Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 14ης Ιανουαρίου 2026 (*)
« Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας – Λεκτικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Leone – Σχετικός λόγος ακυρότητας – Προγενέστερο δικαίωμα επί ονόματος, βάσει του αυστριακού δικαίου – Άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 »
Στην υπόθεση T-64/25,
Lisa Leone, κάτοικος Βιέννης (Αυστρία),
Giorgio Leone, κάτοικος Βιέννης,
Leone & Leone OG, με έδρα τη Βιέννη,
εκπροσωπούμενοι από τον F.-M. Orou, δικηγόρο,
προσφεύγοντες,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από την D. Stoyanova-Valchanova,
καθού,
αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO:
Incom, με έδρα την Ajdov??ina (Σλοβενία),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. G?lea, πρόεδρο, T. T?th (εισηγητή) και L. Spangsberg Gr?nfeldt, δικαστές,
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν, εντός της προθεσμίας των τριών εβδομάδων από την επίδοση του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιήθηκε η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, αίτηση καθορισμού ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως και αποφασίζοντας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να κρίνει επί της προσφυγής χωρίς να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή που άσκησαν βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, οι προσφεύγοντες, ήτοι η Lisa Leone, ο Giorgio Leone και η εταιρία Leone & Leone OG, ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), της 27ης Νοεμβρίου 2024 (υπόθεση R 971/2023-2) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Ιστορικό της διαφοράς
2 Στις 19 Ιανουαρίου 2022 οι προσφεύγοντες υπέβαλαν στο EUIPO αίτηση κήρυξης ακυρότητας του σήματος της Ευρωπαϊκής το οποίο είχε καταχωριστεί κατόπιν αιτήσεως που κατατέθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2020 για το λεκτικό σημείο Leone.
3 Η κήρυξη της ακυρότητας του επίμαχου σήματος ζητήθηκε σε σχέση με προϊόντα τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 30 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν κατά βάση σε παγωτά και διάφορα παρεμφερή είδη.
4 Ο λόγος που προβλήθηκε προς στήριξη της αιτήσεως κήρυξης ακυρότητας ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14 Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1), σε συνδυασμό με τις διατάξεις της αυστριακής νομοθεσίας, και δη με το άρθρο 43 του Allgemeines b?rgerliches Gesetzbuch (αυστριακού γενικού αστικού κώδικα), με το άρθρο 9 του Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb (νόμου κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού), της 22ας Νοεμβρίου 1984 (BGB1, 448/1984) (στο εξής: αυστριακός ομοσπονδιακός νόμος κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού), και με το άρθρο 12 του Markenschutzgesetz (νόμου περί προστασίας των σημάτων), της 30ής Νοεμβρίου 1970 (BGB1, 260/1970) (στο εξής: αυστριακός νόμος για την προστασία των σημάτων).
5 Η αίτηση κήρυξης της ακυρότητας στηριζόταν στα ακόλουθα προγενέστερα δικαιώματα τα οποία προστατεύονταν δυνάμει του αυστριακού δικαίου:
– το δικαίωμα επί του ονόματος Leone, οικογενειακού επωνύμου της Lisa και του Giorgio Leone, χρησιμοποιούμενου από τους ίδιους στο πλαίσιο των εμπορικών τους δραστηριοτήτων,
– το δικαίωμα επί της εταιρικής επωνυμίας Leone & Leone OG, επίσημου ονόματος της εταιρίας που έχει συσταθεί κατά το αυστριακό δίκαιο με εταίρους τη Lisa και τον Giorgio Leone και έχει καταχωριστεί στα μητρώα στις 27 Σεπτεμβρίου 2012, με εταιρικό σκοπό την παραγωγή και την πώληση παγωτών,
– το δικαίωμα επί του ονόματος Leones, το οποίο χρησιμοποιείται στις εμπορικές συναλλαγές από τις 28 Οκτωβρίου 2013 ως διακριτικό αναγραφόμενο στα καταστήματα πώλησης παγωτών των προσφευγόντων και στα προϊόντα που εμπορεύονται.
6 Στις 9 Μαρτίου 2023 το τμήμα ακυρώσεων απέρριψε, στο σύνολό της, την αίτηση κήρυξης ακυρότητας. Έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισαν οι προσφεύγοντες δεν προέκυπτε ότι η χρήση των μνημονευθέντων στη σκέψη 5 ονομάτων που αυτοί επικαλέστηκαν σε σχέση με την άσκηση των εμπορικών τους δραστηριοτήτων στον τομέα των παγωτών ήταν αρκούντως σημαντική ή εκτεταμένη ώστε να διαπιστωθεί ότι οι προσφεύγοντες είχαν «συμφέρον άξιο προστασίας», το οποίο μπορούσε να θιγεί, όπως απαιτεί το εφαρμοστέο αυστριακό δίκαιο. Συνεπώς, το τμήμα ακυρώσεων κατέληξε ότι δεν συνέτρεχε κίνδυνος το ενδιαφερόμενο κοινό να συσχετίσει το επίμαχο σήμα, από οικονομικής ή άλλης απόψεως, με τους προσφεύγοντες.
7 Στις 8 Μαΐου 2023 οι προσφεύγοντες άσκησαν ενώπιον του EUIPO προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.
8 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή με την αιτιολογία ότι τα προαναφερθέντα στη σκέψη 5 προγενέστερα δικαιώματα που προέβαλαν οι προσφεύγοντες ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 60, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού 2017/1001, και όχι του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του ίδιου κανονισμού, όπερ σήμαινε ότι η αίτηση κήρυξης ακυρότητας, η οποία βασιζόταν στην τελευταία αυτή διάταξη, ήταν αβάσιμη.
Αιτήματα των διαδίκων
9 Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και
– να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.
10 Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή και
– να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα, σε περίπτωση διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
Σκεπτικό
11 Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγοντες προβάλλουν δύο λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν, ο μεν πρώτος, παράβαση του άρθρου 94, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, ο δε δεύτερος, παράβαση του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του ίδιου κανονισμού.
12 Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως ενδείκνυται να εξεταστεί πρώτος κατά σειρά.
13 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το τμήμα προσφυγών παρέβη το άρθρο 60 παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001 διότι, αφενός, έκρινε εσφαλμένως ότι η συγκεκριμένη διάταξη στοχεύει στην προστασία των ονομάτων ως στοιχείου της προσωπικότητας αλλά δεν τα προστατεύει στο πλαίσιο της εμπορικής χρήσης τους, αποκλίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο από την απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ (C-263/09 P, EU:C:2011:452), και, αφετέρου, δεν έλαβε υπόψη τις εξηγήσεις τους όσον αφορά το εθνικό δίκαιο, παρέλειψε να συνεκτιμήσει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία τεκμηρίωναν ότι είχε γίνει σημαντική εμπορική χρήση των ονομάτων που αυτοί επικαλέστηκαν και, τέλος, κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισαν οι προσφεύγοντες δεν τεκμηρίωναν ότι «εθίγησαν συμφέροντά τους [που ήταν] άξια προστασίας».
14 Το EUIPO εκτιμά ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα προγενέστερα δικαιώματα που προέβαλαν οι προσφεύγοντες δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001. Τα δικαιώματα αυτά έπρεπε να έχουν προβληθεί κατ’ επίκληση του άρθρου 60, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του ως άνω κανονισμού, το οποίο διέπει, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, τα μη καταχωρισμένα σήματα και άλλα σημεία που χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές, όπως είναι, κατά βάση, οι εμπορικές επωνυμίες, οι εταιρικές επωνυμίες, τα ονόματα τομέα και άλλα σημεία τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν ως εμπορικά διακριτικά γνωρίσματα ή να δηλώσουν την οικονομική δραστηριότητα που ασκεί ο δικαιούχος τους. Αντιθέτως, η προσέγγιση την οποία υιοθέτησαν οι προσφεύγοντες οδηγεί, κατά την άποψη του EUIPO, σε καταστρατήγηση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και τούτο διότι η προσέγγιση αυτή τους παρέχει τη δυνατότητα να επικαλεστούν δικαίωμα επί εμπορικών διακριτικών γνωρισμάτων χωρίς να υπόκεινται στις προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, και δη στην απαίτηση να αποδειχθεί ότι η χρήση που έχει γίνει δεν ήταν απλώς τοπικής εμβέλειας.
15 Ειδικότερα, αφενός, όσον αφορά την εταιρική επωνυμία Leone & Leone OG και το όνομα Leones, ως διακριτικά γνωρίσματα εταιρίας και επιχείρησης αντιστοίχως, το EUIPO υποστηρίζει ότι πρόκειται για το είδος των δικαιωμάτων που «κατεξοχήν» διέπονται από το άρθρο 60, παράγραφος 1, στοιχείο γ', σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται επίσης από το άρθρο 9 του αυστριακού ομοσπονδιακού νόμου κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού καθώς και από τα άρθρα 12 και 32 του αυστριακού νόμου για την προστασία των σημάτων, στον βαθμό που οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται ρητώς στην προστασία των «εμπορικών διακριτικών γνωρισμάτων». Εξάλλου, το γεγονός ότι οι ίδιοι οι προσφεύγοντες διεκδικούν προστασία από τον κίνδυνο «σύγχυσης ως προς την πηγή», δηλαδή από το ενδεχόμενο να παραπλανηθεί το ενδιαφερόμενο κοινό σχετικά με την εμπορική προέλευση των οικείων προϊόντων, σημαίνει, κατά το EUIPO, ότι τα προγενέστερα δικαιώματα των οποίων γίνεται επίκληση έχουν, στην πραγματικότητα, τη λειτουργία «σημείων που προβάλλονται ως διακριτικά γνωρίσματα». Αφετέρου, όσον αφορά το οικογενειακό επώνυμο Leone, το EUIPO ισχυρίζεται ότι οι προσφεύγοντες δεν το επικαλέστηκαν στο πλαίσιο της λειτουργίας του ως στοιχείου της ταυτότητας συγκεκριμένου προσώπου, αλλά ζητούν, στην πραγματικότητα, να αναγνωριστεί ότι τυγχάνει προστασίας το σημείο που συνίσταται σε αυτό το επώνυμο και χρησιμοποιείται στις συναλλαγές.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
16 Το άρθρο 60, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 έχει ως εξής:
«Το σήμα της ΕΕ κηρύσσεται […] άκυρο μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο [EUIPO] ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση όταν η χρήση του μπορεί να απαγορευθεί δυνάμει ενός άλλου προγενέστερου δικαιώματος σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης ή με το εθνικό δίκαιο που διέπει την προστασία του, και ιδίως:
α) δικαιώματος στο όνομα
β) δικαιώματος στην εικόνα
γ) δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας
δ) δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας.»
17 Το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2018/625 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2018, για τη συμπλήρωση του κανονισμού [2017/1001] και για την κατάργηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/1430 (ΕΕ 2018, L 104, σ. 1), ορίζει ότι, σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως για την κήρυξη ακυρότητας δυνάμει του άρθρου 60, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001, ο αιτών προσκομίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα στοιχεία: αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την απόκτηση, τη συνεχιζόμενη ύπαρξη και την έκταση της προστασίας του σχετικού προγενέστερου δικαιώματος, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο αιτών νομιμοποιείται να υποβάλει την αίτηση, συμπεριλαμβανομένης, όταν η επίκληση του προγενέστερου δικαιώματος γίνεται βάσει του εθνικού δικαίου κράτους μέλους, σαφούς μνείας του περιεχομένου της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, μέσω της προσκόμισης δημοσιεύσεων των αντίστοιχων διατάξεων ή της αντίστοιχης νομολογίας.
18 Ο αιτών φέρει το βάρος να προσκομίσει ενώπιον του EUIPO όχι μόνον τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις κατά την εθνική νομοθεσία της οποίας την εφαρμογή ζητεί, προκειμένου να εξασφαλίσει, στηριζόμενος σε προγενέστερο δικαίωμά του, την απαγόρευση της χρήσης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει το περιεχόμενο της νομοθεσίας αυτής (αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ, C-263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 50, και της 30ής Ιουνίου 2015, Gambling Commission κατά ΓΕΕΑ, T-404/10 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:445, σκέψη 29).
19 Σε περίπτωση που η αίτηση κήρυξης της ακυρότητας σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βασίζεται σε προγενέστερο δικαίωμα το οποίο προστατεύεται δυνάμει κανόνα του εθνικού δικαίου, εναπόκειται στα αρμόδια όργανα του EUIPO να εκτιμήσουν την εγκυρότητα και τη σημασία των στοιχείων που προσκομίζει ο αιτών προς τεκμηρίωση του περιεχομένου του εν λόγω κανόνα. Το Γενικό Δικαστήριο ασκεί πλήρη έλεγχο επί της εκτιμήσεως αυτής (απόφαση της 30ής Ιουνίου 2015, Gambling Commission κατά ΓΕΕΑ, T-404/10 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:445, σκέψη 30 πρβλ., επίσης, απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ, C-263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψεις 51 και 52).
20 Επιπλέον, στις περιπτώσεις που το EUIPO καλείται να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους όπου προστατεύεται το προγενέστερο δικαίωμα στο οποίο στηρίζεται η αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας, το EUIPO οφείλει να αναζητεί αυτεπαγγέλτως, χρησιμοποιώντας όποια μέσα κρίνει απαραίτητα προς τούτο, πληροφορίες σχετικές με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, εφόσον είναι αναγκαίες προς εκτίμηση των προϋποθέσεων εφαρμογής του επίμαχου λόγου ακυρότητας, ιδίως δε προς εκτίμηση του υποστατού των φερόμενων πραγματικών περιστατικών ή της αποδεικτικής ισχύος των προσκομισθέντων εγγράφων [απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2021, Jare? Proch?zkov? και Jare? κατά EUIPO – Elton Hodin??sk? (MANUFACTURE PRIM 1949), T-656/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:17, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Το EUIPO ενδέχεται να υπέχει αυτή την υποχρέωση αυτεπάγγελτης αναζήτησης πληροφοριών σχετικών με το εθνικό δίκαιο στην περίπτωση κατά την οποία διαθέτει ήδη κάποια στοιχεία για το εθνικό δίκαιο, είτε υπό τη μορφή ισχυρισμών ως προς το περιεχόμενό του είτε υπό τη μορφή στοιχείων που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της συζήτησης της υποθέσεως ως έχοντα αποδεικτική ισχύ [απόφαση της 20ής Μαρτίου 2013, El Corte Ingl?s κατά ΓΕΕΑ – Chez Gerard (CLUB GOURMET), T-571/11, EU:T:2013:145, σκέψη 41 βλ. επίσης απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2020, Monster Energy κατά EUIPO – Nanjing aisiyou Clothing (Απεικόνιση σημαδιού από νύχια ζώου), T-35/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:579, σκέψη 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
21 Εν προκειμένω επισημαίνεται, εν είδει προκαταρκτικής παρατήρησης, ότι, στο σημείο 20 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών αποφάσισε, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, να μην αποφανθεί επί του ζητήματος της ατομικής νομιμοποίησης καθενός εκ των προσφευγόντων να επικαλεστεί καθένα από τα επίμαχα προγενέστερα δικαιώματα. Έκρινε, στα σημεία 47 έως 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, εφόσον όλα τα προγενέστερα δικαιώματα τα οποία επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 60, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού 2017/1001 και ήταν, συνακόλουθα, εκτός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του ίδιου κανονισμού, η αίτηση κήρυξης ακυρότητας, στον βαθμό που βασιζόταν στην τελευταία αυτή διάταξη, έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό της. Επομένως, η νομιμοποίηση των προσφευγόντων να υποβάλουν την αίτηση κήρυξης ακυρότητας δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι προσφεύγοντες προς θεμελίωση μιας τέτοιας νομιμοποίησης είναι αλυσιτελή.
22 Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα προαναφερθέντα στη σκέψη 5 προγενέστερα δικαιώματα συνίστανται, πρώτον, στο οικογενειακό επώνυμο Leone, το οποίο συμπίπτει με την ονομασία της επιχείρησης που δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής και της πώλησης παγωτών και ανήκει στη Lisa και τον Giorgio Leone ως φυσικά πρόσωπα αυστριακής ιθαγένειας, δεύτερον, στην εταιρική επωνυμία Leone & Leone OG της αυστριακής εταιρίας που συνέστησαν η Lisa και ο Giorgio Leone με εταιρικό σκοπό την παραγωγή και την πώληση παγωτών και, τρίτον, στο όνομα Leones, το οποίο εμφανίζεται, μεταξύ άλλων, ως διακριτικός τίτλος στα καταστήματα πώλησης παγωτών των προσφευγόντων στη Βιέννη (Αυστρία).
23 Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα με τα οποία οι προσφεύγοντες αμφισβητούν την ορθότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά, πρώτον, την ερμηνεία του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001 από το τμήμα προσφυγών και, δεύτερον, τις εκτιμήσεις που διατύπωσε το τμήμα προσφυγών ως προς το εθνικό δίκαιο.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001
24 Στο σημείο 30 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες είχαν στηρίξει την αίτησή τους για την κήρυξη ακυρότητας στα τρία προαναφερθέντα στη σκέψη 5 προγενέστερα δικαιώματά τους βάσει του αυστριακού δικαίου και είχαν επικαλεστεί τον λόγο ακυρότητας του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις τις αυστριακής νομοθεσίας για τις οποίες έγινε λόγος στη σκέψη 4.
25 Στα σημεία 31, 32 και 47 έως 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών, αφού παρέθεσε το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16 Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2015, L 336, σ. 1), έκρινε ότι το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α', της οδηγίας αυτής καταλαμβάνει τα «δικαιώματα τα οποία χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές», ενώ το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β', της εν λόγω οδηγίας καταλαμβάνει «άλλα δικαιώματα πέραν των προγενέστερων δικαιωμάτων που χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές», όπως το «δικαίωμα στο όνομα». Προσέθεσε ότι η ίδια διάκριση βρίσκει εφαρμογή και στη διαφοροποίηση μεταξύ, αφενός, του άρθρου 60, παράγραφος 1, στοιχείο γ', το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001, και, αφετέρου, του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του ίδιου κανονισμού. Αποφάνθηκε δε ότι, εφόσον η ως άνω διάκριση εμπεριέχεται στον κανονισμό 2017/1001, δεν έχει αποφασιστική σημασία ο χαρακτηρισμός του προβαλλόμενου δικαιώματος κατά το εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001 αναφέρεται στα ονόματα ως στοιχείο του «δικαιώματος στην προσωπικότητα», η αίτηση των προσφευγόντων για κήρυξη της ακυρότητας ήταν αβάσιμη καθότι στηριζόταν στη συγκεκριμένη διάταξη.
26 Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν αυτήν ακριβώς την παραδοχή που αποτελεί την κύρια αιτιολογική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι, κατ’ ουσίαν, ότι δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται στο άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017 μια αίτηση κήρυξης ακυρότητας στο πλαίσιο της οποίας γίνεται επίκληση «δικαιώματος στο όνομα» χρησιμοποιούμενου στις «συναλλαγές».
27 Κατά τη νομολογία, για την ερμηνεία μιας διατάξεως του ενωσιακού δικαίου πρέπει, εκτός από το γράμμα της, να λαμβάνονται υπόψη το πλαίσιό της και οι σκοποί που επιδιώκονται από τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, D. και G., C-358/13 και C-181/14, EU:C:2014:2060, σκέψη 32 κει εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Πρώτον, αναφορικά με το γράμμα του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001, που παρατέθηκε στη σκέψη 16, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο όρος «δικαίωμα στο όνομα» δεν παρέχει κανένα έρεισμα υπέρ της στενής ερμηνείας σύμφωνα με την οποία το άρθρο αυτό αφορά το ως άνω δικαίωμα μόνον ως στοιχείο της προσωπικότητας και δεν καλύπτει την περιουσιακή εκμετάλλευση του ονόματος (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ, C-263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 33).
29 Επιπλέον, ούτε το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001 ούτε κάποια άλλη διάταξη του ενωσιακού δικαίου καθορίζουν το περιεχόμενο του «δικαιώματος στο όνομα» ή τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να μπορεί να απαγορευθεί η χρήση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της βάσεως αυτής. Αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη παραπέμπει συναφώς στο εθνικό δίκαιο, όπερ προκύπτει σαφώς από τη φράση «άλλου προγενέστερου δικαιώματος σύμφωνα […] με το εθνικό δίκαιο που διέπει την προστασία του».
30 Επομένως, το EUIPO μπορεί, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, να κηρύξει άκυρο ένα σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφόσον η χρήση του μπορεί να απαγορευθεί δυνάμει, μεταξύ άλλων, δικαιώματος στο όνομα προστατευόμενου από εθνική νομοθεσία [αποφάσεις της 14ης Μαΐου 2009, Fiorucci κατά ΓΕΕΑ – Edwin (ELIO FIORUCCI), T-165/06, EU:T:2009:157, σκέψη 41, και της 29ης Ιουνίου 2017, Cipriani κατά EUIPO – Hotel Cipriani (CIPRIANI), T-343/14, EU:T:2017:458, σκέψη 73].
31 Εξάλλου, η έκφραση «δικαίωμα στο όνομα» η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 60 παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001 δεν αποκλείει, a priori, το ενδεχόμενο να αναφέρεται το δικαίωμα αυτό, κατά το εθνικό δίκαιο, όχι μόνο σε επώνυμο φυσικού προσώπου, αλλά και σε εμπορικές επωνυμίες, όπως η εταιρική επωνυμία, η επωνυμία νομικού προσώπου, η ονομασία υπό την οποία εμφανίζεται μια επιχείρηση, ανεξαρτήτως του νομικού της καθεστώτος, ή ακόμη και ο διακριτικός τίτλος. Η ως άνω διαπίστωση ισχύει κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι, ελλείψει εναρμόνισης σε ενωσιακό επίπεδο, η προστασία της εμπορικής επωνυμίας διέπεται από το εθνικό δίκαιο (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2025, Purefun Group, C-365/24, EU:C:2025:558, σκέψη 31).
32 Δεύτερον, από πλευράς συστηματικής ερμηνείας, διαπιστώνεται ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το τμήμα προσφυγών με την προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίφαση με τη δομή του άρθρου 60, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001.
33 Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, βάσει του άρθρου 60, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001, ένα σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να κηρυχθεί άκυρο κατόπιν αιτήσεως ενδιαφερομένου που προβάλλει «άλλο προγενέστερο δικαίωμα». Προς διευκρίνιση της φύσης του προγενέστερου δικαιώματος, η ίδια η διάταξη απαριθμεί τέσσερα δικαιώματα επισημαίνοντας παράλληλα, μέσω της χρήσης του επιρρήματος «ιδίως», ότι δεν πρόκειται για εξαντλητικό κατάλογο. Μεταξύ των αναφερόμενων παραδειγμάτων περιλαμβάνονται, πέραν του δικαιώματος στο όνομα και του δικαιώματος στην εικόνα, το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
34 Από τη μη περιοριστική αυτή απαρίθμηση συνάγεται ότι τα δικαιώματα που μνημονεύονται ενδεικτικώς αποσκοπούν στην προστασία συμφερόντων διαφορετικής φύσεως. Για ορισμένα εξ αυτών, όπως το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, οι οικονομικές πτυχές προστατεύονται έναντι των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών τόσο από τις εθνικές έννομες τάξεις όσο και από το ενωσιακό δίκαιο (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ, C-263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 35).
35 Συνεπώς, όταν γίνεται επίκληση δικαιώματος σε όνομα, το γράμμα και η δομή του άρθρου 60, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 δεν δικαιολογούν τον περιορισμό της εφαρμογής της διατάξεως μόνον στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η καταχώριση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσκρούει σε δικαίωμα που αποσκοπεί αποκλειστικώς στην προστασία του ονόματος ως στοιχείου της προσωπικότητας του ενδιαφερομένου (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ, C-263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 36).
36 Εξάλλου, η έκφραση «άλλο προγενέστερο δικαίωμα» στο άρθρο 60, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 εισάγει διάκριση ανάμεσα στα εκεί απαριθμούμενα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το «δικαίωμα στο όνομα», και στα δικαιώματα που καταλαμβάνει το άρθρο 60, παράγραφος 1, περιλαμβανομένου του στοιχείου γ', όπου γίνεται παραπομπή στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, δηλαδή σε «μη καταχωρισμένο σήμα ή άλλο χρησιμοποιούμενο στις συναλλαγές σημείο».
37 Αφενός, το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001 κάνει λόγο για «μη καταχωρισμένο σήμα». Η ως άνω διατύπωση, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του κανονισμού αυτού, το οποίο περιγράφει τα σημεία που μπορούν να αποτελέσουν σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δη του άρθρου 4, στοιχείο α', του ίδιου κανονισμού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αναφέρεται σε σημείο το οποίο έχει ως λειτουργία να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων και να εγγυάται κατ’ αυτόν τον τρόπο την εμπορική προέλευση των προϊόντων ή των υπηρεσιών.
38 Πάντως, παρότι το άρθρο 4 του κανονισμού 2017/1001 προβλέπει ότι τα «ονόματα προσώπων» μπορούν να αποτελέσουν σήματα, γεγονός παραμένει ότι, ως ένδειξη της εμπορικής προέλευσης των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτει, ένα σήμα συνιστάμενο σε όνομα προσώπου επιτελεί διαφορετική λειτουργία απ’ ό,τι το όνομα καθ’ εαυτό, ως στοιχείο της ταυτότητας συγκεκριμένου προσώπου (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2009, ELIO FIORUCCI, T-165/06, EU:T:2009:157, σκέψεις 47 και 48 πρβλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Μαρτίου 2006, Emanuel, C-259/04, EU:C:2006:215, σκέψη 48).
39 Αφετέρου, το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001 κάνει επίσης λόγο για «άλλο χρησιμοποιούμενο στις συναλλαγές σημείο». Στο πλαίσιο αυτό, μια εταιρική επωνυμία, μια εμπορική επωνυμία ή ένας διακριτικός τίτλος μπορούν επίσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να λειτουργήσουν ως σημεία που χρησιμεύουν για να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων. Όμως, κατά τη νομολογία, μια εταιρική επωνυμία, μια εμπορική επωνυμία ή ένας διακριτικός τίτλος δεν έχουν, αφ’ εαυτών, ως σκοπό να διακρίνουν προϊόντα ή υπηρεσίες. Ειδικότερα, σκοπός της εταιρικής επωνυμίας είναι να ταυτοποιεί μια εταιρία, ενώ σκοπός της εμπορικής επωνυμίας ή του διακριτικού τίτλου είναι να λειτουργούν ως δηλωτικά επιχείρησης. Επομένως, σε περίπτωση που η εταιρική επωνυμία, η εμπορική επωνυμία ή ο διακριτικός τίτλος χρησιμοποιούνται μόνον προς ταυτοποίηση μιας εταιρίας ή ως δηλωτικά επιχείρησης, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η χρήση αυτή γίνεται «για προϊόντα ή υπηρεσίες», υπό την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 2017/1001 [απόφαση της 18ης Ιουλίου 2017, Savant Systems κατά EUIPO – Savant Group (SAVANT), T-110/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:521, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Εντούτοις, το σημείο στο οποίο συνίσταται η εταιρική επωνυμία θα μπορούσε να χρησιμοποιείται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να θεμελιώνεται ένας σύνδεσμος ανάμεσα στο σημείο αυτό και στα προϊόντα που διατίθενται στη αγορά ή στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Πράγματι, στον βαθμό που πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση, το γεγονός ότι ένα λεκτικό στοιχείο χρησιμοποιείται ως εμπορική επωνυμία της επιχείρησης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να χρησιμοποιείται ως σήμα και να επιτελεί την ουσιώδη του λειτουργία του σήματος για τον προσδιορισμό των προϊόντων ή των υπηρεσιών ή ως σημείο το οποίο παρέχει στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύει τη χρήση σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001 [απόφαση της 26ης Ιουλίου 2023, Guma Holdings κατά EUIPO – XTB (XTRADE), T-67/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:436, σκέψη 54].
40 Εξ αυτού προκύπτει ότι η φράση «μη καταχωρισμένο σήμα ή άλλο χρησιμοποιούμενο στις συναλλαγές σημείο» κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 1, στοιχείο γ', σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001 μπορεί να καλύπτει ονόματα, περιλαμβανομένων των εμπορικών επωνυμιών, εφόσον χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές ως σημεία προοριζόμενα να προσδιορίσουν προϊόντα ή υπηρεσίες και, συνακόλουθα, να εγγυηθούν την εμπορική προέλευση αυτών των προϊόντων ή των υπηρεσιών.
41 Αντιθέτως, τέτοια ονόματα, όταν χρησιμοποιούνται και στις συναλλαγές για την ταυτοποίηση ενός προσώπου ή μιας επιχείρησης ως οντοτήτων, αποκλείονται από τον ως άνω ορισμό και ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του «δικαιώματος στο όνομα» κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001, ενός δικαιώματος του οποίου το ακριβές περιεχόμενο και οι προϋποθέσεις επιβολής καθορίζονται αποκλειστικώς βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.
42 Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς το συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών, η διάκριση μεταξύ των προγενέστερων δικαιωμάτων στα οποία αναφέρονται, αφενός, το άρθρο 60 παράγραφος 1, στοιχείο γ', σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001 και, αφετέρου, το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του ίδιου κανονισμού δεν θεμελιώνεται στη χρήση ή την απουσία χρήσης των προγενέστερων δικαιωμάτων στις συναλλαγές ή στο εμπόριο, αλλά στη διαφορετική φύση των αντίστοιχων λόγων ακυρότητας που προβλέπονται στα άρθρα αυτά.
43 Επιπλέον, στον βαθμό που το τμήμα προσφυγών στήριξε στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχεία α' και β', της οδηγίας 2015/2436 το συμπέρασμά του ότι το άρθρο 60, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 δεν καλύπτει προγενέστερα δικαιώματα όταν χρησιμοποιούνται, επισημαίνεται ότι το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 2015/2436 έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι ένα σήμα δεν γίνεται δεκτό προς καταχώριση ή, εφόσον καταχωρισθεί, είναι δυνατόν να κηρυχθεί άκυρο, εφόσον και κατά το μέτρο που:
α) δικαιώματα επί μη καταχωρισμένου σήματος ή άλλου χρησιμοποιούμενου στις συναλλαγές σημείου έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης του μεταγενέστερου σήματος ή την ημερομηνία προτεραιότητας που προβάλλεται προς υποστήριξη της αίτησης του μεταγενέστερου σήματος και το εν λόγω μη καταχωρισμένο σήμα ή άλλο σημείο παρέχει στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύει τη χρήση μεταγενέστερου σήματος
β) η χρήση του σήματος μπορεί να απαγορευθεί δυνάμει προγενέστερου δικαιώματος, πέραν των προβλεπομένων στην παράγραφο 2 και στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, και ιδίως δυνάμει:
i) δικαιώματος επί του ονόματος
ii) δικαιώματος επί της προσωπικότητας
iii) [δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας]
iv) δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας.»
44 Συνεπώς, πέραν του ότι –όπως συνάγεται από τη χρήση του ρήματος «μπορούν» στο άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 2015/2436– αυτοί οι λόγοι ακυρότητας έχουν προαιρετικό χαρακτήρα για τα κράτη μέλη, τα οποία πρέπει, επομένως, να έχουν τη δυνατότητα να τους διατηρήσουν σε ισχύ ή να τους θεσπίσουν για πρώτη φορά στις νομοθεσίες τους, το συγκεκριμένο άρθρο προβαίνει σε διάκριση ανάλογη με εκείνη που επισημάνθηκε στη σκέψη 36.
45 Αντιθέτως, η προεκτεθείσα στη σκέψη 25 ερμηνεία του τμήματος προσφυγών, κατά την οποία το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β', της οδηγίας 2015/2436 αναφέρεται σε «άλλα δικαιώματα πέραν των προγενέστερων δικαιωμάτων που χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές», δεν ανταποκρίνεται στο γράμμα της διατάξεως αυτής, η οποία, όπως και το άρθρο 60 παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001, απλώς αποκλείει in concreto τα «μη καταχωρισμένα σήματα ή άλλα χρησιμοποιούμενα στις συναλλαγές σημεία», στα οποία αναφέρεται το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α', της οδηγίας 2015/2436.
46 Τρίτον, όσον αφορά την ερμηνεία που βασίζεται στους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει η ρύθμιση, παρατηρείται ότι το συμπέρασμα που διατυπώθηκε στις σκέψεις 42 και 44 επιβεβαιώνεται από τον σκοπό και την οικονομία του κανονισμού 2017/1001. Πράγματι, στόχος των κανόνων για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι, ειδικότερα, να συμβάλουν στη λειτουργία ενός συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού εντός της Ένωσης, στο πλαίσιο του οποίου οι επιχειρήσεις πρέπει, προκειμένου να μπορούν να προσελκύσουν την πελατεία με την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών τους, να είναι σε θέση να καταχωρίζουν ως εμπορικά σήματά τους σημεία που να παρέχουν στον καταναλωτή τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς πιθανό κίνδυνο συγχύσεως, τα δικά τους προϊόντα ή υπηρεσίες από εκείνα που έχουν άλλη προέλευση (βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Koton Ma?azacilik Tekstil Sanayi ve Ticaret κατά EUIPO, C-104/18 P, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Επομένως, το άρθρο 60, παράγραφος 1, στοιχείο γ', σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001 αναφέρεται στην περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ, αφενός, μη καταχωρισμένου σήματος ή άλλου χρησιμοποιούμενου στις συναλλαγές σημείου και, αφετέρου, σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, η σύγκρουση αυτή αφορά σημεία τα οποία είναι ίδια ως προς τη φύση τους και επιτελούν την ίδια ουσιώδη λειτουργία, ήτοι να διακρίνουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα των άλλων επιχειρήσεων. Μια τέτοια σύγκρουση δεν θεωρείται ικανή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά, ιδίως όταν το επίμαχο προγενέστερο μη καταχωρισμένο σήμα ή άλλο σημείο δεν χρησιμοποιείται στις συναλλαγές ή έχει τοπική μόνον εμβέλεια, προϋπόθεση της οποίας η τήρηση εξετάζεται σύμφωνα με τα ενιαία πρότυπα που θεσπίζονται από τον κανονισμό 2017/1001 και συνάδουν με τις αρχές οι οποίες διαπνέουν το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός αυτός.
48 Αντιθέτως, όπως προεκτέθηκε στις σκέψεις 32 έως 34, το άρθρο 60, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 αναφέρεται στις περιπτώσεις σύγκρουσης μεταξύ, αφενός, σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, άλλων δικαιωμάτων που είναι διαφορετικά ως προς τη φύση τους και επιτελούν λειτουργία διαφορετική από το να διακρίνουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα των άλλων επιχειρήσεων. Συνεπώς, το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001 αναφέρεται ειδικότερα στην περίπτωση κατά την οποία το «δικαίωμα στο όνομα», που χρησιμοποιείται ενδεχομένως στις συναλλαγές ως στοιχείο της ίδιας της ταυτότητας προσώπου ή επιχείρησης, προστατεύεται από τυχόν προσβολή του λόγω αθέμιτων εμπορικών πρακτικών οφειλόμενων στην ύπαρξη σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να προβληθεί έναντι μεταγενέστερου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζονται, δυνάμει της παραπομπής που γίνεται με τη διάταξη αυτή, από την εθνική νομοθεσία η οποία διέπει την προστασία του.
49 Επομένως, είναι απορριπτέα τα επιχειρήματα τα οποία αντλεί το EUIPO από το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001 επιχειρώντας να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του «δικαιώματος στο όνομα». Είναι βεβαίως αληθές ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού αυτού ορίζει ότι το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης «δεν παρέχει στο δικαιούχο το δικαίωμα να απαγορεύει σε τρίτο να χρησιμοποιεί στις εμπορικές συναλλαγές […] το όνομα ή τη διεύθυνσή του, όταν ο τρίτος είναι φυσικό πρόσωπο». Το δε άρθρο 14, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι η χρήση αυτή πρέπει να είναι «σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο». Η ως άνω διάταξη έχει ακριβώς ως σκοπό να διασφαλίσει ότι κανένα σήμα δεν θα μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για να απαγορευθεί σε φυσικό πρόσωπο να χρησιμοποιεί το όνομά του [απόφαση της 26ης Ιουλίου 2023, Rada Perfumery κατά EUIPO – Prada (RADA PERFUMES), T-439/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:441, σκέψη 68]. Πρέπει όμως να σημειωθεί κατ’ αρχάς ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 31, το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001 δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο δικαίωμα που έχουν τα «φυσικά πρόσωπα» επί του ονόματός τους, αλλά χρησιμοποιεί ουδέτερη διατύπωση ως προς το περιεχόμενο του «δικαιώματος στο όνομα», παραπέμποντας παράλληλα και στο εθνικό δίκαιο.
50 Εξάλλου, το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001 αφορά την περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ προγενέστερου δικαιώματος επί ονόματος και μεταγενέστερου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο α', του ίδιου κανονισμού αποσαφηνίζει την έκταση των αποκλειστικών δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θέτοντας όρια στη δυνατότητα του δικαιούχου τέτοιου σήματος να απαγορεύει σε φυσικό πρόσωπο να χρησιμοποιεί το όνομά του στις συναλλαγές. Ως εκ τούτου, οι δύο αυτές διατάξεις δεν έχουν το ίδιο πεδίο εφαρμογής.
51 Τέλος, αντιθέτως προς τα όσα υποστηρίζει το EUIPO, παρατηρείται ότι το τμήμα προσφυγών δεν στηρίχθηκε σε συγκεκριμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν οι προσφεύγοντες σχετικά με τον τρόπο χρήσης των ονομάτων των οποίων έγινε επίκληση ως βάση της αιτήσεως κήρυξης ακυρότητας, όταν έκρινε ότι, στο πλαίσιο της χρήσης τους, τα ονόματα αυτά προσιδιάζουν αποκλειστικώς σε σημεία που έχουν ως λειτουργία να διακρίνουν τα προϊόντα τα οποία εμπορεύονται οι προσφεύγοντες, και όχι να ταυτοποιούν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή μια επιχείρηση, αντιστοίχως, ως οντότητες. Επομένως, δεν χωρεί συμπλήρωση ή αντικατάσταση αιτιολογίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να θεραπευθεί η τυχόν ανεπαρκής αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εάν το τμήμα προσφυγών είχε την πρόθεση να στηρίξει την προσβαλλόμενη απόφαση σε τέτοιες εκτιμήσεις, θα έπρεπε να τις είχε διατυπώσει ρητώς [πρβλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2022, Puma κατά EUIPO – CMS (CMS Italy), T-711/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:604, σκέψη 134 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
52 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι η προστασία δυνάμει του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001 δεν κάλυπτε το «δικαίωμα στο όνομα» για τον λόγο και μόνον ότι τα ονόματα των οποίων έγινε επίκληση χρησιμοποιούνταν και στις συναλλαγές, χωρίς να συνεξετάσει, όπως επιβάλλει η νομολογία η οποία μνημονεύθηκε στις σκέψεις 17 και 20, ούτε το υποστατό των φερόμενων πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να διαπιστωθεί συγκεκριμένα ποια ήταν η φύση των προγενέστερων δικαιωμάτων που προβλήθηκαν ως βάση της αιτήσεως κήρυξης ακυρότητας, ούτε το περιεχόμενο και τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία της οποίας ζητήθηκε η εφαρμογή, προκειμένου να μπορεί να απαγορευθεί η απαγόρευση της χρήσης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επί της εκτιμήσεως του τμήματος προσφυγών όσον αφορά το εθνικό δίκαιο
53 Κατά τα λοιπά, πρέπει να εξεταστούν οι αιτιάσεις τις οποίες οι προσφεύγοντες προβάλλουν κατά της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως υποστηρίζοντας ότι, εν πάση περιπτώσει, οι πληροφορίες που προσκόμισαν σχετικά με το εθνικό δίκαιο δεν ήταν δυνατόν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα προβληθέντα προγενέστερα δικαιώματα μπορούσαν να προστατευθούν δυνάμει του «δικαιώματος στο όνομα» κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αυστριακού δικαίου των οποίων έγινε επίκληση.
54 Το τμήμα προσφυγών έκρινε κατ’ ουσίαν, στα σημεία 37 έως 42 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 43 του αυστριακού γενικού αστικού κώδικα αναφέρεται περιπτώσεις στις οποίες παρεμποδίζεται η προσωπική χρήση του ονόματος. Όταν, όμως, «ιδιώτες» προβαίνουν σε εμπορικές πράξεις ιδίω ονόματι, τότε το όνομα αποκτά «δευτερογενή σημασία» και δεν θεωρείται πλέον «απλό οικογενειακό επώνυμο». Συνεπώς, κατά το τμήμα προσφυγών, η προστασία των ονομάτων και των άλλων σημείων που χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές διέπεται από τα άρθρα 12 και 32 του αυστριακού νόμου για την προστασία των σημάτων και από το άρθρο 9, παράγραφος 1, του αυστριακού ομοσπονδιακού νόμου κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, δεδομένου ότι αυτές είναι οι κρίσιμες εθνικές διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001. Το τμήμα προσφυγών συνήγαγε εκ των ανωτέρω, αφενός, ότι επίκληση του άρθρου 43 του αυστριακού γενικού αστικού κώδικα προκειμένου να προβληθεί το «δικαίωμα στο όνομα» είναι δυνατή μόνον εάν και στον βαθμό που δεν υφίσταται ειδική προστασία του ονόματος δυνάμει του δικαίου των σημάτων και εάν ο δικαιούχος δεν χρησιμοποιεί το όνομά του στις συναλλαγές. Αφετέρου, ως προς τις λοιπές προαναφερθείσες διατάξεις του αυστριακού δικαίου, δεν χωρεί επίκλησή τους με σκοπό την προστασία δικαιώματος στο όνομα, κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001, δεδομένου ότι αναφέρονται ρητώς, μεταξύ άλλων, στην προστασία των «εμπορικών διακριτικών γνωρισμάτων» που χρησιμοποιούνται στις «συναλλαγές», όπερ αντιστοιχεί σε δικαιώματα τα οποία διέπονται από το άρθρο 8, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού.
55 Διαπιστώνεται, όμως, ότι οι ως άνω εκτιμήσεις του τμήματος προσφυγών βασίζονται στην ίδια εσφαλμένη, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 52, παραδοχή ότι η χρήση ενός ονόματος στις συναλλαγές αρκεί για να αποκλειστεί η προστασία του δυνάμει του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001.
56 Επομένως, η εκτίμηση στην οποία προέβη με την προσβαλλόμενη απόφαση το τμήμα προσφυγών αναφορικά με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου δεν επιβεβαιώνει το συμπέρασμα ότι το δικαίωμα στο όνομα κατά το αυστριακό δίκαιο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001.
57 Ως εκ τούτου, λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
58 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το EUIPO ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των προσφευγόντων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), της 27ης Νοεμβρίου 2024 (υπόθεση R 971/2023-2).
2) Καταδικάζει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.
|
G?lea |
T?th |
Spangsberg Gr?nfeldt |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Ιανουαρίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.