Υπόθεση C-877/24, X και Minister van Asiel en Migratie, anciennement Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά Y, Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 13ης Μαΐου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση C-877/24, X και Minister van Asiel en Migratie, anciennement Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά Y, Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 13ης Μαΐου 2026
Affaire C-877/24, X et Minister van Asiel en Migratie, anciennement Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid contre Y, Arr?t de la Cour (troisi?me chambre) du 13 mai 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 13ης Μαΐου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Κοινοί κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Άρθρα 6, 8, 9 – Παρανόμως διαμένοντες υπήκοοι τρίτων χωρών που έχουν καταδικασθεί σε ποινή πολυετούς φυλακίσεως ή σε ποινή ισόβιας καθείρξεως – Δυνατότητα έκδοσης απόφασης επιστροφής – Δικονομικές εγγυήσεις»

Στην υπόθεση C-877/24 [Shamsi] (i),

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο αυθημερόν, στο πλαίσιο της δίκης

X,

Y

κατά

Minister van Asiel en Migratie, πρώην Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei, S. Rodin, N. Pi?arra και N. Fenger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο X, εκπροσωπούμενος από τον M. F. Wijngaarden, advocaat,

–        ο Y, εκπροσωπούμενος από τον Ι. C. van Krimpen, advocaat,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman και M. H. S. Gijzen,

–        η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις L. Jans και M. Van Regemorter,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Edelmannov? και τους M. Smolek και J. Vl??il,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. M?ller και R. Kanitz

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις F. Blanc, A. Κατσιμέρου, F. van Schaik και J. Vondung,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιανουαρίου 2026,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 6, 8 και 9 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, αφενός, των X και Y, υπηκόων τρίτων χωρών, και, αφετέρου, του minister van Asiel en Migratie (Υπουργού Ασύλου και Μεταναστεύσεως, Κάτω Χώρες, στο εξής: Υπουργός), πρώην Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, σχετικά με τη νομιμότητα των εις βάρος τους εκδοθεισών αποφάσεων επιστροφής.

 Το νομικό πλαίσιο

3        Η αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2008/115 έχει ως εξής:

«Θα πρέπει να θεσπισθούν σαφείς, διαφανείς και δίκαιοι κανόνες για τη χάραξη μιας αποτελεσματικής πολιτικής περί επιστροφής, απαραίτητο στοιχείο για την καλή διαχείριση της μεταναστευτικής πολιτικής.»

4        Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους παρανόμως διαμένοντες στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόους τρίτης χώρας.

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι:

α)      υπόκεινται σε απαγόρευση εισόδου [...] ή συλλαμβάνονται ή παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με παράνομη χερσαία, θαλάσσια ή εναέρια διέλευση των εξωτερικών συνόρων κράτους μέλους και στους οποίους δεν έχει, εν συνεχεία, χορηγηθεί άδεια ή δικαίωμα να παραμείνουν στο εν λόγω κράτος μέλος,

β)      υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ή υπόκεινται σε διαδικασίες έκδοσης.

3.      Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα πρόσωπα που απολαύουν του [ενωσιακού] δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας [...]».

5        Το άρθρο 3, σημείο 3, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[...]

3) “επιστροφή”: διαδικασία επανόδου υπηκόου τρίτης χώρας –είτε με οικειοθελή συμμόρφωσή του προς την υποχρέωση επιστροφής είτε αναγκαστικά:

–        στη χώρα καταγωγής του/της, ή

–        σε χώρα διέλευσης σύμφωνα με κοινοτικές ή διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής ή άλλες ρυθμίσεις, ή

–        σε άλλη τρίτη χώρα, στην οποία ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας αποφασίζει εθελοντικά να επιστρέψει και στην οποία γίνεται δεκτός/-ή».

6        Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη:

α)      τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού,

β)      την οικογενειακή ζωή,

γ)      την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας,

και τηρούν την αρχή της μη επαναπροώθησης.»

7        Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 5, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Τα κράτη μέλη εκδίδουν απόφαση επιστροφής για υπηκόους τρίτης χώρας που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5.

2.      Οι υπήκοοι τρίτων χωρών, οι οποίοι διαμένουν παρανόμως στο έδαφος κράτους μέλους και διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής και έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, υποχρεούνται να μεταβαίνουν αμέσως στο έδαφος αυτού του άλλου κράτους μέλους. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του υπηκόου τρίτης χώρας με την παρούσα απαίτηση ή όταν η άμεση αναχώρηση του υπηκόου τρίτης χώρας απαιτείται από λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται η παράγραφος 1.

3.      Τα κράτη μέλη μπορούν να μην εκδίδουν απόφαση επιστροφής για υπήκοο τρίτης χώρας που διαμένει παρανόμως στο έδαφός τους, εφόσον άλλο κράτος μέλος αναλαμβάνει τον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας δυνάμει διμερών συμφωνιών ή διευθετήσεων που ισχύουν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος που αναλαμβάνει τον συγκεκριμένο υπήκοο τρίτης χώρας εφαρμόζει την παράγραφο 1.

4.      Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν, ανά πάσα στιγμή, να χορηγήσουν αυτόνομη άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας, ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παράνομα στο έδαφός τους. Στην περίπτωση αυτή, δεν εκδίδεται απόφαση επιστροφής. Εφόσον η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκδοθεί, τότε αυτή ανακαλείται ή αναστέλλεται για τη διάρκεια ισχύος του τίτλου διαμονής ή άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής.

5.      Εφόσον εκκρεμεί διαδικασία ανανέωσης τίτλου διαμονής ή οποιασδήποτε άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος διαμένει παράνομα στο έδαφος κράτους μέλους, τότε το εν λόγω κράτος μέλος εξετάζει το ενδεχόμενο να μην εκδώσει απόφαση επιστροφής έως ότου ολοκληρωθεί η εκκρεμούσα διαδικασία, με την επιφύλαξη της παραγράφου 6.»

8        Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εκτελέσουν την απόφαση επιστροφής, εάν δεν έχει χορηγηθεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης [...] ή εάν ο συγκεκριμένος υπήκοος δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση επιστροφής εντός της προθεσμίας οικειοθελούς αναχώρησης που έχει χορηγηθεί [...]».

9        Κατά το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας:

«1.      Τα κράτη μέλη αναβάλλουν την απομάκρυνση:

α)      όταν αυτή παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης, ή

β)      ενόσω παρέχεται ανασταλτικό αποτέλεσμα σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2.

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν να αναβάλουν την απομάκρυνση για εύλογο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν ιδίως υπόψη:

α)      τη φυσική ή διανοητική κατάσταση του υπηκόου τρίτης χώρας,

β)      τεχνικούς λόγους, όπως η απουσία μέσων μεταφοράς ή η έλλειψη δυνατότητας απομάκρυνσης λόγω αδυναμίας διαπίστωσης της ταυτότητας.»

 Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Η κατάσταση του Χ

10      Ο Χ ήταν κάτοχος αδείας διαμονής αορίστου χρόνου στις Κάτω Χώρες. Στις 19 Ιανουαρίου 2015 καταδικάστηκε αμετάκλητα, από ολλανδικό δικαστήριο, σε ισόβια κάθειρξη για διάφορες δολοφονίες και ανθρωποκτονίες που διαπράχθηκαν μεταξύ 12 Μαΐου 2011 και 20 Μαΐου 2011.

11      Με απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, ο Υπουργός ανακάλεσε την άδεια διαμονής του Χ αναδρομικώς από τις 12 Μαΐου 2011, τον διέταξε να εγκαταλείψει αμέσως το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του επέβαλε απαγόρευση εισόδου διαρκείας δέκα ετών. Με απόφαση του Υπουργού της 27ης Ιουλίου 2020 απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που άσκησε ο Χ κατά της αποφάσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 2018.

12      Ο Χ άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του Υπουργού της 27ης Ιουλίου 2020 ενώπιον του rechtbank Den Haag, zittingsplaatsen’s-Hertogenbosch en Amsterdam (πρωτοδικείου Χάγης, μεταβατικές έδρες ’s-Hertogenbosch και Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες). Με απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2022, το δικαστήριο αυτό απέρριψε την προσφυγή, με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι ο Υπουργός ήταν υποχρεωμένος να εκδώσει απόφαση επιστροφής εις βάρος του Χ και ότι η απόφαση αυτή ήταν αναγκαία για τη διασφάλιση της απομακρύνσεώς του σε περίπτωση αποφυλακίσεως του Χ, τούτο δε θα μπορούσε να συμβεί μετά την έκτιση ποινής καθείρξεως 25 ετών.

13      Ο K άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.

 Η κατάσταση του Y

14      Ο Υ εισήλθε στις Κάτω Χώρες στις 31 Αυγούστου 2018. Στις 16 Νοεμβρίου 2020 καταδικάστηκε αμετακλήτως, από ολλανδικό δικαστήριο, σε ποινή καθείρξεως 25 ετών για δύο απόπειρες δολοφονίας εκ προθέσεως στο πλαίσιο τρομοκρατικής δράσεως, στις οποίες προέβη κατά την ημερομηνία εισόδου του στις Κάτω Χώρες.

15      Με απόφαση της 25ης Απριλίου 2023, ο Υπουργός διαπίστωσε ότι ο Y δεν διέμενε νομίμως στις Κάτω Χώρες και τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει αμέσως το έδαφος της Ένωσης, επέβαλε δε σε βάρος του απαγόρευση εισόδου διάρκειας 20 ετών.

16      Ο Y άσκησε προσφυγή κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του rechtbank Den Haag, zittingsplaatsen’s-Hertogenbosch en Amsterdam (πρωτοδικείου Χάγης, μεταβατικές έδρες ’s-Hertogenbosch και Άμστερνταμ). Με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2023, το ανωτέρω δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε την εν λόγω απόφαση, κρίνοντας ότι ο Υπουργός δεν μπορούσε νομίμως να εκδώσει απόφαση επιστροφής σε περίπτωση κατά την οποία, λόγω της εκτίσεως ποινής πολυετούς φυλακίσεως, δεν ήταν σε θέση να προβεί στην απομάκρυνση.

17      Ο Υπουργός άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

 Κοινές εκτιμήσεις για τις περιπτώσεις των X και Y

18      Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν αμφισβητείται ότι οι X και Y διαμένουν παρανόμως στις Κάτω Χώρες, ότι δεν επικαλέστηκαν τις αρχές που απαριθμούνται στο άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 και ότι δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις από την υποχρέωση εκδόσεως αποφάσεως επιστροφής που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5, της εν λόγω οδηγίας.

19      Εντούτοις, οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν ως προς τη δυνατότητα του Υπουργού να εκδώσει απόφαση επιστροφής εις βάρος των X και Y, σε ένα πλαίσιο στο οποίο ο Υπουργός δεν μπορεί να τους απομακρύνει και οι οποίοι αδυνατούν να συμμορφωθούν προς την υποχρέωση τους προς επιστροφή μέχρι το πέρας της κρατήσεώς τους λόγω των καταγνωσθεισών εις βάρος τους ποινών.

20      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, κατά πρώτον, ότι, μολονότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 φαίνεται να επιβάλλει την υποχρέωση εκδόσεως αποφάσεως επιστροφής σε περίπτωση όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, εντούτοις, η οδηγία δεν καθορίζει με σαφήνεια πώς συσχετίζεται η υποχρέωση αυτή με το γεγονός ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, αποκλείεται εν τοις πράγμασι οποιαδήποτε δυνατότητα επιστροφής για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η ανάλυση της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν καθιστά δυνατή την επίλυση της ερμηνευτικής δυσχέρειας της εν λόγω οδηγίας την οποία αντιμετωπίζει.

21      Κατά δεύτερον, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο Υπουργός δεν είχε την εξουσία να εκδώσει απόφαση επιστροφής στις υποθέσεις των κύριων δικών, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν στην περίπτωση αυτή υφίστατο υποχρέωση, βάσει της οδηγίας 2008/115, χορηγήσεως στον X και τον Y αδείας διαμονής, προς αποφυγήν της επ’ αόριστον διατηρήσεως μιας καταστάσεως κατά την οποία δεν θα είναι μεν δυνατό να κινηθεί εις βάρος τους διαδικασία επιστροφής, χωρίς ωστόσο να διαμένουν νομίμως στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους.

22      Κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν είναι δυνατή η επίκληση της αρχής της αναλογικότητας προκειμένου να αντιταχθεί στην έκδοση αποφάσεων επιστροφής όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη.

23      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Αντιβαίνει στην οδηγία [2008/115], και ιδίως στα άρθρα 6, 8 και 9 αυτής, η έκδοση αποφάσεως επιστροφής σε βάρος αλλοδαπού ο οποίος, λόγω της εκτέλεσης ποινής πολυετούς ή ισόβιας κάθειρξης, δεν δύναται να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση επιστροφής του ούτε μπορεί να απομακρυνθεί από το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα: Υποχρεούται το κράτος μέλος στην περίπτωση αυτή να χορηγήσει σε αλλοδαπό αυτόνομη άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής κατά τη διάρκεια της πολυετούς ή ισόβιας υπό κράτηση διαμονής, ενδεχομένως, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας [2008/115];

3)      Είναι δυνατόν, στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας [2008/115], πέραν των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5, καθώς και των αρχών και συμφερόντων που μνημονεύονται στο άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, να διενεργηθεί έλεγχος αναλογικότητας σε συγκεκριμένη περίπτωση;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

24      Με το πρώτο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν τα άρθρα 6, 8 και 9 της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην έκδοση αποφάσεως επιστροφής εις βάρος παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας όταν, λόγω της εκτελέσεως πολυετούς ποινής φυλακίσεως ή ισόβιας καθείρξεως στην οποία καταδικάσθηκε, ο εν λόγω υπήκοος δεν θα μπορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα ούτε να εγκαταλείψει οικειοθελώς το έδαφος του οικείου κράτους μέλους ούτε να απομακρυνθεί.

25      Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή στην περίπτωση των υπηκόων τρίτης χώρας που διαμένουν παρανόμως στο έδαφος κράτους μέλους.

26      Μολονότι το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας αυτής προβλέπει ορισμένους περιορισμούς, υποχρεωτικούς ή προαιρετικούς, στο πεδίο εφαρμογής της, δεδομένου ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β', της εν λόγω οδηγίας επιτρέπει ειδικότερα στα κράτη μέλη να αποφασίσουν να μην την εφαρμόζουν στους υπηκόους τρίτων χωρών εις βάρος των οποίων έχει επιβληθεί ποινική κύρωση η οποία προβλέπει ή έχει ως συνέπεια την επιστροφή τους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διατάξεις αυτές ουδόλως αποκλείουν την εφαρμογή της στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως ή εκτίουν τέτοια ποινή.

27      Από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 προκύπτει ότι, όταν αποδεικνύεται ο παράνομος χαρακτήρας της διαμονής, πρέπει να εκδίδεται απόφαση επιστροφής εις βάρος του υπηκόου τρίτης χώρας, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου 6 και με πλήρη τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 5 της οδηγίας, στη δε απόφαση αυτή πρέπει να προσδιορίζεται, μεταξύ των τρίτων χωρών που διαλαμβάνονται στο άρθρο 3, σημείο 3, της οδηγίας, εκείνη προς την οποία πρέπει να απομακρυνθεί ο υπήκοος τρίτης χώρας [απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C-69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 53].

28      Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της ίδιας οδηγίας δεν αφορά, άμεσα ή έμμεσα, τους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως ή εκτίουν τέτοια ποινή.

29      Ομοίως, από τις απαιτήσεις του άρθρου 5 της οδηγίας 2008/115, το οποίο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν δεόντως υπόψη ορισμένα συμφέροντα και να τηρούν την αρχή της μη επαναπροωθήσεως, δεν προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος θα πρέπει, γενικώς, να μην εκδίδει απόφαση επιστροφής εις βάρος παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας όταν αυτός έχει καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως ή εκτίει τέτοια ποινή.

30      Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι, αφ’ ης στιγμής εκδοθεί απόφαση επιστροφής, τηρουμένων των ουσιαστικών και διαδικαστικών εγγυήσεων που θεσπίζει η οδηγία 2008/115, και, ενδεχομένως, η υποχρέωση επιστροφής δεν τηρήθηκε εντός της προθεσμίας οικειοθελούς αναχωρήσεως, το οικείο κράτος μέλος υποχρεούται να προβεί στην απομάκρυνση του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, Changu, C-352/23, EU:C:2024:748, σκέψη 57 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τόσο από το καθήκον πίστεως των κρατών μελών όσο και από τις απαιτήσεις αποτελεσματικότητας που υπενθυμίζονται, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 4 της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι η υποχρέωση απομακρύνσεως του υπηκόου τρίτης χώρας πρέπει να εκπληρώνεται το συντομότερο δυνατόν (πρβλ. αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2015, Zaizoune, C-38/14, EU:C:2015:260, σκέψη 34, και της 15 Φεβρουαρίου 2016, N., C-601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 76).

31      Όπως, όμως, επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, κράτος μέλος το οποίο, πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιστροφής, προβαίνει στην εκτέλεση ποινής πολυετούς φυλακίσεως ή ισόβιας καθείρξεως καταγνωσθείσας σε υπήκοο τρίτης χώρας, δεν θα συμμορφωθεί επί πολλά έτη ή ακόμη και επί δεκαετίες προς την υποχρέωσή του να τον απομακρύνει, ενώ ούτε και ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας θα μπορεί να εγκαταλείψει οικειοθελώς το έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.

32      Εντούτοις, ένα τέτοιο εμπόδιο στην ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας επιστροφής δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να επιβάλουν ποινή πολυετούς φυλακίσεως ή ισόβιας καθείρξεως σε παρανόμως διαμένοντα υπήκοο τρίτης χώρας και να την εκτελέσουν.

33      Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι καίτοι, κατ’ αρχήν, η ποινική νομοθεσία και οι κανόνες της ποινικής δικονομίας εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, εντούτοις ο εν λόγω τομέας του δικαίου μπορεί να επηρεάζεται από το δίκαιο της Ένωσης. Το Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εφαρμόζουν κανονιστική ρύθμιση ικανή να διακυβεύσει την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία 2008/115 και, συνεπώς, να την καταστήσει άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας (πρβλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2011, Achughbabian, C-329/11, EU:C:2011:807, σκέψη 33).

34      Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η οδηγία αυτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να τιμωρούν με στερητική της ελευθερίας ποινή την τέλεση, από παρανόμως διαμένοντα υπήκοο τρίτης χώρας, άλλων ποινικών αδικημάτων πλην εκείνων που αφορούν μόνον την παράνομη διαμονή ή είσοδο, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες η διαδικασία επιστροφής δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2016, Affum, C-47/15, EU:C:2016:408, σκέψη 65).

35      Όπως, όμως, επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, η δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν ποινή φυλακίσεως για την τέλεση τέτοιων ποινικών αδικημάτων καλύπτει όχι μόνον τη δυνατότητα επιβολής τέτοιας ποινής, αλλά και τη δυνατότητα εκτελέσεως της καταγνωσθείσας ποινής.

36      Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, είναι αναγκαίο να καθοριστεί αν η υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να προβεί το συντομότερο δυνατόν στην απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής, η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, εμποδίζει την έκδοση τέτοιας αποφάσεως σε περίπτωση κατά την οποία είναι ήδη βέβαιο, κατόπιν της επιβολής και εκτελέσεως ποινής πολυετούς φυλακίσεως ή ισόβιας καθείρξεως, ότι, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση επιστροφής δεν θα εκτελεσθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

37      Συναφώς, επισημαίνεται, κατά πρώτον, ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν αποκλείεται κατ’ ανάγκην η έκδοση αποφάσεως επιστροφής σε χρονικό σημείο κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές δεν είναι ακόμη βέβαιες ότι θα μπορέσουν να εκτελέσουν την απόφαση αυτή.

38      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι επιτρέπεται σε κράτος μέλος να εκδώσει απόφαση επιστροφής ταυτόχρονα με απόφαση με την οποία απορρίπτεται σε πρώτο βαθμό αίτηση διεθνούς προστασίας, μολονότι η ενδεχόμενη άσκηση προσφυγής κατά της απορρίψεώς της θα συνεπαγόταν, κατ’ αρχήν, για τον ενδιαφερόμενο, την άδεια παραμονής στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους εν αναμονή της εξετάσεως της προσφυγής, άδεια η οποία θα απέκλειε κάθε δυνατότητα απομακρύνσεως του εν λόγω προσώπου (πρβλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, Gnandi, C-181/16, EU:C:2018:465, σκέψη 59).

39      Η έκδοση αποφάσεως επιστροφής ήδη από τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα της διαμονής είναι εξάλλου ικανή να ευνοήσει την επίτευξη του κύριου σκοπού της οδηγίας 2008/115, ήτοι την καθιέρωση αποτελεσματικής πολιτικής απομακρύνσεως και επαναπατρισμού με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των ενδιαφερομένων [πρβλ. αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2018, Gnandi, C-181/16, EU:C:2018:465, σκέψη 48, και της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C-69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 88], διασφαλίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι τυχόν αμφισβητήσεις σχετικά με τη νομιμότητα μιας τέτοιας αποφάσεως μπορούν να εξετασθούν χωρίς να καθυστερεί υπέρμετρα η εκτέλεση της υποχρεώσεως επιστροφής και παρέχοντας στις αρμόδιες αρχές τον αναγκαίο χρόνο για να λάβουν μέτρα που καθιστούν δυνατή, στην πράξη, την εκτέλεση της απομακρύνσεως.

40      Κατά δεύτερον, επισημαίνεται εντούτοις ότι, ακόμη και όταν υπήκοος τρίτης χώρας διαμένει παρανόμως στο έδαφος κράτους μέλους, η προβλέψιμη αδυναμία εκτελέσεως της υποχρεώσεως επιστροφής που τον αφορά μπορεί, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, να εμποδίσει την έκδοση αποφάσεως επιστροφής κατά του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας.

41      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι απόφαση επιστροφής δεν μπορεί να εκδοθεί εις βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου χωρίς προηγουμένως να εξακριβωθεί ότι συντρέχουν στην προβλεπόμενη χώρα προορισμού κατάλληλες συνθήκες υποδοχής που να καθιστούν πράγματι δυνατή την εκτέλεση της υποχρέωσης επιστροφής [πρβλ. απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Επιστροφή ασυνόδευτου ανηλίκου), C-441/19, EU:C:2021:9, σκέψεις 55, 59 και 60].

42      Γενικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115, το οποίο αποτελεί γενικό κανόνα που δεσμεύει τα κράτη μέλη από τη στιγμή που εφαρμόζουν την οδηγία αυτή, υποχρεώνει, μεταξύ άλλων, την αρμόδια εθνική αρχή να τηρεί, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επιστροφής, την αρχή της μη επαναπροωθήσεως, η οποία κατοχυρώνεται, ως θεμελιώδες δικαίωμα, στο άρθρο 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), σε συνδυασμό με το άρθρο 33 της Σύμβασης περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 [Recueil des trait?s des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], καθώς και στο άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη. Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, όταν η εθνική αρχή προτίθεται, αφού ακούσει τον ενδιαφερόμενο, να εκδώσει εις βάρος του απόφαση επιστροφής [πρβλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C-69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 55, και της 6ης Ιουλίου 2023, Bundesamt f?r Fremdenwesen und Asyl (Πρόσφυγας που έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα), C-663/21, EU:C:2023:540, σκέψη 49].

43      Από τα προεκτεθέντα το Δικαστήριο συνήγαγε ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 δεν επιτρέπει να εκδοθεί απόφαση επιστροφής κατά υπηκόου τρίτης χώρας όταν στην απόφαση αυτή μνημονεύεται, ως χώρα προορισμού, χώρα στην οποία υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης, ο εν λόγω υπήκοος θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 18 ή το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη [πρβλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C-69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 56, και της 6ης Ιουλίου 2023, Bundesamt f?r Fremdenwesen und Asyl (Πρόσφυγας που έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα), C-663/21, EU:C:2023:540, σκέψη 50].

44      Εντούτοις, οι περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 41 έως 43 της παρούσας αποφάσεως διαφέρουν σημαντικά από καταστάσεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη.

45      Πράγματι, οι αποφάσεις αυτές αφορούν περιπτώσεις στις οποίες, κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης επιστροφής, είτε δεν ήταν βέβαιο ότι η επιστροφή του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας στη χώρα προορισμού μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς να προσβληθούν τα θεμελιώδη δικαιώματα του υπηκόου τρίτης χώρας, είτε είχε αποδειχθεί ότι μια τέτοια επιστροφή θα συνεπαγόταν σοβαρό κίνδυνο προσβολής των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων.

46      Αντιθέτως, εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει ότι προβάλλεται ή αποδεικνύεται ότι η επιστροφή στη χώρα προορισμού θα μπορούσε να θίξει τα θεμελιώδη δικαιώματα των οικείων υπηκόων τρίτων χωρών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επιβολή υποχρέωσης επιστροφής και οι προβλέψιμες συνθήκες εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτής δεν φαίνονται, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης επιστροφής, ικανές να δημιουργήσουν κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εν λόγω υπηκόων τρίτων χωρών, οπότε οι λόγοι που δικαιολογούσαν, στις αποφάσεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 41 έως 43 της παρούσας απόφασης, τον αποκλεισμό της εκδόσεως τοιαύτης αποφάσεως δεν μπορούν να οδηγήσουν στην ίδια λύση εν προκειμένω.

47      Κατά τρίτον, υπογραμμίζεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ρητώς ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόφαση επιστροφής δεν θα μπορούσε να εκτελεσθεί αμέσως και καθόρισε το εφαρμοστέο στις περιπτώσεις αυτές νομικό καθεστώς.

48      Ειδικότερα, το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αναβάλουν την απομάκρυνση για εύλογο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, τη φυσική ή διανοητική κατάσταση του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας και τεχνικούς λόγους, όπως η έλλειψη μεταφορικών μέσων ή η αποτυχία απομάκρυνσης λόγω μη ταυτοποίησης.

49      Επομένως, η εν λόγω διάταξη επιτρέπει την αναβολή της απομάκρυνσης βάσει ειδικών περιστάσεων, παρέχοντας ορισμένα παραδείγματα, χωρίς ωστόσο να απαριθμεί περιοριστικά τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να διαταχθεί τέτοια αναβολή.

50      Πλην όμως, η επιβολή ποινής φυλακίσεως κατόπιν της τελέσεως ποινικού αδικήματος διαφορετικού από εκείνα που ποινικοποιούν αποκλειστικώς την παράνομη διαμονή ή είσοδο, αφενός, και η εκτέλεσή της, αφετέρου, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστούν τέτοια περίσταση, δεδομένου ότι από τις σκέψεις 34 και 35 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι τα μέτρα αυτά εμπίπτουν στην άσκηση της ποινικής δικαιοδοσίας κράτους μέλους, την οποία δεν εμποδίζει η οδηγία 2008/115.

51      Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η άσκηση ποινικής διώξεως, ακολουθούμενης ενδεχομένως από ποινή φυλακίσεως, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων αναβολής της απομακρύνσεως που μνημονεύονται στο άρθρο 9 της οδηγίας 2008/115 (πρβλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2011, Achughbabian, C-329/11, EU:C:2011:807, σκέψεις 43 και 45). Εντούτοις, η διευκρίνιση αυτή αφορούσε μια ειδική περίπτωση, ήτοι την ποινική δίωξη που ασκήθηκε για πράξεις παράνομης διαμονής, πριν από την έναρξη της διαδικασίας επιστροφής.

52      Εξάλλου, η απαίτηση του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, κατά την οποία η αναβολή της απομακρύνσεως πρέπει να διατάσσεται για εύλογο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αναβολή αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί μόνο για να διασφαλισθεί η εκτέλεση ποινής φυλάκισης μικρής διάρκειας.

53      Πράγματι, η επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να μην καθορίσει εκ των προτέρων τη μέγιστη διάρκεια της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να αναβληθεί η απομάκρυνση και να παραπέμψει απλώς σε ένα «εύλογο» χρονικό διάστημα υποδηλώνει ότι θέλησε να επιτρέψει ορισμένη ευελιξία κατά την εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, αποκλείοντας ωστόσο το ενδεχόμενο η αναβολή της απομάκρυνσης να εκτείνεται σε χρονικό διάστημα το οποίο να υπερβαίνει αυτό που απαιτείται από τις περιστάσεις που τη δικαιολογούν.

54      Επομένως, σε περίπτωση κατά την οποία, κατόπιν της επιβολής ποινής πολυετούς φυλακίσεως ή ισόβιας καθείρξεως και της εκτέλεσής της, για ποινικό αδίκημα διαφορετικό από εκείνα που αφορούν μόνον την παράνομη διαμονή ή είσοδο, η υποχρέωση επιστροφής δεν θα εφαρμοστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να αναβάλουν την απομάκρυνση εν αναμονή της εκτέλεσης της ποινής αυτής.

55      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, η υποχρέωση να πραγματοποιηθεί το συντομότερο δυνατόν η απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμποδίζει την έκδοση τέτοιας αποφάσεως.

56      Εντούτοις, στο πλαίσιο αυτό, υφίσταται οπωσδήποτε σημαντικό χρονικό διάστημα μεταξύ του χρονικού σημείου κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές εκτίμησαν, επ’ ευκαιρία της εκδόσεως της αποφάσεως επιστροφής, κατά πόσον είναι εφικτό να επιβάλλουν την υποχρέωση επιστροφής, τηρουμένου του άρθρου 5 της οδηγίας 2008/115 και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας, και του χρονικού σημείου κατά το οποίο η υποχρέωση αυτή θα μπορέσει πράγματι να εκπληρωθεί.

57      Ως εκ τούτου, υπάρχει κίνδυνος, κατά την ημερομηνία κατά την οποία η εν λόγω υποχρέωση θα μπορέσει πράγματι να εκπληρωθεί, η εκτέλεσή της να έχει καταστεί ασύμβατη με το άρθρο 5 ή με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ενώ η απόφαση επιστροφής ήταν, κατά την ημερομηνία εκδόσεώς της, απολύτως συμβατή με το άρθρο 5 και με τα θεμελιώδη δικαιώματα.

58      Προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος αυτός, αφενός, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στους ενδιαφερόμενους υπηκόους τρίτων χωρών τη δυνατότητα να επικαλούνται οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων επελθούσα μετά την έκδοση της αποφάσεως επιστροφής, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την εκτίμηση της καταστάσεως του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 της οδηγίας 2008/115 (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2018, Gnandi, C-181/16, EU:C:2018:465, σκέψη 64, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Adrar, C-313/25 PPU, EU:C:2025:647, σκέψη 65).

59      Αφετέρου, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να προβαίνουν, πριν από την εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής, σε επικαιροποιημένη εκτίμηση των κινδύνων που διατρέχει ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας να εκτεθεί σε μεταχείριση αντίθετη προς την αρχή της μη επαναπροωθήσεως. Η εκτίμηση αυτή, η οποία πρέπει να είναι διακριτή και αυτοτελής σε σχέση με εκείνη που πραγματοποιείται κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, πρέπει να παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να βεβαιωθούν, λαμβάνοντας υπόψη κάθε μεταβολή των συνθηκών που επήλθε καθώς και κάθε νέο στοιχείο που ενδεχομένως προβάλλει ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας, ότι δεν υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα προορισμού, αυτός θα εκτεθεί σε τέτοιους κινδύνους (πρβλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, Ararat, C-156/23, EU:C:2024:892, σκέψη 38).

60      Η εν λόγω επικαιροποιημένη εκτίμηση θα πρέπει επίσης να λαμβάνει δεόντως υπόψη το σύνολο των συμφερόντων που μνημονεύονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα συμφέροντα αυτά δεν αντιτίθενται στην εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής [πρβλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C-69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 91, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Adrar, C-313/25 PPU, EU:C:2025:647, σκέψεις 79 και 80].

61      Οι υποχρεώσεις που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 58 έως 60 της παρούσας αποφάσεως εφαρμόζονται ακόμη και αν εις βάρος του οικείου υπηκόου τρίτης χώρας έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη, ακόμη και αν δεν έχει προσβάλει εμπροθέσμως την απόφαση αυτή (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Adrar, C-313/25 PPU, EU:C:2025:647, σκέψη 63).

62      Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές καταλήξουν, κατόπιν της επικαιροποιημένης εκτιμήσεώς τους, στο συμπέρασμα ότι η απομάκρυνση του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας εκθέτει τον υπήκοο αυτόν σε σοβαρό κίνδυνο παραβιάσεως της αρχής της μη επαναπροωθήσεως, οι εν λόγω αρχές οφείλουν, τουλάχιστον, να αναβάλουν την απομάκρυνση για όσο διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται τέτοιος κίνδυνος, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2008/115 (πρβλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, Ararat, C-156/23, EU:C:2024:892, σκέψη 39). Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να προβούν στην απομάκρυνση του υπηκόου τρίτης χώρας όταν προκύπτει ότι η απομάκρυνση αυτή είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 5 της ανωτέρω οδηγίας ή με θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στον Χάρτη.

63      Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη, ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας πρέπει να έχει στη διάθεσή του αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα το οποίο να του παρέχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν οι αρμόδιες αρχές μετά την επικαιροποιημένη εκτίμησή τους [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Απριλίου 2021, ?tat belge (Στοιχεία μεταγενέστερα της απόφασης μεταφοράς), C-194/19, EU:C:2021:270, σκέψη 35].

64      Προσέτι, μολονότι η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να διασφαλίζεται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επιστροφής, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου που αφορά την έκδοση της απόφασης επιστροφής (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O., C-554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 49), εντούτοις ο έγκαιρος χαρακτήρας της εκδόσεως της αποφάσεως επιστροφής, σε περιπτώσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετος προς την αρχή αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι οι εγγυήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 56 έως 63 της παρούσας απόφασης παρέχονται πράγματι στους ενδιαφερόμενους υπηκόους τρίτων χωρών.

65      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι τα άρθρα 6, 8 και 9 της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στην έκδοση αποφάσεως επιστροφής εις βάρος παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας όταν, λόγω της εκτελέσεως ποινής πολυετούς φυλακίσεως ή ισόβιας καθείρξεως στην οποία καταδικάσθηκε, αυτός δεν θα μπορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα ούτε να εγκαταλείψει οικειοθελώς το έδαφος του οικείου κράτους μέλους ούτε να απομακρυνθεί, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η εθνική νομοθεσία προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για να διασφαλισθεί η τήρηση του άρθρου 5 της ως άνω οδηγίας και του Χάρτη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής.

 Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

66      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση μόνον αν από την απάντηση στο πρώτο ερώτημα προκύπτει ότι η οδηγία 2008/115 αντιτίθεται στην έκδοση αποφάσεως επιστροφής σε περιπτώσεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη.

67      Δεδομένου ότι από την απάντηση αυτή προκύπτει ότι η δυνατότητα εκδόσεως τοιαύτης αποφάσεως εξαρτάται από προϋπόθεση, την τήρηση της οποίας πρέπει να ελέγξει το αιτούν δικαστήριο, είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.

68      Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η οδηγία 2008/115 έχει την έννοια ότι επιβάλλει σε κράτος μέλος να χορηγήσει άδεια διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφός του όταν αυτός πρέπει να εκτίσει εκεί ποινή πολυετούς φυλακίσεως ή ισόβιας καθείρξεως.

69      Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η οδηγία 2008/115 δεν έχει ως αντικείμενο την εναρμόνιση στο σύνολό τους των κανόνων των κρατών μελών σχετικά με τη διαμονή των αλλοδαπών. Πράγματι, οι κοινοί κανόνες και διαδικασίες που θεσπίζει η οδηγία αυτή αφορούν μόνον την έκδοση αποφάσεων επιστροφής και την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών [απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2021, M κ.λπ. (Μεταφορά σε κράτος μέλος), C-673/19, EU:C:2021:127, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

70      Ειδικότερα, η εν λόγω οδηγία δεν έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των συνεπειών της παράνομης διαμονής, στο έδαφος κράτους μέλους, υπηκόων τρίτων χωρών ως προς τους οποίους δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση επιστροφής σε τρίτη χώρα [απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2021, M κ.λπ. (Μεταφορά σε κράτος μέλος), C-673/19, EU:C:2021:127, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

71      Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 6, παράγραφος 4, της ίδιας οδηγίας, στο οποίο παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, η διάταξη αυτή παρέχει απλώς στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να χορηγούν, για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς λόγους, δικαίωμα διαμονής, βάσει του εθνικού τους δικαίου, και όχι του δικαίου της Ένωσης, στους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν παρανόμως στο έδαφός τους [απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C-69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 86].

72      Ως εκ τούτου, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι η οδηγία 2008/115 έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει σε κράτος μέλος την υποχρέωση να χορηγήσει άδεια διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφός του όταν αυτός πρέπει να εκτίσει στο εν λόγω κράτος μέλος ποινή πολυετούς φυλακίσεως ή ισόβιας καθείρξεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

73      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 6, 8 και 9 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας,

έχουν την έννοια ότι:

δεν αντιτίθενται στην έκδοση αποφάσεως επιστροφής εις βάρος παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας όταν, λόγω της εκτελέσεως ποινής πολυετούς φυλακίσεως ή ισόβιας καθείρξεως στην οποία καταδικάσθηκε, αυτός δεν θα μπορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα ούτε να εγκαταλείψει οικειοθελώς το έδαφος του οικείου κράτους μέλους ούτε να απομακρυνθεί, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η εθνική νομοθεσία προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για να διασφαλισθεί η τήρηση του άρθρου 5 της ως άνω οδηγίας και του Χάρτη κατά την εκτέλεση της αποφάσεωςεπιστροφής.

2)      Η οδηγία 2008/115 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει σε κράτος μέλος την υποχρέωση να χορηγήσει άδεια διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφός του όταν αυτός πρέπει να εκτίσει στο εν λόγω κράτος μέλος ποινή πολυετούς φυλακίσεως ή ισόβιας καθείρξεως.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.


i      Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.