Υποθέσεις T-1079/23 και T-1080/23, Apple Inc. κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (όγδοο πενταμελές τμήμα) της 8ης Ιουλίου 2026
print
Τίτλος:
Υποθέσεις T-1079/23 και T-1080/23, Apple Inc. κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (όγδοο πενταμελές τμήμα) της 8ης Ιουλίου 2026
Υποθέσεις T-1079/23 και T-1080/23, Apple Inc. κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (όγδοο πενταμελές τμήμα) της 8ης Ιουλίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο πενταμελές τμήμα)

της 8ης Ιουλίου 2026 (*)

« Προσφυγή ακυρώσεως – Ψηφιακές υπηρεσίες – Κανονισμός (ΕE) 2022/1925 – Ορισμός πυλωρού – Κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς – Περάτωση της διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς – Διαλειτουργικότητα – Βασικές υπηρεσίες πλατφόρμας – Επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης – Κατάστημα εφαρμογών λογισμικού – Υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών – Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας – Πράξη μη δεκτική προσφυγής »

Στις υποθέσεις T-1079/23, T-1080/23 και T-214/24,

Apple Inc., με έδρα το Cupertino, Καλιφόρνια (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τον D. Beard, τη S. Love και τον J. Bourke, barristers, και τους W. Knibbeler και T. van Helfteren, δικηγόρους,

προσφεύγουσα στις υποθέσεις T-1079/23 και T-1080/23,

Apple Inc., με έδρα το Cupertino,

Apple Distribution International Ltd, με έδρα το Cork (Ιρλανδία), εκπροσωπούμενες από τον D. Beard, τη S. Love και τον J. Bourke, barristers, και τους W. Knibbeler, T. van Helfteren και M. Lawton, δικηγόρους,

προσφεύγουσες στην υπόθεση T-214/24,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης, στην υπόθεση T-1079/23, από τους P.-J. Loewenthal, L. Malferrari και I. Rogalski, στην υπόθεση T-1080/23, από τον P.-J. Loewenthal, τον L. Malferrari, τον I. Rogalski και την E. Rousseva, και, στην υπόθεση T-214/24, εκπροσωπούμενη από τους G. Conte, P.-J. Loewenthal και I. Rogalski,

καθής,

υποστηριζόμενης από τη

Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον T. Lechevallier,

από το

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον M. Menegatti, την L. Stefani και την L. Ta?eb,

από το

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τις A.-L. Meyer και N. Rouam,

από τη

Free Software Foundation Europe eV, με έδρα το Αμβούργο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον M. Husovec, δικηγόρο,

από την

Coalition for App Fairness, με έδρα την Ουάσιγκτον, DC (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους D. Geradin και K. Bania, δικηγόρους,

παρεμβαίνοντες στην υπόθεση T-1080/23,

και από την

Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους J. M?ller και R. Kanitz,

παρεμβαίνουσα στην υπόθεση T-214/24,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους M. van der Woude, πρόεδρο, G. De Baere, K. Kecsm?r (εισηγητή), S. Kingston και D. Petrl?k, δικαστές,

γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, και ιδίως:

–        τις ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Ιανουαρίου 2024 στην υπόθεση T-1079/23 και στις 19 Αυγούστου 2024 στην υπόθεση T-214/24,

–        τις αποφάσεις της 11ης Μαρτίου και της 2ας Οκτωβρίου 2024 περί εξετάσεως των ενστάσεων απαραδέκτου από κοινού με την ουσία της υπόθεσης,

–        τις γραπτές ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο στους διαδίκους στην υπόθεση T-1080/23 και τις αντίστοιχες απαντήσεις τους οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 και 30 Ιουλίου καθώς και στις 11 και 22 Αυγούστου 2025,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Οκτωβρίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με τις προσφυγές που άσκησαν δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα στην υπόθεση T-1079/23, Apple Inc., ζητεί την ακύρωση της απόφασης C(2023) 6077 final της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2023, με την οποία κινήθηκε διαδικασία διερεύνησης της αγοράς όσον αφορά την υπηρεσία iMessage της Apple κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16, παράγραφος 1, και του άρθρου 17, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ) 2022/1925 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2022, σχετικά με διεκδικήσιμες και δίκαιες αγορές στον ψηφιακό τομέα και για την τροποποίηση των οδηγιών (ΕΕ) 2019/1937 και (ΕΕ) 2020/1828 (Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές) (ΕΕ 2022, L 265, σ. 1) (στο εξής: DMA) (στο εξής: απόφαση για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς), η προσφεύγουσα στην υπόθεση T-1080/23, Apple Inc., ζητεί τη μερική ακύρωση της απόφασης C(2023) 6100 final της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2023, με την οποία η Apple ορίζεται ως πυλωρός κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 της DMA (στο εξής: απόφαση ορισμού), και οι προσφεύγουσες στην υπόθεση T-214/24, Apple Inc. και Apple Distribution International Ltd (στο εξής, από κοινού ή χωριστά: Apple), ζητούν την ακύρωση της εκτελεστικής απόφασης C(2024) 785 final της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 2024, με την οποία περατώθηκε η διαδικασία διερεύνησης της αγοράς που είχε κινηθεί με την απόφαση για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17 της DMA (στο εξής: απόφαση περάτωσης της διερεύνησης αγοράς).

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Στις 3 Ιουλίου 2023 η Apple κοινοποίησε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της DMA, ότι πληρούσε τα κατώτατα όρια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της DMA για τις ακόλουθες υπηρεσίες της:

–        την επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης iOS App Store,

–        το λειτουργικό σύστημα iOS.

–        τον φυλλομετρητή Safari και

–        την υπηρεσία άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων iMessage.

3        Όσον αφορά την υπηρεσία iMessage, η Apple υποστήριξε, αφενός, ότι η υπηρεσία αυτή δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών (number-independent interpersonal communications service, στο εξής: NIICS) και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούσε βασική υπηρεσία πλατφόρμας (core platform service, στο εξής: CPS) κατά την έννοια της DMA. Αφετέρου, για την περίπτωση που η Επιτροπή εκτιμούσε ότι το iMessage είναι NIICS, η Apple προέβαλε, στο πλαίσιο της κοινοποίησής της προς την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 5, της DMA, σειρά επιχειρημάτων προκειμένου να αποδείξει ότι, κατ’ εξαίρεση και λόγω των περιστάσεων υπό τις οποίες λειτουργούσε η εν λόγω υπηρεσία, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της DMA, παρότι πληρούσε όλα τα όρια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της DMA.

4        Στις 5 Σεπτεμβρίου 2023, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16, παράγραφος 1, και του άρθρου 17, παράγραφος 3, της DMA, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς. Σκοπός της διερεύνησης αυτής ήταν να εξεταστούν τα επιχειρήματα που είχε προβάλει η Apple προς αμφισβήτηση των τεκμηρίων του άρθρου 3, παράγραφος 2, της DMA σχετικά με το iMessage, το οποίο η Επιτροπή είχε χαρακτηρίσει ως NIICS.

5        Η Επιτροπή εξέδωσε αυθημερόν και την απόφαση ορισμού, με την οποία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 της DMA, όρισε την Apple ως πυλωρό για τρεις CPS, ήτοι για την επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης App Store, το λειτουργικό σύστημα κινητών τηλεφώνων iPhone iOS και τον φυλλομετρητή Safari.

6        Η απόφαση ορισμού κοινοποιήθηκε στην Apple στις 6 Σεπτεμβρίου 2023. Ως εκ τούτου, οι σχετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την DMA άρχισαν να ισχύουν για την Apple από τις 7 Μαρτίου 2024, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 10, της DMA.

7        Στις 12 Φεβρουαρίου 2024, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17 της DMA, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση περάτωσης της διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή, αν και έκρινε ότι η Apple δεν έπρεπε να χαρακτηριστεί ως πυλωρός για το iMessage, ενέμεινε, ωστόσο, στην άποψη ότι η εν λόγω υπηρεσία έπρεπε να χαρακτηριστεί ως NIICS.

 Αιτήματα των διαδίκων

 Υπόθεση T-1079/23

8        Η Apple ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την απόφαση για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

9        Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη και

–        να καταδικάσει την Apple στα δικαστικά έξοδα.

 Υπόθεση T-1080/23

10      Η Apple ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει το άρθρο 2, στοιχείο β', της απόφασης ορισμού, με το οποίο το λειτουργικό σύστημα iOS χαρακτηρίζεται ως σημαντική πύλη για να συνδέονται οι επαγγελματίες χρήστες με τελικούς χρήστες, κατά το μέρος που την υποχρεώνει να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA,

–        να ακυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, το άρθρο 2, στοιχείο α', της απόφασης ορισμού, με το οποίο η επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης App Store χαρακτηρίζεται ως σημαντική πύλη για να συνδέονται οι επαγγελματίες χρήστες με τελικούς χρήστες,

–        να ακυρώσει την απόφαση ορισμού, στο μέτρο που η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το iMessage είναι NIICS,

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

11      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή και

–        να καταδικάσει την Apple στα δικαστικά έξοδα.

12      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλεται δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ και

–        να καταδικάσει την Apple στα δικαστικά έξοδα.

13      Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλεται δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ.

14      Η Γαλλική Δημοκρατία και η Free Software Foundation Europe eV ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή.

15      Η Coalition for App Fairness ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή και

–        να καταδικάσει την Apple στα δικαστικά έξοδα.

 Υπόθεση T-214/24

16      Η Apple ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την απόφαση περάτωσης της διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς, στο μέτρο που στηρίζεται στην εσφαλμένη διαπίστωση ότι η υπηρεσία iMessage είναι NIICS, και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

17      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη, και

–        να καταδικάσει την Apple στα δικαστικά έξοδα.

18      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή και

–        να καταδικάσει την Apple στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

19      Αφού άκουσε τους διαδίκους, το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει τη συνεκδίκαση των υπό κρίση υποθέσεων προς έκδοση κοινής αποφάσεως περατώνουσας τη δίκη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 68, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του.

20      Προς στήριξη της προσφυγής της στην υπόθεση T-1079/23, η Apple προβάλλει έναν μόνο λόγο ακυρώσεως, και συγκεκριμένα ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της DMA και της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΕ 2018, L 321, σ. 36) (στο εξής: ΕΚΗΕ), και ότι στηρίχθηκε σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το iMessage αποτελούσε NIICS.

21      Προς στήριξη της προσφυγής της στην υπόθεση T-1080/23, η Apple προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 7, της DMA υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και, ως εκ τούτου, έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 2, στοιχείο β', της απόφασης ορισμού, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη επιβάλλει στην Apple τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της DMA και πλάνη περί τα πράγματα στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή με την απόφαση ορισμού, καθόσον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα πέντε καταστήματα εφαρμογών λογισμικού App Store αποτελούν ενιαία CPS. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της DMA και του ΕΚΗΕ, καθώς και πλάνη περί τα πράγματα στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή με την απόφαση ορισμού, καθόσον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το iMessage αποτελεί NIICS.

22      Προς στήριξη της προσφυγής της στην υπόθεση T-214/24, η Apple προβάλλει έναν μόνο λόγο ακυρώσεως, και συγκεκριμένα ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της DMA και του ΕΚΗΕ και ότι στηρίχθηκε σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το iMessage αποτελούσε NIICS.

23      Κατ’ αρχάς, θα εξεταστεί η προσφυγή που ασκήθηκε στην υπόθεση T-1080/23 και, στη συνέχεια, οι προσφυγές που ασκήθηκαν στις υποθέσεις T-1079/23 και T-214/24.

 Επί της προσφυγής στην υπόθεση T-1080/23

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως στην υπόθεση T-1080/23

24      Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προβάλλει στην υπόθεση T-1080/23, η Apple υποστηρίζει ότι η απόφαση ορισμού τής επιβάλλει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA, στο μέτρο που με την εν λόγω απόφαση η Apple ορίζεται ως πυλωρός όσον αφορά το iOS, ήτοι το λειτουργικό σύστημα κινητών τηλεφώνων iPhone. Η διάταξη όμως αυτή δεν διασφαλίζει ούτε την προσήκουσα εφαρμογή της γενικής αρχής της αναλογικότητας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, ούτε τον σεβασμό ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων πρωτίστως του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή πρέπει να κηρυχθεί ανεφάρμοστη, σύμφωνα με το άρθρο 277 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, το άρθρο 2, στοιχείο β', της απόφασης ορισμού πρέπει να ακυρωθεί, τουλάχιστον κατά το μέρος που επιβάλλει στην Apple τις υποχρεώσεις που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA.

25      Όσον αφορά το παραδεκτό του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Apple υποστηρίζει ότι θα στερούνταν αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη, εάν δεν μπορούσε παραδεκτώς να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του άρθρου 6, παράγραφος 7, της DMA, παρότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην περίπτωσή της δυνάμει της απόφασης ορισμού. Υποστηρίζει ότι δεν θα έπρεπε να υποχρεωθεί να περιμένει έως ότου διαπιστωθεί παράβαση υποχρέωσης που απορρέει από τη διάταξη αυτή για να μπορέσει να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της ενώπιον του δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, το άρθρο 277 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αρκούντως ευρύ, ώστε να διασφαλίζεται αποτελεσματικός έλεγχος της νομιμότητας των γενικής ισχύος πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης υπέρ των προσώπων που δεν μπορούν να ασκήσουν παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως κατά των πράξεων αυτών. Επιπλέον, οι κανόνες ενός ενιαίου καθεστώτος, όπως του καθεστώτος της DMA, δεν μπορούν να διαχωριστούν τεχνητά για τους σκοπούς της εξέτασης των ενστάσεων ελλείψεως νομιμότητας. Το άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA έχει άμεση νομική σχέση με την απόφαση ορισμού, δεδομένου ότι η τελευταία ενεργοποιεί τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο αυτό.

26      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στην υπόθεση T-1080/23 είναι απαράδεκτος και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος.

27      Το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζουν ομοίως ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

28      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, κάθε διάδικος μπορεί, επ’ ευκαιρία διαφοράς στο πλαίσιο της οποίας τίθεται υπό αμφισβήτηση πράξη γενικής ισχύος που έχει εκδοθεί από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, να επικαλείται το ανεφάρμοστο της πράξης αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έναν από τους λόγους του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

29      Το άρθρο 277 ΣΛΕΕ συνιστά έκφραση γενικής αρχής δυνάμει της οποίας κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση απόφασης που έχει ως αποδέκτη τον ίδιο, να αμφισβητήσει παρεμπιπτόντως το κύρος πράξεων γενικής ισχύος που αποτελούν τη βάση μιας τέτοιας απόφασης (βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ., C-119/19 P και C-126/19 P, EU:C:2020:676, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30      Δεδομένου ότι το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δεν έχει ως σκοπό να παράσχει στον διάδικο τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την ισχύ πράξεων γενικού χαρακτήρα προς στήριξη κάθε είδους προσφυγής, η πράξη της οποίας προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας πρέπει να έχει εφαρμογή, άμεσα ή έμμεσα, στην υπόθεση η οποία αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής (βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ., C-119/19 P και C-126/19 P, EU:C:2020:676, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31      Αυτός είναι ο λόγος που, στο πλαίσιο της εξέτασης προσφυγών ακυρώσεως κατά ατομικών αποφάσεων, το Δικαστήριο έχει κάνει δεκτό ότι μπορούν βασίμως να αποτελέσουν αντικείμενο ένστασης ελλείψεως νομιμότητας οι διατάξεις πράξης γενικής ισχύος οι οποίες συνιστούν τη βάση των εν λόγω αποφάσεων ή έχουν άμεση νομική σχέση με τις αποφάσεις αυτές (βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ., C-119/19 P και C-126/19 P, EU:C:2020:676, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32      Άμεση νομική σχέση μπορεί, ιδίως, να προκύπτει από το γεγονός ότι η διάταξη της οποίας προβάλλεται κατ’ ένσταση ο παράνομος χαρακτήρας συνιστά μέρος της αιτιολογίας μιας προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και αν δεν μνημονεύεται στην τυπική αιτιολογία της απόφασης αυτής (πρβλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Επιτροπή κατά Calhau Correia de Paiva, C-511/21 P, EU:C:2023:208, σκέψη 52).

33      Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι είναι απαράδεκτη η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που βάλλει κατά πράξης γενικής ισχύος, όταν η προσβαλλόμενη ατομική απόφαση δεν αποτελεί μέτρο εφαρμογής της εν λόγω πράξης (βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ., C-119/19 P και C-126/19 P, EU:C:2020:676, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

34      Εν προκειμένω, πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση ορισμού στηρίζεται στο άρθρο 3 της DMA και ότι το άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA, του οποίου την έλλειψη νομιμότητας προβάλλει η Apple, δεν αποτελεί τη νομική βάση της απόφασης ορισμού.

35      Συναφώς, διευκρινίζεται ότι τόσο από τον τίτλο της απόφασης ορισμού όσο και από το δεύτερο σημείο του προοιμίου της προκύπτει ότι νομική βάση της απόφασης αυτής είναι το άρθρο 3 της DMA. Επιπλέον, στα άρθρα 1 και 2 της απόφασης ορισμού προβλέπεται, κατ’ ουσίαν, ότι η Apple ορίζεται ως πυλωρός, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 της DMA, και ότι οι CPS που απαριθμούνται στην ίδια απόφαση, συμπεριλαμβανομένου του λειτουργικού συστήματος iOS, χαρακτηρίζονται ως σημαντική πύλη για να συνδέονται οι επαγγελματίες χρήστες με τελικούς χρήστες, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', της DMA.

36      Δεύτερον, όσον αφορά το ζήτημα εάν, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 31 ανωτέρω, το άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA έχει άμεση νομική σχέση με την απόφαση ορισμού, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή δεν αποτελεί μέρος της αιτιολογίας της απόφασης ορισμού.

37      Αφενός, το άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA δεν μνημονεύεται ρητώς στην αιτιολογία της απόφασης ορισμού.

38      Αφετέρου, ούτε από την αιτιολογία της απόφασης ορισμού, ιδίως από τις αιτιολογικές σκέψεις 72 έως 100, οι οποίες αφορούν το λειτουργικό σύστημα iOS, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση αποσκοπεί στην εφαρμογή των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA όσον αφορά, ειδικότερα, την εν λόγω CPS.

39      Τρίτον, το γεγονός ότι, μετά την έκδοση της απόφασης ορισμού, η Apple υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA δεν απορρέει από την εν λόγω απόφαση αυτή καθεαυτήν, αλλά από το άρθρο 3, παράγραφος 10, της DMA, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, αυτής. Πράγματι, η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει ότι ο πυλωρός συμμορφώνεται με όλες τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο όσον αφορά καθεμιά από τις CPS του που απαριθμούνται στην απόφαση ορισμού σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 9, της DMA.

40      Βεβαίως, η απόφαση ορισμού αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, εάν η Apple δεν είχε οριστεί ως πυλωρός, δεν θα ήταν υποχρεωμένη να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διάταξη αυτή.

41      Ωστόσο, το γεγονός ότι η απόφαση ορισμού καθιστά εφαρμοστέες τις υποχρεώσεις που προβλέπει η DMA, καθόσον, μεταξύ άλλων, σηματοδοτεί την έναρξη της εξάμηνης προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 10, της DMA, εντός της οποίας ο πυλωρός πρέπει να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις των άρθρων 5, 6 και 7 της DMA, δεν συνεπάγεται ότι η εν λόγω απόφαση συνιστά μέτρο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 33 ανωτέρω. Πράγματι, το άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA δεν ρυθμίζει τις προϋποθέσεις για τον ορισμό μιας επιχείρησης ως πυλωρού, η αξιολόγηση των οποίων αποτελεί το κύριο αντικείμενο της απόφασης ορισμού, αλλά καθορίζει απλώς τις υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας στις οποίες υπόκειται η εν λόγω επιχείρηση μόνον αφότου οριστεί ως πυλωρός.

42      Τέταρτον, η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να διακριθεί από εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ. (C-119/19 P και C-126/19 P, EU:C:2020:676), στην οποία στηρίζεται η Apple εκτιμώντας ότι οι κανόνες της DMA δεν μπορούν να διαχωριστούν τεχνητά για τους σκοπούς της εξέτασης των ενστάσεων ελλείψεως νομιμότητας.

43      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, στην τελευταία αυτή υπόθεση, οι επίμαχες αποφάσεις στηρίζονταν σε μεταβατική διάταξη του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ρύθμιζε τη σταδιακή μετάβαση σε οριστικό καθεστώς ετήσιας άδειας ως προς το οποίο είχε προβληθεί ένσταση ελλείψεως νομιμότητας. Το Δικαστήριο έκρινε την ένσταση αυτή παραδεκτή με το σκεπτικό ότι η μεταβατική περίοδος δικαιολογούνταν μόνον λόγω της θέσπισης του οριστικού καθεστώτος και ότι, ως εκ τούτου, οι επίμαχες αποφάσεις συνιστούσαν μέτρα εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος, τα οποία είχαν άμεση νομική σχέση με το καθεστώς αυτό, δεδομένου ότι κάθε αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε τεχνητό διαχωρισμό της οριστικής περιόδου και των μεταβατικών περιόδων του «ενός και του αυτού καθεστώτος».

44      Επομένως, η λύση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ. (C-119/19 P και C-126/19 P, EU:C:2020:676), δικαιολογούνταν από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, οι οποίες, ωστόσο, δεν συντρέχουν στην υπό κρίση υπόθεση.

45      Η DMA δεν προβλέπει τη διαδοχική θέσπιση μεταβατικού και οριστικού καθεστώτος, αλλά θεσπίζει ένα ενιαίο καθεστώς υποχρεώσεων για τις επιχειρήσεις που ορίζονται ως πυλωροί. Βεβαίως, το καθεστώς αυτό διαρθρώνεται σε δύο διακριτά στάδια, ήτοι, αφενός, στον ορισμό μιας επιχείρησης ως πυλωρού και, αφετέρου, στην υπαγωγή της εν λόγω επιχείρησης στις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην DMA. Εντούτοις, ο διαχωρισμός μεταξύ των δύο αυτών σταδίων απορρέει άμεσα από την ίδια την αρχιτεκτονική της DMA και είναι, ως εκ τούτου, εγγενής στο ούτως θεσπιζόμενο σύστημα, χωρίς ο εν λόγω διαχωρισμός να μπορεί να χαρακτηριστεί τεχνητός.

46      Υπό τις συνθήκες αυτές, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ. (C-119/19 P και C-126/19 P, EU:C:2020:676), δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην υπό κρίση υπόθεση.

47      Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 31 έως 33 ανωτέρω, στο μέτρο που το άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA δεν αποτελεί τη νομική βάση της απόφασης ορισμού και δεν έχει άμεση νομική σχέση με αυτή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλεται κατά της διάταξης αυτής δεν είναι παραδεκτή.

48      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Apple ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η ίδια θα στερούνταν αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη.

49      Το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό.

50      Όπως προκύπτει από τις επεξηγήσεις σχετικά με το άρθρο αυτό, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία του (απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2021, Stolichna obshtina, rayon «Pancharevo», C-490/20, EU:C:2021:1008, σκέψη 60), το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ) (βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Trade Agency, C-619/10, EU:C:2012:531, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία),

51      Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης συναποτελείται από διάφορα στοιχεία, στα οποία καταλέγονται ιδίως τα δικαιώματα άμυνας, η αρχή της ισότητας των όπλων, το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια, καθώς και το δικαίωμα λήψεως νομικών συμβουλών, άμυνας και εκπροσώπησης (απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012, Otis κ.λπ. C-199/11, EU:C:2012:684, σκέψη 48).

52      Συναφώς, επισημαίνεται ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν είναι απόλυτο δικαίωμα και ότι, ως εκ τούτου, μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς σύμφωνους με την αρχή της αναλογικότητας οι οποίοι επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και δεν θίγουν την ίδια την ουσία του δικαιώματος αυτού (βλ. διάταξη της 6ης Απριλίου 2017, PITEE κατά Επιτροπής, C-464/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:291, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και απόφαση του ΕΔΔΑ της 8ης Ιουνίου 2006, V.M. κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2006:0608JUD004572399, § 41 και 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, ο περιορισμός του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής δικαιολογείται μόνον εφόσον προβλέπεται από τον νόμο, σέβεται το βασικό περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος και, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίος και ανταποκρίνεται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων (αποφάσεις της 4ης Μαΐου 2016, Pillbox 38, C-477/14, EU:C:2016:324, σκέψη 160, και της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Star Storage κ.λπ., C-439/14 και C-488/14, EU:C:2016:688, σκέψη 49).

53      Κατ’ αρχάς, όσον αφορά την προϋπόθεση ο περιορισμός του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής να προβλέπεται από τον νόμο, από τις σκέψεις 28 έως 33 ανωτέρω προκύπτει ότι ένσταση ελλείψεως νομιμότητας μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, να προβληθεί μόνον σε σχέση με διατάξεις πράξης γενικής ισχύος που αποτελούν τη βάση προσβαλλόμενης απόφασης ή που έχουν άμεση νομική σχέση με την απόφαση αυτή.

54      Εν συνεχεία, ο περιορισμός αυτός σέβεται το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 47 του Χάρτη δεν αποσκοπεί στην τροποποίηση του συστήματος δικαστικού ελέγχου που προβλέπεται από τις Συνθήκες, και ειδικότερα των κανόνων που διέπουν το παραδεκτό των ενδίκων βοηθημάτων που ασκούνται απευθείας ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, όπως απορρέει επίσης από τις επεξηγήσεις σχετικά με αυτό το άρθρο 47, οι οποίες πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη, να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της ερμηνείας του. Επομένως, οι κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προϋποθέσεις παραδεκτού πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του θεμελιώδους δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, χωρίς όμως η ερμηνεία αυτή να καταλήγει στη μη εφαρμογή των ως άνω προϋποθέσεων, τις οποίες προβλέπει ρητώς η Συνθήκη ΛΕΕ (βλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul A??cares κατά Επιτροπής, C-456/13 P, EU:C:2015:284, σκέψεις 43 και 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

55      Επιπλέον, όσον αφορά το ζήτημα εάν ένας τέτοιος περιορισμός ανταποκρίνεται πράγματι σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος, υπενθυμίζεται επίσης ότι η Συνθήκη ΛΕΕ, με τα άρθρα 263 και 277, αφενός, και με το άρθρο 267, αφετέρου, έχει καθιερώσει ένα πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων, αναθέτοντας τον έλεγχο αυτόν στον δικαστή της Ένωσης (βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 92 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

56      Εάν επιτρεπόταν η προβολή της ένστασης ελλείψεως νομιμότητας κατά το άρθρο 277 ΣΛΕΕ σε σχέση με διατάξεις που δεν έχουν άμεση νομική σχέση με την απόφαση ορισμού, τότε θα μπορούσε να παραβιαστεί το σύστημα των ενδίκων βοηθημάτων που καθιερώνει η Συνθήκη, καθόσον θα τροποποιούνταν οι προϋποθέσεις παραδεκτού της εν λόγω ένστασης, η οποία, κατά τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 30 ανωτέρω, μπορεί να προβληθεί μόνον σε σχέση με πράξεις γενικής ισχύος που εφαρμόζονται, άμεσα ή έμμεσα, στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής.

57      Τέλος, επισημαίνεται ότι ένας τέτοιος περιορισμός δεν επηρεάζει δυσανάλογα το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, στο μέτρο που η Apple εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να προβάλει, στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας σε σχέση με τη διάταξη κατά της οποίας βάλλει εν προκειμένω.

58      Πράγματι, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, το άρθρο 6, παράγραφος 7, της DMA θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή με απόφαση που θα λαμβανόταν, ανάλογα με τις περιστάσεις, βάσει των άρθρων 8, 13, 24, 29, 30 ή 31 της DMA.

59      Προκειμένου, όμως, να δοθεί απάντηση στο επιχείρημα της Apple περί παραβάσεως του άρθρου 47 του Χάρτη, όπως εκτίθεται στη σκέψη 25 ανωτέρω, επισημαίνεται ότι η έκδοση εκτελεστικής πράξης από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 της DMA δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι η Επιτροπή διαπιστώνει παράβαση καταλογιστέα στον πυλωρό σε σχέση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5, 6 ή 7 της DMA, ούτε ότι ο πυλωρός διαπράττει εκουσίως μια τέτοια παράβαση για να μπορέσει να προβάλει τον παράνομο χαρακτήρα μίας από τις διατάξεις αυτές, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, στο πλαίσιο προσφυγής ασκούμενης βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ κατά μιας τέτοιας πράξης της Επιτροπής.

60      Ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, της DMA, ο πυλωρός μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να κινήσει διαδικασία προκειμένου να διαπιστωθεί εάν τα μέτρα που ο ίδιος προτίθεται να εφαρμόσει ή έχει εφαρμόσει σε συμμόρφωση, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 6 της DMA επιτυγχάνουν αποτελεσματικά τον σκοπό της σχετικής υποχρέωσης υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις του πυλωρού.

61      Σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει τα μέτρα αυτά ανεπαρκή, θα μπορούσε, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της DMA, αφού κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 20 της DMA, να εκδώσει εκτελεστική πράξη, προσδιορίζοντας τα μέτρα που θα έπρεπε να εφαρμόσει ο οικείος πυλωρός προκειμένου να συμμορφωθεί αποτελεσματικά με τις υποχρεώσεις του άρθρου 6, παράγραφος 7, της DMA, χωρίς να χρειάζεται να διαπιστώσει παράβαση της τελευταίας αυτής διάταξης. Στην περίπτωση αυτή, ο πυλωρός θα μπορούσε, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά της εν λόγω πράξης βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, να προβάλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 7, της DMA.

62      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, δεδομένου ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλει η Apple κατά του άρθρου 6, παράγραφος 7, της DMA δεν είναι παραδεκτή, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στην υπόθεση T-1080/23 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί εάν είναι παραδεκτό το αίτημα μερικής ακύρωσης του άρθρου 2, στοιχείο β', της απόφασης ορισμού.

 Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως στην υπόθεση T-1080/23

63      Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προβάλλει στην υπόθεση T-1080/23, η Apple αμφισβητεί την εκτίμηση της Επιτροπής, όπως διατυπώνεται στην απόφαση ορισμού, ότι τα πέντε καταστήματα εφαρμογών λογισμικού της Apple, ήτοι το iOS App Store (για κινητά τηλέφωνα iPhone), το iPadOS App Store (για τις ηλεκτρονικές ταμπλέτες iPad), το watchOS App Store (για τα ρολόγια Apple Watch), το macOS App Store (για τους υπολογιστές Mac) και το tvOS App Store (για τις τηλεοπτικές συσκευές Apple TV) (στο εξής, από κοινού: καταστήματα App Store) αποτελούν ενιαία CPS.

64      Εν προκειμένω, προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, στις 3 Ιουλίου 2023, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της DMA, η Apple παρέσχε στην Επιτροπή τις σχετικές πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου μέσω του εντύπου (στο εξής: έντυπο GD) που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2023/814 της Επιτροπής, της 14ης Απριλίου 2023, σχετικά με λεπτομερείς ρυθμίσεις για τη διεξαγωγή ορισμένων διαδικασιών από την Επιτροπή σύμφωνα με την DMA (ΕΕ 2023, L 102, σ. 6). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ορισμού, η Apple υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι διαχειριζόταν τα καταστήματα App Store, ότι τα εν λόγω καταστήματα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 5, της DMA, και ότι καθένα από τα καταστήματα αυτά αποτελούσε διακριτή CPS, με αποτέλεσμα μόνον το κατάστημα εφαρμογών λογισμικού iOS App Store να πληροί τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της DMA.

65      Πρώτον, η Επιτροπή επισήμανε, στην αιτιολογική σκέψη 37 της απόφασης ορισμού, ότι η υπηρεσία που παρέχεται από τα καταστήματα App Store (στο εξής: υπηρεσία App Store) ανταποκρίνεται τόσο στον ορισμό της επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1150 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης (ΕΕ 2019, L 186, σ. 57), στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 2, σημείο 5, της DMA, όσο και στον ορισμό καταστήματος εφαρμογών λογισμικού, σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 14, της DMA.

66      Δεύτερον, στις αιτιολογικές σκέψεις 38 έως 41 της απόφασης ορισμού, η Επιτροπή έκρινε ότι, ανεξαρτήτως της συσκευής στην οποία ήταν διαθέσιμο, καθένα από τα καταστήματα App Store χρησιμοποιούνταν για τους ίδιους σκοπούς, ήτοι ως ενδιάμεσος μεταξύ των τελικών χρηστών και των επαγγελματιών χρηστών κατά τη διανομή εφαρμογών και ψηφιακού περιεχομένου ενσωματωμένου στην εφαρμογή. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι, παρά τις διαφορές μεταξύ των επιμέρους καταστημάτων App Store, τις οποίες επικαλέστηκε η Apple για να δικαιολογήσει ότι καθένα από τα καταστήματα αυτά είχε διαφορετικό σκοπό, οι εν λόγω διαφορές αφορούσαν μάλλον τη φύση, τη λειτουργία και τη χρήση των διαφόρων συσκευών μέσω των οποίων ήταν δυνατή η πρόσβαση σε κάθε κατάστημα App Store καθώς και τη σχετική με τα καταστήματα αυτά εμπειρία του χρήστη, με αποτέλεσμα τα επιμέρους καταστήματα App Store να μην πρέπει να αντιμετωπίζονται ως διακριτές CPS.

67      Τρίτον, στις αιτιολογικές σκέψεις 43 έως 47 της απόφασης ορισμού, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι προγραμματιστές επιγραμμικών εφαρμογών και οι τελικοί χρήστες υπόκειντο στους ίδιους ή σε μεγάλο βαθμό παρεμφερείς κανόνες, πολιτικές, κατευθυντήριες γραμμές και τεχνικές προδιαγραφές κάθε φορά που χρησιμοποιούσαν κάποιο από τα καταστήματα App Store στις πέντε επίμαχες συσκευές.

68      Τέταρτον, στις αιτιολογικές σκέψεις 48 έως 56 της απόφασης ορισμού, η Επιτροπή επισήμανε ότι, όσον αφορά τις εφαρμογές που διανέμονται μέσω των επιμέρους καταστημάτων App Store, η Apple παρείχε στους επαγγελματίες χρήστες και στους τελικούς χρήστες τα ίδια ή σε μεγάλο βαθμό παρεμφερή εργαλεία ή υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών υποστήριξης.

69      Πέμπτον και τελευταίον, στις αιτιολογικές σκέψεις 57 έως 59 της απόφασης ορισμού, η Επιτροπή επισήμανε ότι, σε ορισμένες από τις επικοινωνίες της, η Apple παρουσίαζε τα καταστήματα App Store ως ενιαία υπηρεσία, ανεξαρτήτως της συσκευής μέσω της οποίας μπορούσε κανείς να έχει πρόσβαση σε αυτά.

70      Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι πληρούνταν τα όρια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της DMA, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, στην αιτιολογική σκέψη 71 της απόφασης ορισμού, ότι η Apple έπρεπε να οριστεί ως πυλωρός, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, της DMA, όσον αφορά την CPS App Store.

71      Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στην υπόθεση T-1080/23 αποτελείται από τέσσερις αιτιάσεις, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν από κοινού. Πρώτον, η Apple υποστηρίζει ότι τα καταστήματα App Store επιδιώκουν διαφορετικούς κύριους σκοπούς, συγκεκριμένα τη διαμεσολάβηση για την παροχή εφαρμογών στον εκάστοτε τύπο συσκευής. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι καθένα από τα καταστήματα App Store χρησιμοποιείται διαφορετικά από τους τελικούς χρήστες και τους επαγγελματίες χρήστες. Τρίτον, η Apple φρονεί ότι τα πρόσθετα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν στην απόφαση ορισμού στερούνται νομικής σημασίας, δεδομένου ότι δεν αφορούν τον σκοπό των καταστημάτων App Store. Τέταρτον, η Apple υποστηρίζει ότι η προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τα μελλοντικά καταστήματα εφαρμογών λογισμικού καταδεικνύει το σφάλμα της Επιτροπής όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των καταστημάτων App Store ως ενιαίας CPS.

72      Η Επιτροπή, όπως και η Γαλλική Δημοκρατία, η Coalition for App Fairness και η Free Software Foundation Europe αντικρούουν τα επιχειρήματα της Apple. Η Επιτροπή προβάλλει επίσης το απαράδεκτο του δευτέρου αιτήματος στην υπόθεση T-1080/23.

73      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, πρώτον, το άρθρο 2, σημείο 2, στοιχείο α', της DMA ορίζει ότι οι επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποτελούν CPS για τους σκοπούς της πράξης αυτής.

74      Δεύτερον, όσον αφορά τον ορισμό των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, το άρθρο 2, σημείο 5, της DMA παραπέμπει στο άρθρο 2, σημείο 2, του κανονισμού 2019/1150. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, πρόκειται για υπηρεσίες οι οποίες, κατ’ αρχάς, αποτελούν υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ 2015, L 241, σ. 1), και, στη συνέχεια, επιτρέπουν στους επαγγελματίες χρήστες να προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές προκειμένου να διευκολύνουν την έναρξη άμεσων συναλλαγών μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων και των καταναλωτών, ανεξαρτήτως του τόπου όπου διενεργούνται τελικά οι εν λόγω συναλλαγές και, τέλος, παρέχονται στους επαγγελματίες χρήστες βάσει συμβατικών σχέσεων μεταξύ του παρόχου των εν λόγω υπηρεσιών και των επαγγελματιών χρηστών οι οποίοι προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές.

75      Τρίτον, το άρθρο 2, σημείο 14, της DMA διευκρινίζει ότι ένα κατάστημα εφαρμογών λογισμικού είναι ένας τύπος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, του οποίου το βασικό προϊόν ή υπηρεσία που αποτελεί αντικείμενο διαμεσολαβούμενης συναλλαγής είναι εφαρμογές λογισμικού.

76      Ως εκ τούτου, από τις διατάξεις του άρθρου 2, σημεία 2, 5 και 14, της DMA, από κοινού ερμηνευόμενες, προκύπτει ότι, για τους σκοπούς της πράξης αυτής, ένα κατάστημα εφαρμογών λογισμικού αποτελεί CPS, καθόσον, ως επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης, παρέχει στους επαγγελματίες χρήστες τη δυνατότητα να προσφέρουν εφαρμογές λογισμικού στους τελικούς χρήστες προκειμένου να διευκολύνουν την έναρξη άμεσων συναλλαγών μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του τόπου όπου διενεργούνται τελικά οι εν λόγω συναλλαγές, η δε υπηρεσία αυτή προσφέρεται από επιχείρηση που παρέχει CPS βάσει συμβατικών σχέσεων που έχουν συναφθεί με τους οικείους επαγγελματίες χρήστες.

77      Η Apple δεν αμφισβητεί την εκτίμηση ότι καθένα από τα καταστήματα App Store αποτελεί κατάστημα εφαρμογών λογισμικού και, επομένως, επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης, κατά την έννοια της DMA.

78      Ωστόσο, η Apple υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να θεωρήσει το σύνολο των καταστημάτων App Store ως ενιαία CPS, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι καθένα από τα εν λόγω καταστήματα επιδιώκει δικό του σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην παροχή επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης μεταξύ επαγγελματιών χρηστών και τελικών χρηστών ανάλογα με τη συσκευή στην οποία λειτουργεί. Η Apple υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη το άρθρο 2, σημείο 15, της DMA, το οποίο ορίζει ως εφαρμογή λογισμικού οποιοδήποτε ψηφιακό προϊόν ή υπηρεσία που εκτελείται σε λειτουργικό σύστημα.

79      Κατά πρώτον, παρατηρείται συναφώς ότι, σύμφωνα με τον ορισμό ενός καταστήματος εφαρμογών λογισμικού για τους σκοπούς της DMA, όπως εκτίθεται στη σκέψη 76 ανωτέρω, ο χαρακτηρισμός μιας επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης δεν εξαρτάται ούτε από τη συσκευή στην οποία λειτουργεί το κατάστημα ούτε από το λειτουργικό σύστημα στο οποίο εκτελούνται οι εφαρμογές λογισμικού που προσφέρονται εντός του καταστήματος.

80      Αφενός, η ανωτέρω εκτίμηση επιρρωννύεται από την αιτιολογική σκέψη 14 της DMA, από την οποία προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, για τους σκοπούς της πράξης αυτής, ο ορισμός των CPS θα πρέπει να είναι τεχνολογικά ουδέτερος και θα πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει εκείνες που παρέχονται με διάφορα μέσα ή συσκευές. Εξ αυτού συνάγεται ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να αποτραπεί το ενδεχόμενο ο χαρακτηρισμός μιας υπηρεσίας στο πλαίσιο της DMA να διαφέρει ανάλογα με τις τεχνολογικές επιλογές του πυλωρού και ότι η εκτίμηση της ύπαρξης καταστήματος εφαρμογών λογισμικού πρέπει να διενεργείται, λαμβανομένου υπόψη του ορισμού της DMA, ανεξάρτητα από το λειτουργικό σύστημα στο οποίο εκτελούνται οι επίμαχες εφαρμογές λογισμικού ή από το υλικό υπόθεμα επί του οποίου παρέχονται οι εφαρμογές αυτές.

81      Αφετέρου, από το άρθρο 2, σημείο 14, της DMA προκύπτει ότι οι εφαρμογές λογισμικού αποτελούν απλώς το αντικείμενο της συναλλαγής την οποία ένα κατάστημα εφαρμογών λογισμικού έχει ως σκοπό να διευκολύνει, όπως αναφέρει το τμήμα της φράσης «προϊόν ή υπηρεσία που αποτελεί αντικείμενο διαμεσολαβούμενης συναλλαγής». Επομένως, η διάταξη αυτή, η οποία διακρίνει μεταξύ του καταστήματος εφαρμογών λογισμικού ως επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης και των εφαρμογών λογισμικού που μπορούν να διανεμηθούν μέσω αυτού, δεν εξαρτά τον χαρακτηρισμό του καταστήματος εφαρμογών από το λειτουργικό σύστημα στο οποίο προορίζονται να εκτελούνται οι εν λόγω εφαρμογές.

82      Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Apple ότι η Επιτροπή, κατά τρόπο ασυμβίβαστο με την προσέγγιση που είχε υιοθετήσει όσον αφορά τα καταστήματα App Store, αναγνώρισε ότι τα λειτουργικά συστήματα της Apple, συμπεριλαμβανομένου του iOS για το οποίο η ίδια έχει οριστεί ως πυλωρός, αποτελούσαν διακριτές υπηρεσίες ανάλογα με το υλισμικό στο οποίο εκτελείται κάθε λειτουργικό σύστημα, αρκεί η επισήμανση ότι το άρθρο 2, σημείο 10, της DMA ορίζει ως λειτουργικό σύστημα το «λογισμικό συστήματος το οποίο ελέγχει τις βασικές λειτουργίες του υλισμικού ή του λογισμικού και επιτρέπει την εκτέλεση εφαρμογών λογισμικού σε αυτό» και ότι, όπως επισήμανε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 83 της απόφασης ορισμού, ο σκοπός κάθε λειτουργικού συστήματος πρέπει να αξιολογείται από τεχνολογικής απόψεως, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η έννοια του «λειτουργικού συστήματος» συνδέεται άρρηκτα με το υλισμικό ή το λογισμικό του οποίου το λειτουργικό σύστημα έχει σχεδιαστεί ειδικά για τον έλεγχο των βασικών λειτουργιών και στο οποίο πρόκειται να μπορούν να εκτελούνται οι εφαρμογές. Ωστόσο, κατ’ αρχήν, τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση καταστήματος εφαρμογών λογισμικού, του οποίου ο χαρακτηρισμός δεν εξαρτάται ούτε από τη συσκευή στην οποία λειτουργεί το κατάστημα ούτε από το λειτουργικό σύστημα στο οποίο εκτελούνται οι εφαρμογές λογισμικού που προσφέρονται στο κατάστημα, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 79 ανωτέρω.

83      Κατά δεύτερον, στο μέτρο που η Apple επικαλείται το παράρτημα της DMA, από το οποίο προκύπτει ότι καθένα από τα καταστήματα App Store πρέπει να αντιμετωπίζεται ως χωριστή CPS, υπενθυμίζεται ότι το παράρτημα της DMA έχει την ίδια νομική ισχύ με την ίδια την DMA και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C-40/10, EU:C:2010:713, σκέψη 61). Κατά συνέπεια, το παράρτημα της DMA μπορεί να συμβάλει στην αποσαφήνιση ενός ορισμού που περιλαμβάνεται σε άλλη διάταξη της εν λόγω πράξης (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, A κ.λπ., C-347/17, EU:C:2019:720, σκέψεις 39 έως 41 και 49).

84      Κατά το τμήμα A, παράγραφος 1, του παραρτήματος της DMA, το παράρτημα αυτό αποσκοπεί «στον καθορισμό της μεθοδολογίας για τον προσδιορισμό και τον υπολογισμό των “ενεργών τελικών χρηστών” και των “ενεργών επαγγελματιών χρηστών” για κάθε [CPS] που παρατίθεται στο άρθρο 2 σημείο 2), [της DMA]», προκειμένου οι επιχειρήσεις να μπορούν να αξιολογούν εάν οι CPS τους πληρούν τα ποσοτικά όρια του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο β', της DMA, ούτως ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούν την απαίτηση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', της DMA.

85      Δεδομένου, όμως, ότι το παράρτημα της DMA έχει ως σκοπό να παράσχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να προσδιορίζουν τους ενεργούς τελικούς χρήστες και τους ενεργούς επαγγελματίες χρήστες κάθε CPS που παρατίθεται στο άρθρο 2, σημείο 2, της DMA, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το εν λόγω παράρτημα περιλαμβάνει χρήσιμα στοιχεία για την οριοθέτηση των CPS που προσφέρονται από μια επιχείρηση. Εάν η Επιτροπή, προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον πληρούνται τα όρια του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο β', της DMA, εφάρμοζε για την οριοθέτηση των CPS κριτήρια διαφορετικά από εκείνα που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις για τον υπολογισμό των ενεργών τελικών χρηστών και των ενεργών επαγγελματιών χρηστών των CPS τους, τότε οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν θα απολάμβαναν της ασφάλειας δικαίου την οποία έχει σκοπό να τους εξασφαλίσει το παράρτημα της DMA, όπως προβλέπεται στην αιτιολογική σκέψη 20 της πράξης αυτής.

86      Επιπλέον, είναι αληθές, όπως υποστηρίζει η Apple, ότι, όταν μία ή περισσότερες CPS ανήκουν στην ίδια κατηγορία μεταξύ των απαριθμούμενων στο άρθρο 2, σημείο 2, της DMA, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των καταστημάτων App Store, τα οποία ανήκουν στην ίδια κατηγορία επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, το τμήμα Δ του παραρτήματος της DMA, με τίτλο «Υποβολή πληροφοριών», διευκρινίζει, στην παράγραφο 2, στοιχείο β', ότι η επιχείρηση που παρέχει μία ή περισσότερες CPS θεωρεί ως διακριτές CPS εκείνες που χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς είτε από τους τελικούς χρήστες τους είτε από τους επαγγελματίες χρήστες τους, ή και από τους δύο, ακόμη και αν οι τελικοί ή οι επαγγελματίες χρήστες τους είναι οι ίδιοι.

87      Εντούτοις, η Apple δεν επικαλείται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι καθένα από τα καταστήματα App Store, αναλόγως της συσκευής στην οποία χρησιμοποιείται, τυγχάνει διαφορετικής χρήσης σε σχέση με τα λοιπά καταστήματα App Store, τόσο από πλευράς τελικών χρηστών όσο και από πλευράς επαγγελματιών χρηστών. Μολονότι η Apple επικαλέστηκε στοιχεία που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη συχνότητα χρήσης καθενός από τα καταστήματα App Store κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, το είδος των εφαρμογών που τηλεφορτώνονται, το εύρος του καταλόγου των προτεινόμενων εφαρμογών ή ακόμη την παρουσίαση κάθε καταστήματος εφαρμογών λογισμικού σε κάθε επίμαχη συσκευή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα στοιχεία αυτά δεν μεταβάλλουν το γεγονός ότι οι τελικοί χρήστες και οι επαγγελματίες χρήστες χρησιμοποιούν το σύνολο των καταστημάτων App Store για τον ίδιο σκοπό, ήτοι, κατ’ ουσίαν, προκειμένου να συνάψουν άμεση συναλλαγή όσον αφορά τις επίμαχες εφαρμογές λογισμικού, σύμφωνα με τον ορισμό του καταστήματος εφαρμογών λογισμικού κατά την έννοια της DMA, όπως εκτίθεται στη σκέψη 76 ανωτέρω. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι καθένα από τα καταστήματα App Store χρησιμοποιούνταν για τους ίδιους σκοπούς και ότι, επομένως, μπορούσαν να θεωρηθούν ως ενιαία CPS.

88      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 66 έως 69 ανωτέρω, με την απόφαση ορισμού, η Επιτροπή απάντησε στο επιχείρημα της Apple ότι τα καταστήματα App Store επιδίωκαν διαφορετικούς σκοπούς αναλόγως της συσκευής στην οποία λειτουργούσαν. Η Apple δεν προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη ορισμένα από τα στοιχεία αυτά, αλλά ότι προέβη σε διαφορετική εκτίμηση από εκείνη που η Apple είχε υποστηρίξει με την κοινοποίησή της. Εντούτοις, ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι τα στοιχεία που είχε υποβάλει η Apple αφορούσαν τη φύση, τη λειτουργία και τη χρήση των διαφόρων συσκευών στις οποίες ήταν διαθέσιμα τα καταστήματα App Store, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν, βάσει των στοιχείων αυτών, να διαπιστωθεί ότι οι τελικοί χρήστες και οι επαγγελματίες χρήστες χρησιμοποιούσαν τα καταστήματα App Store για διαφορετικούς σκοπούς.

89      Κατά τρίτον, όσον αφορά την αιτίαση της Apple ότι Επιτροπή δεν έπρεπε να στηριχθεί στις τρεις δέσμες πρόσθετων εκτιμήσεων που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 43 έως 59 της απόφασης ορισμού για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα καταστήματα App Store αποτελούσαν ενιαία CPS, επισημαίνεται ότι η εκτίμηση της Επιτροπής στηρίζεται κατ’ αρχάς στις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 37 και 39 της απόφασης ορισμού, ήτοι, κατ’ ουσίαν, στο γεγονός ότι τα καταστήματα App Store πληρούν τους ορισμούς του άρθρου 2, σημεία 2, 5 και 14, της DMA ώστε να μπορούν να χαρακτηριστούν ως CPS για τους σκοπούς της DMA και ότι χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό, τόσο από πλευράς τελικού χρήστη όσο και από πλευράς επαγγελματία χρήστη, σε όλες τις συσκευές στις οποίες είναι διαθέσιμα, εν προκειμένω για τη διασφάλιση της διανομής εφαρμογών λογισμικού. Από τις σκέψεις 71 έως 88 ανωτέρω προκύπτει ότι οι εν λόγω εκτιμήσεις της Επιτροπής αρκούσαν για να θεωρηθεί ότι η υπηρεσία App Store συνιστούσε ενιαία CPS κατά την έννοια της DMA.

90      Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι οι τρεις επίμαχες δέσμες πρόσθετων εκτιμήσεων αφορούν, πρώτον, τους κανόνες, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συμβατικές διατάξεις που εφαρμόζει η Apple σε σχέση με τους τελικούς χρήστες και τους επαγγελματίες χρήστες των καταστημάτων App Store, δεύτερον, τις υπηρεσίες υποστήριξης προς τους τελικούς χρήστες και τις υπηρεσίες ανάπτυξης προς τους επαγγελματίες χρήστες που παρέχει η Apple σε σχέση με τα καταστήματα App Store, καθώς και τη δυνατότητα χρήσης του ίδιου λογαριασμού για την πρόσβαση στα διάφορα καταστήματα App Store ή για τη χρήση στο σύνολο των συσκευών ορισμένης εφαρμογής που έχει αποκτηθεί μέσω ενός από τα καταστήματα App Store και, τρίτον, στοιχεία επικοινωνίας της Apple σχετικά με τη χρήση του ίδιου εμπορικού σήματος App Store για τον προσδιορισμό του συνόλου των καταστημάτων App Store.

91      Υπογραμμίζεται, πάντως, ότι οι τρεις επίμαχες δέσμες πρόσθετων εκτιμήσεων αφορούν τους όρους που έχει θέσει η Apple για τη χρήση των καταστημάτων App Store τόσο από τους τελικούς χρήστες όσο και από τους επαγγελματίες χρήστες. Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Apple, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι πρόσθετες αυτές εκτιμήσεις είναι κρίσιμες προκειμένου να διαπιστωθεί εάν τα καταστήματα App Store επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι να διευκολύνουν την πραγματοποίηση συναλλαγών μεταξύ των τελικών χρηστών και των επαγγελματικών χρηστών όσον αφορά εφαρμογές λογισμικού.

92      Επισημαίνεται επίσης ότι, μολονότι η Apple αμφισβητεί την εκ μέρους της Επιτροπής χρήση των επίμαχων πρόσθετων εκτιμήσεων, εντούτοις δεν υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα ως προς αυτές.

93      Επιπλέον, για τον χαρακτηρισμό των CPS υπό το πρίσμα ιδίως των ορισμών του άρθρου 2 της DMA και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι μια επιχείρηση δεν επιδιώκει να καταστρατηγήσει τις διατάξεις της πράξης αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου της 13, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων από τα οποία μπορεί να καταδειχθεί ότι πλείονες υπηρεσίες συνιστούν, στην πραγματικότητα, μία και την αυτή CPS για τον υπολογισμό των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της DMA. Η δυνατότητα αυτή πρέπει κατά μείζονα λόγο να αναγνωρίζεται όταν, όπως εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν προτίθεται να υιοθετήσει την περιγραφή των εν λόγω υπηρεσιών την οποία προτείνει η εν λόγω επιχείρηση στο έντυπο GD.

94      Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση της Apple ότι η προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή στην απόφαση ορισμού έχει ως συνέπεια όλα τα μελλοντικά καταστήματα εφαρμογών λογισμικού της Apple να καλύπτονται αυτομάτως από την εν λόγω απόφαση, ανεξαρτήτως της συσκευής για την οποία έχουν σχεδιαστεί, αρκεί η επισήμανση ότι η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 2, σημείο 2, της DMA και του παραρτήματός της υπό την έννοια ότι η Επιτροπή όφειλε, προκειμένου να χαρακτηρίσει τα καταστήματα App Store ως CPS για τους σκοπούς της DMA, να λάβει υπόψη τη συσκευή στην οποία χρησιμοποιείται καθένα από τα καταστήματα App Store. Για τους λόγους, όμως, που εκτίθενται στις σκέψεις 79 έως 82 ανωτέρω, η επιχειρηματολογία αυτή είναι εσφαλμένη και πρέπει να απορριφθεί.

95      Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η νομιμότητα μιας πράξης εκτιμάται βάσει των πραγματικών και νομικών περιστάσεων που υφίστανται κατά τον χρόνο έκδοσης της πράξης (βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Garc?a Fern?ndez κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΣΕ, C-541/22 P, EU:C:2024:820, σκέψη 327 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

96      Οι πληροφορίες που παρέσχε η Apple κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ορισμού σχετικά με την επικείμενη διάθεση στην αγορά μιας νέας συσκευής Vision Pro με δικό της κατάστημα εφαρμογών λογισμικού δεν θα μπορούσαν να μεταβάλουν την εκτίμηση της Επιτροπής όσον αφορά την υπηρεσία App Store, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 79 έως 82 ανωτέρω.

97      Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι η απόφαση ορισμού αφορά τον ορισμό της Apple ως πυλωρού μόνον για τις CPS που δήλωσε η Apple στο έντυπο GD, το οποίο, εν προκειμένω, αφορούσε αποκλειστικά, όσον αφορά την κατηγορία των καταστημάτων εφαρμογών λογισμικού, τα καταστήματα App Store. Επιπλέον, πρέπει να προστεθεί ότι, ιδίως κατόπιν αιτήματος του πυλωρού, η Επιτροπή μπορεί να επανεξετάζει, να τροποποιεί ή να καταργεί, ανά πάσα στιγμή, απόφαση ορισμού που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 της DMA, εάν υπήρξε ουσιαστική μεταβολή σε οποιοδήποτε από τα πραγματικά στοιχεία στα οποία βασίστηκε η απόφαση ορισμού ή εάν η εν λόγω απόφαση βασίστηκε σε ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της DMA.

98      Υπό τις συνθήκες αυτές, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορούσε κάλλιστα να διαπιστώσει, στην αιτιολογική σκέψη 38 της απόφασης ορισμού, ότι η υπηρεσία App Store συνιστούσε ενιαία επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης, ανεξαρτήτως της συσκευής μέσω της οποίας είναι προσβάσιμη η υπηρεσία αυτή.

99      Ως εκ τούτου, από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στην υπόθεση T-1080/23 πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσον το αίτημα ακυρώσεως του άρθρου 2, στοιχείο α', της απόφασης ορισμού είναι παραδεκτό στο σύνολό του.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως στην υπόθεση T-1080/23

100    Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως στην υπόθεση T-1080/23, η Apple προσάπτει στην Επιτροπή ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της DMA και του ΕΚΗΕ και ότι υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα, κατά το μέρος που, με την απόφαση ορισμού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το iMessage αποτελεί NIICS.

101    Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του τρίτου λόγου ακυρώσεως.

102    Αφενός, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης ορισμού μπορούν να αποτελέσουν, αυτές καθεαυτές, αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως μόνον στο μέτρο που συνιστούν το αναγκαίο έρεισμα για το διατακτικό της. Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση της επίμαχης διαπίστωσης ότι το iMessage αποτελεί NIICS.

103    Αφετέρου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μόνον τα μέτρα που αποσκοπούν στην παραγωγή δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων ικανών να θίξουν τα συμφέροντα της Apple, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Η Apple δεν εξήγησε ούτε απέδειξε με ποιον τρόπο η εκτίμηση, η οποία περιλαμβάνεται στις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης ορισμού, ότι το iMessage είναι NIICS που συνιστά CPS (στο εξής: NIICS CPS) μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση.

104    Αφενός, η Apple υποστηρίζει ότι δεν ασκεί επιρροή η νομολογία που επικαλείται η Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία προσφυγή ακυρώσεως δεν μπορεί να ασκηθεί μόνον κατά των αιτιολογικών σκέψεων μιας πράξης της Ένωσης.

105    Αφετέρου, η Apple θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι ο εκ μέρους της Επιτροπής χαρακτηρισμός NIICS έχει ως έννομη συνέπεια την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 3, της DMA. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να υπόκειται η Apple στις κανονιστικές διαδικασίες που προβλέπει η DMA. Επιπλέον, εάν το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Apple έχει το δικαίωμα να προσβάλει μόνον την απόφαση που συνεπάγεται τον χαρακτηρισμό του iMessage ως σημαντικής πύλης, τούτο θα σήμαινε ότι ούτε η απόφαση της Επιτροπής να περατώσει τη διαδικασία διερεύνησης της αγοράς θα αποτελούσε πράξη δεκτική προσφυγής, με αποτέλεσμα η Apple να μην είναι σε θέση να αμφισβητήσει τον χαρακτηρισμό NIICS.

106    Η Γαλλική Δημοκρατία φρονεί ομοίως ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως είναι απαράδεκτος, στο μέτρο που η απόφαση ορισμού δεν μετέβαλε ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της Apple όσον αφορά το iMessage.

107    Κατά πάγια νομολογία, η προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 263 ΣΛΕΕ μπορεί να ασκηθεί κατά όλων των πράξεων των θεσμικών, όποια και αν είναι η μορφή τους, οι οποίες αποσκοπούν στην παραγωγή δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων (βλ. αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 2019, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-621/16 P, EU:C:2019:251, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 9ης Ιουλίου 2020, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, C-575/18 P, EU:C:2020:530, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

108    Συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, C-521/06 P, EU:C:2008:422, σκέψη 29, της 26ης Ιανουαρίου 2010, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, C-362/08 P, EU:C:2010:40, σκέψη 51, και της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Sch?nberger κατά Κοινοβουλίου, C-261/13 P, EU:C:2014:2423, σκέψη 13).

109    Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν μια πράξη ή μια απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του κατάσταση, πρέπει να εξετάζεται η ουσία της (αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2000, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, C-147/96, EU:C:2000:335, σκέψη 27, και της 16ης Ιουλίου 2015, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C-425/13, EU:C:2015:483, σκέψη 27).

110    Συναφώς, κατά το Δικαστήριο, η εξέταση της ουσίας μιας πράξης προϋποθέτει την εκτίμηση των αποτελεσμάτων της με γνώμονα αντικειμενικά κριτήρια, όπως το περιεχόμενο της επίμαχης πράξης, λαμβανομένων υπόψη, ενδεχομένως, του πλαισίου εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε καθώς και των εξουσιών του θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης που την εξέδωσε, οι δε εξουσίες αυτές πρέπει να εξετάζονται όχι κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά ως στοιχεία ικανά να διαφωτίσουν τη συγκεκριμένη ανάλυση του περιεχομένου της επίμαχης πράξης, η οποία είναι καίρια και απαραίτητη (απόφαση της 6ης Μαΐου 2021, ABLV Bank κ.λπ. κατά ΕΚΤ, C-551/19 P και C-552/19 P, EU:C:2021:369, σκέψη 41).

111    Πρώτον, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, μόνον το διατακτικό μιας απόφασης μπορεί να παραγάγει έννομες συνέπειες και, κατά συνέπεια, να είναι βλαπτικό για τον ενδιαφερόμενο, ανεξαρτήτως των αιτιολογικών σκέψεων στις οποίες στηρίζεται η απόφαση αυτή. Αντιθέτως, οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται στις αιτιολογικές σκέψεις μιας απόφασης δεν μπορούν να αποτελέσουν, αυτές καθαυτές, αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως και δεν μπορούν να υποβληθούν στον έλεγχο νομιμότητας τον οποίο ασκεί ο δικαστής της Ένωσης παρά μόνον καθόσον, ως αιτιολογικές σκέψεις μιας βλαπτικής απόφασης, συνιστούν το αναγκαίο έρεισμα για το διατακτικό της, ή, τουλάχιστον, καθόσον οι αιτιολογίες αυτές μπορούν να μεταβάλουν την ουσία όσων έγιναν δεκτά με το διατακτικό της επίμαχης πράξης (διάταξη της 28ης Ιανουαρίου 2004, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, C-164/02, EU:C:2004:54, σκέψη 21, και απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Orange κατά Επιτροπής, T-385/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:117, σκέψη 70). Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατ’ αρχήν, το διατακτικό μιας πράξης συνδέεται άρρηκτα με την αιτιολογία της και, επομένως, κατά την ερμηνεία του πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εφόσον παρίσταται ανάγκη, οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοσή της (βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Cableuropa κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-346/02 και T-347/02, EU:T:2003:256, σκέψη 211 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

112    Με την απόφαση ορισμού, η Επιτροπή έκρινε ότι το iMessage ήταν NIICS CPS και ότι η Apple πληρούσε τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της DMA για την εν λόγω CPS, γεγονός που την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι αποτελούσε σημαντική πύλη για να συνδέονται οι επαγγελματίες χρήστες με τελικούς χρήστες κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', της DMA. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Apple είχε προβάλει επαρκώς τεκμηριωμένα επιχειρήματα τα οποία προδήλως έθεταν υπό αμφισβήτηση το τεκμήριο του άρθρου 3, παράγραφος 2, της DMA όσον αφορά το iMessage, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει διαδικασία διερεύνησης της αγοράς για την εν λόγω υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 3, της DMA, προκειμένου να διαπιστώσει εάν η εν λόγω CPS θα έπρεπε να περιληφθεί στην απόφαση ορισμού. Επομένως, το iMessage δεν περιλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης ορισμού ως CPS που αποτελεί σημαντική πύλη.

113    Ως εκ τούτου, οι αιτιολογικές σκέψεις 138 έως 148 της απόφασης ορισμού, στις οποίες εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους το iMessage πρέπει να θεωρηθεί ως NIICS CPS, δεν αποτελούν το αναγκαίο έρεισμα του διατακτικού της απόφασης ορισμού.

114    Δεύτερον, όσον αφορά τα έννομα αποτελέσματα που προκύπτουν από την απόφαση ορισμού στο πλαίσιο της DMA, η Apple υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να κινήσει διαδικασία διερεύνησης της αγοράς βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 3, της DMA χωρίς προηγουμένως να χαρακτηρίσει το iMessage ως NCIIS CPS. Ο χαρακτηρισμός αυτός έχει ως συνέπεια να υπόκειται η Apple στις διαδικασίες που προβλέπονται στην DMA. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Apple δεν αναφέρει ποια δεσμευτικά και συγκεκριμένα έννομα αποτελέσματα, συνδεόμενα με την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς, θα μπορούσαν να επηρεάσουν ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση.

115    Επιπλέον, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η DMA δεν προβλέπει καμία υποχρέωση και δεν συνεπάγεται καμία έννομη συνέπεια επί τη βάσει και μόνον του χαρακτηρισμού μιας υπηρεσίας, εφόσον η επίμαχη υπηρεσία δεν μνημονεύεται στο διατακτικό απόφασης ορισμού ως σημαντική πύλη για να συνδέονται οι επαγγελματίες χρήστες με τελικούς χρήστες κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', της DMA.

116    Πράγματι, όσον αφορά την υποχρέωση που υπέχουν οι πυλωροί σε σχέση με τη διαλειτουργικότητα των NIICS, το άρθρο 7 της DMA εφαρμόζεται μόνον στις «[NIICS] οι οποίες απαριθμούνται στην απόφαση ορισμού σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 9 [της DMA]». Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 5 και 6 της DMA, τα οποία προβλέπουν, στην παράγραφό τους 1, ότι «[ο] πυλωρός συμμορφώνεται με όλες τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο [εν λόγω] άρθρο όσον αφορά καθεμία από τις [CPS] του που απαριθμούνται στην απόφαση ορισμού σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 9 [της DMA]». Τέλος, το άρθρο 3, παράγραφος 10, της DMA ορίζει ότι «[ο] πυλωρός συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στα άρθρα 5, 6 και 7 εντός έξι μηνών από τη συμπερίληψη [CPS] στην απόφαση ορισμού σύμφωνα με την παράγραφο 9 του [εν λόγω] άρθρου».

117    Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Apple δεν υπόκειται, συνεπεία της έκδοσης της απόφασης ορισμού, σε καμία από τις υποχρεώσεις που προβλέπει η DMA όσον αφορά την υπηρεσία iMessage, ακόμη και αν η εν λόγω υπηρεσία χαρακτηρίζεται ως NIICS CPS.

118    Η Apple υποστηρίζει επίσης ότι, βάσει της επίμαχης διαπίστωσης, θα μπορούν στο μέλλον τρίτοι να ζητήσουν από την Επιτροπή να χαρακτηρίσει το iMessage ως σημαντική πύλη εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Η Apple προσθέτει ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αξιολογήσει κατά πόσον η υπηρεσία iMessage εξακολουθεί να αποτελεί NIICS CPS σε τυχόν μελλοντικές επανεξετάσεις του εάν η υπηρεσία αυτή συνιστά σημαντική πύλη, στο μέτρο που ο χαρακτηρισμός αυτός είναι οριστικός.

119    Συναφώς, το άρθρο 53 της DMA ορίζει ότι, έως τις 3 Μαΐου 2026 και εν συνεχεία ανά τριετία, η Επιτροπή αξιολογεί την DMA και ιδίως εάν είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί ο κατάλογος των CPS που προβλέπεται στο άρθρο 2, σημείο 2, στον οποίο περιλαμβάνονται οι NIICS. Επιπλέον, από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της DMA, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 30 αυτής, προκύπτει ότι η τάχιστα μεταβαλλόμενη και περίπλοκη τεχνολογική φύση των CPS απαιτεί τακτική την επανεξέταση της ιδιότητας πυλωρού, καθώς και του καταλόγου των CPS οι οποίες αυτοτελώς αποτελούν σημαντική πύλη. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο της DMA δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο ενδεχόμενης επανεξέτασης μιας CPS ως σημαντικής πύλης, θα μπορούσε να στηριχθεί στην ανάλυση που πραγματοποίησε κατά την έκδοση προηγούμενης απόφασης ορισμού και χωρίς να προβεί σε νέα εκτίμηση των περιστάσεων που αποτελούν το αντικείμενο της εν λόγω επανεξέτασης.

120    Επομένως, από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της DMA προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός της υπηρεσίας iMessage ως NIICS CPS δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικός για το μέλλον.

121    Τρίτον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 2, σημείο 9, της DMA ορίζει τις NIICS με παραπομπή στο άρθρο 2, σημείο 7, του ΕΚΗΕ.

122    Με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι ερωτήθηκαν εάν η επίμαχη διαπίστωση στην απόφαση ορισμού μπορούσε να παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και να μεταβάλει ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της Apple όσον αφορά την εφαρμογή του ΕΚΗΕ σε εθνικές διαδικασίες.

123    Η Apple υποστήριξε ότι ο χαρακτηρισμός του iMessage ως NIICS CPS, στον οποίον προέβη η Επιτροπή στην απόφαση ορισμού, μπορούσε να έχει και είχε ήδη αντίκτυπο στην εφαρμογή του ΕΚΗΕ από τις αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές, από άλλες αρμόδιες αρχές και από τα εθνικά δικαστήρια.

124    Επί του σημείου αυτού, πρώτον, επισημαίνεται ότι η εφαρμογή του ΕΚΗΕ, μετά τη μεταφορά του στο εθνικό δίκαιο, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν ορίσει ως αρμόδιες. Πράγματι, η υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με οδηγία αποτελέσματος συνιστά επιτακτική υποχρέωση η οποία επιβάλλεται τόσο από το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όσο και από την ίδια την οδηγία (πρβλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie, C-129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εν προκειμένω, η εν λόγω υποχρέωση μεταφοράς προβλέπεται στο άρθρο 124 του ΕΚΗΕ.

125    Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, αφενός, τα νομοθετικά και κανονιστικά συστήματα που θεσπίζουν τα κράτη μέλη σε συμμόρφωση προς τον ΕΚΗΕ και, αφετέρου, η DMA αποτελούν διαφορετικά νομικά καθεστώτα. Πράγματι, ο ΕΚΗΕ δεν περιέχει καμία διάταξη προβλέπουσα ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και οι λοιπές αρμόδιες αρχές δεσμεύονται, κατά την άσκηση των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων που τους αναθέτει, από τον ενδεχόμενο χαρακτηρισμό μιας NIICS από την Επιτροπή για τους σκοπούς της εφαρμογής της DMA.

126    Αντιθέτως, το άρθρο 1, παράγραφος 4, της DMA, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 64 αυτής, διευκρινίζει ότι, όσον αφορά τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 5, του ΕΚΗΕ, «[η DMA] δεν θίγει τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες που ανατίθενται στις εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές δυνάμει του άρθρου 61 [του ΕΚΗΕ]». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές δυνάμει του ΕΚΗΕ δεν δεσμεύονται από τις διατάξεις της DMA όταν ασκούν τις εξουσίες και τις αρμοδιότητές τους όσον αφορά τις εν λόγω υπηρεσίες.

127    Επιπλέον, ο ΕΚΗΕ δεν αναθέτει ρητό συμβουλευτικό ή συντονιστικό ρόλο στην Επιτροπή όσον αφορά την εκτίμηση του κατά πόσον μια συγκεκριμένη υπηρεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του.

128    Επομένως, η εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών άσκηση των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων που αντλούν από τον ΕΚΗΕ σε σχέση με ορισμένη NIICS δεν μπορεί να εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό στον οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να προβεί η Επιτροπή στο πλαίσιο της εφαρμογής της DMA.

129    Επομένως, διαπιστώνεται ότι ο χαρακτηρισμός ως NIICS CPS στον οποίο προβαίνει η Επιτροπή στην απόφαση ορισμού δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της Apple, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 108 και 109 ανωτέρω.

130    Η εκτίμηση αυτή δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Apple ότι, εάν η ίδια είχε δικαίωμα να προσβάλει μια τελική απόφαση της Επιτροπής μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω απόφαση θα κατέληγε στον ορισμό της ως πυλωρού, τότε δεν θα είχε κανένα μέσο να αμφισβητήσει την εκτίμηση της Επιτροπής ότι το iMessage είναι NIICS, πράγμα που θα ήταν αντίθετο προς το δικαίωμά της σε πραγματική προσφυγή και πρόσβαση σε δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

131    Συναφώς, από τις σκέψεις 49 έως 52 ανωτέρω προκύπτει ότι, αφενός, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν είναι απόλυτο και ότι, ως εκ τούτου, μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς σύμφωνους με την αρχή της αναλογικότητας οι οποίοι επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και δεν θίγουν την ίδια την ουσία του δικαιώματος αυτού.

132    Αφετέρου, όσον αφορά ειδικότερα τις προϋποθέσεις παραδεκτού των προσφυγών ακυρώσεως, μολονότι η προϋπόθεση σχετικά με τα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα της προσβαλλόμενης πράξης πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, εντούτοις με το δικαίωμα αυτό δεν επιδιώκεται η τροποποίηση του συστήματος δικαστικού ελέγχου που προβλέπουν οι Συνθήκες, και ειδικότερα των κανόνων που διέπουν το παραδεκτό των ενδίκων βοηθημάτων που ασκούνται απευθείας ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, όπως απορρέει επίσης από τις επεξηγήσεις σχετικά με το άρθρο 47, οι οποίες πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη, να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της ερμηνείας του. Επομένως, η ερμηνεία της έννοιας «πράξη δεκτική προσφυγής» υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη δεν επιτρέπεται να καταλήγει σε αποκλεισμό της εφαρμογής της ως άνω προϋπόθεσης, διότι άλλως θα συνέτρεχε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που απονέμονται από τη Συνθήκη στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης (βλ. αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2017, Σλοβακία κατά Επιτροπής, C-593/15 P και C-594/15 P, EU:C:2017:800, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 9ης Ιουλίου 2020, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, C-575/18 P, EU:C:2020:530, σκέψεις 52 και 53).

133    Επομένως, ο χαρακτηρισμός του iMessage ως NIICS CPS στην απόφαση ορισμού δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της Apple και, ως εκ τούτου, δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

134    Δεδομένου ότι όλοι οι λόγοι ακυρώσεως στην υπόθεση T-1080/23 απορρίφθηκαν, η προσφυγή που ασκήθηκε στην εν λόγω υπόθεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των προσφυγών που ασκήθηκαν στις υποθέσεις T-1079/23 και T-214/24

135    Με την προσφυγή που άσκησε στην υπόθεση T-1079/23, η Apple ζητεί την ακύρωση της απόφασης για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 4 ανωτέρω, στο μέτρο που η απόφαση αυτή στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η υπηρεσία iMessage συνιστά NIICS κατά την έννοια της DMA και του ΕΚΗΕ.

136    Με ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας στην υπόθεση T-1079/23, η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους απαραδέκτου. Κατ’ ουσίαν, υποστηρίζει, αφενός, ότι η απόφαση για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς συνιστά προπαρασκευαστική πράξη και, ως εκ τούτου, δεν είναι πράξη δεκτική προσφυγής και, αφετέρου, ότι, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της Apple, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

137    Με την προσφυγή της στην υπόθεση T-214/24, η Apple ζητεί την ακύρωση της απόφασης περάτωσης της διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 7 ανωτέρω, στο μέτρο που η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το iMessage αποτελούσε NIICS CPS.

138    Με ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει βάσει του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας στην υπόθεση T-214/24, η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η απόφαση περάτωσης της διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, στο μέτρο που η απόφαση αυτή, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Apple δεν πρέπει να οριστεί ως πυλωρός για τη NIICS CPS iMessage, δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της Apple.

139    Στις δύο αυτές υποθέσεις, η Επιτροπή υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως μπορούν να αποτελέσουν μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της Apple, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση.

140    Συναφώς, η DMA δεν περιέχει καμία υποχρέωση ή κανόνα που να εφαρμόζεται σε υπηρεσία που χαρακτηρίζεται ως CPS, εκτός εάν η υπηρεσία αυτή μνημονεύεται στο διατακτικό απόφασης ορισμού ως σημαντική πύλη για να συνδέονται οι επαγγελματίες χρήστες με τελικούς χρήστες κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β', της DMA.

141    Επομένως, οι προσφυγές ακυρώσεως της Apple κατά της απόφασης για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς και της απόφασης περάτωσης της διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν συνεπάγονται ουσιώδη μεταβολή της νομικής κατάστασης της Apple.

142    Η Apple υποστηρίζει ότι κακώς η Επιτροπή θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός ως NIICS στην απόφαση για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς και στην απόφαση περάτωσης της διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς δεν είναι ικανός να θίξει τα συμφέροντά της μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση. Συγκεκριμένα, με τη διαπίστωση αυτή, η Επιτροπή συνήγαγε οριστικό νομικό συμπέρασμα που γεννά υποχρεώσεις βάσει της DMA, οι οποίες είναι ικανές να θίξουν τα συμφέροντά της, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση.

143    Τρίτα μέρη θα μπορούσαν, μεταξύ άλλων, να βασιστούν στη διαπίστωση αυτή για να ζητήσουν από την Επιτροπή να συμπεριλάβει το iMessage σε απόφαση ορισμού. Επιπλέον, για τους σκοπούς της εφαρμογής της DMA, η Επιτροπή δεν θα χρειάζεται πλέον να εξετάζει εάν στο μέλλον το iMessage θα αποτελεί πράγματι NIICS CPS, διότι θα πληρούται η προϋπόθεση αυτή.

144    Τέλος, εάν η Apple δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την εν λόγω διαπίστωση που περιέχεται στην απόφαση ορισμού, στην απόφαση για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς ή στην απόφαση περάτωσης της διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς, τούτο θα συνεπαγόταν προσβολή του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και πρόσβασης σε δικαστήριο που απορρέει από το άρθρο 47 του Χάρτη και από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

145    Εν προκειμένω, όπως υποστηρίζει η Apple, χωρίς να αμφισβητείται από την Επιτροπή, στην απόφαση για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς και στην απόφαση περάτωσης της διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς επαναλαμβάνεται η εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην απόφαση ορισμού ότι το iMessage πρέπει να χαρακτηριστεί ως NIICS. Ωστόσο, διαπιστώνεται ότι, με την πρώτη από τις αποφάσεις αυτές, η Επιτροπή περιορίζεται στην κίνηση διαδικασίας διερεύνησης προκειμένου να εξετάσει εάν τα στοιχεία που επικαλέστηκε η Apple μπορούν να ανατρέψουν τα τεκμήρια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της DMA και, με τη δεύτερη απόφαση, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Apple δεν πρέπει να θεωρηθεί πυλωρός όσον αφορά το iMessage.

146    Επομένως, η επίμαχη διαπίστωση που περιλαμβάνεται στις αποφάσεις αυτές δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της Apple, σύμφωνα με την εκτίμηση που εκτίθεται στις σκέψεις 114 έως 133 ανωτέρω.

147    Επομένως, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η απόφαση για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς και η απόφαση περάτωσης της διαδικασίας αυτής, όπως και η απόφαση ορισμού, κατά το μέρος που με τις αποφάσεις αυτές το iMessage χαρακτηρίζεται ως NIICS CPS, δεν είναι ικανές να θίξουν τα συμφέροντα της Apple μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση.

148    Ως εκ τούτου και χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί εάν η απόφαση για την κίνηση διαδικασίας διερεύνησης της αγοράς συνιστά προπαρασκευαστική πράξη, πρέπει να κριθούν απαράδεκτοι οι μόνοι λόγοι ακυρώσεως που προβλήθηκαν στις υποθέσεις T-1079/23 και T-214/24 και, ως εκ τούτου, να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι προσφυγές στις εν λόγω υποθέσεις.

149    Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν.

 Επί των δικαστικών εξόδων

150    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

151    Δεδομένου ότι η Apple ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής και της Coalition for App Fairness, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά τους.

152    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που παρενέβησαν στην ένδικη διαδικασία φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

153    Ομοίως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Free Software Foundation Europe φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

Για τους λόγους αυτούς,

Το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Συνεκδικάζει τις υποθέσεις T-1079/23, T-1080/23 και T-214/24 προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

2)      Απορρίπτει τις προσφυγές.

3)      Η Apple Inc. και η Apple Distribution International Ltd φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις υποθέσεις T-1079/23, T-1080/23 και T-214/24.

4)      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρει τα δικαστικά έξοδά του στην υπόθεση T-1080/23.

5)      Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει τα δικαστικά έξοδά του στην υπόθεση T-1080/23.

6)      Η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά έξοδά της στην υπόθεση T-1080/23.

7)      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της στην υπόθεση T-214/24.

8)      Η Apple Inc. φέρει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Coalition for App Fairness στην υπόθεση T-1080/23.

9)      Η Free Software Foundation Europe eV φέρει τα δικαστικά έξοδά της στην υπόθεση T-1080/23.

van der Woude

De Baere

Petrl?k

Kecsm?r

 

      Kingston

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Ιουλίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.