Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 268 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 268/2026ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΕ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη, περί αναιρέσεως της απόφασης 1118/2024 του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ι. Ζ. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Ροδίτη. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ε. Κ. του Ι., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαύρο. Το Α' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27/10/2025 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ν. Κ. και έλαβε αριθμό 55/2025 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΚατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' του νέου Κ.Ποιν.Δ., που ισχύει από 1-7-2019 "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507", κατά δε το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 155 Ν. 4855/12-11-2021, "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον Εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός(1) μηνός, για δε τους λοιπούς Εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώρηση αυτήν.". Από τις διατάξεις αυτές, που έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, εφόσον η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως απόφαση εκδόθηκε υπό την ισχύ του νέου Κ.Ποιν.Δ. (βλ. άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' σε συνδ. με άρθρ. 589 παρ. 3 αυτού), προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, εκδιδομένης από οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, επικαλούμενος λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. ( ΑΠ 922/2024, ΑΠ 905/2025). Στην προκείμενη περίπτωση, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την υπό κρίση από 27-10-2025 και με αριθμό κατάθεσης 45/2025 αίτηση του, ζητεί την αναίρεση της υπ` αριθμ. 1118/2024 απόφασης του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο, έκανε δεκτή την προβληθείσα από τον κατηγορούμενο ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος , με βάση το οποίο αυτός είχε παραπεμφθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια ( αρθ. 314 παρ. 1 εδ. ΠΚ), την οποία φέρεται ότι τέλεσε στο Περιστέρι Αττικής στο Περιστέρι Αττικής , κατά το χρονικό διάστημα από 8-10-2018 έως 31-10-2018 και ακύρωσε το υπ'αριθμ. .../2022 κλητήριο θέσπισμα ,αφού ανακάλεσε την υπ'αριθμ. 1947/16-6-2023 προηγούμενη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και στη συνέχεια έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου Ι. Ζ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε παραδεκτά από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αφού στρέφεται κατά απόφασης υποκειμένης σε αναίρεση και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός ενός (1) μηνός από την καταχώριση καθαρογραμμένης της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ, την 7-10-2025 και η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου την 27-10-2025 , συνταχθείσας της υπ'αριθμ. 55/2025 έκθεσης. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω , ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων με αυτή λόγων αναιρέσεως που αναφέρονται σε α) εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και β) στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του Κ.Ποιν.Δ.).Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ2/2011, ΑΠ 1452/2024, ΑΠ 414/2024, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 769/2023, ΑΠ 1588/2022, ΑΠ80/2020, ΑΠ 322/2020). Δεν αποτελεί, όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ1138/2023, ΑΠ223/2022, ΑΠ382/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφασίζει για ζήτημα, το οποίο δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφασίσει για ζήτημα, για το οποίο έχει υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του(ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣυμβΑΠ 1/2014, ΟλΑΠ 19/2001, ΑΠ 1252/2024, ΑΠ 33/2024, ΑΠ 266/2023). Υπέρβαση εξουσίας που εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει και όταν το Δικαστήριο της ουσίας παύσει εσφαλμένα οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, καθόσον δεν είχε παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής (ΑΠ 593/2024, ΑΠ 1699/2022, ΑΠ 1580/2019).Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 175 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του καταλόγου των μαρτύρων, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 167 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της, μέχρι να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος εντάσσεται στις περιοριστικά μνημονευόμενες από το νόμο σχετικές ακυρότητες για τις οποίες ισχύει το τεκμήριο της σιωπηρής αποδοχής τους. Έτσι αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, καλύπτεται η τυχόν ακυρότητα της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος (ως διαδικαστικής πράξεως που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί), ή αυτή που προκύπτει από την άκυρη επίδοσή τους και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και όταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν παρών στην πρωτοβάθμια διαδικασία, προέβαλε αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης υποβάλλοντας ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (άρθρο 321 ΚΠοινΔ), την οποία απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εφόσον ο κατηγορούμενος προέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως την ανωτέρω ακυρότητα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, έχει υποχρέωση να αποφανθεί επί του σχετικού λόγου της παραδεκτώς ασκηθείσας εφέσεως. Ειδικότερα δε, από τις διατάξεις των άρθρων 155, 320 και 321 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει επί ποινή ακυρότητας τα αναφερόμενα στα άρθρα αυτά στοιχεία ώστε να ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτού από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ να πληροφορηθεί την κατηγορία που του αποδίδεται και να ετοιμάσει την υπεράσπισή του. Η ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας (άρθρ. 174 παρ. 2 ΚΠοινΔ )γι` αυτό και αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, αντιρρήσεις στην πρόοδο της, η σχετική ακυρότητα καλύπτεται και το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο και από την επίδοση αυτού αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή ( ΑΠ 896/2023, ΑΠ 425/2023, ΑΠ 473/2022, ΑΠ 385/2019, ΑΠ 1115/2019). Έτσι, απώτατο χρονικό διαδικαστικό σημείο, που μπορεί ο κατηγορούμενος να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, δηλαδή η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, μετά την έναρξη της οποίας δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα αργότερα. (ΑΠ 425/2023, ΑΠ 896/2023). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 548 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., "η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του, εκτός αν λύεται με αυτές οριστικά ένα ζήτημα ". Γνήσιες προπαρασκευαστικές και, επομένως ,ανακλητές αποφάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 548 ΚΠΔ, είναι οι αποφάσεις του δικαστηρίου, που εκδίδονται πριν από την τελειωτική κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της κατηγορίας, δεν είναι οριστικές και μπορούν πάντοτε να ανακαλούνται. Αντίθετα, μη γνήσιες προπαρασκευαστικές, είναι οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, με τις οποίες περατώνεται οριστικά η δίκη ή κάποιο αναφυέν ζήτημα. Έτσι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία γίνεται δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος και ακυρώνεται το σχετικό κλητήριο θέσπισμα ή εκείνη με την οποία απορρίπτεται ο σχετικός ισχυρισμός, είναι μεν οριστική, καθώς επιλύει οριστικά θέμα σχετιζόμενο με την κατηγορία, αλλά ως προπαρασκευαστική δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα, ούτε σε ανάκληση ( ΑΠ 1342/2025, ΑΠ 182/2024, ΑΠ 197/2024, ΑΠ 766/2022, ΑΠ 261/2013). Στην προκείμενη περίπτωση , από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας , προκύπτουν τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ'αριθ. .../2022 από ...-2022 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο κατηγορούμενος Ι. Ζ. του Π., κλητεύθηκε στο ακροατήριο του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, με φερόμενη ως παθούσα την εγκαλούσα Ε. Κ. , δικάσιμος δε ορίστηκε αρχικά η 1η-12-2022, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε κατ'άρθρο 349 ΚΠΔ λόγω κωλύματος, τόσο στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου όσο και στο πρόσωπο του συνηγόρου της προτιθέμενης να παρασταθεί προς υποστήριξη της κατηγορίας και ορίστηκε ρητή δικάσιμος η 9-3-2023, οπότε και η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ νέου κατ'άρθρο 349 ΚΠ για τη δικάσιμο της 14ης-6-2023, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Κατά την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο της 14ης-06-2023 υποβλήθηκε από τους συνηγόρους υπεράσπισης του κατηγορουμένου ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο και απαραδέκτου της συζήτησης ελλείψει νόμιμης κλήτευσής του, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. AM 1947/2023 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών , ενώ εν συνεχεία, με την ίδια ως άνω απόφαση, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε κατ' άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠΔ για την δικάσιμο της 29ης-09-2023 προκειμένου να κληθούν και να προσέλθουν οι δεύτερος, τρίτος, έβδομη και ένατος των μαρτύρων του κατηγορητηρίου, των οποίων η κατάθεση κρίθηκε ουσιώδης από το Δικαστήριο, κατά δε τη δικάσιμο της 29-09-2023, η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ για τη δικάσιμο της 11ης-3-2024 λόγω πέρατος του ωραρίου του γραμματέα της έδρας. Τέλος, κατά την τελευταία δικάσιμο της 11ης -3-2024, το Α' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1118/11-3-2024 απόφαση του, αφού ανακάλεσε την υπ'αριθμ. 1947/14-6-2023 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, δέχθηκε την προβληθείσα εκ νέου από τον συνήγορο του κατηγορουμένου ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και στη συνέχεια έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής για την αποδιδόμενη πλημμεληματική πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ( αρθ. 314 παρ.1 εδ. α'ν.ΠΚ). Για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση το ως άνω Δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από νομικές σκέψεις που παραλείπονται, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά λέξη πραγματικά περιστατικά: "...Στην προκειμένη περίπτωση, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2022 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο κατηγορούμενος, Ι. Ζ. του Π. κλητεύθηκε ενώπιον του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος τέλεσης της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, με φερόμενη ως παθούσα, την εγκαλούσα Ε. Κ. του Ι., δικάσιμος δε ορίστηκε αρχικά η 1η-12-2022, οπότε και η υπόθεση αναβλήθηκε κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ λόγω κωλύματος τόσο στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου όσο και στο πρόσωπο του συνηγόρου της προτιθέμενης να παρασταθεί προς υποστήριξη της κατηγορίας και ορίστηκε ρητή δικάσιμος η 9η-03-2023, οπότε και η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ νέου κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ για τη δικάσιμο της 14-06-2023 λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Κατά την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο της 14ης-06-2023 υποβλήθηκε από τους συνηγόρους υπεράσπισης του κατηγορουμένου ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο και απαραδέκτου της συζήτησης ελλείψει νόμιμης κλήτευσής του, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. AM 1947/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ εν συνεχεία, με την ίδια ως άνω απόφαση, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε κατ' άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠΔ για την δικάσιμο της 29ης-09-2023 προκειμένου να κληθούν και να προσέλθουν οι δεύτερος, τρίτος, έβδομη και ένατος των μαρτύρων του κατηγορητηρίου, των οποίων η κατάθεση κρίθηκε ουσιώδης από το παρόν Δικαστήριο, κατά δε τη δικάσιμο της 29-09-2023, η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ για τη δικάσιμο της 11ης-03-2024 λόγω πέρατος του ωραρίου του γραμματέα της έδρας. Ως εκ τούτου, και με δεδομένο ότι κατά την δικάσιμο της 14ης-06-2023 δεν άρχισε η αποδεικτική διαδικασία με την έναρξη εξέτασης στο ακροατήριο οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, παραδεκτώς προβάλλεται κατά την σημερινή δικάσιμο της 11ης-03-2024, ήτοι σε επιτρεπτό δικονομικό χρόνο και προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας (άρθρο 175 παρ. 2 ΚΠΔ), αίτημα ανάκλησης της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 1947/16-06-2023 προπαρασκευαστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με ταυτόχρονη εκ νέου υποβολή της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (βλ. ΑΠ 1305/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας προκύπτει ότι στην προκειμένη περίπτωση το υπ' αριθ. .../2022 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κοινοποιήθηκε με θυροκόλληση την 1η-11-2022 στον Δικηγόρο Αθηνών, Δημήτριο Τσοβόλα, αντίκλητο δικηγόρο του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε ήδη προαποβιώσει την 25-02-2022, ενώ επακολούθησε επίδοση του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, με το οποίο αυτός καλούνταν να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την 1ι-12-2022, η οποία φέρεται να έλαβε χώρα την 18η-11-2022, ήτοι προ 12 ημερών και όχι προ 15 ημερών, όπως ορίζει ρητά τη διάταξη του άρθρου 166 παρ. 1 ΚΠΔ, η δε μη τήρηση της ως άνω προθεσμίας κλήτευσής του κατηγορουμένου συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 167 ΚΠΔ. Σημειωτέον ότι στο ανωτέρω αναφερόμενο με ημερομηνία 18-11 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο του Αστυνομικού Γ. Ρ. δεν αναγράφεται το έτος της επίδοσης, ως έδει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 162 παρ. 1 ΚΠΔ. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου του κλητηρίου θεσπίσματος, όπως αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο προκύπτει ότι αυτό δεν έφερε τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία και ειδικότερα, δεν αναγραφόταν σε αυτό ο τόπος και η χρονολογία της επίδοσής του στον κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα να καθίσταται άκυρη η επίδοσή του. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υποβληθείσα από τον κατηγορούμενο ένσταση ακυρότητας και να κηρυχθεί άκυρη η επίδοση του υπ' αριθ. .../2022 κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, δεδομένου δε του ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 3 ΠΚ, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη και δεν έχει χωρήσει νόμιμη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο εντός πέντε ετών από την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη, η οποία φέρεται τελεσθείσα από 8-10-2018 έως 31-10-2018, μετά την ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής του αποδιδόμενου σε αυτόν αδικήματος.". Όμως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ανακάλεσε την υπ'αριθμ. 1947/16-6-2023 προπαρασκευαστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού η εν λόγω απόφαση δεν υπόκειται σε ανάκληση και εν συνεχεία εσφαλμένα δέχθηκε την εκ νέου προβληθείσα ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβαίνοντας σε ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο και εν συνεχεία μετά την ακύρωση να παύσει οριστικά την σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, παραλείποντας να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, Συγχρόνως μη κρίνοντας τούτο και δεχόμενο ότι η πιο πάνω πράξη είχε υποπέσει σε παραγραφή έσφαλε υποπίπτοντας σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Ειδικότερα, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται ο σχετικός ισχυρισμός, είναι μη γνήσια προπαρασκευαστική, καθώς επιλύει οριστικά θέμα σχετιζόμενο με την κατηγορία και δεν υπόκειται σε ανάκληση. (ΑΠ 1342/2025, ΑΠ 197/2024, ΑΠ 182/2024, ΑΠ 261/2013). Επομένως, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφενός εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 2,3, 112 και 113 του νΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 174 παρ. 2, 548, νΚΠΔ, που ιδρύουν τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, και αφετέρου συγχρόνως παραλείποντας να προχωρήσει στην περαιτέρω συζήτηση και έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ. Κατά συνέπεια οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Ποιν.Δ.).ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 1118/2024 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2026.Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2026.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ