Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)
της 3ης Ιουνίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Τελωνειακή ένωση – Ενωσιακός τελωνειακός κώδικας – Μέθοδος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας – Συναλλακτική αξία – Άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 – Άρθρο 140 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 – Βοηθητικές μέθοδοι – Άρθρο 74 του κανονισμού 952/2013 – Εφεδρική μέθοδος ή μέθοδος “fall back” – Άρθρο 144 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 – Εισαγωγή χύδην εμπορευμάτων – Έλλειψη αποδείξεως περί της πράγματι πληρωθείσας τιμής – Ανεπαρκή στοιχεία σχετικά με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων – Χρήση των διαθέσιμων δεδομένων στην εθνική βάση δεδομένων – Απλός αριθμητικός μέσος της τιμής μονάδας »
Στην υπόθεση T-224/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το K?ria (Ανώτατο Δικαστήριο, Ουγγαρία) με απόφαση της 20ής Μαρτίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Μαρτίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
V?M4ALL Kft. «felsz?mol?s alatt»
κατά
Nemzeti Ad?- ?s V?mhivatal Fellebbviteli Igazgat?s?ga,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Sampol Pucurull, πρόεδρο, T. Pynn?, J. Laitenberger, M. Stancu και Γ. Βαλασίδη (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mart?n y P?rez de Nanclares
γραμματέας: A. Juh?sz-T?th, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη ότι στις 8 Απριλίου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Ιανουαρίου 2026,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η V?M4ALL «felsz?mol?s alatt», εκπροσωπούμενη από τον L. Maruzs, ?gyv?d,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Feh?r και την K. Sz?jj?rt?,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Edelmannov?, τους M. Smolek και J. Vl??il,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. N??ez Silva, abogado del Estado,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις O. Dani και F. Moro,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2013, L 269, σ. 1, στο εξής: ενωσιακός τελωνειακός κώδικας), σε συνδυασμό με το άρθρο 140, παράγραφος 1, και το άρθρο 144, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2015, L 343, σ. 558), καθώς και του άρθρου 74, παράγραφοι 1 και 2, του κώδικα αυτού.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της V?M4ALL Kft. «felsz?mol?s alatt», εταιρίας ουγγρικού δικαίου, υπό την ιδιότητά της ως έμμεσου τελωνειακού αντιπροσώπου εισαγωγέα εμπορευμάτων προελεύσεως Κίνας, και της Nemzeti Ad?- ?s V?mhivatal Fellebbviteli Igazgat?s?ga (διευθύνσεως προσφυγών της εθνικής φορολογικής και τελωνειακής αρχής, Ουγγαρία, στο εξής: δευτεροβάθμια τελωνειακή αρχή) σχετικά με την απόφαση με την οποία η αρχή αυτή επικύρωσε τη μέθοδο που χρησιμοποίησε η πρωτοβάθμια ουγγρική τελωνειακή αρχή (στο εξής: πρωτοβάθμια τελωνειακή αρχή) για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία και την επιβολή δασμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το νομικό πλαίσιο
Ενωσιακός τελωνειακός κώδικας
3 Το άρθρο 15 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παροχή πληροφοριών στις τελωνειακές αρχές», ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε πρόσωπο που συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διεκπεραίωση τελωνειακών διατυπώσεων ή σε τελωνειακούς ελέγχους παρέχει, μετά από αίτημα των τελωνειακών αρχών και εντός της εκάστοτε καθοριζόμενης προθεσμίας, στις αρχές αυτές, όλα τα απαραίτητα έγγραφα και πληροφορίες στην κατάλληλη μορφή, και όλη την απαιτούμενη βοήθεια για τη διεκπεραίωση αυτών των διατυπώσεων ή ελέγχων.
2. Η υποβολή τελωνειακής διασάφησης, διασάφησης για προσωρινή εναπόθεση, συνοπτικής διασάφησης εισόδου, συνοπτικής διασάφησης εξόδου, διασάφησης επανεξαγωγής ή γνωστοποίησης επανεξαγωγής από πρόσωπο στις τελωνειακές αρχές, ή η υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας ή για τη λήψη άλλης απόφασης, καθιστούν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υπεύθυνο για όλα τα ακόλουθα:
α) την ακρίβεια και την πληρότητα των πληροφοριών που παρέχονται στη διασάφηση, τη γνωστοποίηση ή την αίτηση,
β) τη γνησιότητα, την ακρίβεια και την ισχύ κάθε εγγράφου που συνοδεύει τη διασάφηση, τη γνωστοποίηση ή την αίτηση,
[…]
Το πρώτο εδάφιο ισχύει επίσης για την παροχή οιασδήποτε πληροφορίας υπό οιαδήποτε άλλη μορφή ζητείται από τις τελωνειακές αρχές ή παρέχεται σε αυτές.
Στην περίπτωση που υποβάλλεται διασάφηση ή γνωστοποίηση, υποβάλλεται αίτηση ή παρέχονται πληροφορίες από τελωνειακό αντιπρόσωπο του ενδιαφερομένου προσώπου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 18, ο εν λόγω τελωνειακός αντιπρόσωπος δεσμεύεται επίσης από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.»
4 Το άρθρο 18 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τελωνειακός αντιπρόσωπος», διαλαμβάνει τα εξής:
«1. Κάθε πρόσωπο μπορεί να ορίσει τελωνειακό αντιπρόσωπο.
Η εν λόγω αντιπροσώπευση μπορεί να είναι είτε άμεση, οπότε ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό άλλου προσώπου, είτε έμμεση, οπότε ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί εξ ονόματός του, αλλά για λογαριασμό άλλου προσώπου.
[…]»
5 Το άρθρο 48 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εκ των υστέρων έλεγχος», ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς των τελωνειακών ελέγχων, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επαληθεύουν την ακρίβεια και την πληρότητα των πληροφοριών που παρέχονται σε μια τελωνειακή διασάφηση, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, συνοπτική διασάφηση εισόδου, συνοπτική διασάφηση εξόδου, διασάφηση επανεξαγωγής ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής, καθώς και την ύπαρξη, τη γνησιότητα, την ακρίβεια και την ισχύ όλων των δικαιολογητικών εγγράφων και να εξετάζουν τους λογαριασμούς του διασαφιστή και άλλες καταχωρίσεις που έχουν σχέση με πράξεις που αφορούν τα εν λόγω εμπορεύματα, καθώς και με προγενέστερες ή μεταγενέστερες εμπορικές πράξεις που αφορούν τα ίδια εμπορεύματα μετά την παράδοσή τους. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν επίσης να εξετάζουν τα εμπορεύματα και/ή να λαμβάνουν δείγματα, εφόσον αυτό είναι ακόμα δυνατόν να γίνει.
Οι έλεγχοι αυτοί μπορεί να διενεργούνται στις εγκαταστάσεις του κατόχου των εμπορευμάτων ή του αντιπροσώπου του κατόχου, κάθε άλλου προσώπου που εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα σε επαγγελματικό επίπεδο στις εν λόγω πράξεις, καθώς και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που έχει στην κατοχή του για επαγγελματικούς λόγους τα εν λόγω έγγραφα και στοιχεία.»
6 Το άρθρο 70 του κώδικα, το οποίο επιγράφεται «Μέθοδος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας βάσει της συναλλακτικής αξίας», ορίζει τα εξής:
«1. Η κύρια βάση της δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων, είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν αυτά πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής.
2. Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή προς τρίτο υπέρ του πωλητή για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως προϋπόθεση για την πώληση των εισαγομένων εμπορευμάτων.
[…]»
7 Το άρθρο 74 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο επιγράφεται «Βοηθητικές μέθοδοι υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας», προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να προσδιορισθεί βάσει του άρθρου 70, εφαρμόζονται διαδοχικά οι διατάξεις της παραγράφου 2 στοιχεία α) έως δ), μέχρι την πρώτη μεταξύ αυτών διάταξη η οποία επιτρέπει τον προσδιορισμό της αξίας των εμπορευμάτων.
Η σειρά εφαρμογής των στοιχείων γ) και δ) της παραγράφου 2 αντιστρέφεται με αίτημα του διασαφιστή.
2. Η δασμολογητέα αξία, σύμφωνα με την παράγραφο 1, είναι:
α) η συναλλακτική αξία πανομοιότυπων εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα,
β) η συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα,
γ) η αξία που βασίζεται επί της τιμής μονάδος που αντιστοιχεί στις πωλήσεις στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης των εισαγομένων εμπορευμάτων, ή πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγομένων εμπορευμάτων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα και πραγματοποιούνται προς πρόσωπα που δεν συνδέονται με τους πωλητές, ή
δ) η υπολογιζόμενη αξία, που ισούται προς το άθροισμα:
i) του κόστους ή της αξίας των υλών και των εργασιών κατασκευής ή άλλων εργασιών που υπεισέρχονται στην παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων,
ii) ποσού που αντιπροσωπεύει τα κέρδη και τα γενικά έξοδα, ίσου προς το ποσό που υπεισέρχεται γενικά στις πωλήσεις εμπορευμάτων της ίδιας φύσεως ή του ίδιου είδους με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα, οι οποίες γίνονται από παραγωγούς στη χώρα εξαγωγής για την εξαγωγή προς την Ένωση,
iii) του κόστους ή της αξίας των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 71 παράγραφος 1 στοιχείο ε).
3. Όταν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθορισθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, καθορίζεται με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, με εύλογο τρόπο συμβιβαζόμενο με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις όλων των κατωτέρω:
α) της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου,
β) του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου,
γ) του παρόντος κεφαλαίου.»
8 Το άρθρο 163 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συνοδευτικά έγγραφα», ορίζει τα εξής:
«1. Τα υποστηρικτικά έγγραφα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο διασαφίζονται τα εμπορεύματα βρίσκονται στην κατοχή του διασαφιστή και στη διάθεση των τελωνειακών αρχών τη στιγμή της υποβολής της τελωνειακής διασάφησης.
2. Τα υποστηρικτικά έγγραφα παρέχονται στις τελωνειακές αρχές εφόσον απαιτείται από την ενωσιακή νομοθεσία ή όταν είναι απαραίτητο για τελωνειακούς ελέγχους.
[…]»
9 Το άρθρο 188 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επαλήθευση τελωνειακής διασάφησης», ορίζει τα εξής:
«Για την επαλήθευση της ακρίβειας των στοιχείων τελωνειακής διασάφησης η οποία έχει γίνει αποδεκτή, οι τελωνειακές αρχές μπορούν:
α) να εξετάζουν τη διασάφηση και τα συνοδευτικά έγγραφα,
β) να ζητούν από το διασαφιστή να προσκομίσει άλλα έγγραφα,
γ) να εξετάζουν τα εμπορεύματα,
δ) να λαμβάνουν δείγματα για ανάλυση ή λεπτομερή έλεγχο των εμπορευμάτων.»
Ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/2447
10 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, σημεία 4 και 14, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[…]
4) ως “πανομοιότυπα εμπορεύματα” νοούνται, στο πλαίσιο υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας, τα εμπορεύματα που παράγονται στην ίδια χώρα, τα οποία είναι όμοια από κάθε άποψη, περιλαμβανομένων και των φυσικών χαρακτηριστικών, της ποιότητας και της φήμης. Δευτερεύουσες διαφορές εμφάνισης δεν παρακωλύουν τον χαρακτηρισμό εμπορευμάτων, που είναι κατά τα λοιπά σύμφωνα με τον ορισμό, ως πανομοιότυπων
[…]
14) ως “ομοειδή εμπορεύματα” νοούνται, στο πλαίσιο του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, τα εμπορεύματα που παράγονται στην ίδια χώρα τα οποία, χωρίς να είναι όμοια από κάθε άποψη, παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά και αποτελούνται από παρόμοιες ύλες, πράγμα που τους επιτρέπει να επιτελούν τις ίδιες λειτουργίες και να είναι δυνατό να εναλλάσσονται από εμπορικής πλευράς η ποιότητα των εμπορευμάτων, η φήμη τους και η ύπαρξη βιομηχανικού ή εμπορικού σήματος περιλαμβάνονται στα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί αν τα εμπορεύματα είναι ομοειδή.»
11 Το άρθρο 140 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, το οποίο επιγράφεται «Μη αποδοχή δηλωθείσας συναλλακτικής αξίας», ορίζει τα εξής:
«1. Όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν εύλογες αμφιβολίες σχετικά με το αν η δηλωθείσα συναλλακτική αξία αντιπροσωπεύει το συνολικό πληρωθέν ή πληρωτέο ποσό όπως αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 1 του [ενωσιακού τελωνειακού] κώδικα, μπορούν να ζητούν από τον διασαφιστή να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες.
2. Εάν εξακολουθούν να έχουν αμφιβολίες, οι τελωνειακές αρχές δύνανται να αποφασίσουν ότι η αξία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να προσδιορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 70 παράγραφος 1 του [ενωσιακού τελωνειακού] κώδικα.»
12 Το άρθρο 144 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, το οποίο επιγράφεται «Εφεδρική μέθοδος», έχει ως ακολούθως:
«1. Κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 3 του [ενωσιακού τελωνειακού] κώδικα, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί εύλογη ελαστικότητα κατά την εφαρμογή των μεθόδων που προβλέπονται στα άρθρα 70 και 74 παράγραφος 2 του κώδικα [αυτού]. Η αξία που καθορίζεται με τον τρόπο αυτό πρέπει, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, να βασίζεται σε δασμολογητέες αξίες που έχουν καθοριστεί προγενέστερα.
2. Όταν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθορισθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, χρησιμοποιούνται άλλες κατάλληλες μέθοδοι. Στην περίπτωση αυτή, η δασμολογητέα αξία δεν καθορίζεται με βάση οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
[…]
β) ένα σύστημα βάσει του οποίου χρησιμοποιείται η υψηλότερη μεταξύ δύο εναλλακτικών αξιών για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας
[…]
ζ) αυθαίρετες ή πλασματικές αξίες.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Η V?M4ALL «felsz?mol?s alatt», ως έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος, υπέβαλε στην πρωτοβάθμια τελωνειακή αρχή, μεταξύ 25ης Ιανουαρίου και 8ης Ιουλίου 2019, τελωνειακές διασαφήσεις για διάφορα χύδην εμπορεύματα εισαχθέντα από την Κίνα (στο εξής: επίμαχα εμπορεύματα). Η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων αυτών υπολογίσθηκε σύμφωνα με τη μέθοδο της συναλλακτικής αξίας που προβλέπεται στο άρθρο 70, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Η V?M4ALL «felsz?mol?s alatt» προσκόμισε, προς στήριξη των δηλώσεων, τιμολόγια στα οποία αναγραφόταν προθεσμία πληρωμής 120 ημερών από την παράδοση.
14 Στις 7 Απριλίου 2020, η πρωτοβάθμια τελωνειακή αρχή προέβη σε εκ των υστέρων έλεγχο, κατά τη διάρκεια του οποίου κάλεσε επανειλημμένως τον εισαγωγέα και τη V?M4ALL «felsz?mol?s alatt» να προσκομίσουν έγγραφα που να δικαιολογούν την αξία συναλλαγής που δηλώθηκε ως τελωνειακή αξία για τις επίμαχες πράξεις εισαγωγής. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι στα αιτήματα αυτά δεν υπήρξε κάποια απάντηση.
15 Αφού κλήθηκε εκ νέου να προσκομίσει τέτοια έγγραφα, η V?M4ALL «felsz?mol?s alatt» προσκόμισε, πέραν των προηγουμένως κατατεθεισών τελωνειακών διασαφήσεων, εμπορικά τιμολόγια εισαγωγής, καταλόγους συσκευασίας, παραστατικά μεταφοράς διά θαλάσσης, δηλώσεις δασμολογητέας αξίας και ηλεκτρονικά υπολογιστικά φύλλα που περιείχαν, για κάθε συγκεκριμένη συναλλαγή, τη γενική περιγραφή των επίμαχων εμπορευμάτων και τις ποσότητες υλικού, καθώς και φωτογραφίες προερχόμενες από τον εισαγωγέα.
16 Το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που διαχειρίζεται τον λογαριασμό του εισαγωγέα παρέσχε στην πρωτοβάθμια τελωνειακή αρχή, κατόπιν αιτήματός της, στοιχεία πληρωμής από τα οποία δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί η καταβολή του αντιτίμου για τα επίμαχα εμπορεύματα. Τα εν λόγω εμπορεύματα δεν κατέστη εφικτό να ελεγχθούν εκ των υστέρων, εκ του λόγου του ότι είχαν ήδη πωληθεί.
17 Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, η πρωτοβάθμια τελωνειακή αρχή απέρριψε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 140 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, τη μέθοδο της συναλλακτικής αξίας για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των επίμαχων εμπορευμάτων. Έκρινε επίσης ότι δεν έχουν εφαρμογή οι βοηθητικές μέθοδοι που προβλέπονται στο άρθρο 74, παράγραφος 2, στοιχεία α' έως δ', του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Ως εκ τούτου, καθόρισε τη δασμολογητέα αξία των επίμαχων εμπορευμάτων χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 74, παράγραφος 3, του εν λόγω κώδικα, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 144, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447.
18 Προς τούτο, η πρωτοβάθμια τελωνειακή αρχή άντλησε από την εθνική τελωνειακή βάση δεδομένων (στο εξής: βάση δεδομένων) τις πληροφορίες σχετικά με τα εμπορεύματα που προέρχονται από την ίδια χώρα με τα επίμαχα εμπορεύματα, τα οποία εμπίπτουν στον ίδιο κωδικό του ολοκληρωμένου δασμολογίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TARIC), στον ίδιο κωδικό διαδικασίας και στον ίδιο κωδικό μεθόδου εκτιμήσεως με τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ουγγαρία κατά τη διάρκεια των 45 ημερών που προηγήθηκαν της αποδοχής των διασαφήσεων που μνημονεύονται στη σκέψη 13 ανωτέρω και των 45 ημερών που έπονται αυτής, εξαιρουμένων ορισμένων στοιχείων που δεν ήσαν κρίσιμα. Βάσει των πληροφοριών αυτών, υπολόγισε την τιμή μονάδος ανά χιλιόγραμμο κάθε ομάδας στοιχείων που περιείχε συγκρίσιμα εισαγόμενα εμπορεύματα, λαμβάνοντας υπόψη, σε κάθε περίπτωση, τιμή ίση ή κατώτερη από τον αριθμητικό μέσον όρο της τιμής μονάδος εκάστου εκ των στοιχείων αυτών. Στη συνέχεια, η δασμολογητέα αξία των επίμαχων εμπορευμάτων υπολογίσθηκε διά του πολλαπλασιασμού του καθαρού βάρους τους με την υπολογισθείσα κατ’ αυτόν τον τρόπο τιμή μονάδος. Βάσει της τοιουτοτρόπως προσδιορισθείσας νέας δασμολογητέας αξίας, η πρωτοβάθμια τελωνειακή αρχή εξέδωσε απόφαση με την οποία καθόρισε, μεταξύ άλλων, το ποσό της τελωνειακής οφειλής της V?M4ALL «felsz?mol?s alatt» σε 65 427 800 φιορίνια (HUF) (περίπου 163 570 ευρώ).
19 Η V?M4ALL «felsz?mol?s alatt» προσέβαλε την ανωτέρω απόφαση ενώπιον της δευτεροβάθμιας τελωνειακής αρχής, η οποία την επικύρωσε.
20 Κατόπιν αυτού, η V?M4ALL «felsz?mol?s alatt» άσκησε ένδικη προσφυγή κατά της αποφάσεως της δευτεροβάθμιας τελωνειακής αρχής, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως. Εν συνεχεία άσκησε αναίρεση ενώπιον του K?ria (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.
21 Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί σε διάφορες διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 οι οποίες έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.
22 Κατά πρώτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ο ενωσιακός τελωνειακός κώδικας και το άρθρο 140 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 παρέχουν στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να απαιτήσουν από τον έμμεσο τελωνειακό αντιπρόσωπο να δικαιολογήσει τη συναλλακτική αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων, διά της προσκομίσεως της αποδείξεως πληρωμής αυτών και, σε περίπτωση μη προσκομίσεώς της, να απορρίψουν την αξία αυτή. Επισημαίνει, συναφώς, ότι εναπόκειται στις τελωνειακές αρχές να τεκμηριώσουν, κατά περίπτωση, τις «εύλογες αμφιβολίες» ως προς τη συμβατότητα της δηλωθείσας συναλλακτικής αξίας, κατά την έννοια του άρθρου 140, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447.
23 Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι τελωνειακές αρχές μπορούν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι δεν έχουν εφαρμογή οι βοηθητικές μέθοδοι που απαριθμούνται στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα για τον λόγο ότι ο τελωνειακός αντιπρόσωπος δεν παρέσχε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των εισαγόμενων εμπορευμάτων, μολονότι οι αρχές αυτές δεν έκαναν χρήση της εξουσίας την οποία διέθεταν να εξετάσουν τα εμπορεύματα αυτά κατά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία.
24 Κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει αν, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, η μέθοδος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας που χρησιμοποίησαν οι τελωνειακές αρχές, καθόσον στηρίζεται όχι αποκλειστικώς στα προϊόντα του πωλητή των επίμαχων εμπορευμάτων, αλλά σε όλα τα προϊόντα που υπάγονται στον ίδιο κωδικό TARIC με τα εμπορεύματα αυτά, είναι σύμφωνη με το άρθρο 144, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, το K?ria (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 15, παράγραφος 1, του [ενωσιακού τελωνειακού κώδικα] την έννοια ότι ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος, πέραν των εγγράφων που απαιτούνται για τον εκτελωνισμό, πρέπει να έχει στη διάθεσή του και όλα τα άλλα έγγραφα που αφορούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα, [ιδίως] έγγραφα που αφορούν την πραγματοποίηση της εμπορικής συναλλαγής (σύμβαση μεταξύ εισαγωγέα και πωλητή, παραστατικό τράπεζας που αποδεικνύει την καταβολή του τιμήματος των εμπορευμάτων καθώς και έγγραφα που αναφέρουν τα φυσικά χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων, τη φήμη ή την ποιότητά τους), και ότι οφείλει να θέτει τα έγγραφα αυτά στη διάθεση της τελωνειακής αρχής κατά τον τελωνειακό έλεγχο;
2) Έχει το άρθρο 140, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού [2015/2447] την έννοια ότι, στην περίπτωση εισαγωγών χύδην εμπορευμάτων που δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να θεμελιώσουν τις εύλογες αμφιβολίες τους ως προς την αποδοχή της αξίας της συναλλαγής στο γεγονός ότι ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος δεν έχει προσκομίσει αξιόπιστα αποδεικτικά έγγραφα για την πραγματική καταβολή του τιμήματος της πωλήσεως, παρά το γεγονός ότι του ζητήθηκε να το πράξει;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, έχει το άρθρο 74, παράγραφοι 1 και 2, του [ενωσιακού] τελωνειακού κώδικα, την έννοια ότι η τελωνειακή αρχή μπορεί να αποκλείσει τη χρήση των βοηθητικών μεθόδων υπολογισμού που προβλέπονται στο άρθρο αυτό για τον λόγο ότι ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος δεν έχει παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων (φυσικά χαρακτηριστικά, ποιότητα, φήμη);
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, αποκλείεται η εφαρμογή των βοηθητικών μεθόδων που προβλέπονται στο άρθρο 74, παράγραφος 2, στοιχεία α' έως δ', του [ενωσιακού] τελωνειακού κώδικα, οσάκις η τελωνειακή αρχή δεν έκανε χρήση, κατά τον εκτελωνισμό, της δυνατότητας λήψεως δειγμάτων από τα εμπορεύματα [και/ή] των λοιπών δυνατοτήτων του άρθρου 188 του [ως άνω κώδικα], όπερ θα της επέτρεπε να εξακριβώσει τα χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων;
5) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, έχει το άρθρο 144, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού [2015/2447], την έννοια ότι επιτρέπει στην τελωνειακή αρχή να προσδιορίζει τη δασμολογητέα αξία βάσει στοιχείων που περιέχονται αποκλειστικώς στην εθνική τελωνειακή βάση δεδομένων, εξετάζοντας εμπορεύματα που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την ημερομηνία αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως και κατά το χρονικό διάστημα των 45 ημερών πριν και μετά την ημερομηνία αυτή, τα οποία φέρουν τον ίδιο κωδικό TARIC και προέρχονται από την ίδια χώρα με τα υπό έλεγχο χύδην εμπορεύματα που δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά, λαμβάνοντας υπόψη τον απλό αριθμητικό μέσον όρον της τιμής μονάδος ανά χιλιόγραμμο των εμπορευμάτων που επιλέγονται κατόπιν αναλυτικής επεξεργασίας των στοιχείων; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, διασφαλίζει η εν λόγω μέθοδος τη συμμόρφωση με το άρθρο 144, παράγραφος 2, στοιχεία β' και ζ', του εκτελεστικού κανονισμού [2015/2447];»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
26 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 15, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 18, παράγραφος 1, και το άρθρο 163, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού, έχει την έννοια ότι, πέραν των εγγράφων που απαιτούνται για τον εκτελωνισμό, ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος υποχρεούται να είναι σε θέση να προσκομίσει και να θέσει στη διάθεση των τελωνειακών αρχών, όταν του ζητηθεί να το πράξει στο πλαίσιο τελωνειακού ελέγχου, όλα τα σχετικά με τα εισαγόμενα εμπορεύματα έγγραφα, περιλαμβανομένων εκείνων που αποδεικνύουν το πράγματι καταβληθέν τίμημα.
27 Πρώτον, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι το άρθρο 15 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ορίζει στην παράγραφο 1 ότι κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα στους τελωνειακούς ελέγχους υποχρεούται να παρέχει στις τελωνειακές αρχές όλα τα απαιτούμενα έγγραφα ή πληροφορίες. Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού, ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό τρίτου.
28 Επομένως, όταν ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος καταθέτει τελωνειακή διασάφηση, το πράττει ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό του προσώπου που του χορήγησε εντολή αντιπροσωπεύσεως και το οποίο εκπροσωπεί, με αποτέλεσμα να ενεργεί ως διασαφιστής [πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2022, U.I. (Έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος), C-714/20, EU:C:2022:374, σκέψη 40], φέροντας ο ίδιος το σύνολο των υποχρεώσεων προσκομίσεως εγγράφων και παροχής πληροφοριών που προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα.
29 Δεύτερον, από το άρθρο 163, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι στις τελωνειακές αρχές παρέχονται συνοδευτικά έγγραφα όταν αυτό είναι αναγκαίο για τους σκοπούς των τελωνειακών ελέγχων. Δεδομένου ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 28 ανωτέρω, ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί ως διασαφιστής, πρέπει, επομένως, να είναι σε θέση αυτός να προσκομίσει τα εν λόγω συνοδευτικά έγγραφα.
30 Τρίτον, το άρθρο 70 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ορίζει στην παράγραφο 1 τη συναλλακτική αξία ως την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν αυτά πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής. Διευκρινίζει στην παράγραφο 2 ότι η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή προς τρίτο υπέρ του πωλητή για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως προϋπόθεση για την πώληση των εισαγομένων εμπορευμάτων.
31 Εφόσον ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος, ως διασαφιστής, υπέχει υποχρέωση προσκομίσεως εγγράφων και πληροφοριών κατόπιν αιτήματος των τελωνειακών αρχών, πρέπει να είναι σε θέση, όταν το τίμημα αγοράς των εισαγομένων εμπορευμάτων καταβλήθηκε μετά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως, να αποδείξει το υποστατό της καταβολής αυτής, απευθυνόμενος, εφόσον τούτο παρίσταται αναγκαίο, στο πρόσωπο το οποίο του παρέσχε την εντολή αντιπροσωπεύσεως.
32 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 18, παράγραφος 1, και το άρθρο 163, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού, έχει την έννοια ότι, πέραν των εγγράφων τα οποία απαιτούνται για τον εκτελωνισμό, ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος υποχρεούται να είναι σε θέση να προσκομίσει και να θέσει στη διάθεση των τελωνειακών αρχών, όταν του ζητηθεί να το πράξει στο πλαίσιο τελωνειακού ελέγχου, όλα τα έγγραφα που αφορούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα, περιλαμβανομένων εκείνων τα οποία δικαιολογούν το πράγματι πληρωθέν τίμημα.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
33 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 140, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση εισαγωγών χύδην εμπορευμάτων που δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά, οι τελωνειακές αρχές δικαιούνται να διατηρούν εύλογες αμφιβολίες ως προς το αν η δηλωθείσα συναλλακτική αξία αντιπροσωπεύει το συνολικό πληρωθέν ή πληρωτέο ποσό κατά την έννοια του άρθρου 70, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, όταν ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος, μολονότι καλείται προς τούτο, δεν αποδεικνύει, με αξιόπιστα έγγραφα, ότι το τίμημα πράγματι καταβλήθηκε.
34 Κατά το άρθρο 140 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, οι τελωνειακές αρχές ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκ των πραγμάτων να έχουν εύλογες αμφιβολίες ως προς το αν η δηλωθείσα συναλλακτική αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει το συνολικό πληρωθέν ή πληρωτέο για αυτά ποσό, κατά την έννοια του άρθρου 70 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω αρχές μπορούν να απορρίψουν τη δηλωθείσα συναλλακτική αξία, εάν εξακολουθούν να υφίστανται οι αμφιβολίες τους, αφού ενδεχομένως ζητήσουν την παροχή κάθε πληροφορίας ή την προσκόμιση κάθε συμπληρωματικού εγγράφου και αφού δώσουν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή του σχετικά με τους λόγους στους οποίους βασίζονται οι αμφιβολίες αυτές (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2016, EURO 2004. Hungary, C-291/15, EU:C:2016:455, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης I και Κελάδης II, C-72/24 και C-73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 76).
35 Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της φύσεως και των χαρακτηριστικών των εισαγομένων εμπορευμάτων, δεδομένου ότι το γράμμα του άρθρου 140 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 ουδεμία διάκριση κάνει συναφώς.
36 Υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπου, μετά τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής εμπορευμάτων που εισάγονται χύδην και τα οποία δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά, η τελωνειακή αρχή ζητεί από τον έμμεσο τελωνειακό αντιπρόσωπο να δικαιολογήσει την πραγματική καταβολή του τιμήματος αγοράς των εμπορευμάτων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έλλειψη αποδείξεως περί της καταβολής αυτής ως γενόμενης αρκεί για να θεμελιωθούν οι αμφιβολίες της εν λόγω αρχής περί του υποστατού της οικείας πράξεως και, ως εκ τούτου, περί των δηλωθεισών συναλλακτικών αξιών.
37 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 140, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση εισαγωγών χύδην εμπορευμάτων που δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά, οι τελωνειακές αρχές δικαιούνται να διατηρούν εύλογες αμφιβολίες ως προς το αν η δηλωθείσα συναλλακτική αξία αντιπροσωπεύει το συνολικό πληρωθέν ή πληρωτέο ποσό κατά την έννοια του άρθρου 70, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, όταν ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος, μολονότι καλείται προς τούτο, δεν αποδεικνύει με αξιόπιστα έγγραφα ότι το τίμημα πράγματι πληρώθηκε.
Επί του τρίτου και τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
38 Με το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 74, παράγραφοι 1 και 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αποκλείσουν τη χρήση των βοηθητικών μεθόδων καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, χύδην εμπορευμάτων που δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά, όταν, αφενός, ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος δεν παρέσχε στοιχεία σχετικά με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων αυτών, είτε πρόκειται για τα φυσικά χαρακτηριστικά τους είτε για τα ποιοτικά στοιχεία του, και, αφετέρου, οι εν λόγω αρχές, ενώ ήσαν σε θέση να το πράξουν, δεν έκαναν χρήση των εξουσιών του άρθρου 188 του κώδικα αυτού, αλλά προέβησαν σε εκ των υστέρων έλεγχο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 48 του εν λόγω κώδικα.
39 Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να προστατεύουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης καταπολεμώντας την απάτη ή οιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των συμφερόντων αυτών, καθώς και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την πλήρη και πραγματική είσπραξη των δασμών, οι οποίοι αποτελούν τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης I και Κελάδης II, C-72/24 και C-73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
40 Προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, οι εθνικές τελωνειακές αρχές διαθέτουν το σύνολο των αρμοδιοτήτων που τους αναγνωρίζονται από τον ενωσιακό τελωνειακό κώδικα και τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/2447, καθώς και τις μεθόδους ελέγχου και αξιολογήσεως που προβλέπονται σε αυτόν. Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η διαδικασία ελέγχου της τελωνειακής διασαφήσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 188 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, και η διαδικασία εκ των υστέρων ελέγχου, η οποία ορίζεται στο άρθρο 48 του κώδικα αυτού, ουδόλως αποκλείουν η μία την άλλη. Ειδικότερα, ουδέν, εκ του γράμματος των διατάξεων αυτών, περιορίζει την προσφυγή στη μία διαδικασία σε περίπτωση κινήσεως της άλλης ή, αντιστρόφως, υποχρεώνει τις τελωνειακές αρχές να ακολουθήσουν τη μία ή την άλλη από τις διαδικασίες αυτές.
41 Το ευρύ αυτό περιθώριο εκτιμήσεως που παρέχεται στις τελωνειακές αρχές προκύπτει εξάλλου από τη χρήση, τόσο στο άρθρο 48 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα όσο και στο άρθρο 188 του κώδικα αυτού, του ρήματος «μπορώ», το οποίο αφήνει, επομένως, στις εν λόγω αρχές την επιλογή των μέσων που μπορούν καλύτερα να τους παράσχουν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 39 ανωτέρω.
42 Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές δεν προσέφυγαν, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, ήτοι στο πλαίσιο εισαγωγών χύδην εμπορευμάτων που δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά, στο άρθρο 188 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα και, ειδικότερα, στη δυνατότητα που προβλέπει το άρθρο 188, στοιχείο δ', του κώδικα αυτού, να λάβουν δείγματα για την ανάλυση ή την ενδελεχή εξέταση των εμπορευμάτων, δεν μπορεί να έχει επιπτώσεις στην εκ μέρους των αρχών αυτών εφαρμογή, στο πλαίσιο εκ των υστέρων ελέγχου, του άρθρου 74 του εν λόγω κώδικα και, ιδίως, στον αποκλεισμό, από τις εν λόγω αρχές, των βοηθητικών μεθόδων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του τελευταίου αυτού άρθρου.
43 Εν συνεχεία, όσον αφορά την ίδια τη δυνατότητα αποκλεισμού των βοηθητικών μεθόδων που απαριθμούνται στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, υπενθυμίζεται ότι σκοπός των κανόνων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας είναι να θεσπισθεί ένα δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο σύστημα, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαίρετων ή πλασματικών δασμολογικών αξιών. Συνεπώς, η δασμολογητέα αξία πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική οικονομική αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων και, ως εκ τούτου, να λαμβάνει υπόψη όλα εκείνα τα στοιχεία των εμπορευμάτων αυτών που έχουν οικονομική αξία (βλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης I και Κελάδης II, C-72/24 και C-73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Τα άρθρα 70 έως 74 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα προβλέπουν συγκεκριμένη ιεράρχηση των διαφόρων προβλεπόμενων από τον κώδικα μεθόδων καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, οπότε ο εισαγωγέας δεν είναι ελεύθερος να επιλέξει τη μέθοδο που θα χρησιμοποιήσει (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης I και Κελάδης II, C-72/24 και C-73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Ως εκ τούτου, η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων πρέπει να καθορίζεται, κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τη μέθοδο της συναλλακτικής αξίας που προβλέπεται στο άρθρο 70 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, δεδομένου ότι η μέθοδος αυτή θεωρείται η καταλληλότερη, ενώ οι βοηθητικές μέθοδοι που απαριθμούνται στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον όταν η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να καθορισθεί κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου 70. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για την εφεδρική μέθοδο, γνωστή ως «fall back», η οποία μνημονεύεται στο άρθρο 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, η οποία εφαρμόζεται μόνον αν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθορισθεί ούτε με τη μέθοδο της συναλλακτικής αξίας ούτε με κάποια από τις βοηθητικές μεθόδους που μνημονεύονται στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης I και Κελάδης II, C-72/24 και C-73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Τέλος, επισημαίνεται ότι η δασμολογητέα αξία πραγματοποιείται με εφαρμογή, διαδοχικά, των βοηθητικών μεθόδων που προβλέπονται στο άρθρο 74, παράγραφος 2, στοιχεία α' έως δ', του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Ιουνίου 2019, Oribalt R?ga, C-1/18, EU:C:2019:519, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), οπότε, πριν αποκλείσουν την εφαρμογή των μεθόδων αυτών, οι τελωνειακές αρχές πρέπει να εξετάσουν, μία προς μία, την ενδεχόμενη λυσιτέλειά τους.
47 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής, της οποίας τα ουσιώδη στοιχεία συνοψίζονται, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 14 έως 16 ανωτέρω, προκύπτει, αφενός, ότι η V?M4ALL «felsz?mol?s alatt» δεν προσκόμισε τα έγγραφα και δεν παρέσχε τις πληροφορίες που ζήτησε επανειλημμένως η πρωτοβάθμια τελωνειακή αρχή και, αφετέρου, ότι από την εκ μέρους της τελευταίας εξέταση των στοιχείων σχετικά με τις πληρωμές που της είχαν παρασχεθεί, κατόπιν αιτήματός της, από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που διαχειρίζεται τον λογαριασμό του εισαγωγέα δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί η ύπαρξη καταβολής του τιμήματος αγοράς των επίμαχων εμπορευμάτων.
48 Επομένως, από όσα κρίθηκαν στη σκέψη 37 ανωτέρω προκύπτει ότι το γεγονός αυτό μπορεί να αρκεί ώστε οι τελωνειακές αρχές να έχουν εύλογες αμφιβολίες ως προς το υποστατό της εμπορικής συναλλαγής και, ως εκ τούτου, να απορρίψουν τη δηλωθείσα συναλλακτική αξία.
49 Εν τοιαύτη περιπτώσει, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 46 ανωτέρω, οι τελωνειακές αρχές πρέπει να εξετάζουν διαδοχικά αν τυγχάνει εφαρμογής καθεμία από τις επικουρικές μεθόδους του άρθρου 74, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα.
50 Όταν, όμως, οι τελωνειακές αρχές αδυνατούν να διενεργήσουν φυσικό έλεγχο των εισαγομένων εμπορευμάτων προκειμένου να διαπιστώσουν αν είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια με εκείνα που πρέπει να χρησιμοποιήσουν για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και στο μέτρο που η περιγραφή των εμπορευμάτων αυτών στα τιμολόγια που επισυνάπτονται στις τελωνειακές διασαφήσεις είναι συνοπτική ή ελλιπής, οι τελωνειακές αρχές δεν διαθέτουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την εφαρμογή των μεθόδων που προβλέπονται στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης I και Κελάδης II, C-72/24 και C-73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 82).
51 Ωστόσο, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει το βάσιμο των διευκρινίσεων που παρέσχον συναφώς οι τελωνειακές αρχές.
52 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 74, παράγραφοι 1 και 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι, αν έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι πράγματι καταβλήθηκε το τίμημα αγοράς των χύδην εισαγόμενων εμπορευμάτων που δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα οι τελωνειακές αρχές να απορρίψουν τη δηλωθείσα συναλλακτική αξία των εν λόγω εμπορευμάτων, τότε οι αρχές αυτές μπορούν να αποκλείσουν τη χρήση των βοηθητικών μεθόδων της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού εφόσον εξήτασαν καθεμία από τις μεθόδους αυτές με την απαιτούμενη επιμέλεια και ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος δεν μπόρεσε να παράσχει, μολονότι του δόθηκε με τον ενδεδειγμένο τρόπο η σχετική δυνατότητα, επαρκή στοιχεία σχετικά με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων αυτών, είτε πρόκειται για τα φυσικά χαρακτηριστικά τους είτε για τα ποιοτικά στοιχεία τους, χωρίς να έχει επιπτώσεις στον αποκλεισμό των μεθόδων αυτών το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές δεν έκαναν προηγουμένως χρήση των εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 188 του ως άνω κανονισμού.
Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
53 Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 144, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 έχει την έννοια ότι:
– επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές να καθορίζουν τη δασμολογητέα αξία αποκλειστικώς βάσει στοιχείων που αντλούνται από τη βάση δεδομένων και αφορούν εμπορεύματα προερχόμενα από την ίδια χώρα με τα εισαγόμενα εμπορεύματα, τα οποία κατατάσσονται στον ίδιο κωδικό TARIC με τα εμπορεύματα αυτά και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη διάρκεια των 45 ημερών που προηγούνται και των 45 ημερών που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως
– επιτρέπει επίσης στις αρχές αυτές να λαμβάνουν υπόψη, βάσει αναλυτικής επεξεργασίας των προαναφερθέντων δεδομένων, τον απλό αριθμητικό μέσον όρο των τιμών μονάδος ανά χιλιόγραμμο των εμπορευμάτων στα οποία αντιστοιχούν τα δεδομένα αυτά.
54 Υπενθυμίζεται ότι, στην περίπτωση που η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθορισθεί διά της εφαρμογής μιας από τις βοηθητικές μεθόδους που απαριθμούνται στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, η δασμολογητέα αξία υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74, παράγραφος 3, του κώδικα αυτού, δηλαδή καθορίζεται βάσει των διαθέσιμων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης στοιχείων, με εύλογα μέσα συμβατά με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις των διεθνών συμφωνιών τις οποίες μνημονεύουν οι διατάξεις αυτές, καθώς και του κεφαλαίου 3 του τίτλου II του εν λόγω κώδικα.
55 Το άρθρο 144 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 διευκρινίζει, προς τούτο, στην παράγραφο 1 ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν, κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, να επιδεικνύουν εύλογη ελαστικότητα κατά την εφαρμογή των μεθόδων που προβλέπονται στο άρθρο 70 και στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα και ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο καθοριζόμενη αξία πρέπει, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, να βασίζεται σε δασμολογητέες αξίες που έχουν καθορισθεί προγενέστερα. Ορίζει δε στην παράγραφο 2 ότι, όταν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθορισθεί κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 1, χρησιμοποιούνται άλλες κατάλληλες μέθοδοι, οι οποίες αποκλείουν, μεταξύ άλλων, την επιλογή της υψηλότερης αξίας μεταξύ δύο εναλλακτικών δασμολογητέων αξιών, σύμφωνα με το άρθρο 144, παράγραφος 2, στοιχείο β', του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, και απαγορεύουν την προσφυγή σε αυθαίρετες ή πλασματικές αξίες, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 144, παράγραφος 2, στοιχείο ζ', του κανονισμού αυτού.
56 Επομένως, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 144 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 προκύπτει ότι η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού έχει εφαρμογή μόνον αν οι τελωνειακές αρχές αδυνατούν να εφαρμόσουν την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, ήτοι να εφαρμόσουν με «εύλογη ελαστικότητα» είτε τη μέθοδο της συναλλακτικής αξίας, κατά την έννοια του άρθρου 70 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, είτε τις βοηθητικές μεθόδους, κατά την έννοια του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού. Κατά συνέπεια, η απάντηση στο πέμπτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, σχετικά με το άρθρο 144, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, προϋποθέτει ότι αποδεικνύεται η αδυναμία εφαρμογής εν προκειμένω της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
57 Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, τα οποία συμπληρώθηκαν με τις διευκρινίσεις που παρέσχε, μεταξύ άλλων, η Ουγγρική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν αποκλείεται η υπόθεση της κύριας δίκης να αφορά την περίπτωση έμμεσου τελωνειακού αντιπροσώπου, ο οποίος προσκόμισε, υπό την ιδιότητά του ως διασαφιστή, τόσο ολίγα στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο και την ποιότητα των εισαγόμενων εμπορευμάτων ώστε να μην έχει εφαρμογή το άρθρο 144, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447. Στην περίπτωση αυτή, οι τελωνειακές αρχές πρέπει να χρησιμοποιήσουν «άλλες κατάλληλες μεθόδους», κατά την έννοια του άρθρου 144, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.
58 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η μέθοδος που επέλεξε η πρωτοβάθμια τελωνειακή αρχή, η οποία επιβεβαιώθηκε από τη δευτεροβάθμια τελωνειακή αρχή, συνίστατο, κατ’ ουσίαν, στον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει στοιχείων που αντλήθηκαν από τη βάση δεδομένων και αφορούσαν εμπορεύματα προερχόμενα από την ίδια χώρα με τα επίμαχα εμπορεύματα, τα οποία είχαν υπαχθεί στον ίδιο κωδικό TARIC με τα εμπορεύματα αυτά και είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη διάρκεια των 45 ημερών προ και μετά την ημερομηνία αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως. Μετά από αναλυτική επεξεργασία των δεδομένων αυτών, προέκυψε ο απλός αριθμητικός μέσος όρος των τιμών μονάδος ανά χιλιόγραμμο των εμπορευμάτων στα οποία αντιστοιχούν τα δεδομένα αυτά.
59 Κατά πρώτον, υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι η πρακτική που συνίσταται στην εκ μέρους των τελωνειακών αρχών εκτίμηση της δασμολογητέας αξίας βάσει στοιχείων που αντλούνται από τη βάση δεδομένων σχετικά με εμπορεύματα που κατατάσσονται στον ίδιο κωδικό TARIC με εκείνον των εισαγόμενων εμπορευμάτων και προέρχονται από την ίδια χώρα πρέπει να θεωρείται ως χρήση «διαθέσιμων στοιχείων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης», κατά την έννοια του άρθρου 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, «με εύλογα μέσα που συνάδουν με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις όλων» όσων εν συνεχεία μνημονεύει η ανωτέρω διάταξη (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2022, Baltic Master, C-599/20, EU:C:2022:457, σκέψεις 54 έως 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
60 Η διαπίστωση αυτή και μόνον αρκεί, κατ’ αρχήν, για να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να στηριχθεί μια τέτοια πρακτική σε αυθαίρετες ή πλασματικές αξίες, κατά την έννοια του άρθρου 144, παράγραφος 2, στοιχείο ζ', του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447.
61 Κατά δεύτερον, η χρήση του απλού αριθμητικού μέσου όρου των τιμών μονάδος ανά χιλιόγραμμο των εμπορευμάτων στα οποία αντιστοιχούν τα στοιχεία που έλαβε υπόψη η τελωνειακή αρχή καθιστά δυνατή την τήρηση της απαγορεύσεως του άρθρου 144, παράγραφος 2, στοιχείο β', του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, η οποία απαγορεύει τη χρήση της υψηλότερης αξίας μεταξύ δύο εναλλακτικών δασμολογητέων αξιών, δεδομένου ότι, αφενός, ο αριθμητικός μέσος όρος παρέχει μία μόνον αξία και, αφετέρου, εξ ορισμού, η αξία αυτή είναι μια μέση αξία, γεγονός που αποκλείει τη συστηματική επιλογή της υψηλότερης αξίας.
62 Κατά τρίτον, από τη νομολογία προκύπτει ότι περίοδος 90 ημερών, η οποία περιλαμβάνει τις 45 ημέρες προ και τις 45 ημέρες μετά τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων των οποίων η αξία πρέπει να εκτιμηθεί, παρίσταται ικανή να αποτρέψει τον κίνδυνο ουσιώδους μεταβολής των εμπορικών πρακτικών και των συνθηκών της αγοράς που επηρεάζουν τις τιμές των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων (απόφαση της 9ης Ιουνίου 2022, FAWKES, C-187/21, EU:C:2022:458, σκέψη 71). Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η πρωτοβάθμια τελωνειακή αρχή έλαβε υπόψη περίοδο 90 ημερών, η οποία περιλαμβάνει τις 45 ημέρες προ και τις 45 ημέρες μετά την ημερομηνία αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως, δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 144, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447.
63 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει, επομένως, η απάντηση ότι το άρθρο 144, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 έχει την έννοια ότι, οσάκις οι τελωνειακές αρχές αποδεικνύουν εμπεριστατωμένως ότι δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού, άλλη κατάλληλη μέθοδο, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, αποτελεί ο προσδιορισμός από τις τελωνειακές αρχές της τελωνειακής αξίας των εμπορευμάτων τα οποία εισάγονται χύδην και δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά αποκλειστικώς βάσει στοιχείων που αντλούνται από την εθνική τελωνειακή βάση δεδομένων και αφορούν εμπορεύματα προερχόμενα από την ίδια χώρα με τα εισαγόμενα εμπορεύματα, τα οποία είχαν υπαχθεί στον ίδιο κωδικό TARIC με τα εμπορεύματα αυτά και είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη διάρκεια των 45 ημερών πριν και μετά την ημερομηνία αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως, λαμβάνοντας υπόψη, μετά από αναλυτική επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων, τον απλό αριθμητικό μέσον όρο των τιμών μονάδος ανά χιλιόγραμμο των εμπορευμάτων στα οποία αντιστοιχούν τα δεδομένα αυτά.
Επί των δικαστικών εξόδων
64 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)
αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 18, παράγραφος 1, και το άρθρο 163, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού,
έχει την έννοια ότι:
πέραν των εγγράφων τα οποία απαιτούνται για τον εκτελωνισμό, ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος υποχρεούται να είναι σε θέση να προσκομίσει και να θέσει στη διάθεση των τελωνειακών αρχών, όταν του ζητηθεί να το πράξει στο πλαίσιο τελωνειακού ελέγχου, όλα τα έγγραφα που αφορούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα, περιλαμβανομένων εκείνων τα οποία δικαιολογούν το πράγματι πληρωθέν τίμημα.
2) Το άρθρο 140, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 952/2013,
έχει την έννοια ότι:
σε περίπτωση εισαγωγών χύδην εμπορευμάτων που δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά, οι τελωνειακές αρχές δικαιούνται να διατηρούν εύλογες αμφιβολίες ως προς το αν η δηλωθείσα συναλλακτική αξία αντιπροσωπεύει το συνολικό πληρωθέν ή πληρωτέο ποσό κατά την έννοια του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού 952/2013, όταν ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος, μολονότι καλείται προς τούτο, δεν αποδεικνύει με αξιόπιστα έγγραφα ότι το τίμημα πράγματι πληρώθηκε.
3) Το άρθρο 74, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 952/2013
έχει την έννοια ότι:
αν έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι πράγματι καταβλήθηκε το τίμημα αγοράς των χύδην εισαγόμενων εμπορευμάτων που δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα οι τελωνειακές αρχές να απορρίψουν τη δηλωθείσα συναλλακτική αξία των εν λόγω εμπορευμάτων, τότε οι αρχές αυτές μπορούν να αποκλείσουν τη χρήση των βοηθητικών μεθόδων της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού εφόσον εξήτασαν καθεμία από τις μεθόδους αυτές με την απαιτούμενη επιμέλεια και ο έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος δεν μπόρεσε να παράσχει, μολονότι του δόθηκε με τον ενδεδειγμένο τρόπο η σχετική δυνατότητα, επαρκή στοιχεία σχετικά με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων αυτών, είτε πρόκειται για τα φυσικά χαρακτηριστικά τους είτε για τα ποιοτικά στοιχεία τους, χωρίς να έχει επιπτώσεις στον αποκλεισμό των μεθόδων αυτών το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές δεν έκαναν προηγουμένως χρήση των εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 188 του ως άνω κανονισμού.
4) Το άρθρο 144, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447
έχει την έννοια ότι:
οσάκις οι τελωνειακές αρχές αποδεικνύουν εμπεριστατωμένως ότι δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού, άλλη κατάλληλη μέθοδο, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, αποτελεί ο προσδιορισμός από τις τελωνειακές αρχές της τελωνειακής αξίας των εμπορευμάτων τα οποία εισάγονται χύδην και δεν φέρουν ατομικά ή ειδικά χαρακτηριστικά αποκλειστικώς βάσει στοιχείων που αντλούνται από την εθνική τελωνειακή βάση δεδομένων και αφορούν εμπορεύματα προερχόμενα από την ίδια χώρα με τα εισαγόμενα εμπορεύματα, τα οποία είχαν υπαχθεί στον ίδιο κωδικό TARIC με τα εμπορεύματα αυτά και είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη διάρκεια των 45 ημερών πριν και μετά την ημερομηνία αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως, λαμβανομένου υπόψη, μετά από αναλυτική επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων, του απλού αριθμητικού μέσου όρου των τιμών μονάδος ανά χιλιόγραμμο των εμπορευμάτων στα οποία αντιστοιχούν τα δεδομένα αυτά.
|
Sampol Pucurull |
Pynn? |
Laitenberger |
|
Stancu |
Βαλασίδης |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 3 Ιουνίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.