Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 15ης Ιανουαρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης – Άρθρο 2, παράγραφος 4 – Προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου – Άρθρο 4, σημείο 1 – Λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης – Άρθρο 5, σημείο 3 – Παράδοση του οικείου προσώπου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης με σκοπό την έκτιση στο εν λόγω κράτος μέλος της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου που θα του επιβληθεί στο κράτος μέλος έκδοσης – Σκοποί – Κοινωνική επανένταξη – Καταπολέμηση της ατιμωρησίας – Απόφαση-πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ – Αμοιβαία αναγνώριση ποινικών αποφάσεων προς τον σκοπό της εκτέλεσής τους σε άλλο κράτος μέλος – Άρθρο 7, παράγραφοι 3 και 4 – Άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ' – Λόγος μη αναγνώρισης της καταδικαστικής αποφάσεως και μη εκτέλεσης της ποινής στηριζόμενος στην έλλειψη διττού αξιοποίνου – Άρθρο 25 – Εκτέλεση των ποινών βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης »
Στην υπόθεση C-641/23 [Dubers] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Οκτωβρίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης σχετικά με την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εις βάρος του
YM,
παρισταμένου του:
Openbaar Ministerie,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sah?n, Πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan (εισηγητή), Δ. Γρατσία και B. Smulders, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: A. Lamote, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Ιανουαρίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο YM, εκπροσωπούμενος από τους S. J. Linck και R. Malewicz, advocaten,
– το Openbaar Ministerie, εκπροσωπούμενο από τους K. van der Schaft και A. L. Wagenaar, officiers van justitie,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman, A. Hanje και P. P. Huurnink,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον H. Leupold, τις F. Van Schaik και J. Vondung, καθώς και τον F. Wilman,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Απριλίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 4, του άρθρου 4, σημείο 1, και του άρθρου 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/58), καθώς και του άρθρου 7, παράγραφος 4, του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', και του άρθρου 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2008, L 327, σ. 27), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299 (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2008/909).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας εκτέλεσης, στις Κάτω Χώρες, ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος από το S?d Okr?gowy w Jeleniej G?rze, Wydzia? III Karny (τρίτο τμήμα του πλημμελειοδικείου Jelenia G?ra, Πολωνία) με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του YM, πολωνού υπηκόου.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584
3 Η αιτιολογική σκέψη 6 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει ως εξής:
«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο προβλέπει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηρισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως “ακρογωνιαίος λίθος” της δικαστικής συνεργασίας.»
4 Το άρθρο 1 της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:
«1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.
2. Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.»
5 Το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει στις παραγράφους 2 και 4 τα εξής:
«2. Η παράδοση βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης υπό τις προϋποθέσεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο και χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου της πράξης, χωρεί για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών και όπως ορίζονται από το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος:
– συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση,
– τρομοκρατία,
– εμπορία ανθρώπων,
– σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και παιδική πορνογραφία,
– παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,
– παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,
– δωροδοκία,
– καταδολίευση, περιλαμβανομένης της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια της σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
– νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος,
– παραχάραξη, περιλαμβανομένης της κιβδηλείας του ευρώ,
– εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο,
– εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του παράνομου εμπορίου απειλούμενων ζωικών ειδών και του παράνομου εμπορίου απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,
– παροχή βοήθειας για την παράνομη είσοδο και διαμονή,
– ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαρεία σωματική βλάβη,
– παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών,
– απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και ομηρία,
– ρατσισμός και ξενοφοβία,
– οργανωμένες ή ένοπλες κλοπές,
– παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,
– απάτη,
– αθέμιτη προστασία έναντι παράνομου περιουσιακού οφέλους και εκβίαση,
– παράνομη απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,
– πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων και εμπορία πλαστών,
– παραχάραξη μέσων πληρωμής,
– λαθρεμπόριο ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων,
– λαθρεμπόριο πυρηνικών και ραδιενεργών ουσιών,
– εμπορία κλεμμένων οχημάτων,
– βιασμός,
– εμπρησμός με πρόθεση,
– εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου,
– αεροπειρατεία και πειρατεία,
– δολιοφθορά.
[...]
4. Η παράδοση, προκειμένου για αξιόποινες πράξεις εκτός αυτών που καλύπτονται από την παράγραφο 2, μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι οι πράξεις για τις οποίες εκδίδεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης συνιστούν αξιόποινη πράξη δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους εκτέλεσης, ανεξαρτήτως των στοιχείων αντικειμενικής υποστάσεως ή του νομικού χαρακτηρισμού αυτής.»
6 Η ίδια απόφαση-πλαίσιο προβλέπει στο άρθρο 3 τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στα άρθρα της 4 και 4α τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης αυτού.
7 Το άρθρο 4, σημεία 1 και 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 θεσπίζει τους ακόλουθους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης:
«Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης:
1. εάν, σε μια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 4, η πράξη λόγω της οποίας εκδίδεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν συνιστά αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης [...]
6. εάν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, όταν ο καταζητούμενος διαμένει στο κράτος μέλος εκτέλεσης, είναι υπήκοος ή κάτοικός του και αυτό το κράτος δεσμεύεται να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο[...]».
8 Το άρθρο 5 της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος σε ειδικές περιπτώσεις», ορίζει τα εξής:
«Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να εξαρτηθεί κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης από μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
[...]
3) όταν το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.»
Η απόφαση-πλαίσιο 2008/909
9 Οι αιτιολογικές σκέψεις 9 και 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχουν ως εξής:
«(9) Η εκτέλεση της ποινής στο κράτος εκτέλεσης θα πρέπει να ενισχύει την πιθανότητα κοινωνικής επανένταξης του καταδίκου. Προκειμένου να βεβαιωθεί ότι η εκτέλεση της ποινής από το κράτος εκτέλεσης θα εξυπηρετήσει το σκοπό της κοινωνικής επανένταξης, η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης λαμβάνει υπόψη στοιχεία όπως, για παράδειγμα, ο δεσμός του ενδιαφερομένου με το κράτος εκτέλεσης, εάν το θεωρεί ως έδρα των οικογενειακών, γλωσσικών, πολιτιστικών, κοινωνικών ή οικονομικών και άλλων δεσμών με το κράτος εκτέλεσης.
[...]
(12) Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν και στην εκτέλεση ποινών στις περιπτώσεις του άρθρου 4 παράγραφος 6 και του άρθρου 5 παράγραφος 3 της απόφασης-πλαίσιο [2002/584]. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, με την επιφύλαξη της απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, το κράτος εκτέλεσης μπορεί να ελέγχει την ύπαρξη λόγων μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 της παρούσας απόφασης πλαίσιο, μεταξύ των οποίων και το διττό αξιόποινο, στο μέτρο που το κράτος εκτέλεσης έχει κάνει τη δήλωση του άρθρου 7 παράγραφος 4 της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, ως προϋπόθεση για να αναγνωρίσει και να εκτελέσει την απόφαση προκειμένου να εξετάσει εάν θα παραδώσει το πρόσωπο ή θα εκτελέσει την απόφαση σε υποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 6 της εν λόγω απόφασης-πλαίσιο.»
10 Το άρθρο 3 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός και πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Σκοπός της παρούσας απόφασης-πλαίσιο είναι η θέσπιση των κανόνων σύμφωνα με τους οποίους ένα κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου, αναγνωρίζει καταδικαστική απόφαση και εκτελεί την ποινή.»
11 Τα άρθρα 4 και 5 της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου προβλέπουν τα κριτήρια καθώς και τη διαδικασία για τη διαβίβαση καταδικαστικής απόφασης και πιστοποιητικού σε άλλο κράτος μέλος.
12 Το άρθρο 7 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διττό αξιόποινο», προβλέπει στις παραγράφους 1, 3 και 4 τα εξής:
«1. Τα ακόλουθα αδικήματα, εφόσον τιμωρούνται ποινικώς στο κράτος έκδοσης με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο, με ανώτατο όριο ποινής τριών τουλάχιστον ετών, και όπως ορίζονται στη νομοθεσία του κράτους έκδοσης, οδηγούν σε αναγνώριση της καταδικαστικής απόφασης και εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής, σύμφωνα με τους όρους της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου:
– συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση,
– τρομοκρατία,
– εμπορία ανθρώπων,
– σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και παιδική πορνογραφία,
– παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,
– παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,
– δωροδοκία,
– καταδολίευση, περιλαμβανομένης της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια της σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
– νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος,
– παραχάραξη/κιβδηλεία νομίσματος, περιλαμβανομένου του ευρώ,
– ηλεκτρονικό έγκλημα,
– εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένου του λαθρεμπορίου απειλούμενων ζωικών ειδών και του λαθρεμπορίου απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,
– παροχή βοήθειας για την παράνομη είσοδο και διαμονή,
– ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαρεία σωματική βλάβη,
– παράνομο εμπόριο ανθρώπινων οργάνων και ιστών,
– απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και ομηρία,
– ρατσισμός και ξενοφοβία,
– οργανωμένη ή ένοπλη ληστεία,
– παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, περιλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,
– υπεξαίρεση και απάτη,
– αθέμιτη προστασία έναντι παράνομου περιουσιακού οφέλους και εκβίαση,
– παράνομη απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,
– πλαστογραφία δημόσιων εγγράφων και εμπορία πλαστών,
– παραχάραξη μέσων πληρωμής,
– λαθρεμπόριο ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων,
– λαθρεμπόριο πυρηνικών ή ραδιενεργών ουσιών,
– εμπορία κλεμμένων οχημάτων,
– βιασμός,
– εμπρησμός με πρόθεση,
– εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου,
– αεροπειρατεία και πειρατεία,
– δολιοφθορά.
[...]
3. Για αδικήματα που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1, το κράτος εκτέλεσης μπορεί να εξαρτήσει την αναγνώριση καταδικαστικής απόφασης και την εκτέλεση ποινής από τον όρο ότι αφορά πράξεις οι οποίες συνιστούν επίσης αδίκημα κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, όποια κι αν είναι η αντικειμενική τους υπόσταση ή ο νομικός χαρακτηρισμός τους.
4. Κάθε κράτος μέλος μπορεί, κατά το χρόνο της έκδοσης της απόφασης-πλαίσιο ή αργότερα, να κοινοποιήσει στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου δήλωση σύμφωνα με την οποία δεν θα εφαρμόζει την παράγραφο 1. Η δήλωση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή. Οι σχετικές δηλώσεις ή οι ανακλήσεις τους δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
13 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αναγνώριση της καταδικαστικής απόφασης και εκτέλεση της ποινής», ορίζει τα ακόλουθα:
«Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης αναγνωρίζει την καταδικαστική απόφαση η οποία διαβιβάζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και κατά τη διαδικασία του άρθρου 5 και λαμβάνει πάραυτα κάθε απαραίτητο μέτρο για την εκτέλεση της ποινής, εκτός εάν η αρμόδια αρχή αποφασίσει να προβάλει κάποιον από τους λόγους μη αναγνώρισης και εκτέλεσης που προβλέπει το άρθρο 9».
14 Το άρθρο 9 της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Λόγοι μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης», ορίζει στην παράγραφο 1, στοιχείο δ', τα εξής:
«1. Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή, εάν:
[...]
δ) σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 7 παράγραφος 3 και, εφόσον το κράτος εκτέλεσης έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4, στην περίπτωση που προβλέπεται από το άρθρο 7 παράγραφος 1, η καταδικαστική απόφαση αφορά πράξεις που δεν συνιστούν αδίκημα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης. [...]»
15 Το άρθρο 25 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εκτέλεση ποινών βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη της απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, οι διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, στο μέτρο που συνάδουν με τις διατάξεις της ανωτέρω απόφασης-πλαίσιο, στην εκτέλεση όταν ένα κράτος μέλος αναλαμβάνει να εκτελέσει την ποινή σε περιπτώσεις του άρθρου 4 παράγραφος 6 της απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ ή εάν, ενεργώντας βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 3 της απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, έχει επιβάλει τον όρο ότι ο κατάδικος πρέπει να επιστρέψει στο εν λόγω κράτος μέλος προκειμένου να εκτίσει την ποινή, ούτως ώστε να αποφευχθεί η ατιμωρησία του.»
16 Με δήλωση της 20ής Σεπτεμβρίου 2012, η οποία κοινοποιήθηκε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ανέφερε ότι δεν θα εφαρμόσει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.
Το ολλανδικό δίκαιο
Η νομοθεσία σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης
17 Ο Wet tot implementatie van het kaderbesluit van de Raad van de Europese Unie betreffende het Europees aanhoudingsbevel en de procedures van overlevering tussen de lidstaten van de Europese Unie (Overleveringswet) (νόμος περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της αποφάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών), της 29ης Απριλίου 2004 (Stb. 2004, αριθ. 195), ο οποίος αποσκοπεί στη μεταφορά στην ολλανδική έννομη τάξη της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο εξής: OLW), ορίζει στο άρθρο του 6 τα εξής:
«1. Η παράδοση Ολλανδού υπηκόου δύναται να επιτραπεί εφόσον ζητηθεί για τους σκοπούς ποινικής έρευνας στρεφομένης εναντίον του και εφόσον, κατά τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, διασφαλίζεται ότι, αν ο εν λόγω υπήκοος καταδικαστεί στο κράτος μέλος έκδοσης [σε στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας], άνευ όρων, για πράξεις για τις οποίες δύναται να επιτραπεί η παράδοση, θα μπορεί να εκτίσει την ποινή αυτή στις Κάτω Χώρες.
[...]
3. Η παράγραφος 1 έχει επίσης εφαρμογή επί αλλοδαπού ο οποίος, κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του rechtbank [πλημμελειοδικείου], αποδεικνύει τη νόμιμη διαμονή του στις Κάτω Χώρες επί πέντε τουλάχιστον έτη αδιαλείπτως σύμφωνα με το άρθρο 8, στοιχεία a έως e, και στοιχείο l, του [Wet tot algehele herziening van de Vreemdelingenwet (Vreemdelingenwet 2000) (νόμου περί αλλοδαπών του 2000), της 23ης Νοεμβρίου 2000 (Stb. 2000, αριθ. 495)] εφόσον δύναται να διωχθεί στις Κάτω Χώρες για τις πράξεις τις οποίες αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και εφόσον αναμένεται ότι δεν θα απολέσει το δικαίωμα διαμονής του στις Κάτω Χώρες συνεπεία ποινής ή μέτρου που θα του επιβληθεί μετά την παράδοσή του. Οποιαδήποτε δικαιολογητικά έγγραφα πρέπει να κατατίθενται εγκαίρως πριν από την ακροαματική διαδικασία.»
18 Το άρθρο 7 του OLW προβλέπει τα εξής:
«1. Η παράδοση δύναται να επιτραπεί προς τον σκοπό:
a. ποινικής έρευνας που κινείται από τις αρχές του κράτους μέλους έκδοσης ή από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία του άρθρου 1 του [κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ 2017, L 283, σ. 1)] όσον αφορά το τεκμήριο ότι, κατά τη δικαστική αρχή έκδοσης, ο εκζητούμενος έχει τελέσει:
1. πράξη που χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, ως αδίκημα, περιλαμβανόμενο επίσης στον κατάλογο του παραρτήματος 1 του παρόντος νόμου και τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, [με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας] ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών ή
2. άλλη πράξη η οποία, τόσο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης όσο και σύμφωνα με το ολλανδικό δίκαιο, είναι αξιόποινη και για την οποία το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης προβλέπει [στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας] ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον δώδεκα μηνών
b. εκτέλεσης [στερητικής της ελευθερίας ποινής ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας] διάρκειας τεσσάρων μηνών ή μεγαλύτερης, που πρόκειται να εκτίσει ο εκζητούμενος στο κράτος μέλος έκδοσης για πράξη που αναφέρεται στα σημεία 1 ή 2.
[...]»
Η νομοθεσία σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεση των ποινών
19 Ο Wet wederzijdse erkenning en tenuitvoerlegging vrijheidsbenemende en voorwaardelijke sancties (ολλανδικός νόμος για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση στερητικών της ελευθερίας ποινών ανεξαρτήτως της αναστολής τους), της 12ης Ιουλίου 2012 (Stb. 2012, αριθ. 333), ο οποίος αποσκοπεί στη μεταφορά στην ολλανδική έννομη τάξη της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο εξής: WETS), προβλέπει στο άρθρο του 1:1 τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου και των διατάξεων που βασίζονται σε αυτόν, νοούνται ως:
a. “Υπουργός”: ο Υπουργός Ασφάλειας και Δικαιοσύνης.
[...]»
20 Το άρθρο 2:11 του WETS ορίζει τα εξής:
«1. Ο Υπουργός διαβιβάζει τη δικαστική απόφαση και το πιστοποιητικό στον advocaat-generaal bij het ressortsparket [(γενικό εισαγγελέα εφετών)], εκτός εάν θεωρεί ευθύς εξαρχής ότι υφίστανται λόγοι άρνησης της αναγνώρισης της δικαστικής απόφασης.
2. Ο γενικός εισαγγελέας υποβάλλει άμεσα τη δικαστική απόφαση και το πιστοποιητικό στο ειδικό τμήμα του Gerechtshof Arnhem-Leeuwarden [(εφετείου Arnhem-Leeuwarden, Κάτω Χώρες)] που προβλέπεται στο άρθρο 67 του Wet op de rechterlijke organisatie [(νόμου περί οργάνωσης των δικαστηρίων), της 18ης Απριλίου 1827 (Stb. 1827, αριθ.°20)]. Υποβάλλει σε αυτό τις τυχόν παρατηρήσεις του επί των προαναφερθέντων εγγράφων εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία υπέβαλε τα έγγραφα.
3. Το ειδικό τμήμα του εφετείου κρίνει:
a. αν υφίστανται λόγοι άρνησης της αναγνώρισης της δικαστικής απόφασης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2:13, παράγραφος 1
[...]
7. Εντός έξι εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της δικαστικής απόφασης και του πιστοποιητικού, το ειδικό τμήμα του εφετείου διαβιβάζει στον Υπουργό τη γραπτή και αιτιολογημένη κρίση στην οποία προέβη σύμφωνα με την παράγραφο 3».
21 Το άρθρο 2:12 του WETS ορίζει τα εξής:
«1. Ο Υπουργός αποφασίζει αν θα αναγνωρίσει τη δικαστική απόφαση, αφού λάβει υπόψη την κρίση του ειδικού τμήματος του εφετείου.
[...]»
22 Το άρθρο 2:13 του ως άνω νόμου ορίζει τα εξής:
«1. [Ο Υπουργός] αρνείται την αναγνώριση δικαστικής απόφασης όταν:
[...]
f. η πράξη για την οποία επιβλήθηκε [η στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας] δεν θα ήταν αξιόποινη κατά το ολλανδικό δίκαιο εάν είχε διαπραχθεί στις Κάτω Χώρες.
[...]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
23 Το S?d Okr?gowy w Jeleniej G?rze, Wydzial III Karny (τρίτο τμήμα πλημμελειοδικείου Jelenia G?ra, Πολωνία) εξέδωσε δύο ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης κατά του YM για την άσκηση ποινικής δίωξης, το ένα με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 2020 και το άλλο με ημερομηνία 9 Μαΐου 2023.
24 Ως δικαστική αρχή εκτελέσεως, το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, καλείται να αποφανθεί επί της εκτέλεσης των δύο αυτών ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης.
25 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, εντούτοις, ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά μόνον το δεύτερο ένταλμα. Το εν λόγω ένταλμα εκδόθηκε για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του εκζητουμένου για μία μόνον πράξη, ήτοι τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης διατροφής υπέρ του ανήλικου υιού του, σύμφωνα με σχετικές αποφάσεις εκδοθείσες από πολωνικά δικαστήρια.
26 Η δικαστική αρχή έκδοσης δεν χαρακτήρισε την πράξη αυτή ως αξιόποινη πράξη κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, για την οποία χωρεί παράδοση του ενδιαφερόμενου προσώπου χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Συναφώς, μολονότι το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πράξη αυτή δεν είναι αξιόποινη κατά το ολλανδικό δίκαιο, εντούτοις, εξετάζει το ενδεχόμενο να μην εφαρμόσει τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που στηρίζεται σε μια τέτοια διαπίστωση και προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου.
27 Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, δεδομένου ότι ο οικείος Πολωνός υπήκοος διέμεινε νομίμως και αδιαλείπτως στις Κάτω Χώρες για περισσότερα από πέντε έτη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι «κάτοικος» του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
28 Επιπλέον, το ίδιο δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ενδιαφερόμενος διατηρεί στενούς δεσμούς με το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, με αποτέλεσμα η εκτέλεση στο εν λόγω κράτος μέλος της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας που, κατά περίπτωση, θα επιβληθεί στην Πολωνία μετά την παράδοσή του να συμβάλει στην αύξηση των πιθανοτήτων κοινωνικής επανένταξής του. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, συναφώς, ότι ο εκζητούμενος κατοικεί στις Κάτω Χώρες για περίπου δώδεκα χρόνια, ότι έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια σημαντικό εισόδημα, ότι μιλάει καλά ολλανδικά και ότι, μολονότι είναι άνεργος επί του παρόντος, σκοπεύει να ειδικευθεί ως γυμναστής.
29 Ενώ, στο πλαίσιο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο είχε υποβάλει αρχικώς τρία προδικαστικά ερωτήματα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024 εξέδωσε απόφαση ανάκλησης του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 26 Φεβρουαρίου 2024. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, η μερική ανάκληση των προδικαστικών ερωτημάτων έγινε λόγω της κατάθεσης, στις 21 Δεκεμβρίου 2023, από την Ολλανδική Κυβέρνηση, ενός σχεδίου νόμου με τίτλο Wet herimplementatie Europees strafrecht (νόμος περί νέας μεταφοράς του ποινικού δικαίου της Ένωσης στην εθνική έννομη τάξη), η θέσπιση του οποίου θα επέτρεπε την επίλυση των προβλημάτων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 που αποτέλεσαν αντικείμενο των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το εν λόγω δικαστήριο.
30 Όσον αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο είναι πλέον το μοναδικό στο οποίο καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι το ερώτημα αυτό αφορά την περίπτωση έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για πράξη προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η οποία δεν συνιστά αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως. Όπως επισημαίνεται στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, στο μέτρο που η δικαστική αρχή εκτελέσεως επέλεξε να μην επικαλεστεί τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, εξετάζει το ενδεχόμενο να κάνει χρήση της δυνατότητας την οποία παρέχει το άρθρο 5, σημείο 3, της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου και, ως εκ τούτου, να εξαρτήσει την παράδοση του ενδιαφερομένου από την προϋπόθεση διαμεταγωγής του στο κράτος μέλος εκτέλεσης προκειμένου να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή να υποβληθεί εκεί στο στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που, κατά περίπτωση, θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.
31 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, η αναγνώριση καταδικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε σε κράτος μέλος άλλο από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών απορρίπτεται αυτομάτως όταν η πράξη για την οποία επιβλήθηκε η στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας δεν θα συνιστούσε αξιόποινη πράξη κατά το ολλανδικό δίκαιο εάν είχε διαπραχθεί στο έδαφος του εν λόγω κράτους.
32 Κατά συνέπεια, όταν εκδίδεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό άσκησης ποινικής δίωξης για πράξεις μη αξιόποινες κατά το ολλανδικό δίκαιο και το εν λόγω ένταλμα σύλληψης εκτελείται με την παράδοση του ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής του σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί, παρά τα προβλεπόμενα στην εν λόγω διάταξη, να εκτίσει στις Κάτω Χώρες τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που, κατά περίπτωση, του επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.
33 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η κατάσταση αυτή αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, στο μέτρο που το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 προβλέπει προαιρετικό λόγο μη αναγνωρίσεως της καταδικαστικής αποφάσεως και μη εκτελέσεως της ποινής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, στο πλαίσιο της μεταφοράς της διατάξεως αυτής στην έννομη τάξη τους, να παρέχουν περιθώριο εκτιμήσεως στις αρμόδιες αρχές, χωρίς να προσδίδουν στον συγκεκριμένο λόγο άρνησης επιτακτικό χαρακτήρα. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος άρνησης πρέπει να ερμηνεύεται στενά, σύμφωνα με τον σκοπό της διευκόλυνσης της κοινωνικής επανένταξης του ενδιαφερομένου, όπως αυτός επιδιώκεται από την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο.
34 Περαιτέρω, στην περίπτωση εφαρμογής εγγύησης διαμεταγωγής για πράξη που δεν τιμωρείται κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα ενός τέτοιου περιθωρίου εκτιμήσεως με το δίκαιο της Ένωσης. Ειδικότερα, σε μια τέτοια περίπτωση, η αδυναμία εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας εντός του Βασιλείου των Κάτω Χωρών θα μπορούσε να αντιβαίνει στο άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.
35 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 25, οι διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 υπερισχύουν των διατάξεων της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909. Επιπλέον, από τη σκέψη 41 της αποφάσεως της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτελέσεως) (C-314/18, EU:C:2020:191), προκύπτει ότι το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 επιτρέπει, σε ειδικές περιπτώσεις, στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να αποφασίζει ότι ποινή επιβληθείσα στο κράτος μέλος έκδοσης μπορεί να εκτίεται στο κράτος μέλος εκτέλεσης.
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, όταν η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν επικαλείται τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ο οποίος βασίζεται στο διττό αξιόποινο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, αλλά εξαρτά την παράδοση του ενδιαφερομένου από εγγύηση διαμεταγωγής, προκειμένου να αυξήσει τις πιθανότητες κοινωνικής επανένταξης του εν λόγω προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης να αρνηθεί στη συνέχεια την αναγνώριση της αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής που έχει επιβληθεί στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος βάσει του λόγου άρνησης που στηρίζεται στο διττό αξιόποινο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της απόφασης-πλαισίου 2008/909.
37 Κατά το αιτούν δικαστήριο, σε μια τέτοια περίπτωση, η άρνηση εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης θα αντέβαινε στον επιδιωκόμενο από το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 σκοπό, που συνίσταται στην αύξηση των πιθανοτήτων κοινωνικής επανένταξης του ενδιαφερομένου, και θα στερούσε από τη διάταξη αυτήν κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
38 Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα επηρεάσει την απόφασή του να παραδώσει ή μη τον ενδιαφερόμενο στις αρχές του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Ειδικότερα, στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή των επίμαχων εθνικών διατάξεων, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι θα μπορούσε να επανεξετάσει την πρόθεσή του να παραδώσει το πρόσωπο αυτό στις πολωνικές αρχές υπό την εγγύηση διαμεταγωγής. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, δεν θα διασφαλιζόταν ότι το εν λόγω πρόσωπο θα μπορούσε, προκειμένου να αυξήσει τις πιθανότητές του κοινωνικής επανένταξης, να εκτίσει στις Κάτω Χώρες τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο που, κατά περίπτωση, θα του επιβληθεί στην Πολωνία.
39 Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, κατά το στάδιο εφαρμογής της εγγύησης διαμεταγωγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η αναγνώριση και η εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου που ενδέχεται να επιβληθεί στην Πολωνία μπορεί να προσκρούει στο γεγονός ότι η πράξη αυτή δεν έχει αξιόποινο χαρακτήρα κατά το ολλανδικό δίκαιο.
40 Το αιτούν δικαστήριο, με την απόφασή του περί μερικής ανάκλησης που μνημονεύεται στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως, εκθέτει ειδικότερα τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι τυχόν τροποποίηση της ολλανδικής νομοθεσίας η οποία θα καθιστούσε προαιρετικό τον λόγο μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της απόφασης-πλαισίου 2008/909 δεν θα εξάλειφε το πρόβλημα λόγω του οποίου διατυπώνεται το τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
41 Συγκεκριμένα, κατά το αιτούν δικαστήριο, ακόμη και σε μια τέτοια περίπτωση, ο Υπουργός θα εξακολουθούσε να έχει την εξουσία να αρνηθεί εκ προοιμίου την αναγνώριση αλλοδαπής καταδικαστικής αποφάσεως και, ως εκ τούτου, τη διαμεταγωγή του καταδικασθέντος στις Κάτω Χώρες, με την αιτιολογία ότι η πράξη δεν είναι αξιόποινη κατά το ολλανδικό δίκαιο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2:11, παράγραφος 1, και στο άρθρο 2:13, παράγραφος 1, στοιχείο f, του WETS. Ακόμη και αν ο Υπουργός δεν ασκούσε την εξουσία αυτή, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το Gerechtshof Arnhem-Leeuwarden (εφετείο Arnhem-Leeuwarden) θα εξακολουθούσε να έχει την εξουσία να αρνηθεί την αναγνώριση και, ως εκ τούτου, τη διαμεταγωγή του καταδικασθέντος στις Κάτω Χώρες, με την αιτιολογία ότι η πράξη δεν είναι αξιόποινη κατά το ολλανδικό δίκαιο, σύμφωνα δε με το άρθρο 2:12, παράγραφος 1, του WETS, ο Υπουργός δεσμεύεται από μια τέτοια άρνηση.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιβαίνει στο άρθρο 9, παράγραφος 1, [στοιχείο δ'], της απόφασης-πλαισίου [2008/909], σε συνδυασμό με το άρθρο 25 της αυτής απόφασης-πλαισίου, καθώς και με το άρθρο 4, σημείο 1, και το άρθρο 5, σημείο 3, της απόφασης-πλαισίου [2002/584], η εκ μέρους κράτους μέλους, το οποίο έχει εφαρμόσει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της απόφασης-πλαισίου [2008/909], μεταφορά της πρώτης από τις διατάξεις αυτές στο εσωτερικό του δίκαιο κατά τρόπο ώστε, αφού η δικαστική αρχή εκτέλεσης συνήνεσε, υπό την εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης, σε παράδοση [του ενδιαφερομένου] στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος προς τον σκοπό της [άσκησης ποινικής] δίωξης για πράξη του άρθρου 2, παράγραφος 4, της απόφασης-πλαισίου [2002/584], η οποία δεν είναι αξιόποινη κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, αλλά ως προς την οποία η δικαστική αρχή εκτέλεσης ρητώς απέσχε από το να αρνηθεί την παράδοση [του ενδιαφερομένου] για τους λόγους αυτούς, άλλες αρχές του κράτους μέλους εκτέλεσης (ως κράτους εκτέλεσης) οφείλουν ή δύνανται να αρνηθούν να αναγνωρίσουν και να εκτελέσουν τη στερητική της ελευθερίας ποινή που επιβλήθηκε για την πράξη αυτή στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος λόγω έλλειψης αξιοποίνου σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης (ως κράτους εκτέλεσης), και, ως εκ τούτου, οφείλουν ή δύνανται επίσης να αρνηθούν να κάνουν χρήση της εγγύησης διαμεταγωγής;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
43 Προκαταρκτικώς, παρατηρείται ότι, μεταξύ των διαφόρων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που μνημονεύονται στο υποβληθέν ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στην περίπτωση κράτους μέλους το οποίο έχει εφαρμόσει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτήν, κάθε κράτος μέλος μπορεί, κατά το χρόνο της έκδοσης της αποφάσεως-πλαισίου ή μεταγενέστερα, να κοινοποιήσει στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου δήλωση σύμφωνα με την οποία δεν θα εφαρμόζει την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, η οποία προβλέπει ότι οι αξιόποινες πράξεις που μνημονεύονται σε αυτήν οδηγούν σε αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής, σύμφωνα με τους όρους της παρούσας αποφάσεως-πλαισίου, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου.
44 Εντούτοις, εν προκειμένω, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, όπως αυτά παρατίθενται στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε εις βάρος του ενδιαφερομένου με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης σχετικά με τη μη τήρηση εκ μέρους του τελευταίου της υποχρεώσεως διατροφής έναντι του ανήλικου υιού του. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αξιόποινων πράξεων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, οπότε το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 16 της παρούσας αποφάσεως, με δήλωση της 20ής Σεπτεμβρίου 2012 κοινοποιηθείσα στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ανέφερε ότι δεν θα εφαρμόσει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου δεν ασκεί επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
45 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση ή τη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να επικαλεστεί το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', προκειμένου να αρνηθεί την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος για τον λόγο ότι αφορούν πράξεις οι οποίες δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, ενώ η δικαστική αρχή εκτέλεσης του κράτους μέλους αυτού έχει προηγουμένως αποφασίσει να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω αποφάσεως και στην επιβολή της εν λόγω ποινής,
– αφενός, παραιτούμενη από την επίκληση του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ο οποίος στηρίζεται επίσης στην απουσία διττού αξιοποίνου, για αξιόποινη πράξη εμπίπτουσα στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, και
– αφετέρου, εξαρτώντας την παράδοση του ενδιαφερομένου, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.
46 Συναφώς, λαμβανομένων υπόψη των διευκρινίσεων τις οποίες παρέσχε το αιτούν δικαστήριο όσον αφορά την εφαρμοστέα στη διαφορά της κύριας δίκης ολλανδική ρύθμιση και οι οποίες συνοψίζονται στις σκέψεις 31 και 32 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να εκτιμηθεί, σε πρώτο στάδιο, αν ο λόγος μη αναγνωρίσεως της καταδικαστικής αποφάσεως και μη εκτελέσεως της ποινής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, μπορεί να μεταφερθεί στην έννομη τάξη των κρατών μελών κατά τρόπον ώστε η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης να υποχρεούται να αρνηθεί αυτομάτως την αναγνώριση κάθε καταδικαστικής αποφάσεως για πράξεις που δεν συνιστούν αδίκημα κατά το εθνικό δίκαιο του κράτους αυτού. Αναλόγως της εκτιμήσεως αυτής, πρέπει να εξεταστεί, σε δεύτερο στάδιο, το ενδεχόμενο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η τελευταία αυτή αρχή κατά την εφαρμογή του ως άνω λόγου αρνήσεως σε συγκεκριμένη περίπτωση, μετά την παράδοση του ενδιαφερομένου η οποία εξαρτάται από εγγύηση διαμεταγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
47 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ως άνω ερώτημα, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2025, Tomann, C-134/24, EU:C:2025:839, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
Επί της δυνατότητας μεταφοράς του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπον ώστε να στοιχειοθετείται λόγος υποχρεωτικής μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως στηριζόμενος στην προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου
48 Όσον αφορά, καταρχάς, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, αυτό ορίζει ότι, «[γ]ια αδικήματα που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1, το κράτος εκτέλεσης μπορεί να εξαρτήσει την αναγνώριση καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση ποινής από τον όρο ότι αφορά πράξεις οι οποίες συνιστούν επίσης αδίκημα κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, όποια κι αν είναι η αντικειμενική τους υπόσταση ή ο νομικός χαρακτηρισμός τους».
49 Το δε άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου.
50 Επομένως, από το γράμμα των ανωτέρω δύο διατάξεων, ιδίως δε από τη χρήση του ρήματος «μπορεί», προκύπτει ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να διαθέτει η ίδια περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να αποφασίσει αν πρέπει να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή για τους λόγους που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 9 [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, X (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Ne bis in idem), C-665/20 PPU, EU:C:2021:339, σκέψη 43].
51 Συνεπώς, τα κράτη μέλη, όταν επιλέγουν να μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο έναν ή περισσότερους από τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 9, δεν μπορούν να προβλέπουν ότι οι δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης υποχρεούνται να αρνούνται την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής που εμπίπτουν τυπικώς στο πεδίο εφαρμογής των λόγων αυτών, χωρίς να τους παρέχεται η δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, X (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Ne bis in idem), C-665/20 PPU, EU:C:2021:339, σκέψη 44].
52 Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.
53 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης συνεπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, ότι η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης αναγνωρίζει τη διαβιβασθείσα σε αυτήν καταδικαστική απόφαση και λαμβάνει πάραυτα κάθε απαραίτητο μέτρο για την εκτέλεση της ποινής (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Grundza, C-289/15, EU:C:2017:4, σκέψη 42).
54 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα της αρχής της αναγνωρίσεως καταδικαστικής αποφάσεως και εκτελέσεως της ποινής. Ως εκ τούτου, το πεδίο εφαρμογής του λόγου αρνήσεως της αναγνωρίσεως καταδικαστικής αποφάσεως και της εκτελέσεως της ποινής, που αντλείται από την έλλειψη διττού αξιοποίνου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, ούτως ώστε να είναι περιορισμένες οι περιπτώσεις της μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Grundza, C-289/15, EU:C:2017:4, σκέψη 46).
55 Πλην όμως, δεδομένου ότι η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης πρέπει να διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως σύμφωνα με την ερμηνεία που έγινε δεκτή στη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως, η εν λόγω αρχή πρέπει να έχει τη δυνατότητα, όταν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν αδίκημα κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, να αποφασίσει, εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην επικαλεστεί αυτόν τον λόγο αρνήσεως, προκειμένου να διασφαλίσει την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής.
56 Τέλος, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 υπό το πρίσμα του σκοπού που επιδιώκει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, σκοπός της αποφάσεως αυτής είναι η θέσπιση των κανόνων σύμφωνα με τους οποίους ένα κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου, αναγνωρίζει καταδικαστική απόφαση και εκτελεί την ποινή (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Grundza, C-289/15, EU:C:2017:4, σκέψη 50).
57 Η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου που έγινε δεκτή στη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως συμβάλλει ακριβώς στην επίτευξη του σκοπού αυτού, δεδομένου ότι η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, κάνοντας χρήση του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει, μπορεί να επιλέξει να μην επικαλεστεί τον λόγο μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως που στηρίζεται στην προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου, για τον λόγο ότι η εκτέλεση της ποινής στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης θα συνέβαλε στη διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης του καταδικασθέντος.
58 Κατόπιν των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 48 έως 57 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή που επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος για τον λόγο ότι αφορούν πράξεις που δεν συνιστούν αδίκημα κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, χωρίς να αναγνωρίζεται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης οποιοδήποτε περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το ζήτημα αυτό.
Επί της δυνατότητας επικλήσεως του λόγου μη αναγνωρίσεως της καταδικαστικής αποφάσεως και μη εκτελέσεως της ποινής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, κατόπιν της παραδόσεως του ενδιαφερομένου, υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584
59 Λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας που έγινε δεκτή στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει, εν συνεχεία, να εξεταστεί, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως, το ζήτημα αν οι διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και, ειδικότερα, το άρθρο 4, σημείο 1, καθώς και το άρθρο 5, σημείο 3, αυτής, σε συνδυασμό με το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, αντιτίθενται στη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους εκτέλεσης να αρνηθεί, κατ’ εφαρμογήν του λόγου που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της τελευταίας αυτής αποφάσεως-πλαισίου, να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή, όταν, προηγουμένως, η δικαστική αρχή εκτέλεσης του ίδιου κράτους μέλους, αφενός, παραιτήθηκε από την επίκληση του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ο οποίος στηρίζεται στην απουσία διττού αξιοποίνου, και, αφετέρου, εξήρτησε την παράδοση του ενδιαφερομένου από εγγύηση διαμεταγωγής, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 5, σημείο 3.
60 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 επιδιώκει, μέσω της καθιέρωσης ενός απλουστευμένου και αποτελεσματικού συστήματος παράδοσης των καταδικασθέντων ή των υπόπτων για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, τη διευκόλυνση και την επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει δηλαδή χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C-305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
61 Στον ρυθμιζόμενο από την ως άνω απόφαση-πλαίσιο τομέα, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία αποτελεί, όπως προκύπτει ειδικότερα από την αιτιολογική σκέψη 6 αυτής, τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, αποτυπώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο θεσπίζει τον κανόνα κατά τον οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C-305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
62 Επομένως, αφενός, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης μπορούν να αρνηθούν την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μόνο για λόγους που απορρέουν από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Αφετέρου, ενώ η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης συνιστά τον κανόνα, η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση, η οποία, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται στενά [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C-305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
63 Όσον αφορά τους λόγους άρνησης εκτέλεσης, η ως άνω απόφαση-πλαίσιο προβλέπει, στο άρθρο 3, τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και, στα άρθρα 4 και 4α, τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης του εντάλματος αυτού.
64 Όσον αφορά το άρθρο 5 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, προβλέπει τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος σε ειδικές περιπτώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου, όταν το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.
65 Όσον αφορά τις συνέπειες της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 επί της εφαρμογής του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 9, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, υπενθυμίζεται ότι, όπως και η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, η απόφαση-πλαίσιο 2008/909 συγκεκριμενοποιεί, στον ποινικό τομέα, τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνώρισης, οι οποίες επιβάλλουν, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το δίκαιο αυτό. Η τελευταία αυτή απόφαση-πλαίσιο ενισχύει τη δικαστική συνεργασία σε θέματα αναγνώρισης και εκτέλεσης ποινικών αποφάσεων, στις περιπτώσεις προσώπων που έχουν καταδικαστεί σε ποινές στερητικές της ελευθερίας ή σε μέτρα στερητικά της ελευθερίας σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολυνθεί η κοινωνική επανένταξή τους [πρβλ., και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C-305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
66 Εξάλλου, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε πρόθεση να προβλέψει δύο αυτοτελή νομικά καθεστώτα όσον αφορά την αναγνώριση και την εκτέλεση ποινικών αποφάσεων, αναλόγως της ύπαρξης ή μη ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C-305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 48].
67 Από το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής της σκέψεως 12, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν, στο μέτρο που οι διατάξεις της συνάδουν με εκείνες της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, στην εκτέλεση ποινών, μεταξύ άλλων, όταν ένα κράτος μέλος, ενεργώντας στο πλαίσιο του άρθρου 5, σημείο 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, έχει θέσει ως προϋπόθεση για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, εκδοθέντος προς τον σκοπό της άσκησης δίωξης στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, τη διαμεταγωγή του ενδιαφερομένου στο κράτος εκτέλεσης προκειμένου να εκτίσει εκεί την ποινή που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος [πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C-305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 49].
68 Επιπλέον, ο νομοθέτης της Ένωσης, στο εν λόγω άρθρο 5, σημείο 3, απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στη δυνατότητα αύξησης των πιθανοτήτων κοινωνικής επανένταξης του υπηκόου ή του κατοίκου του κράτους μέλους εκτέλεσης, επιτρέποντάς του να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή να υποβληθεί εκεί στο στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας το οποίο, κατά περίπτωση, θα του επιβληθεί, μετά την παράδοσή του βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος [πρβλ. απόφαση της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτελέσεως), C-314/18, EU:C:2010:191, σκέψη 48].
69 Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της ταυτότητας του σκοπού που επιδιώκεται, αφενός, με τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 και, αφετέρου, με τους κανόνες που προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο 2008/909, ήτοι του σκοπού που συνίσταται στη διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης των καταδικασθέντων σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν η δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης επιθυμεί να εφαρμόσει τον λόγο αυτόν προαιρετικής μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης, που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της τελευταίας αυτής αποφάσεως-πλαισίου, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τους εν λόγω κανόνες [πρβλ., και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C-305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 47].
70 Ομοίως, από το τμήμα στ' του τυποποιημένου εντύπου πιστοποιητικού, το οποίο περιέχεται στο παράρτημα I της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, συνάγεται ότι, κατά το στάδιο της αναγνώρισης της καταδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, η αρμόδια αρχή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εγγύηση διαμεταγωγής, το δε πιστοποιητικό αυτό πρέπει να μνημονεύει την εν λόγω εγγύηση όταν η παράδοση εξαρτήθηκε από αυτήν [πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C-305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 58].
71 Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης, στο πλαίσιο της αποφάσεώς της να κάνει χρήση του μηχανισμού παράδοσης του ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, οφείλει να προβεί σε συνολική εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων στοιχείων τα οποία χαρακτηρίζουν την περίπτωσή του και από τα οποία μπορεί να συναχθεί αν υφίστανται, μεταξύ του ενδιαφερομένου και του κράτους μέλους εκτέλεσης, δεσμοί που να καταδεικνύουν ότι αυτός έχει ενσωματωθεί επαρκώς εκεί και ότι, ως εκ τούτου, η εκτέλεση, στο εν λόγω κράτος μέλος, της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί εις βάρος του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος θα συμβάλει στην αύξηση των πιθανοτήτων κοινωνικής επανένταξής του μετά την εκτέλεση της ποινής ή του μέτρου ασφαλείας. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνονται οι οικογενειακοί, γλωσσικοί, πολιτιστικοί, κοινωνικοί ή οικονομικοί δεσμοί που διατηρεί το εν λόγω πρόσωπο με το κράτος μέλος εκτέλεσης, καθώς και η φύση, η διάρκεια και οι συνθήκες της εκεί παραμονής του [πρβλ. διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2023, PY (Υπήκοος τρίτης χώρας στο κράτος μέλος εκτέλεσης), C-636/22, EU:C:2023:899, σκέψεις 42 και 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
72 Ως εκ τούτου, απόκειται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, κατά πόσον οι δεσμοί του ενδιαφερομένου με το κράτος μέλος εκτέλεσης επαρκούν ώστε ο σκοπός της κοινωνικής επανένταξης που επιδιώκεται με το άρθρο 5, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 να μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα στην περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο εκτίσει σε αυτό το κράτος μέλος την ποινή που ενδέχεται να του επιβληθεί [πρβλ. διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2023, PY (Υπήκοος τρίτης χώρας στο κράτος μέλος εκτέλεσης), C-636/22, EU:C:2023:899, σκέψη 39].
73 Στο πλαίσιο αυτής της εκτιμήσεως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 73 και 74 των προτάσεών του, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να σταθμίσει πλείονα συμφέροντα, όπως αυτά που σχετίζονται με την κοινωνική επανένταξη του ενδιαφερομένου μετά από ενδεχόμενη καταδίκη του, την ανάγκη αποφυγής ατιμωρησίας του προσώπου αυτού και την απουσία διττού αξιοποίνου. Επομένως, αν η εν λόγω αρχή αποφασίσει να κάνει χρήση του μηχανισμού παράδοσης υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, χωρίς να επικαλεστεί τον λόγο της προαιρετικής μη εκτέλεσης του άρθρου 4, σημείο 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, πρέπει να συναχθεί εξ αυτού ότι θεωρεί ότι τα συμφέροντα που συνδέονται με την κοινωνική επανένταξη και την καταπολέμηση της ατιμωρησίας υπερισχύουν της διαπίστωσης ότι η εν λόγω πράξη δεν είναι αξιόποινη βάσει του εθνικού της δικαίου. Μια τέτοια απόφαση, ωστόσο, συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών διατάξεων τόσο της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου όσο και της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.
74 Από τα προεκτεθέντα και, ειδικότερα, από την εγγενή λογική του προβλεπόμενου στο άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 μηχανισμού παράδοσης του ενδιαφερομένου, υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, προκύπτει ότι η εφαρμογή του μηχανισμού αυτού στηρίζεται, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 78 των προτάσεών του, στη σιωπηρή δέσμευση του κράτους μέλους εκτέλεσης να εκτελέσει, κατ’ αρχήν, τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο που, κατά περίπτωση, θα επιβληθεί στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος μετά την παράδοση αυτή.
75 Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλιστεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο η τήρηση και η εφαρμογή της εν λόγω δεσμεύσεως –και, κατά συνέπεια, να εξασφαλιστεί, αφενός, η τήρηση της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης η οποία, όπως προκύπτει από τη σκέψη 65 της παρούσας αποφάσεως, αποτελεί τη βάση των αποφάσεων-πλαισίων 2002/584 και 2008/909 καθώς και, αφετέρου, η ορθή λειτουργία των συστημάτων αμοιβαίας αναγνώρισης–, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δυνατότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους εκτέλεσης να επικαλεστεί τον λόγο μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όταν εφαρμόζεται η εγγύηση διαμεταγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, πρέπει να είναι αυστηρώς περιορισμένη.
76 Ο σκοπός που επιδιώκεται με το εν λόγω άρθρο 5, σημείο 3, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται, γενικότερα, με τις αποφάσεις-πλαίσια 2002/584 και 2008/909 συνηγορούν επίσης υπέρ της ερμηνείας που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
77 Συναφώς, όσον αφορά, κατά πρώτον, τον σκοπό που συνίσταται στη διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης του ενδιαφερομένου, επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση που η δυνατότητα η οποία παρέχεται στην αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή δεν ήταν αυστηρώς περιορισμένη, η εγγύηση διαμεταγωγής που απαιτείται κατά το στάδιο της παράδοσης του εν λόγω προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, θα μπορούσε να στερηθεί την πρακτική της αποτελεσματικότητα, με αποτέλεσμα την υπονόμευση, κατά το στάδιο της αναγνώρισης, από την εν λόγω αρχή, της καταδικαστικής αποφάσεως, του σκοπού που δικαιολογεί την ενεργοποίηση του μηχανισμού παράδοσης του εν λόγω προσώπου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής.
78 Επιπλέον, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η προβλεπόμενη από τον νομοθέτη της Ένωσης συνδυαστική εφαρμογή της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού που συνίσταται στη διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης του ενδιαφερομένου. Κατά τα λοιπά, η επανένταξη είναι προς το συμφέρον όχι μόνον του καταδικασθέντος, αλλά και της Ένωσης εν γένει [απόφαση της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως - Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτελέσεως), C-314/18, EU:C:2020:191, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
79 Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 82 των προτάσεών του, η προσέγγιση αυτή ενισχύει την ανάγκη συσταλτικής ερμηνείας του λόγου άρνησης που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όταν εφαρμόζεται ο μηχανισμός παράδοσης του ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
80 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τον σκοπό που συνίσταται στην αποτροπή της ατιμωρησίας, υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 αποσκοπεί στην καθιέρωση ενός νέου απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος παράδοσης των προσώπων που έχουν καταδικασθεί ή είναι ύποπτα για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας. Πράγματι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, σκοπός του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι να καταστήσει δυνατή τη σύλληψη και την παράδοση του καταζητουμένου ώστε, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου με την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο σκοπού, να μην παραμείνει ατιμώρητη η τελεσθείσα αξιόποινη πράξη, το δε πρόσωπο αυτό να διωχθεί ή να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που του επιβλήθηκε [απόφαση της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτελέσεως), C-314/18, EU:C:2020:191, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
81 Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, σε περίπτωση εκτέλεσης ποινών βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και με την επιφύλαξη της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, οι διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, στο μέτρο που συνάδουν με τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται η ατιμωρησία του ενδιαφερομένου. Εξ αυτού συνάγεται, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 86 των προτάσεών του, ότι, σε περίπτωση εκτέλεσης ποινής μετά την παράδοση του εν ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ο κατάλληλος τρόπος για τη συνδυαστική εφαρμογή των αποφάσεων-πλαισίων 2002/584 και 2008/909 πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη όχι μόνο του σκοπού της διευκόλυνσης της κοινωνικής επανένταξης του καταδικασθέντος, αλλά και του σκοπού της καταπολέμησης της ατιμωρησίας.
82 Ωστόσο, αν η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης μπορούσε να αμφισβητήσει, κατά το στάδιο της αναγνώρισης της καταδικαστικής αποφάσεως προς τον σκοπό εκτέλεσης της ποινής, την εγγύηση διαμεταγωγής που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, επανεξετάζοντας τις περιστάσεις που έχουν ήδη εκτιμηθεί από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης κατά το στάδιο της εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η τελευταία αυτή αρχή θα μπορούσε να αποθαρρυνθεί από την ενεργοποίηση του μηχανισμού παράδοσης του ενδιαφερομένου υπό την εν λόγω εγγύηση διαμεταγωγής, όπως προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη, ή ακόμη και από την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όπερ θα μπορούσε να θίξει τον σκοπό της καταπολέμησης της ατιμωρησίας του εν λόγω προσώπου.
83 Επιπλέον, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, όπως εκτίθεται στη σκέψη 65 της παρούσας αποφάσεως, στην οποία στηρίζεται η απόφαση-πλαίσιο 2008/909, συνεπάγεται, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, ότι, κατ’ αρχήν, η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, αφενός, υποχρεούται να δεχθεί την αίτηση για την αναγνώριση καταδικαστικής αποφάσεως και για την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί σε άλλο κράτος μέλος, η οποία της έχει διαβιβαστεί σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, και, αφετέρου, δεν μπορεί να απορρίψει τέτοια αίτηση παρά μόνον για τους λόγους μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 9 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου (πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Staatsanwaltschaft Aachen, C-819/21, EU:C:2023:841, σκέψη 20).
84 Επομένως, από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 60 έως 83 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δεν μπορεί να επικαλεστεί τον λόγο μη αναγνώρισης της καταδικαστικής αποφάσεως και μη εκτέλεσης της ποινής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, κατά την εφαρμογή της εγγυήσεως διαμεταγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, στο μέτρο που η επίκληση του ως άνω λόγου θα συνεπαγόταν επαναξιολόγηση των περιστάσεων που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης για τη λήψη της αποφάσεώς της να εξαρτήσει την παράδοση του ενδιαφερομένου από την εγγύηση αυτή.
85 Εντούτοις, όπως υποστήριξαν, κατ’ ουσίαν, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν ισχύει το ίδιο όταν η μεταβολή των περιστάσεων που αφορούν τη νομική ή πραγματική κατάσταση του ενδιαφερομένου, όπως η αποδυνάμωση ή η εξαφάνιση των δεσμών του με το κράτος μέλος εκτέλεσης, έχει ως συνέπεια να μην υπερισχύει πλέον, κατά το στάδιο της αναγνώρισης της καταδικαστικής αποφάσεως προς τον σκοπό εκτέλεσης της ποινής βάσει της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, το συμφέρον για την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου στο έδαφος του κράτους μέλους εκτέλεσης.
86 Πράγματι, κατά το στάδιο της αναγνώρισης της καταδικαστικής αποφάσεως βάσει της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, πρέπει να διασφαλίζεται ότι η αναγνώριση αυτή εξακολουθεί να ανταποκρίνεται, σε αυτό το στάδιο, στον επιδιωκόμενο από την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο σκοπό της διευκόλυνσης της κοινωνικής επανένταξης του ενδιαφερομένου. Επομένως, σε περίπτωση μεταβολής των περιστάσεων που θα δικαιολογούσε επαναξιολόγηση της αρχικής εκτίμησης της δικαστικής αρχής εκτέλεσης, βάσει της οποίας η εν λόγω αρχή κατέληξε ότι το συμφέρον που συνδέεται με την κοινωνική επανένταξη του ενδιαφερομένου υπερισχύει έναντι εκείνου που συνδέεται με την απουσία διττού αξιοποίνου, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί, κατά το στάδιο της αναγνώρισης της αποφάσεως προς τον σκοπό εκτέλεσης της ποινής, να αποφασίσει ότι υπερισχύει το τελευταίο αυτό συμφέρον επικαλούμενη τον λόγο μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.
87 Επομένως, η αναγνώριση της δυνατότητας της αρμόδιας αρχής του κράτους εκτέλεσης, όπως περιγράφεται στις σκέψεις 85 και 86 της παρούσας αποφάσεως, να επικαλεστεί το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', όταν, λόγω μεταβολής των περιστάσεων, δεν δικαιολογείται πλέον η εφαρμογή της εγγυήσεως διαμεταγωγής που είχε αρχικώς ζητηθεί βάσει διαφορετικών περιστάσεων, επιτρέπει να διασφαλιστεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο η επίτευξη του σκοπού της κοινωνικής επανένταξης που επιδιώκει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, δεδομένου ότι, αν σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει επίκληση της διατάξεως αυτής στο πλαίσιο της εφαρμογής της εγγυήσεως διαμεταγωγής, ο ενδιαφερόμενος θα κινδύνευε να επιστρέψει αυτομάτως στο κράτος μέλος εκτέλεσης, μολονότι η εγγύηση διαμεταγωγής θα είχε απολέσει τον λόγο ύπαρξής της. Σε μια τέτοια περίπτωση, η χρήση της δυνατότητας που παρέχει η εν λόγω διάταξη δεν θίγει τον μηχανισμό παράδοσης του εν λόγω προσώπου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
88 Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, δεν υπονομεύεται ούτε ο σκοπός της καταπολέμησης της ατιμωρησίας του ενδιαφερομένου, δεδομένου ότι, αφενός, η δυνατότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους εκτέλεσης να επικαλεστεί το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 είναι αυστηρώς οριοθετημένη και, αφετέρου, κατά περίπτωση, το εν λόγω πρόσωπο θα εκτίσει την ποινή του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.
89 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση ή τη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να επικαλεστεί το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', προκειμένου να αρνηθεί την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι αφορούν πράξεις οι οποίες δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, ενώ,
– πρώτον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης του εν λόγω κράτους μέλους έχει προηγουμένως αποφασίσει να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που οδήγησε στην εν λόγω καταδικαστική απόφαση και την εν λόγω ποινή,
– αφενός, παραιτούμενη από την επίκληση του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ο οποίος επίσης στηρίζεται στην απουσία διττού αξιοποίνου, για αξιόποινη πράξη εμπίπτουσα στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, καθώς και,
– αφετέρου, εξαρτώντας την παράδοση του ενδιαφερομένου, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, και,
– δεύτερον, μετά την παράδοση του ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, ουδεμία μεταβολή των περιστάσεων επήλθε η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της εγγυήσεως αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
90 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009,
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση ή τη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να επικαλεστεί το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ', προκειμένου να αρνηθεί την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι αφορούν πράξεις οι οποίες δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, ενώ,
– πρώτον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης του εν λόγω κράτους μέλους έχει προηγουμένως αποφασίσει να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που οδήγησε στην εν λόγω καταδικαστική απόφαση και την εν λόγω ποινή,
– αφενός, παραιτούμενη από την επίκληση του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, ο οποίος επίσης στηρίζεται στην απουσία διττού αξιοποίνου, για αξιόποινη πράξη εμπίπτουσα στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και,
– αφετέρου, εξαρτώντας την παράδοση του ενδιαφερομένου, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτελέσεως ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, και,
– δεύτερον, μετά την παράδοση του ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, ουδεμία μεταβολή των περιστάσεων επήλθε η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της εγγυήσεως αυτής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
i H ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.