέρω, η ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους καταλείπεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε (ΑΠ 683/2025, ΑΠ 712/2024, ΑΠ 506/2021, ΑΠ 591/2019).
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 2/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014 "Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλες διατάξεις", "Κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορούμενου. Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία, ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας.".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω νόμου, "Η αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση, όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης ενώπιον: (α) του Αρείου Πάγου, ανατίθεται σε Αρεοπαγίτη, (β) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ανατίθεται σε Σύμβουλο ή Πάρεδρο, (γ) του εφετείου, ανατίθεται σε Πρόεδρο Εφετών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, (δ) του πρωτοδικείου, ανατίθεται σε Πρόεδρο Πρωτοδικών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, (ε) του ειρηνοδικείου, ανατίθεται στον Ειρηνοδίκη που διευθύνει το ειρηνοδικείο που εξέδωσε την απόφαση...". Ακόμη, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, "1. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας ιδίως: α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. 2. Όταν διαπιστώνεται ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και επομένως υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση και σε καταφατική περίπτωση ορίζει το ύψος αυτής, λαμβάνοντας υπόψη και την περίοδο που υπερέβη τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά συνεκτίμηση των κριτηρίων της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και την ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του, μεταξύ των οποίων και την επιδίκαση υπέρ αυτού αυξημένης δικαστικής δαπάνης, κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις". Τέλος, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, "Τα οριζόμενα στα προηγούμενα άρθρα εφαρμόζονται αναλόγως και στις διαδικασίες ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων", όπως και η παράγραφος 3 του άρθρου τούτου, που παρατέθηκε στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψης, σύμφωνα με την οποία κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου (ΑΠ 1376/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το κατά παραπομπή Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της, με ειδική σκέψη του, για την επιβολή της άνω ποινής έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διαπράχθηκε, το βαθμό της ενοχής του κατηγορουμένου, καθώς και την προσωπικότητα αυτού, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε και τα ειδικώς μνημονευόμενα στην απόφαση κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο, να διαλάβει στην απόφαση αυτή άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Αναφορικά με την επιβληθείσα στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο πενταετή ποινή κάθειρξης, που κυμάνθηκε εντός των ορίων του πλαισίου της προβλεπόμενης ποινής (με κάθειρξη έως δέκα έτη), λαμβάνοντας υπόψη και τις προβλέψεις του άρθρου 79 ΠΚ για την επιμέτρηση της ποινής, το ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές, την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαλαμβανομένων στα σκεπτικά [περί ενοχής της υπ' αρ. 1410, 1545/2021 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου αμετακλήτου ως προς το σκέλος αυτό] και [περί ποινής της νυν προσβαλλομένης], που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αναφέροντας ρητά τους λόγους που κατά την παρ. 7 της ως άνω διάταξης δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή, ως προς την επιβληθείσα ποινή, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, όσα αντίθετα διατείνεται ο αναιρεσείων με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου ως προς την επιμέτρηση της ποινής, κρίνονται αβάσιμα.
Περαιτέρω, η μη αναφορά, ότι λήφθηκε υπόψη η τυχόν υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις, δεν συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, με τον συναφή τρίτο λόγο του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, αφού η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι πράγματι έχει διαγνωσθεί η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, κάτι που δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Άλλωστε, κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά, κατά το νόμο (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 4239/2014), συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο, όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 4239/2014, το ποινικό Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να μνημονεύσει με συνοπτική αιτιολογία την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, εφόσον θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης, ενώ δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει αρνητικά, ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, όταν, μάλιστα, δεν έχει υποβληθεί συναφής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο, όπως προκύπτει εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης του δικάσαντος κατά παραπομπή Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, δεν υπήρχε υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς υποβολή του ισχυρισμού αυτού, δια του συνηγόρου, του αναιρεσείοντος, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, ο ως άνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, για τη θεμελίωση του οποίου προβάλλεται, ότι η πληττόμενη απόφαση, κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής δεν έλαβε υπόψη την υπέρβαση του εύλογου χρόνου της διαδικασίας, που αποτελεί αυτοτελή λόγο μείωσης της ποινής, κατά την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 4239/2014, που κατά τους ισχυρισμούς του, αγνόησε και δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί αυτού, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. πρωτ. 2757/2025 αίτηση - δήλωση του Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., οδός ... για αναίρεση της υπ' αρ. 1279/2023 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ