Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
της 15ης Ιουλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Ειδικοί φόροι καταναλώσεως – Φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενεργείας – Έννοια των “ενεργειακών προϊόντων για άλλους σκοπούς εκτός της χρήσης ως καυσίμων κίνησης ή καυσίμων θέρμανσης” – Άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96/ΕΚ – Προπάνιο το οποίο χρησιμοποιείται για δοκιμές καυστήρων »
Στην υπόθεση T-562/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Finanzgericht M?nchen (πρωτοβάθμιο φορολογικό δικαστήριο Μονάχου, Γερμανία) με απόφαση της 26ης Ιουνίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Ιουλίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
XXX
κατά
Hauptzollamt M?nchen,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους N. P??torak, πρόεδρο τμήματος, G. Hesse (εισηγητή), G. Steinfatt, D. Petrl?k και Ι. Δημητρακόπουλο, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: M. Brkan,
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη ότι στις 13 Αυγούστου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η XXX, εκπροσωπούμενη από τον P. Kalski, διευθυντή, και τον R. Schwerin, δικηγόρο,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Bj?rkland και C. Vollrath,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 2003, L 283, σ. 51).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεως ενεργειακής τεχνολογίας και του Hauptzollamt M?nchen (κεντρικού τελωνείου Μονάχου, Γερμανία, στο εξής: τελωνείο) σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να εφαρμόσει απαλλαγή από τον ενεργειακό φόρο όσον αφορά το προπάνιο για το έτος 2021.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 2003/96
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 5, 22 και 24 της οδηγίας 2003/96 έχουν ως εξής:
«(2) Η έλλειψη κοινοτικών διατάξεων που να επιβάλλουν ελάχιστο φορολογικό συντελεστή για την ηλεκτρική ενέργεια και τα ενεργειακά προϊόντα, πλην των πετρελαιοειδών, ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
(3) Η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η επίτευξη των στόχων άλλων κοινοτικών πολιτικών απαιτούν τον καθορισμό ελαχίστων επιπέδων φορολογίας σε κοινοτική κλίμακα για τα περισσότερα ενεργειακά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου και του άνθρακα.
(4) Οι σημαντικές διαφορές στα εθνικά επίπεδα φορολογίας της ενέργειας που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να αποδειχθούν επιζήμιες για την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
(5) Ο καθορισμός των δεόντων κοινοτικών ελαχίστων επιπέδων φορολογίας θα επιτρέψει τη μείωση των υφισταμένων διαφορών στα εθνικά επίπεδα φορολογίας.
[...]
(22) Τα ενεργειακά προϊόντα υπάγονται ουσιαστικά σε κοινοτικό πλαίσιο όταν χρησιμοποιούνται ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων. Ως εκ τούτου, αποτελεί ίδιον της φύσης και της λογικής του φορολογικού συστήματος να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου οι διπλές χρήσεις και οι όχι ως καύσιμα χρήσεις των ενεργειακών προϊόντων καθώς και οι ορυκτολογικές κατεργασίες. [...]
[...]
(24) Θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να παρέχουν ορισμένες άλλες απαλλαγές ή μειώσεις των κοινοτικών ελάχιστων επιπέδων φορολογίας εφόσον τούτο δεν βλάπτει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και δεν προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.»
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/96 ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη επιβάλλουν φορολογία στα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.»
5 Το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/96 περιλαμβάνει στις παραγράφους 1 και 4 τις ακόλουθες διατάξεις:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ο όρος “ενεργειακά προϊόντα” εφαρμόζεται στα προϊόντα:
[...]
β) που υπάγονται στους κωδικούς 2701, 2702 και 2704 έως 2715 της ΣΟ
[...]
4. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:
[...]
β) στις ακόλουθες χρήσεις των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας:
– ενεργειακά προϊόντα για άλλους σκοπούς εκτός της χρήσης ως καύσιμα κίνησης ή καύσιμα θέρμανσης,
– διπλή χρήση των ενεργειακών προϊόντων.
[...]»
Η οδηγία 2008/118/ΕΚ
6 Η οδηγία 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ (ΕΕ 2009, L 9, σ. 12), καταργήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2020/262 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2019, για τη θέσπιση του γενικού καθεστώτος των ειδικών φόρων κατανάλωσης (ΕΕ 2020, L 58, σ. 4). Εντούτοις, η οδηγία 2008/118 εξακολουθεί να έχει ratione temporis εφαρμογή επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
7 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/118 προέβλεπε τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει το γενικό καθεστώς για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που επιβάλλονται άμεσα ή έμμεσα στην κατανάλωση των κάτωθι προϊόντων (“προϊόντα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης”):
α) ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια που εμπίπτουν στην οδηγία 2003/96/ΕΚ
[...]».
Το γερμανικό δίκαιο
8 Το άρθρο παράγραφος 25 του Energiesteuergesetz (νόμου περί επιβολής ενεργειακού φόρου), της 15ης Ιουλίου 2006, (BGBl. 2006 Ι, σ. 1534), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: EnergieStG), προβλέπει τα εξής:
«(1) Τα ενεργειακά προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 4 μπορούν να χρησιμοποιούνται ατελώς για άλλους σκοπούς εκτός από
1. τη χρήση τους ως καυσίμων κινητήρων ή καυσίμων θερμάνσεως,
[...]».
9 Το άρθρο 47 του EnergieStG ορίζει τα εξής:
«(1) Απαλλαγή από τον φόρο χορηγείται κατόπιν αιτήματος
[...]
3. για αποδεδειγμένως φορολογηθέντα βαρέα έλαια, φυσικό αέριο, υγροποιημένους υδρογονάνθρακες και αέριους υδρογονάνθρακες και εξομοιούμενα με τα ανωτέρω ενεργειακά προϊόντα κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 4 και 4a, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί για τους προβλεπόμενους στο άρθρο 25 σκοπούς,
[...]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είναι επιχείρηση ενεργειακής τεχνολογίας. Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της, εκμεταλλεύεται στις εγκαταστάσεις της τράπεζα δοκιμών για καυστήρες αεριοστροβίλων. Στο πλαίσιο αυτό, το 2021 κατανάλωσε συνολικά 51 509,279 χιλιόγραμμα προπανίου, τα οποία αγόρασε καταβάλλοντας τον ενεργειακό φόρο.
11 Βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 1, σημείο 3, του EnergieStG, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ζήτησε απαλλαγή από τον ενεργειακό φόρο για το προπάνιο το οποίο κατανάλωσε το 2021.
12 Με απόφαση της 26ης Ιουλίου 2023, το τελωνείο απέρριψε την αίτησή της με την αιτιολογία ότι το προπάνιο είχε χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο θερμάνσεως.
13 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της ανωτέρω αποφάσεως, η οποία απορρίφθηκε στις 11 Οκτωβρίου 2023.
14 Κατόπιν της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεώς της, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht M?nchen (φορολογικού δικαστηρίου Μονάχου, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο. Ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι δεν χρησιμοποίησε το προπάνιο ως καύσιμο θερμάνσεως, δεδομένου ότι η προκύπτουσα από την καύση του εν λόγω προπανίου στην τράπεζα δοκιμών θερμική ενέργεια ούτε παράγεται επί τούτω ούτε χρησιμοποιείται, αλλά συνιστά απόβλητο. Σκοπός των δοκιμών δεν είναι η παραγωγή ή η χρήση θερμικής ενέργειας. Επομένως, θεωρεί ότι δικαιούται απαλλαγής από τον φόρο. Αντιθέτως, το τελωνείο επισημαίνει ότι, για να είναι επιτυχείς, οι δοκιμές πρέπει να πραγματοποιούνται υπό συνθήκες οι οποίες να προσομοιώνουν την πραγματική εκμετάλλευση. Συμπεραίνει εντεύθεν ότι η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη χρησιμοποιεί εν γνώσει της και εκουσίως τη θερμική ενέργεια που παράγεται κατά την καύση του προπανίου για να επιτύχει τον οικονομικό της σκοπό, ο οποίος συνίσταται στη συλλογή αξιόπιστων αποτελεσμάτων κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Τοιαύτη χρήση του προπανίου δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής από τον φόρο.
15 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία της φράσεως «για άλλους σκοπούς εκτός της χρήσης ως [...] καύσιμα θέρμανσης» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96. Διερωτάται ως προς την έννοια που πρέπει να δοθεί στη φράση «χρήσ[η] ως καύσιμα [...] θέρμανσης» στο πλαίσιο της χρήσεως προπανίου για τη δημιουργία περιβάλλοντος δοκιμών με σκοπό τη συλλογή δεδομένων μετρήσεως.
16 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στήριξε το αίτημά της στο άρθρο 47, παράγραφος 1, σημείο 3, του EnergieStG. Η διάταξη αυτή προβλέπει, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, φορολογική απαλλαγή, μεταξύ άλλων, για τα υγροποιημένα αέρια –όπως είναι το προπάνιο– τα οποία αποδεδειγμένως φορολογήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς του άρθρου 25 του EnergieStG. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να κρίνει αν το επίμαχο προπάνιο χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς του άρθρου 25, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, σημείο 1, του EnergieStG. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η έννοια της χρήσεως «ως [...] καύσιμα θέρμανσης» κατά τη διάταξη αυτή παραπέμπει στο άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96, κατά το οποίο η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται στις χρήσεις ενεργειακών προϊόντων για άλλους σκοπούς εκτός της χρήσεώς τους ως καυσίμων κινητήρων ή καύσιμων θερμάνσεως.
17 Μολονότι εκτιμά, αφενός, ότι, στο πλαίσιο της δοκιμής καυστήρα, μεταφέρεται θερμική ενέργεια η οποία συμβάλλει επίσης στην δημιουργία των απαιτούμενων συνθηκών θερμοκρασίας για την προσομοίωση πραγματικών συνθηκών, οι οποίες είναι απαραίτητες για την ακρίβεια των μετρήσεων, και, αφετέρου, ότι ο σκοπός της καύσεως δεν ασκεί επιρροή προκειμένου να καθορισθεί αν πρόκειται για καύσιμα θερμάνσεως, εντούτοις το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει ως προς το αν η χρήση του προπανίου για τη δημιουργία περιβάλλοντος δοκιμών με σκοπό τη συλλογή δεδομένων μετρήσεως εμπίπτει στην έννοια της χρήσεως «ως [...] καύσιμα θέρμανσης» του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96, διότι δεν πρόκειται για εκμετάλλευση του προπανίου ως πηγής ενεργείας υπό την παραδοσιακή έννοια του όρου.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Finanzgericht M?nchen (φορολογικό δικαστήριο του Μονάχου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει ο όρος “χρήσ[η] ως [...] καύσιμα θέρμανσης” του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας [2003/96], την έννοια ότι καλύπτει την καύση προπάνιου υπό πραγματικές συνθήκες κατά τη δοκιμή καυστήρα με σκοπό τη συλλογή δεδομένων μετρήσεως, χωρίς η παραγομένη εκ της καύσεως θερμότητα να χρησιμοποιείται εν συνεχεία;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
19 Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν ο όρος «χρήσ[η] ως [...] καύσιμα θέρμανσης» του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96 έχει την έννοια ότι καλύπτει τη χρήση προπανίου κατά τη δοκιμή καυστήρα υπό πραγματικές συνθήκες με σκοπό τη συλλογή δεδομένων μετρήσεως, χωρίς η εκ της καύσεως του προπανίου παραγόμενη θερμότητα να χρησιμοποιείται εν συνεχεία.
20 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/96, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να φορολογούν τα ενεργειακά προϊόντα σύμφωνα με την οδηγία αυτή, σκοπός της οποίας είναι να επιβάλει, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις 2 και 3, ελάχιστους φορολογικούς συντελεστές σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα περισσότερα από τα προϊόντα αυτά.
21 Με την πρόβλεψη εναρμονισμένης φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων, η οδηγία 2003/96 αποσκοπεί, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της 2 έως 5 και 24, στην προώθηση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της ενέργειας, αποτρέποντας, μεταξύ άλλων, τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού (βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2025, Alsen, C-137/23, EU:C:2025:179, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
22 Επισημαίνεται επίσης ότι τα ενεργειακά προϊόντα στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία 2003/96 ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής δια παραπομπής στους κωδικούς της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Επομένως, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 2003/96, σε συνδυασμό με την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς 2701, 2702 και 2704 έως 2715 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, ήτοι, μεταξύ άλλων, το προπάνιο, συνιστούν ενεργειακά προϊόντα κατά την έννοια της οδηγίας αυτής.
23 Προσέτι, από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 2 της οδηγίας 2003/96 προκύπτει ότι οι διατάξεις της οδηγίας αυτής εφαρμόζονται στα προϊόντα τα οποία, συγχρόνως, ορίζονται ως ενεργειακά προϊόντα και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της (απόφαση της 6ης Ιουνίου 2018, Koppers Denmark, C-49/17, EU:C:2018:395, σκέψη 25). Συναφώς, το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96 ορίζει ότι η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται στα ενεργειακά προϊόντα που προορίζονται για άλλους σκοπούς εκτός της χρήσεώς τους ως καυσίμων κινητήρων ή καυσίμων θερμάνσεως.
24 Όσον αφορά την έννοια της «χρήσης ως [...] καύσιμα θέρμανσης» του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96, ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της συγκεκριμένης διατάξεως, όπως οι αποδόσεις στη γαλλική («καύσιμο θέρμανσης») και στην τσεχική («paliva»), αφορούν χρήσεις άλλες από εκείνες του «καυσίμου θέρμανσης» χωρίς άλλη διευκρίνιση, αφήνοντας τοιουτοτρόπως να εννοηθεί ότι μόνη η απελευθέρωση της θερμότητας θα μπορούσε να είναι επαρκής για την ερμηνεία της εννοίας αυτής. Αντιθέτως, άλλες γλωσσικές αποδόσεις, όπως η γερμανική («als Heizstoff»), η αγγλική («heating fuels»), η ιταλική («combustibile per riscaldamento»), η ισπανική («el de combustible para calefacci?n»), η πολωνική («Paliwa do ogrzewania») ή η σλοβακική («vykurovacie paliv?»), χρησιμοποιούν την έκφραση «καύσιμα θερμάνσεως», εξυπακουομένου ότι η προσθήκη του όρου «θέρμανση» στον όρο «καύσιμα» θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται στην εκμετάλλευση της οικείας πηγής ενεργείας με σκοπό τη θέρμανση ενός χώρου, π.χ. ενός κτιρίου ή ενός εκ των μερών του. Υπό τις συνθήκες αυτές, η γραμματική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως δεν παρέχει, αφ’ εαυτής, τη δυνατότητα να καθορισθεί αν η κατά τη διάταξη αυτή έννοια της «χρήσης ως [...] καύσιμα θέρμανσης» μπορεί να περιλαμβάνει και τη χρήση για τη δοκιμή καυστήρα.
25 Κατά πάγια νομολογία, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνη βάση για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής ούτε μπορεί να χαρακτηρίζεται ως υπερέχουσα έναντι των άλλων γλωσσικών αποδόσεων. Πράγματι, τοιαύτη προσέγγιση θα ήταν αντίθετη προς την ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο (βλ. απόφαση της 25ης Μαρτίου 2010, Helmut M?ller, C-451/08, EU:C:2010:168, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
26 Όσον αφορά την οικονομία της οδηγίας 2003/96, από την οδηγία αυτή και ιδίως από το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', προκύπτει ότι η χρήση ενεργειακού προϊόντος εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής μόνον αν το ίδιο το εν λόγω προϊόν χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς εκτός της χρήσεως ως καυσίμου κινητήρων ή καυσίμου θερμάνσεως. Επομένως, αποκλείοντας από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας τα προϊόντα που προορίζονται για τέτοιες χρήσεις, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να συνδέσει την επιβολή του φόρου με τη λειτουργία των προϊόντων αυτών ως καυσίμων κινητήρων ή καυσίμων θερμάνσεως (πρβλ. απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2014, X, C-426/12, EU:C:2014:2247, σκέψη 23).
27 Συναφώς, από τα προσκομισθέντα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στοιχεία προκύπτει ότι, στην τράπεζα δοκιμών για τους καυστήρες αεριοστροβίλων, όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, ο καυστήρας εξασφαλίζει την ανάμειξη αέρα, προπανίου και συμπληρωματικής ροής φυσικού αερίου. Δεν αμφισβητείται ότι το προπάνιο καίγεται και ότι η διαδικασία καύσεως του προπανίου παράγει θερμότητα. Σε αεριοστρόβιλο εν λειτουργία, η παραγόμενη ενέργεια (θερμότητα) θα μετατρεπόταν σε περιστροφική κίνηση. Ωστόσο, στον πάγκο δοκιμών, ελλείψει στροβίλου, η παραγόμενη ενέργεια δεν μετατρέπεται σε μηχανική ενέργεια. Τα παραγόμενα από την καύση του προπανίου αέρια διέρχονται από την τράπεζα δοκιμών άνευ τοιαύτης ανακτήσεως ενεργείας και εν συνεχεία αποβάλλονται, μέσω καπνοδόχου, στην ατμόσφαιρα υπό μορφή καυσαερίων, διαχέοντας το μεγαλύτερο μέρος της εκ της καύσεως προερχομένης ενεργείας.
28 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, στα σενάρια δοκιμής της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, ο σκοπός της προσομοιώσεως των πραγματικών συνθηκών έγκειται στην εκμετάλλευση των ιδιοτήτων διαστολής και επεκτάσεως του όγκου των χρησιμοποιούμενων αερίων, ενώ παράλληλα, επιδιώκεται η επίτευξη υψηλής αποδόσεως, ελάχιστων εκπομπών και σταθερής φλόγας. Είναι δεδομένο ότι, ελλείψει θερμικών συνθηκών ανάλογων με εκείνες της πραγματικής λειτουργίας, οι τοιουτοτρόπως διενεργούμενες μετρήσεις θα στερούντο ουσιαστικής αξίας.
29 Επομένως, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, στην επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης τράπεζα δοκιμής, το προπάνιο καίγεται και η κατ’ αυτόν τον τρόπο παραγόμενη θερμική ενέργεια μεταφέρεται στο μείγμα αερίου που μνημονεύεται στη σκέψη 27 ανωτέρω, συμβάλλοντας τοιουτοτρόπως στη δημιουργία πραγματικών συνθηκών λειτουργίας ενός αεριοστροβίλου και στη διενέργεια αξιόπιστων μετρήσεων. Μολονότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο παραγόμενη θερμική ενέργεια δεν μετατρέπεται σε μηχανική ενέργεια, μεταδίδεται στη ροή αερίου και χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της βιομηχανικής διαδικασίας δοκιμών, της οποίας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο.
30 Επομένως, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης, το προπάνιο καίγεται για το ενεργειακό του περιεχόμενο, δεδομένου ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο παραγόμενη θερμική ενέργεια εξυπηρετεί τον σκοπό της θερμάνσεως, και δη προκειμένου να επιτευχθούν θερμικές συνθήκες ανάλογες με εκείνες της πραγματικής λειτουργίας ενός αεριοστροβίλου.
31 Από το γεγονός ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο παραγόμενη θερμική ενέργεια δεν ανακτάται από στροβιλοκινητήρα δεν μπορεί να συναχθεί ότι, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, το προπάνιο χρησιμοποιείται για άλλο σκοπό εκτός της χρήσεώς του ως καυσίμου θερμάνσεως, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 26 ανωτέρω, προκειμένου να υπάρχει «χρήσ[η] ως [...] καύσιμ[ο] θέρμανσης», είναι κρίσιμο το ενεργειακό προϊόν να υποβάλλεται σε καύση προκειμένου να καταστεί δυνατή η χρήση της εντεύθεν παραγόμενης θερμότητας, για τους σκοπούς της διενεργούμενης δοκιμής, ανεξαρτήτως της εν συνεχεία χρήσεώς της για άλλους σκοπούς ή της απορρίψεώς της.
32 Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 2003/96, η οποία εντάσσεται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2008/118, στο γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων καταναλώσεως της Ένωσης.
33 Συναφώς, ο σκοπός του ειδικού φόρου επί των ενεργειακών προϊόντων, ως φόρου καταναλώσεως, συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας κατά την οποία η φράση «για άλλους σκοπούς εκτός της χρήσης ως [...] καύσιμα θέρμανσης» του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96 αφορά όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εν λόγω προϊόντα καίγονται και η ενέργεια που παράγεται κατ’ αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιείται για θέρμανση, ανεξαρτήτως του σκοπού της θερμάνσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-240/01, EU:C:2004:251, σκέψη 56), συμπεριλαμβανομένης της δοκιμής καυστήρα για τη συλλογή δεδομένων μετρήσεων.
34 Κατά συνέπεια, στο μέτρο που, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, το προπάνιο καίγεται και, ως εκ τούτου, καταναλώνεται για να χρησιμοποιηθεί το θερμικό περιεχόμενό του για την προσομοίωση πραγματικών συνθηκών λειτουργίας αεριοστροβίλου, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, χρησιμοποιείται ως καύσιμο θερμάνσεως. Συναφώς, ο σκοπός της θερμάνσεως, ήτοι η δημιουργία θερμικών συνθηκών ανάλογων προς εκείνες της πραγματικής λειτουργίας ενός αεριοστροβίλου, δεν ασκεί επιρροή.
35 Το γεγονός ότι τα αέρια δεν διατηρούνται στην τράπεζα δοκιμής, αλλά αποβάλλονται συνεχώς χωρίς άλλη χρήση, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ανωτέρω ερμηνεία και να θεωρηθεί, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, ότι το προπάνιο χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς και όχι ως καύσιμο θερμάνσεως, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96. Συγκεκριμένα, το ότι τα παραγόμενα από την καύση αέρια δεν παραμένουν στην τράπεζα δοκιμής, αλλά αποβάλλονται συνεχώς, ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι υπάρχει καύση προπανίου, ότι η θερμότητά του μεταφέρθηκε στα αέρια αυτά, ότι τα αέρια αυτά χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της βιομηχανικής διαδικασίας δοκιμών και ότι, ως εκ τούτου, το προπάνιο καταναλώθηκε ως καύσιμο θερμάνσεως για τους σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας.
36 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι κατ’ ορθήν ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96, η χρήση προπανίου κατά τη δοκιμή καυστήρα υπό πραγματικές συνθήκες για την παραγωγή δεδομένων μετρήσεων, χωρίς η εκ της καύσεως του προπανίου παραγόμενη θερμότητα να χρησιμοποιείται εν συνεχεία, εμπίπτει στην έννοια της «χρήσης ως [...] καύσιμα θέρμανσης» η οποία χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
αποφαίνεται:
Κατ’ ορθήν ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, η χρήση προπανίου κατά τη δοκιμή καυστήρα υπό πραγματικές συνθήκες για την παραγωγή δεδομένων μετρήσεων, χωρίς η εκ της καύσεως του προπανίου παραγόμενη θερμότητα να χρησιμοποιείται εν συνεχεία, εμπίπτει στην έννοια της «χρήσης ως [...] καύσιμα θέρμανσης» η οποία χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή.
|
P??torak |
Hesse |
Steinfatt |
|
Petrl?k |
Δημητρακόπουλος |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιουλίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.