Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)
της 15ης Ιανουαρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Έλεγχοι στα σύνορα, άσυλο και μετανάστευση – Πολιτική ασύλου – Οδηγία 2013/33/ΕΚ – Άρθρο 15, παράγραφος 1 – Πρόσβαση στην αγορά εργασίας υπό την ιδιότητα του αιτούντος διεθνή προστασία – Απόρριψη αιτήματος πρόσβασης στην αγορά εργασίας – Αιτιολογία της απόρριψης – Καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας η οποία μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στον αιτούντα »
Στην υπόθεση C-742/24 [Havvitt] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο, Ιρλανδία) με απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Οκτωβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
International Protection Appeals Tribunal,
Minister for Justice,
Ireland,
Attorney General
κατά
LK,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Passer (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, Δ. Γρατσία και B. Smulders, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Ιρλανδία, ο Minister for Justice και ο Attorney General, εκπροσωπούμενοι από την M. Browne, Chief State Solicitor, τον C. Aherne, την A. Burke και τον A. Joyce, επικουρούμενους από τους N. J. Travers, SC, και P. Leonard, BL,
– ο LK, εκπροσωπούμενος από τον C. Power, SC, την H. Burgess, BL, και τον G. Daly, solicitor,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις A. Az?ma και M. Debieuvre,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ 2013, L 180, σ. 96).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του LK, αιτούντος διεθνή προστασία, και, αφετέρου, του International Protection Appeals Tribunal (δικαστηρίου εκδίκασης προσφυγών επί υποθέσεων διεθνούς προστασίας, Ιρλανδία), του Minister for Justice (Υπουργού Δικαιοσύνης, Ιρλανδία), της Ireland (Ιρλανδία) και του Attorney General (γενικού εισαγγελέα, Ιρλανδία) σχετικά με τη νομιμότητα της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του LK για πρόσβαση στην αγορά εργασίας, με την αιτιολογία ότι η καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεως σε πρώτο βαθμό επί της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας (στο εξής: πρωτοβάθμια απόφαση) μπορούσε να αποδοθεί στον ίδιο.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 2013/32/ΕΕ
3 Το άρθρο 6 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60), το οποίο φέρει τον τίτλο «Πρόσβαση στη διαδικασία», ορίζει στην παράγραφο 4 τα εξής:
«[...] θεωρείται ότι έχει κατατεθεί αίτηση διεθνούς προστασίας, όταν οι αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους λαμβάνουν έντυπο το οποίο έχει υποβάλει ο αιτών ή, όταν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, επίσημη έκθεση.»
Η οδηγία 2013/33
4 Το άρθρο 3 της οδηγίας 2013/33, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους ανιθαγενείς που ασκούν αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στο έδαφος [...] κράτους μέλους […]»
5 Το άρθρο 15 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απασχόληση», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στους αιτούντες πρόσβαση στην αγορά εργασίας το αργότερο εννέα μήνες μετά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας, εάν δεν έχει ληφθεί πρωτοδίκως απόφαση από την αρμόδια αρχή και η καθυστέρηση δεν μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα.»
Το ιρλανδικό δίκαιο
6 Η European Communities (Reception Conditions) Regulations 2018 [κανονιστική απόφαση του 2018 περί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Όροι υποδοχής) (S.I. αριθ. 230/2018, στο εξής: κανονιστική απόφαση του 2018) μετέφερε στην ιρλανδική έννομη τάξη, από τις 30 Ιουνίου 2018, τις διατάξεις της οδηγίας 2013/33.
7 Το άρθρο 11, παράγραφοι 3 και 4, της κανονιστικής αποφάσεως του 2018, το οποίο μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33, ορίζει τα εξής:
«3. O αιτών δύναται να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας εργασίας:
[...]
b) το νωρίτερο οκτώ μήνες μετά την κατάθεση της αιτήσεώς του [διεθνούς προστασίας].
4. Ο Minister [for Justice and Equality] [Υπουργός Δικαιοσύνης και Ισότητας, Ιρλανδία] δύναται, μετά την παραλαβή αίτησης υποβληθείσας σύμφωνα με την παράγραφο 3, να χορηγήσει στον αιτούντα άδεια [για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας] εφόσον:
a) υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 6, έχουν παρέλθει εννέα μήνες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης [διεθνούς προστασίας] και δεν έχει ληφθεί μέχρι τότε καμία απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας την οποία έχει υποβάλει ο αιτών και
b) η περιγραφόμενη στο στοιχείο a ανωτέρω κατάσταση δεν μπορεί να αποδοθεί εν όλω ή εν μέρει στον αιτούντα.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8 Στις 2 Σεπτεμβρίου 2019 ο LK, γεωργιανής ιθαγενείας, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στην Ιρλανδία, υποστηρίζοντας ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εάν υποχρεωθεί να επιστρέψει στο κράτος καταγωγής του.
9 Η International Protection Office (Υπηρεσία Διεθνούς Προστασίας, Ιρλανδία) (στο εξής: IPO) προγραμμάτισε συνέντευξη με τον LK για τις 16 Σεπτεμβρίου 2019, χωρίς ωστόσο αυτός να ενημερωθεί σχετικά. Ο LK επικοινώνησε με τον κοινωνικό λειτουργό του, ο οποίος οργάνωσε συνέντευξη με την IPO στις 12 Δεκεμβρίου 2019. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αυτής, δόθηκε στον LK ένα ερωτηματολόγιο σχετικό με τη διεθνή προστασία (στο εξής: ερωτηματολόγιο IPO 2), το οποίο είχε συνταχθεί στη γεωργιανή γλώσσα και έπρεπε να συμπληρωθεί και να επιστραφεί μέχρι τις 6 Ιανουαρίου 2020.
10 Το IPO χορήγησε στον LK τέσσερις χρονικές παρατάσεις μέχρι τις 24 Αυγούστου 2020, προκειμένου να διευκολύνει την υποβολή της απάντησης του τελευταίου στο ερωτηματολόγιο IPO 2. Η πρώτη χρονική παράταση χορηγήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2020 έως τις 5 Φεβρουαρίου 2020, σε χρόνο κατά τον οποίο ο LK δεν είχε ακόμη δικηγόρο για να τον επικουρεί. Ο δικηγόρος που διορίστηκε ως εντολοδόχος του LK ζήτησε μια δεύτερη σειρά χρονικών παρατάσεων, οι οποίες χορηγήθηκαν στις 5 και στις 20 Φεβρουαρίου 2020. Συγκεκριμένα, επειδή ο LK δεν μιλούσε την αγγλική γλώσσα, χρειάστηκαν οι υπηρεσίες ενός γεωργιανού μεταφραστή προκειμένου ο LK να συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο IPO 2 επικουρούμενος από δικηγόρο. Το τρίτο αίτημα για χρονική παράταση, το οποίο είχε αρχικώς απορριφθεί, έγινε δεκτό στις 16 Μαρτίου 2020, χορηγήθηκε δε παράταση μέχρι την 1η Μαΐου 2020 λόγω της επέλευσης της πανδημίας COVID-19 και των δυσχερειών όσον αφορά την οργάνωση αυτοπρόσωπης παροχής υπηρεσιών μετάφρασης. Η παράταση αυτή χορηγήθηκε σε όλους τους αιτούντες διεθνή προστασία. Η τέταρτη και τελευταία χρονική παράταση ζητήθηκε στις 17 Ιουλίου 2020 και χορηγήθηκε μέχρι τις 24 Αυγούστου 2020. Ο LK παρέστη μαζί με τον δικηγόρο του, παρουσία μεταφραστή, στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 5 Αυγούστου 2020 και το ερωτηματολόγιο IPO 2 υποβλήθηκε στο IPO στις 25 Αυγούστου 2020.
11 Παράλληλα, στις 20 Ιουνίου 2020 ο LK ζήτησε άδεια πρόσβασης στην αγορά εργασίας από τη Labour Market Access Unit (Μονάδα Πρόσβασης στην αγορά εργασίας, Ιρλανδία) (στο εξής: LMAU) δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονιστικής αποφάσεως του 2018.
12 Η LMAU απέρριψε το αίτημα αυτό στις 28 Αυγούστου 2020, με την αιτιολογία ότι η καθυστέρηση στην έκδοση πρωτοβάθμιας αποφάσεως μπορούσε να αποδοθεί στον LK. H LMAU ανέφερε επίσης ότι ο LK δεν είχε επιστρέψει το ερωτηματολόγιο IPO 2.
13 Στις 11 Σεπτεμβρίου 2020 ο LK ζήτησε την επανεξέταση της απόρριψης αυτής. Με απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2020, η αρμόδια για την επανεξέταση αρχή του Υπουργείου Δικαιοσύνης επικύρωσε την εν λόγω απόρριψη, εκτιμώντας ότι η καθυστέρηση στην έκδοση πρωτοβάθμιας αποφάσεως μπορούσε να αποδοθεί στον LK, δεδομένου ότι αυτός δεν παρουσιάστηκε στη συνέντευξη της 16ης Σεπτεμβρίου 2019 και δεν υπέβαλε το ερωτηματολόγιο IPO 2 εντός εύλογης προθεσμίας.
14 Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως ο LK άσκησε προσφυγή ενώπιον του International Protection Appeals Tribunal (δικαστηρίου εκδίκασης προσφυγών επί υποθέσεων διεθνούς προστασίας), η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της 3ης Μαρτίου 2021.
15 Κατόπιν τούτου, ο LK προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του High Court (ανώτερου δικαστηρίου, Ιρλανδία). Με απόφαση της 9ης Ιουνίου 2022, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι το συμπέρασμα του International Protection Appeals Tribunal (δικαστηρίου εκδίκασης προσφυγών επί υποθέσεων διεθνούς προστασίας), σύμφωνα με το οποίο η καθυστέρηση στην έκδοση πρωτοβάθμιας αποφάσεως μπορούσε να αποδοθεί στον LK, ή ακόμη ότι ο LK δεν είχε συνεργαστεί στην εξέταση της αιτήσεώς του, στερούνταν λογικής και συνοχής και ακύρωσε την απόφαση αυτή.
16 Η απόφαση του High Court προσβλήθηκε ενώπιον του Supreme Court (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ιρλανδία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
17 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στον LK καμία καθυστέρηση για το χρονικό διάστημα από τις 2 Σεπτεμβρίου 2019, ημερομηνία κατά την οποία αυτός ζήτησε διεθνή προστασία, έως την παρέλευση εύλογης προθεσμίας μετά τις 28 Ιανουαρίου 2020, ημερομηνία κατά την οποία η Legal Aid Board (επιτροπή δικαστικής αρωγής, Ιρλανδία) του όρισε δικηγόρο προκειμένου να τον συνδράμει στην προετοιμασία της απαντήσεώς του στο ερωτηματολόγιο IPO 2.
18 Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ωστόσο ότι στις 4 Μαρτίου 2020, μολονότι είχαν εκ νέου χορηγηθεί στον LK χρονικές παρατάσεις στις 5 και στις 20 Φεβρουαρίου 2020 για να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο αυτό, το ερωτηματολόγιο δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί. Επισημαίνει ότι στις 16 Μαρτίου 2020 χορηγήθηκε νέα χρονική παράταση σε όλους τους αιτούντες διεθνή προστασία, αποκλειστικώς και μόνο λόγω της επέλευσης της πανδημίας COVID-19 και των επακόλουθων περιορισμών, με αποτέλεσμα να λάβει ο LK πρόσθετη χρονική παράταση μέχρι την 1η Μαΐου 2020. Πλην όμως, αυτός δεν είχε ακόμη υποβάλει το ερωτηματολόγιο IPO 2 κατά την ημερομηνία αυτή και ζήτησε νέα χρονική παράταση μόλις στις 17 Ιουλίου 2020.
19 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το γεγονός ότι η IPO συναίνεσε στη χορήγηση ορισμένων χρονικών παρατάσεων δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι, αφού ο LK δεν παρέσχε τις αναγκαίες πληροφορίες με δεόντως συμπληρωμένο ερωτηματολόγιο IPO 2, η αίτηση διεθνούς προστασίας δεν μπορούσε να εξεταστεί.
20 Φρονεί ότι, έστω και αν ληφθεί υπόψη η πανδημία COVID-19, δεν έχει ακόμη δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση του LK στην υποβολή του ερωτηματολογίου IPO 2.
21 Όσον αφορά την αίτηση για τη χορήγηση άδειας πρόσβασης στην αγορά εργασίας την οποία υπέβαλε ο LK στις 20 Ιουνίου 2020, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, κατά την ημερομηνία αυτή, ο LK δεν είχε παράσχει στην IPO τις αναγκαίες πληροφορίες για την εξέταση της αίτησής του διεθνούς προστασίας. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι, αν το ερωτηματολόγιο IPO 2 είχε υποβληθεί εγκαίρως, η αίτηση διεθνούς προστασίας του LK δεν θα μπορούσε να εξεταστεί εντός της προθεσμίας των εννέα μηνών που προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33, η οποία άρχισε να τρέχει στις 2 Σεπτεμβρίου 2019.
22 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας του LK μπορούσε να του αποδοθεί εξ ολοκλήρου, δεδομένου ότι, χωρίς τη συνεργασία του με την IPO, η αίτησή του δεν μπορούσε να εξεταστεί. Ωστόσο, κατά το αιτούν δικαστήριο, γεγονός παραμένει ότι μέρος της καθυστέρησης που σημειώθηκε από τις 2 Σεπτεμβρίου 2019 δεν μπορεί να αποδοθεί στον LK.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αποδοθεί η ευθύνη για τα διάφορα στοιχεία της καθυστέρησης στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας του LK. Επισημαίνει συναφώς ότι η οδηγία 2013/33 δεν παρέχει ένδειξη ως προς το ποιες πράξεις είναι δυνατόν να συνιστούν καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα διεθνή προστασία.
24 Διερωτάται επίσης αν και σε ποιον βαθμό η προσθήκη, στην κανονιστική απόφαση του 2018, της φράσης «να αποδοθεί [...] εν μέρει» συνεπάγεται ότι η Ιρλανδία δεν μετέφερε ορθώς την οδηγία 2013/33 στην εθνική έννομη τάξη, λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Στην απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2021, The International Protection Appeals Tribunal κ.λπ. (C-322/19 και C-385/19, EU:C:2021:11), το Δικαστήριο επισήμανε ότι η οδηγία [2013/33] δεν παρέχει καμία ένδειξη ως προς το ποιες πράξεις είναι δυνατόν να συνιστούν καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα διεθνή προστασία κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας. Κατά την εξέταση του ζητήματος ποιες πράξεις είναι δυνατόν να συνιστούν καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα είναι σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ένας αιτών όπως ο [LK] δεν έχει παράσχει καμία πληροφορία (μέσω των απαντήσεών του στο σχετικό ερωτηματολόγιο) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εννέα μηνών που προβλέπονται στο άρθρο 15 της οδηγίας;
2) Περιλαμβάνει η έννοια της καθυστέρησης για τους σκοπούς του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας [2013/33] μόνον την καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου και αποκλειστικώς στον αιτούντα διεθνή προστασία ή περιλαμβάνει και οποιαδήποτε μη ασήμαντη καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα ή η οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά “άρνηση συνεργασίας” εκ μέρους του;
3) Σε περίπτωση που διαπιστωθεί σημαντική ανεξήγητη καθυστέρηση που οφείλεται στον αιτούντα διεθνή προστασία και έχει επίσης υπάρξει καθυστέρηση οφειλόμενη στο ίδιο το κράτος μέλος, σε συνδυασμό με καθυστέρηση που οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες όπως αυτοί που συνδέονται με την πανδημία COVID-19, μπορεί μέρος της καθυστέρησης αυτής να “αποδοθεί στον αιτούντα” για τους σκοπούς της οδηγίας [2013/33] ή μήπως πρέπει οποιαδήποτε τυχόν καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της αίτησης να οφείλεται αποκλειστικώς στον αιτούντα;
4) Συνεπάγεται η προσθήκη της φράσης «να αποδοθεί εν μέρει» στο άρθρο 11, παράγραφος 4, στοιχείο b, της [κανονιστικής αποφάσεως του 2018] ότι η Ιρλανδία δεν μετέφερε ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη της την οδηγία [2013/33], λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου εκτιμήσεως του οποίου απολαύουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα επιλέξουν να εφαρμόσουν την οδηγία και του ότι η προσθήκη της συγκεκριμένης φράσης δεν φαίνεται να καθιστά πρακτικά αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
26 Με τα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη φράση «καθυστέρηση [που] δεν μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα», κατά την έννοια της οδηγίας 2013/33.
Επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
27 Με τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 έχει την έννοια ότι, αφενός, συνιστά καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα, κατά τη διάταξη αυτή, το γεγονός ότι ο αιτών διεθνή προστασία δεν παρέσχε καμία πληροφορία βάσει της οποίας οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να εξετάσουν την αίτησή του διεθνούς προστασίας, επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την προβλεπόμενη στην εν λόγω διάταξη προθεσμία των εννέα μηνών, και, αφετέρου, αν η καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα αφορά αποκλειστικώς την καθυστέρηση ή το μέρος της καθυστέρησης που μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικώς στον αιτούντα, ή και την καθυστέρηση που έχει μικτές αιτίες δηλαδή οφείλεται τόσο στη συμπεριφορά του αιτούντος όσο και στο κράτος μέλος και/ή σε εξωτερικούς παράγοντες.
28 Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται αποκλειστικώς στον εθνικό δικαστή, ο οποίος έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη για τη δικαστική απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο αν η προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή. Επομένως, εφόσον τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να αποφανθεί (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Santen, C-882/19, EU:C:2021:800, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Συναφώς, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 προθεσμία των εννέα μηνών αρχίζει να τρέχει από την υποβολή της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στηρίζεται κατ’ ανάγκην στην παραδοχή ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας του LK, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2013/32, υποβλήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 2019. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα βάσει αυτής της πραγματικής παραδοχής, της οποίας την ακρίβεια εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει.
30 Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33, εφόσον δεν έχει εκδοθεί πρωτοβάθμια απόφαση της αρμόδιας αρχής εντός εννέα μηνών από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, ο αιτών πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής χωρίς περαιτέρω αναμονή και εφόσον δεν υπάρξει καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης αυτής η οποία να μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 23 της οδηγίας 2013/33, η πρόσβαση των αιτούντων στην αγορά εργασίας αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας των αιτούντων και στον περιορισμό των μεγάλων αποκλίσεων μεταξύ των κρατών μελών.
31 Προκειμένου να ερμηνευθεί η διάταξη αυτή, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κοινοί διαδικαστικοί κανόνες για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας τους οποίους θεσπίζει η οδηγία 2013/32 και ότι από το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι η καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας του αιτούντος τού αποδίδεται όταν αυτός δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής. Το δε τελευταίο αυτό άρθρο προβλέπει ότι ο αιτών υποχρεούται να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των λοιπών στοιχείων του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9), ήτοι της ηλικίας του, του προσωπικού του ιστορικού, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού των οικείων του, της ιθαγένειας/των ιθαγενειών του, της χώρας/των χωρών και του μέρους/των μερών προηγούμενης διαμονής του, των προηγούμενων αιτήσεων ασύλου, των δρομολογίων που ακολούθησε και των ταξιδιωτικών του εγγράφων και των λόγων για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία. Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι η υποχρέωση συνεργασίας την οποία υπέχει ο αιτών συνεπάγεται ότι αυτός παρέχει, στο μέτρο του δυνατού, τα δικαιολογητικά και, ενδεχομένως, τις εξηγήσεις και τις πληροφορίες που του ζητούνται (απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2021, The International Protection Appeals Tribunal κ.λπ., C-322/19 και C-385/19, EU:C:2021:11, σκέψεις 76 και 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
32 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 13 της οδηγίας 2013/32 επιτρέπει επίσης στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στον αιτούντα άλλες υποχρεώσεις αναγκαίες για την εξέταση της αιτήσεώς του, μεταξύ δε άλλων, να του επιβάλλουν την υποχρέωση να αναφέρεται στις αρμόδιες αρχές ή να παρουσιάζεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία και τόπο, να ενημερώνει τις αρχές σχετικά με τον τόπο κατοικίας του ή ακόμη να τον υποβάλλουν σε σωματική έρευνα, να τον φωτογραφίζουν και να καταγράφουν τις δηλώσεις του (απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2021, The International Protection Appeals Tribunal κ.λπ., C-322/19 και C-385/19, EU:C:2021:11, σκέψη 78).
33 Ως εκ τούτου, η καθυστέρηση στην εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα όταν αυτός παρέλειψε να συνεργαστεί με τις αρμόδιες εθνικές αρχές (απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2021, The International Protection Appeals Tribunal κ.λπ., C-322/19 και C-385/19, EU:C:2021:11, σκέψη 79).
34 Επομένως, το γεγονός ότι ο αιτών δεν παρέχει καμία πληροφορία βάσει της οποίας οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να εξετάσουν την αίτησή του διεθνούς προστασίας, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την προθεσμία των εννέα μηνών από την υποβολή της αιτήσεως αυτής, συνιστά παντελή έλλειψη συνεργασίας, η οποία δικαιολογεί την άρνηση παροχής στον αιτούντα πρόσβασης στην αγορά εργασίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 κατά την παρέλευση του ως άνω διαστήματος. Επομένως, αυτή η πλήρης έλλειψη συνεργασίας έχει ως συνέπεια να μην μπορεί να αρχίσει να τρέχει η μέγιστη προθεσμία των εννέα μηνών που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.
35 Παρά ταύτα, αντιθέτως προς την παντελή έλλειψη συνεργασίας κατά τη διάρκεια της μέγιστης προθεσμίας των εννέα μηνών που προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33, η έλλειψη συνεργασίας του αιτούντος επί ορισμένο διάστημα κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί να έχει τέτοια συνέπεια.
36 Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η καθυστέρηση στην εξέταση της αιτήσεώς του πρέπει να έχει ως μόνη συνέπεια την επιμήκυνση της προθεσμίας των εννέα μηνών κατά χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει εκείνο για το οποίο η έλλειψη συνεργασίας του αιτούντος προκάλεσε την καθυστέρηση, προκειμένου να καθοριστεί η ημερομηνία από την οποία, ελλείψει πρωτοβάθμιας αποφάσεως, ο αιτών δικαιούται να λάβει άδεια για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Αντιθέτως, τα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, για τα οποία η καθυστέρηση οφειλόταν αποκλειστικώς σε άλλους λόγους πλην της συμπεριφοράς του αιτούντος, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για την επιμήκυνση της επίμαχης προθεσμίας.
37 Εντούτοις, εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τη δυνατότητα να αποδοθεί στον αιτούντα διεθνή προστασία η ευθύνη για καθυστέρηση της οποίας οι αιτίες είναι μικτές, δηλαδή οφείλονται τόσο στον αιτούντα όσο και στο κράτος μέλος υποδοχής ή σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η πανδημία.
38 Συναφώς, από τη δικογραφία που διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης αφορούν τέτοιες καταστάσεις, ιδίως για το χρονικό διάστημα μετά τις 28 Ιανουαρίου 2020, ημερομηνία κατά την οποία η επιτροπή δικαστικής αρωγής όρισε δικηγόρο για να επικουρεί τον LK κατά την προετοιμασία της απάντησής του στο έντυπο IPO 2, και πριν από την οποία το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η παρέλευση του χρόνου δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να αποδοθεί στον LK.
39 Επιπλέον, όσον αφορά το χρονικό διάστημα μετά τις 28 Ιανουαρίου 2020, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, μολονότι δεν υπάρχει περίπτωση να αποδοθεί καθυστέρηση στον LK όσον αφορά το εύλογο χρονικό διάστημα που θα ήταν αναγκαίο για να είναι αυτός σε θέση να συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο IPO 2, εντούτοις στις 4 Μαρτίου 2020 το ερωτηματολόγιο αυτό δεν είχε ακόμη επιστραφεί στην IPO, μολονότι είχαν χορηγηθεί στον LK πρόσθετες προθεσμίες στις 5 και στις 20 Φεβρουαρίου 2020. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει εξάλλου ότι στις 16 Μαρτίου 2020 χορηγήθηκε νέα χρονική παράταση σε όλους τους αιτούντες διεθνή προστασία, αποκλειστικώς και μόνο λόγω της επέλευσης της πανδημίας COVID-19 και των επακόλουθων περιορισμών, με αποτέλεσμα να λάβει ο LK πρόσθετη χρονική παράταση μέχρι την 1η Μαΐου 2020. Ωστόσο, σημειώνει ότι, κατά την ημερομηνία αυτή, το εν λόγω ερωτηματολόγιο δεν είχε ακόμη επιστραφεί στην IPO και ότι μόλις στις 17 Ιουλίου 2020, δηλαδή δυόμισι μήνες αργότερα, ζητήθηκε νέα παράταση, η οποία και χορηγήθηκε μέχρι τις 24 Αυγούστου 2020. Στη συνέχεια, ο LK παρέστη στις 5 Αυγούστου 2020 σε συνάντηση μαζί με τον δικηγόρο και τον μεταφραστή του και υπέβαλε το ερωτηματολόγιο IPO 2 συμπληρωμένο στις 25 Αυγούστου 2020.
40 Συναφώς, επισημαίνεται ότι προϋπόθεση για να αποδοθεί σε αιτούντα διεθνή προστασία η ευθύνη για κάποια καθυστέρηση είναι να αποδεικνύεται, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του και της διαπιστωθείσας καθυστέρησης, όπερ συνεπάγεται ότι ο αιτών μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος μόνο για τις καθυστερήσεις που οφείλονται σε υπαιτιότητά του. Επομένως, σε περίπτωση καθυστέρησης για την οποία αποδεικνύεται ότι οι αιτίες είναι μικτές, πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός του μέρους της καθυστέρησης αυτής το οποίο μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα.
41 Σε περίπτωση που ο προσδιορισμός αυτός είναι δυνατός, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής οφείλει να μη λάβει υπόψη το σύνολο του χρονικού διαστήματος του οποίου η παρέλευση εξηγείται από μικτές αιτίες, αλλά το κλάσμα του χρονικού αυτού διαστήματος το οποίο αντιστοιχεί στο μέρος της ευθύνης που μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα διεθνή προστασία, προκειμένου να παρατείνει, κατά διάστημα που δεν υπερβαίνει το κλάσμα αυτό, την προβλεπόμενη στο άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 προθεσμία των εννέα μηνών, από την παρέλευση της οποίας ο μεν αιτών έχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας, το δε κράτος μέλος θα παραβεί τις υποχρεώσεις του αν δεν του χορηγήσει σχετική άδεια.
42 Η ερμηνεία αυτή καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος του αιτούντος, εφόσον δεν έχει εκδοθεί πρωτοβάθμια απόφαση εντός της προθεσμίας των εννέα μηνών την οποία προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33, να έχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας και, αφετέρου, των συμφερόντων του κράτους μέλους υποδοχής, στο οποίο δεν μπορεί να προσαφθεί ότι κακώς δεν παρέσχε την πρόσβαση αυτή από τη λήξη της προθεσμίας, όταν ο αιτών ευθύνεται εν μέρει για τη μη έκδοση αποφάσεως εντός της εν λόγω προθεσμίας.
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο, στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 έχει την έννοια ότι η καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα διεθνή προστασία, κατά τη διάταξη αυτή, αφορά όχι μόνον την καθυστέρηση ή το μέρος της καθυστέρησης που μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικώς στον αιτούντα, αλλά επίσης, σε περίπτωση διαστήματος του οποίου η παρέλευση οφείλεται σε μικτές αιτίες, ήτοι σε αιτίες αναγόμενες τόσο στη συμπεριφορά του αιτούντος όσο και στο κράτος μέλος υποδοχής και/ή σε εξωτερικούς παράγοντες όπως, μεταξύ άλλων, μια πανδημία, το κλάσμα του διαστήματος αυτού το οποίο, υπό το πρίσμα όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, φαίνεται να αντιστοιχεί στο μέρος της ευθύνης που μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
44 Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους βάσει της οποίας η εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη χορήγηση των αδειών πρόσβασης στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους αυτού μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση τέτοιας άδειας σε αιτούντα διεθνή προστασία ο οποίος έχει υποβάλει σχετική αίτηση πριν από εννέα τουλάχιστον μήνες εντός του εν λόγω κράτους μέλους, χωρίς να έχει ακόμη εκδοθεί πρωτοβάθμια απόφαση επ’ αυτής για λόγους που μπορούν να αποδοθούν «εν μέρει» στον αιτούντα.
45 Από την απάντηση στο πρώτο, στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης στην έκδοση πρωτοβάθμιας αποφάσεως, το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 επιτρέπει στο εν λόγω κράτος μέλος να προσδιορίσει αν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αιτούντος διεθνή προστασία και της καθυστέρησης αυτής, ακόμη και όταν η καθυστέρηση μπορεί να αποδοθεί εν μέρει μόνο στον αιτούντα, προκειμένου να μετατεθεί, πέραν των εννέα μηνών που προβλέπει η διάταξη αυτή, η λήξη της προθεσμίας μετά την παρέλευση της οποίας το εν λόγω κράτος μέλος υποχρεούται να παράσχει στον αιτούντα πρόσβαση στην αγορά εργασίας, κατά χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει εκείνο για το οποίο αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια ή, σε περίπτωση καθυστέρησης που οφείλεται σε μικτές αιτίες, κατά χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το κλάσμα του διαστήματος το οποίο αντιστοιχεί στο μέρος της ευθύνης που μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα.
46 Ως εκ τούτου, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους βάσει της οποίας η εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη χορήγηση των αδειών πρόσβασης στην αγορά εργασίας μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση τέτοιας άδειας σε αιτούντα διεθνή προστασία ο οποίος έχει υποβάλει σχετική αίτηση πριν από εννέα τουλάχιστον μήνες εντός του εν λόγω κράτους μέλους, χωρίς να έχει ακόμη εκδοθεί πρωτοβάθμια απόφαση επ’ αυτής για λόγους που μπορούν να αποδοθούν «εν μέρει» στον αιτούντα, εφόσον για τη θεμελίωση της άρνησης αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνον το χρονικό διάστημα για το οποίο διαπιστώθηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του αιτούντος και της επέλευσης της καθυστέρησης ή, σε περίπτωση χρονικού διαστήματος του οποίου η παρέλευση οφείλεται σε μικτές αιτίες, το κλάσμα του διαστήματος αυτού που αντιστοιχεί στο μέρος της ευθύνης που μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία,
έχει την έννοια ότι:
η καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα διεθνή προστασία, κατά τη διάταξη αυτή, αφορά όχι μόνον την καθυστέρηση ή το μέρος της καθυστέρησης που μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικώς στον αιτούντα, αλλά επίσης, σε περίπτωση διαστήματος του οποίου η παρέλευση οφείλεται σε μικτές αιτίες, ήτοι σε αιτίες αναγόμενες τόσο στη συμπεριφορά του αιτούντος όσο και στο κράτος μέλος υποδοχής και/ή σε εξωτερικούς παράγοντες όπως, μεταξύ άλλων, μια πανδημία, το κλάσμα του διαστήματος αυτού το οποίο, υπό το πρίσμα όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, φαίνεται να αντιστοιχεί στο μέρος της ευθύνης που μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα.
2) Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους βάσει της οποίας η εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη χορήγηση των αδειών πρόσβασης στην αγορά εργασίας μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση τέτοιας άδειας σε αιτούντα διεθνή προστασία ο οποίος έχει υποβάλει σχετική αίτηση πριν από εννέα τουλάχιστον μήνες εντός του εν λόγω κράτους μέλους, χωρίς να έχει ακόμη εκδοθεί πρωτοβάθμια απόφαση επ’ αυτής για λόγους που μπορούν να αποδοθούν «εν μέρει» στον αιτούντα, εφόσον για τη θεμελίωση της άρνησης αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνον το χρονικό διάστημα για το οποίο διαπιστώθηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του αιτούντος και της επέλευσης της καθυστέρησης ή, σε περίπτωση χρονικού διαστήματος του οποίου η παρέλευση οφείλεται σε μικτές αιτίες, το κλάσμα του διαστήματος αυτού που αντιστοιχεί στο μέρος της ευθύνης που μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.