ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1537/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1537/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1537/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1537 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1537/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλικής Βλάχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ι. Μ. του Α. και 2) Ε. Θ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Μαρμαρινού, για αναίρεση της υπ'αριθμ. ΒΤ 661/2025 - ΒΤ 260/2025 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1) Β. Χ. του Κ. και 2) Β. Σ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Χανιωτάκη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17/9/2025 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και τις πληρεξούσιες δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση οι αιτήσεις: 1) με αρ. εκθ. κατ. Ε.Μ.45/17.9.2025 του Ι. Μ. του Α. και 2) με αρ. εκθ. κατ. Ε.Μ. 46/17.9.2025 της Ε. Θ. του Π., κατοίκων ..., οδός ..., για αναίρεση της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης με αρ. 260, 661/2025 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρ.464, 466 παρ.1α', 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1 και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 α' του ΚΠΔ), και περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠΔ.

Επομένως, είναι παραδεκτές, και πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των αναιρετικών τους λόγων, συνεκδικαζόμενες λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αφού περιέχουν κοινούς λόγους αναίρεσης και στρέφονται κατά της αυτής απόφασης.

Ι. Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1ης Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι πλέον σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος μετατρέπει την πράξη από κακούργημα σε πλημμέλημα. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για τον χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσότερων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, περί σωματικής βλάβης, όπως ίσχυε μέχρι τις 30.6.2019 (πριν από την έναρξη ισχύος την 1.7.2019, του νέου Ποινικού Κώδικα), "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", ενώ κατά τη διάταξη του ίδιου ως άνω άρθρου 308 παρ.1 εδ. α' του νέου ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης (22.1.2025) της προσβαλλόμενης απόφασης και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, "όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 του ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30.6.2019, (πριν από την έναρξη ισχύος του νέου Ποινικού Κώδικα), "αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", ενώ κατά τη διάταξη του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε από 1.7.2019 και έως 11.11.2021 δηλ. μετά την έναρξη της ισχύος του νέου ΠΚ και πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 65 του ν.4855/2021, και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, "αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Ήδη η διάταξη του άρθρου 309 του ν. ΠΚ έχει τροποποιηθεί επί το δυσμενέστερο με το άρθρο 65 του ν. 4855/2021 ως προς την επιβλητέα ποινή, αφού για την επικίνδυνη σωματική βλάβη προβλέπεται πλέον αποκλειστικά ποινή "φυλάκισης έως τρία έτη". Η διάταξη του άρθρου 309 του ν. ΠΚ σε σχέση με την προηγούμενη, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης (19.1.2018) της ένδικης πράξης, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (έως πέντε ετών), που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη ποινή, πριν την ως άνω τροποποίησή της με τον ν. 4855/2021, είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή(ΑΠ 661/2020). Απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι: α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 ΠΚ, β) η πράξη να τελέστηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ.2 ΠΚ. Αξιολογείται, επομένως, όχι το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά το χρησιμοποιηθέν μέσο, ο τρόπος ενέργειας, το ευπαθές ή μη του πληγέντος τμήματος του ανθρωπίνου σώματος, η προσφορότητα του μέσου που χρησιμοποιήθηκε κλπ. (ΑΠ 68/2022, ΑΠ 537/2018, ΑΠ 1070/2017). Ενόψει της διαζευκτικής αυτής διατύπωσης, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το Δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Τούτο δε, δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής (για την αξιόποινη πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης που θεσπίζεται με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, προβλέπεται ήδη ποινή φυλάκισης έως τριών (3) ετών), πρακτικά οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 79 ΠΚ κριτήρια. Δεν δημιουργεί, όμως, αντίφαση η σωρευτική αναφορά του κινδύνου ζωής και βαριάς σωματικής βλάβης (ΑΠ 863/2023, ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 947/2020, ΑΠ 824/2020), εκτός αν στο σκεπτικό καθορίζεται η μια μορφή και στο διατακτικό η άλλη ή στο σκεπτικό καθορίζεται η ως άνω σωρευτική αναφορά και στο διατακτικό η διαζευκτική τοιαύτη ή και αντίστροφα (ΑΠ 1104/2024). Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη τον νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1485/2022, ΑΠ 1036/2021). Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται απλός (κοινός) δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 819/2022, ΑΠ 778/2022, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 812/2020, ΑΠ 824/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης ,που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 594/2024, ΑΠ 857/2023).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 857/2023, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σε αυτή (ήτοι ανωμοτί καταθέσεις των παρασταθέντων προς υποστήριξη της κατηγορίας, κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα) δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή αναφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "[...] Την 19η-01-2018 και περί ώρα 13.00 στο Περιστέρι Αττικής, η πρώτη παθούσα Β. Χ., διερχόμενη έξωθεν της οικίας των κατηγορουμένων, ευρισκόμενη στην οδό ..., σταμάτησε μετ' ολίγον και άρχισε να διαπληκτίζεται με τον πρώτο κατηγορούμενο Ι. Μ. και την δεύτερη κατηγορουμένη Ε. Θ., οι οποίοι ευρίσκονταν στην πόρτα της οικίας τους. Σημειωτέον ότι η οικία των κατηγορουμένων είναι διώροφη, αποτελούμενη από ισόγειο, πρώτο και δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο, ενώ η πόρτα της εισόδου ευρίσκεται επί της ανωτέρω οδού, με ένα μικρό ρείθρο, λίγων εκατοστών να τη χωρίζει από το οδόστρωμα. Αμέσως - χωρίς να είναι εισέτι σαφές το τι διημείφθη μεταξύ των - οι ως άνω κατηγορούμενοι κινήθηκαν εναντίον της πρώτης παθούσας και τότε η δεύτερη κατηγορουμένη χτύπησε την ανωτέρω παθούσα με τα χέρια της στο πρόσωπο και άρχισε να την τραβάει από τα ρούχα της. Η παθούσα ανταπέδωσε τα χτυπήματα στην ανωτέρω κατηγορουμένη και τότε άρχισε μεταξύ όλων συμπλοκή που είχε ως αποτέλεσμα να επιπέσουν και οι τρεις στο έδαφος. Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι σηκώθηκαν αμέσως, πλην όμως η παθούσα παρέμεινε πεσμένη στο οδόστρωμα. Εκείνη την ώρα, από τις φωνασκίες των συμπλεκόμενων άρχισε να συγκεντρώνεται κόσμος, καθώς και ο σύζυγος της πρώτης παθούσας-δεύτερος παθών, Β. Σ., όπως επίσης και ο πατέρας του τελευταίου (και πεθερός της πρώτης). Μετά από διάστημά δύο περίπου λεπτών και ενώ ακόμα η πρώτη παθούσα ήταν πεσμένη στο οδόστρωμα, ο δεύτερος παθών Β. Σ. και ο πατέρας του, άρχισαν να συμπλέκονται με τους ανωτέρω κατηγορουμένους, με αλληλοσπρωξίματα και τραβήγματα, οι οποίοι (κατηγορούμενοι) στο μεταξύ είχαν μετακινηθεί στην είσοδο της οικίας τους ευρισκόμενοι στο κατώφλι της εξώπορτάς τους. Σε εκείνο το σημείο ο πρώτος κατηγορούμενος κατάφερε το πρώτο λάκτισμα κατά του δεύτερου παθόντος, ο οποίος προσπάθησε να το αποφύγει κρατώντας το πόδι του. Αυτό κατέθεσε και ο μάρτυρας υπεράσπισης Π. Μ. Κατά τη διάρκεια των αλληλοτραβηγμάτων ο πρώτος κατηγορούμενος άρπαξε την ζακέτα του δεύτερου παθόντος, μάρκας "puma", χρώματος πράσινου-χακί και του την έβγαλε. Μετά την πάροδο δύο περίπου λεπτών η δεύτερη κατηγορουμένη εξερχόμενη εκ νέου της οικίας, στην είσοδο της οποίας παρέμενε, κινήθηκε εναντίον του δεύτερου παθόντος, πλην όμως δεv του κατάφερε κάποιο χτύπημα. Κατόπιν, κατ' εκείνο το χρονικό σημείο, περίπου μετά την πάροδο 6 λεπτών από την έναρξη του συμβάντος, εξήλθε της - οικίας του ο Π. Μ., υιός των ανωτέρω πρώτου και δεύτερης των κατηγορουμένων. Εν συνεχεία, ο πρώτος κατηγορούμενος επιτέθηκε εκ νέου στον δεύτερο παθόντα χτυπώντας τον με λακτίσματα, ο τελευταίος δε απαντούσε σε αυτά και πιάνοντας από το λαιμό τον δεύτερο κατηγορούμενο και τραβώντας τον, επέπεσαν αμφότεροι στο οδόστρωμα. Τότε ακριβώς συνεπλάκησαν όλοι οι διάδικοι μεταξύ τους και ο μεν πρώτος κατηγορούμενος κατάφερε πολλαπλά χτυπήματα σε όλα τα μέρη του σώματος του Β. Σ. (όπου κατωτέρω θα αναφερθεί με βάση τις προκληθείσες σε αυτόν σωματικές κακώσεις) και η δεύτερη κατηγορουμένη εξακολούθησε να χτυπάει στο πρόσωπο την πρώτη παθούσα. Σημειωτέον ότι απόδειξη των ανωτέρω εισέφερε η συμβολή των κατηγορουμένων να προσκομίσουν αποδεικτικά μέσα αποδεικνύοντα πέραν πόσης αμφιβολίας την ενοχή τους, μεταξύ των οποίων και το βιντεοληπτικό υλικό που επισκοπήθηκε δημόσια από υλικό φορέα αποτύπωσης οπτικοακουστικού υλικού (usb-stick). Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι το περιστατικό έληξε μόνο κατόπιν της συνδρομής αστυνομικής δύναμης που στο μεταξύ προσέτρεξε στο σημείο. Ακόμη, αξιοσημείωτο είναι ότι τόσο η ζακέτα του δεύτερου παθόντος, η οποία ως ανωτέρω αναφέρθηκε αφαιρέθηκε πιθανόν από τον πρώτο κατηγορούμενο, όσο και τα γυαλιά ήλιου της πρώτης παθούσας, δεν γλίτωσαν από την εκδικητική μανία των κατηγορουμένων, αλλά ευρέθησαν μετά το συμβάν εκτεθειμένα ως λάβαρα στο μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου της οικίας των κατηγορουμένων, ενώ πάνω σ' αυτά οι κατηγορούμενοι τοποθετούσαν άλλοτε ζάντα αυτοκινήτου και άλλοτε χαρτί με σημείωμα προφανώς απευθυνόμενο προς τους παθόντες, οι οποίοι είχαν οπτική επαφή στο μπαλκόνι των κατηγορουμένων και άρα μπορούσαν να γίνουν κοινωνοί του ιδιότυπου "μηνύματος" που αυτοί (κατηγορούμενοι) ήθελαν κατ' αυτόν τον τρόπο να τους αποστείλουν. Το γεγονός αυτό προσδίδει ιδιαίτερη απαξία στην πράξη των κατηγορουμένων. Συνέπεια της πράξης του πρώτου κατηγορουμένου σε βάρος του Β. Σ. ήταν να του προκαλέσει τις εξής σωματικές βλάβες: "οίδημα στη βρεγματική χώρα αριστερά, εκχύμωση κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού, μικροεκδορά στην αριστερή ζυγωματική χώρα, μικρής έκτασης απόσπαση επιδερμίδας στην πρόσθια τραχηλική χώρα ισοϋψώς του μήλου του Αδάμ, εκδορά στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού αγκώνα, οίδημα αριστερού αντιβραχίου, δύο εκδορές στην έξω πλάγια και στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίου, εκδορά στην ονυχοφόρο φάλαγγα του παράμεσου δακτύλου της αριστερός άκρας χειρός, εκδορά στην ονυχοφόρο φάλαγγα του δεξιού αντίχειρα, υπονύχιο αιμάτωμα του παράμεσου δακτύλου της δεξιάς άκρας χειρός, τέσσερις (4) εκδορές στην πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνημιαίας χώρας, ζάλη, κεφαλαλγία, άλγος αριστερού άνω άκρου, άλγος αριστεράς γλουτιαίας χώρας και αριστερού κάτω άκρου", ενώ, από την πράξη της δεύτερης κατηγορουμένης, σε βάρος της Β. Χ. προκλήθηκαν σ' αυτήν οι εξής σωματικές βλάβες: "μικροεκδορά στην αριστερή ζυγωματική - βυκανητική χώρα, οίδημα αριστερού ρώθωνος ρινός, μικροεκχύμωση στη ρινική χώρα, μικροεκχύμωση στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού βραχίονα, ζάλη, κεφαλαλγία, άλγος στη δεξιά πηχεοκαρπική άρθρωση, άλγος μέσου και παράμεσου δακτύλου της αριστερός άκρας χειρός, πλευροδυνία άμφω".Ως εκ του τρόπου δε με τον οποίο τελέστηκαν οι ανωτέρω πράξεις (λακτίσματα, γροθιές, πτώσεις αμφοτέρων των παθόντων επί του εδάφους, εκ των οποίων θα μπορούσε να επέλθει βαρύτερο αποτέλεσμα, όπως θάνατος ή βαριά σωματική βλάβη και από τα σημεία που επλήγησαν (κεφάλι, λαιμός μάτια, τραχηλική χώρα, σώμα), μπορούσε να προκληθεί στους παραπάνω εγκαλούντες σωρρευτικώς και κίνδυνος ζωής και η βαριά σωματική τους βλάβη και επομένως οι πράξεις αυτές συγκεντρώνουν τουλάχιστον τα χαρακτηριστικά της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Ως εκ τούτου, με βάση τα ανωτέρω, μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί ότι ο σχετικός ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί επιτρεπτής βελτίωσης της πράξης τους σε αυτήν της όλως ελαφρός σωματικής βλάβης (κατ' άλλη γνώμη πρόκειται για αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό), τον οποίο προβάλλουν επιδιώκοντας την αθώωσή τους, λόγω του ανεγκλήτου χαρακτήρα της πράξης κατά το χρόνο της τέλεσης της (ήταν πταισματικού χαρακτήρα), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος [...]".

Ακολούθως το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ένοχους, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 γ' του ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή(άρθρα 94 παρ. 1, 309 ΠΚ) και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων (14) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

".....ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτούς ενόχους, αναγνωριζομένης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 γ' του ΠΚ των κατωτέρω αξιόποινων πράξεων:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον α' εκκαλούντα-κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης τελεσθείσας άπαξ και κατά μόνας απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί ορθότερου χαρακτηρισμού της πράξης σε εκείνη της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης, και δη του ότι στο Περιστέρι Αττικής, την 19-01-2018, με πρόθεση προξένησε σωματική κάκωση σε άλλον, που τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή τη βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, επιτέθηκε εναντίον του εγκαλούντος Σ. Β. και με τα χέρια του κατάφερε σε αυτόν χτυπήματα σε διάφορα σημεία του σώματός του και τον τραυμάτισε προκαλώντας του σωματικές κακώσεις και δη οίδημα στη βρεγματική χώρα αριστερά, εκχύμωση κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού, μικροεκδορά στην αριστερή ζυγωματική χώρα, μικρής έκτασης, απόσπαση επιδερμίδας στην πρόσθια τραχηλική χώρα ισοϋψώς του μήλου του Αδάμ, εκδορά στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού αγκώνα, οίδημα αριστερού αντιβραχίου, δύο εκδορές στην έξω πλάγια και στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίου, εκδορά στην ονυχοφόρο φάλαγγα του παράμεσου δακτύλου της αριστερός άκρας χειρός, εκδορά στην ονυχοφόρο φάλαγγα του δεξιού αντίχειρα, υπονύχιο αιμάτωμα του παράμεσου δακτύλου της δεξιάς άκρας χειρός, τέσσερις (4) εκδορές στην πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνημιαίας χώρας, ζάλη, κεφαλαλγία, άλγος αριστερού άνω άκρου, άλγος αριστερής γλουτιαίας χώρας και αριστερού κάτω άκρου. Από τον τρόπο δε με τον οποίο τελέστηκε ανωτέρω πράξη και από τα σημεία που επλήγησαν (κεφάλι-σώμα), μπορούσε να προκληθεί στον παραπάνω εγκαλούντα κίνδυνος ζωής ή βαριά σωματική του βλάβη.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τη δεύτερη εκκαλούσα-κατηγορουμένη ένοχη τέλεσης της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης τελεσθείσας, κατ' επιτρεπτή βελτίωση της κατηγορίας, άπαξ και κατά μόνας, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί ορθότερου χαρακτηρισμού της πράξης σε εκείνη της άλως ελαφράς σωματικής βλάβης, και δη του ότι στο Περιστέρι Αττικής, την 19-01-2018, με πρόθεση προξένησε σωματική κάκωση σε άλλον, που τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή τη βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, επιτέθηκε εναντίον της εγκαλούσας Χ. Β. και με τα χέρια της κατάφερε σε αυτήν χτυπήματα σε διάφορα σημεία του σώματός της, την έριξε στο δρόμο και της κατάφερε χτυπήματα στην αριστερή πλευρά της κεφαλής και την τραυμάτισε προκαλώντας της σωματικές κακώσεις και δη μικροεκδορά στην αριστερή ζυγωματική- βυκανητική χώρα, οίδημα αριστερού ρώθωνος ρινός, μικροεκχύμωση στη ρινική χώρα, μικροεκχύμωση στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού βραχίονα, ζάλη, κεφαλαλγία, άλγος στη δεξιά πηχεοκαρπική άρθρωση, άλγος μέσου και παράμεσου δακτύλου της αριστερός άκρας χειρός, πλευροδυνία άμφω. Από τον τρόπο δε με τον οποίο τελέστηκε η ανωτέρω πράξη και από τα σημεία που επλήγησαν (κεφάλι-σώμα), μπορούσε να προκληθεί στην παραπάνω εγκαλούσα κίνδυνος ζωής ή βαριά σωματική της βλάβη".

Με τις προαναφερθείσες παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης αυτής, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται δεκτό στον μεν σκεπτικό της ότι "εκ του τρόπου με τον οποίο τελέστηκαν οι ανωτέρω πράξεις (λακτίσματα, γροθιές, πτώσεις αμφοτέρων των παθόντων επί του εδάφους, εκ των οποίων θα μπορούσε να επέλθει βαρύτερο αποτέλεσμα, όπως θάνατος ή βαριά σωματική βλάβη και από τα σημεία που επλήγησαν (κεφάλι, λαιμός μάτια, τραχηλική χώρα, σώμα), μπορούσε να προκληθεί στους παραπάνω εγκαλούντες σωρρευτικώς και κίνδυνος ζωής και η βαριά σωματική τους βλάβη", στο δε διατακτικό της ότι "μπορούσε να προκληθεί στους εγκαλούντες κίνδυνος ζωής ή βαριά σωματική τους βλάβη". Κατόπιν των ανωτέρω αντιφατικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης υφίσταται αμφιβολία και ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης των παθόντων, που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι συνέτρεξε, δηλαδή ποιο έννομο αγαθό των παθόντων και υποστηριζόντων την κατηγορία επλήγη στη συγκεκριμένη περίπτωση, και δη αν επήλθε διακινδύνευση της ζωής τους ή βαριά σωματική τους βλάβη ή αν επλήγησαν αμφότερα τα εν λόγω έννομα αγαθά τους. Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος των αναιρέσεων από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση της ως άνω εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρ. 309 ΠΚ, είναι βάσιμος.

ΙΙ. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τον τρόπο πρόκλησης των αναφερομένων σωματικών βλαβών των παθόντων, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τα πληγέντα σημεία του σώματός τους. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, εμφιλοχώρησε ασάφεια και αντίφαση στις παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον: 1) Όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι ι) "[...] Σε εκείνο το σημείο πρώτος κατηγορούμενος κατάφερε το πρώτο λάκτισμα κατά του δεύτερου παθόντος... Εν συνεχεία, ο πρώτος κατηγορούμενος επιτέθηκε εκ νέου στον δεύτερο παθόντα χτυπώντας τον με λακτίσματα, [...], αντιφατικά, αναφορικά με το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, στο διατακτικό δέχεται ότι "[...] Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο επιτέθηκε εναντίον του εγκαλούντος Σ. Β. και με τα χέρια του κατάφερε σε αυτόν χτυπήματα σε διάφορα σημεία του σώματός του και τον τραυμάτισε προκαλώντας του σωματικές κακώσεις [...]". 2) Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι "[...] και τότε η δεύτερη κατηγορούμενη χτύπησε την ανωτέρω παθούσα με τα χέρια της στο πρόσωπο και άρχισε να την τραβάει από τα ρούχα της. [...] και η δεύτερη κατηγορούμενη εξακολούθησε να χτυπάει στο πρόσωπο την πρώτη παθούσα, αντιφατικά, όσον αφορά το σημείο του σώματος της παθούσας που επλήγη, στο διατακτικόδέχεται ότι "[...] Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, επιτέθηκε εναντίον της εγκαλούσας Χ. Β. και με τα χέρια της κατάφερε σε αυτήν χτυπήματα σε διάφορα σημεία του σώματός της [...]". 3) Όσον αφορά αμφότερους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι "[...]. Ως εκ του τρόπου δε με τον οποίο τελέστηκαν οι ανωτέρω πράξεις (λακτίσματα, γροθιές),...", στο διατακτικό, ουδεμία αναφορά για γροθιές γίνεται. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος των αναιρέσεων, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης, αναφορικά με τον τρόπο, τα μέσα πρόκλησης και το είδος των σωματικών βλαβών των παθόντων, είναι βάσιμος. Επισημαίνεται ότι οι εμπεριεχόμενες στο δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου αναιρέσεων αιτιάσεις περί εσφαλμένης αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων (βιντεοληπτικού υλικού κλπ), που λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την κατάφαση της ενοχής των αναιρεσειόντων, δεν ιδρύουν τον ανωτέρω λόγο, αλλά πλήττουν απαράδεκτα την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Επομένως, κατά παραδοχή αμφότερων των λόγων των υπό κρίση αναιρέσεων, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' ΚΠΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης νόμιμης βάσης και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αντίστοιχα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 και 522 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 260, 661/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή