Υπόθεση T-522/20 RENV, Carpatair SA κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 13ης Μαΐου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-522/20 RENV, Carpatair SA κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 13ης Μαΐου 2026
Υπόθεση T-522/20 RENV, Carpatair SA κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 13ης Μαΐου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

της 13ης Μαΐου 2026 (*)

« Κρατικές ενισχύσεις – Αερομεταφορές – Μέτρα που έθεσε σε εφαρμογή η Ρουμανία υπέρ του αερολιμένα της Τιμισοάρα – Μέτρα που έθεσε σε εφαρμογή ο αερολιμένας της Τιμισοάρα υπέρ της Wizz Air και των αεροπορικών εταιριών που τον χρησιμοποιούν – Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται εν μέρει ότι δεν υφίσταται κρατική ενίσχυση υπέρ του αερολιμένα της Τιμισοάρα και των αεροπορικών εταιριών που τον χρησιμοποιούν – Αερολιμενικά τέλη – Προσφυγή ακυρώσεως – Ενεργητική νομιμοποίηση – Ατομικός επηρεασμός – Απουσία ουσιώδους επηρεασμού της ανταγωνιστικής θέσης – Εν μέρει απαράδεκτο – Άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Νομικό σφάλμα – Επιλεκτικότητα – Πλεονέκτημα »

Στην υπόθεση T-522/20 RENV,

Carpatair SA, με έδρα την Τιμισοάρα (Ρουμανία), εκπροσωπούμενη από τον J. Rivas de Andr?s, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους J. Carpi Bad?a και S. Verschraegen,

καθής,

υποστηριζόμενης από την

Wizz Air Hungary L?gik?zleked?si Zrt. (Wizz Air Hungary Zrt.), με έδρα τη Βουδαπέστη (Ουγγαρία), εκπροσωπούμενη από τους E. Vahida και S. Rating, δικηγόρους,

και από την

Societatea Na?ional? «Aeroportul Interna?ional Timi?oara – Traian Vuia» SA (AITTV), με έδρα τη Ghiroda (Ρουμανία), εκπροσωπούμενη από τον V. Power, SC, και τον R. Hourihan, solicitor,

παρεμβαίνουσες,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους N. P??torak, πρόεδρο, J. Mart?n y P?rez de Nanclares (εισηγητή), G. Hesse, G. Steinfatt και D. Petrl?k, δικαστές,

γραμματέας: A. Audras-Hidelot, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, και ιδίως το από 20 Οκτωβρίου 2025 μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Δεκεμβρίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα, Carpatair SA, ζητεί την ακύρωση της απόφασης (ΕΕ) 2021/1428 της Επιτροπής, της 24ης Φεβρουαρίου 2020, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA. 31662 – C/2011 (πρώην NN/2011) την οποία έθεσε σε εφαρμογή η Ρουμανία για τον Διεθνή Αερολιμένα της Τιμισοάρα – Wizz Air (ΕΕ 2021, L 308, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), κατά το μέρος που κρίθηκε με αυτήν ότι ορισμένα μέτρα δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

I.      Ιστορικό της διαφοράς

2        Η προσφεύγουσα είναι ρουμανική περιφερειακή αεροπορική εταιρία. Κατά τη διάρκεια του 2000, δημιούργησε τον δικό της κόμβο στον διεθνή αερολιμένα της Τιμισοάρα (Ρουμανία) (στο εξής: αερολιμένας), παρέχοντας υπηρεσίες κομβικών γραμμών και ακτινικών συνδέσεων.

3        O αερολιμένας τελεί υπό την εκμετάλλευση της δεύτερης παρεμβαίνουσας, ήτοι της Societatea Na?ional? «Aeroportul Interna?ional Timi?oara – Traian Vuia» SA (AITTV), εταιρίας της οποίας το ρουμανικό κράτος κατέχει το 80 % του κεφαλαίου.

4        Ενόψει της αύξησης της κίνησης που επρόκειτο να προκύψει λόγω της ένταξης της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007 και προκειμένου να πληρωθούν οι προϋποθέσεις ένταξης στον χώρο Σένγκεν από πλευράς ασφαλείας, η AITTV έλαβε χρηματοδότηση από το ρουμανικό κράτος ώστε να κατασκευαστεί τερματικός σταθμός για τις πτήσεις εκτός Σένγκεν και να αγοραστεί εξοπλισμός ασφαλείας.

5        Στο πλαίσιο στρατηγικής με σκοπό την προσέλκυση αεροπορικών εταιριών χαμηλού κόστους και την ενίσχυση της συνολικής κερδοφορίας του αερολιμένα, η AITTV συνήψε με την πρώτη παρεμβαίνουσα Wizz Air Hungary L?gik?zleked?si Zrt. (Wizz Air Hungary Zrt.) (στο εξής: Wizz Air), ουγγρική αεροπορική εταιρία χαμηλού κόστους, ορισμένες συμφωνίες οι οποίες καθόριζαν τις αρχές της μεταξύ τους συνεργασίας και τους γενικούς όρους χρήσης των υποδομών και των αερολιμενικών υπηρεσιών από τη Wizz Air (στο εξής: συμφωνίες του 2008). Δύο από τις συμφωνίες αυτές τροποποιήθηκαν στις 25 Ιουνίου 2010 από ένα νέο καθεστώς μειώσεων που συμφωνήθηκε μεταξύ της Wizz Air και της AITTV, το οποίο κάλυπτε την περίοδο έως τις 6 Φεβρουαρίου 2011 (στο εξής: τροποποιητικές συμφωνίες του 2010). Η Wizz Air άρχισε να εκτελεί πτήσεις με αναχώρηση από τον αερολιμένα τον Οκτώβριο του 2008.

6        Στις 30 Σεπτεμβρίου 2010 η προσφεύγουσα υπέβαλε καταγγελία ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για παράνομη κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από τις ρουμανικές αρχές υπέρ της Wizz Air.

7        Στις 24 Μαΐου 2011 η Επιτροπή ενημέρωσε τη Ρουμανία για την απόφασή της να κινήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ επίσημη διαδικασία έρευνας (στο εξής: απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας), μεταξύ άλλων, σχετικά με τις εκπτώσεις και μειώσεις στα αερολιμενικά τέλη που χορηγήθηκαν σύμφωνα με τα Εγχειρίδια Αεροναυτικών Πληροφοριών (στο εξής: ΕΑΠ) του 2007, του 2008 και του 2010.

8        Από το έτος 2014 η προσφεύγουσα έπαυσε τις δραστηριότητές της στον αερολιμένα και υπήχθη σε διαδικασία δικαστικής αναδιάρθρωσης. Η κύρια επιχειρησιακή της βάση βρίσκεται πλέον στον αερολιμένα του Arad (Ρουμανία), ο οποίος απέχει 50 χιλιόμετρα (km) από τον αερολιμένα και από τον οποίο προσφέρει κυρίως ναυλωμένες πτήσεις. Η προσφεύγουσα δεν προσφέρει πλέον προγραμματισμένες πτήσεις.

9        Στις 24 Φεβρουαρίου 2020 η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

10      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός, η Επιτροπή εξέτασε την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τα αερολιμενικά τέλη που δημοσιεύθηκαν στο ΕΑΠ του 2007, το ΕΑΠ του 2008 και το ΕΑΠ του 2010 (αιτιολογικές σκέψεις 40 έως 49 και 267 έως 299 της προσβαλλόμενης απόφασης), τις συμφωνίες του 2008 και τις τροποποιητικές συμφωνίες του 2010 (στο εξής, από κοινού: συμφωνίες του 2008 και του 2010) (αιτιολογικές σκέψεις 50 έως 76 και 300 έως 440 της προσβαλλόμενης απόφασης).

11      Αφετέρου, αφού έκρινε ότι ορισμένες από τις χρηματοδοτήσεις που χορηγήθηκαν στην AITTV συνιστούσαν κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή εξέτασε αν αυτές ήταν συμβατές με την εσωτερική αγορά (αιτιολογικές σκέψεις 236 έως 266 της προσβαλλόμενης απόφασης).

12      Όσον αφορά τα αερολιμενικά τέλη που έχουν δημοσιευθεί στα ΕΑΠ του 2007, του 2008 και του 2010, η Επιτροπή έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο βασικός συντελεστής, οι μειώσεις και οι εκπτώσεις των τελών αυτών δεν ήταν επιλεκτικές. Η Επιτροπή κατέληξε συνεπώς στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω μέτρο δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

13      Όσον αφορά τις συμφωνίες του 2008 και του 2010, η Επιτροπή επισήμανε, λαμβάνοντας υπόψη οικονομικές εκτιμήσεις μεταγενέστερες της σύναψής τους, ότι οι εν λόγω συμφωνίες αναμένονταν να είναι πρόσθετα αποδοτικές για την AITTV. Συνεπώς, η Επιτροπή έκρινε ότι ένας συνετός ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς θα είχε συνομολογήσει τέτοιες συμφωνίες. Επιπλέον, οι συμφωνίες αυτές ήταν μέρος μιας συνολικής στρατηγικής και μιας μακροπρόθεσμης προσπάθειας για τη συνολική αποδοτικότητα του αερολιμένα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω συμφωνίες δεν παρείχαν οικονομικό πλεονέκτημα στη Wizz Air το οποίο η εταιρία αυτή δεν θα είχε λάβει υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς.

14      Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κατέληξε, στο άρθρο 2 της προσβαλλόμενης απόφασης, στο συμπέρασμα ότι τα αερολιμενικά τέλη που είχαν δημοσιευθεί στα ΕΑΠ του 2007, του 2008 και του 2010 και οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

II.    Διαδικασία πριν από την αναπομπή

Α.      Επί της αρχικής απόφασης

15      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Αυγούστου 2020, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ζητώντας να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κρίθηκε με αυτήν ότι ούτε το ΕΑΠ του 2010 ούτε οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 (στο εξής, από κοινού: επίδικα μέτρα) συνιστούν παράνομη και μη συμβατή με την εσωτερική αγορά κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στη Wizz Air.

16      Με την απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2023, Carpatair κατά Επιτροπής (T-522/20, στο εξής: αρχική απόφαση, EU:T:2023:51), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατά πρώτον, ότι η προσφυγή έπρεπε να θεωρηθεί παραδεκτή, επειδή η προσφεύγουσα είχε καταδείξει ότι είχε τόσο έννομο συμφέρον όσο και ενεργητική νομιμοποίηση για να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

17      Κατά δεύτερον, αφού δέχθηκε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως και, εν μέρει, τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα προς στήριξη της προσφυγής της, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε το άρθρο 2 της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που με αυτή κρίθηκε ότι τα αερολιμενικά τέλη που μνημονεύονταν στο ΕΑΠ του 2010 και στις συμφωνίες του 2008 και του 2010 δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις.

Β.      Επί της αναιρετικής απόφασης

18      Με αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησαν, η Επιτροπή (υπόθεση C-244/23 P), η Wizz Air (υπόθεση C-245/23 P) και η AITTV (υπόθεση C-246/23 P) ζήτησαν την αναίρεση της αρχικής απόφασης.

19      Με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2025, Επιτροπή κ.λπ. κατά Carpatair (C-244/23 P έως C-246/23 P, στο εξής: αναιρετική απόφαση, EU:C:2025:87), το Δικαστήριο αναίρεσε την αρχική απόφαση στο σύνολό της για λόγους που αφορούσαν την απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησης της προσφεύγουσας για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

20      Το Δικαστήριο ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα, κρίνοντας ότι η διαφορά δεν ήταν ώριμη προς εκδίκαση, δεδομένου η εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής και, εφόσον αυτή κριθεί παραδεκτή, του βασίμου της προϋποθέτει πραγματικές εκτιμήσεις ως προς τις οποίες έπρεπε να ληφθούν συμπληρωματικά μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή διεξαγωγής αποδείξεων.

III. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων κατόπιν της αναπομπής

21      Με δικόγραφα που κατέθεσαν στις 9, στις 22 και στις 23 Απριλίου 2025 αντιστοίχως, η προσφεύγουσα, η AITTV, η Επιτροπή και η Wizz Air υπέβαλαν παρατηρήσεις σχετικά με τη συνέχεια της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 193, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

22      Η προσφεύγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει το άρθρο 2 της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που με αυτό κρίθηκε ότι το ΕΑΠ του 2010 και οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να φέρει τα δικαστικά έξοδά της και να την καταδικάσει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα προκειμένου να απαντήσει στις παρατηρήσεις που υπέβαλε το εν λόγω θεσμικό όργανο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τόσο πρωτοδίκως όσο και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας κατόπιν αναπομπής, και ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της δίκης κατ’ αναίρεση

–        να υποχρεώσει τις Wizz Air και AITTV να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους και να τις καταδικάσει στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα προκειμένου να απαντήσει στις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι εν λόγω παρεμβαίνουσες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τόσο πρωτοδίκως όσο και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας κατόπιν αναπομπής, και ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της δίκης κατ’ αναίρεση.

23      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη

–        να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η αρχική απόφαση καθώς και των εξόδων των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρετική απόφαση.

24      Η Wizz Air ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή

–        να υποχρεώσει την προσφεύγουσα να φέρει τα δικαστικά έξοδά της και να την καταδικάσει στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Wizz Air στο πλαίσιο της δίκης σε πρώτο βαθμό και της διαδικασίας κατόπιν αναπομπής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου καθώς και στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.

25      Η AITTV ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη

–        να επαναφέρει πλήρως σε ισχύ την προσβαλλόμενη απόφαση

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η AITTV στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου.

IV.    Σκεπτικό

Α.      Επί του παραδεκτού των αποσπασμάτων της έκθεσης του δικαστικού διαχειριστή

26      Η προσφεύγουσα προσκόμισε ως παράρτημα στις παρατηρήσεις της επί του υπομνήματος παρεμβάσεως της AITTV αποσπάσματα της έκθεσης του δικαστικού διαχειριστή η οποία τιτλοφορείται «Έκθεση σχετικά με τις αιτίες της αφερεγγυότητας της Carpatair», προκειμένου να αποδείξει ότι οι δραστηριότητες της Wizz Air έθιγαν την ανταγωνιστική της θέση.

27      Η Επιτροπή, η Wizz Air και η AITTV υποστηρίζουν ότι τα εν λόγω αποσπάσματα είναι απαράδεκτα. Ειδικότερα, η Επιτροπή και η Wizz Air προβάλλουν ότι η έκθεση αυτή προσκομίστηκε εκπρόθεσμα.

28      Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα αποδεικτικά στοιχεία προσκομίζονται και τα αποδεικτικά μέσα προτείνονται στο πλαίσιο της πρώτης ανταλλαγής υπομνημάτων. Εν προκειμένω, μολονότι γίνεται μνεία της έκθεσης του δικαστικού διαχειριστή ήδη στο δικόγραφο της προσφυγής, εντούτοις η προσφεύγουσα περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι το επίμαχο παράρτημα πρέπει να κριθεί παραδεκτό για τον λόγο ότι από τα εν λόγω αποσπάσματα μπορούν να αποδειχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις τις οποίες είχε επί της ανταγωνιστικής θέσης της ο αθέμιτος ανταγωνισμός της Wizz Air. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν παρέσχε καμία πειστική εξήγηση όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους προσκόμισε εκπρόθεσμα τα αποσπάσματα της έκθεσης του δικαστικού διαχειριστή, απαντώντας στο υπόμνημα παρεμβάσεως της AITTV.

29      Κατά συνέπεια, τα αποσπάσματα της έκθεσης του δικαστικού διαχειριστή πρέπει να θεωρηθούν απαράδεκτα.

Β.      Επί του παραδεκτού της προσφυγής

1.      Επί του εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας

30      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την AITTV, αμφισβητεί το συμφέρον της προσφεύγουσας για ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως προς το ζήτημα αυτό, παρατηρεί ιδίως ότι η θετική έκβαση της υπό κρίση προσφυγής ακυρώσεως δεν έχει άμεση επιρροή επί αιτήσεως αναιρέσεως που έχει ασκήσει η προσφεύγουσα ενώπιον του ?nalta Curte de Casa?ie ?i Justi?ie (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ρουμανία) κατά της απόφασης του Curtea de Apel Bucure?ti (εφετείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία) επί αγωγής αποζημίωσης που είχε ασκήσει. Ομοίως, η υπό κρίση προσφυγή δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης σχετικά με την ανάκτηση της ενίσχυσης που χορηγήθηκε μέσω του ΕΑΠ του 2010, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Curtea de Apel Alba Iulia (εφετείου Alba Iulia, Ρουμανία).

31      Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής.

32      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη από φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι παραδεκτή μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Ένα τέτοιο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως δύναται, αυτή καθεαυτήν, να έχει έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

33      Επιπλέον, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος πρέπει να υφίσταται, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της προσφυγής, κατά τον χρόνο ασκήσεώς της, άλλως η προσφυγή κρίνεται απαράδεκτη. Το εν λόγω αντικείμενο της διαφοράς πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται, όπως και το έννομο συμφέρον, έως την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, διότι διαφορετικά η δίκη καταργείται (βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Hansestadt L?beck, C-524/14 P, EU:C:2016:971, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

34      Εν προκειμένω, απαντώντας σε ερωτήσεις που της έθεσε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, η προσφεύγουσα δήλωσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Δεκεμβρίου 2025, ότι, μολονότι η δίκη σχετικά με την αγωγή αποζημίωσης είχε περατωθεί, η δίκη σχετικά με την ανάκτηση της επίμαχης ενίσχυσης έχει ανασταλεί μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης να είναι, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της, ικανή να επηρεάσει την έκβαση της δίκης σχετικά με την ανάκτηση της επίμαχης ενίσχυσης.

35      Ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, η ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης μπορεί να ωφελήσει την προσφεύγουσα στο πλαίσιο της προσφυγής της ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δικαιολογεί το έννομο συμφέρον της (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-544/17 P, EU:C:2018:880, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36      Επιπλέον, όσον αφορά τη δεύτερη καταγγελία την οποία υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 13 Σεπτεμβρίου 2011 και η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό SA.33598, η Επιτροπή την ενημέρωσε, την 1η Ιουλίου 2020, ότι δεν θα κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας για τη δεύτερη αυτή υπόθεση διότι τα επίμαχα μέτρα είναι παρεμφερή με εκείνα που εξετάζονται στο πλαίσιο της προσβαλλόμενης απόφασης.

37      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι η προκαταρκτική εξέταση, εκ μέρους της Επιτροπής, της δεύτερης καταγγελίας εξακολουθούσε να εκκρεμεί, πράγμα που επιβεβαίωσε το εν λόγω θεσμικό όργανο.

38      Συνεπώς, τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης δύναται να οδηγήσει στην κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας η οποία θα αφορά τη δεύτερη αυτή υπόθεση και στο πλαίσιο της οποίας η προσφεύγουσα θα έχει, κατ’ αρχήν, τη δυνατότητα να ασκήσει τα διαδικαστικά δικαιώματά της διατυπώνοντας παρατηρήσεις.

39      Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης δύναται να την ωφελήσει. Η προσφεύγουσα έχει συνεπώς έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

2.      Επί της ενεργητικής νομιμοποίησης της προσφεύγουσας

40      Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, για να κριθεί παραδεκτή μια προσφυγή ασκούμενη από φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά πράξεως της οποίας το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι αποδέκτης, δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προϋποτίθεται η αναγνώριση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του προσφεύγοντος, η οποία υφίσταται σε δύο περιπτώσεις. Αφενός, η εν λόγω προσφυγή μπορεί να ασκηθεί υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη αυτή αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά. Αφετέρου, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά κανονιστικής πράξεως για την εφαρμογή της οποίας δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα εφόσον η πράξη αυτή το αφορά άμεσα (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψεις 59 και 91, και της 15ης Ιουλίου 2021, Deutsche Lufthansa κατά Επιτροπής, C-453/19 P, EU:C:2021:608, σκέψη 31).

41      Επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά, αφενός, ατομική πράξη, καθόσον η Επιτροπή αποφαίνεται ότι οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, και, αφετέρου, κανονιστική πράξη για την εφαρμογή της οποίας δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, καθόσον η Επιτροπή αποφαίνεται ότι το καθεστώς αερολιμενικών τελών που θεσπίστηκε με το ΕΑΠ του 2010 δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Κατά συνέπεια, προκειμένου να στοιχειοθετήσει την ενεργητική νομιμοποίησή της, η προσφεύγουσα πρέπει να αποδείξει ότι το τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά τις συμφωνίες του 2008 και του 2010 την αφορά άμεσα και ατομικά. Αντιθέτως, αρκεί να αποδείξει ότι το τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά το ΕΑΠ του 2010 την αφορά άμεσα (αναιρετική απόφαση, σκέψη 59).

42      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τις Wizz Air και AITTV, υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς για την άσκηση προσφυγής κατά των επίδικων μέτρων. Αφενός, η Επιτροπή υποστηρίζει, εν συνόψει, ότι οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 δεν αφορούν ατομικά την προσφεύγουσα, διότι, πρώτον, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ανταγωνιζόταν άμεσα τη Wizz Air και, δεύτερον, εν πάση περιπτώσει, δεν απέδειξε επαρκώς ότι η μείωση των αποδόσεών της οφειλόταν στον ανταγωνισμό που ασκούσε η Wizz Air, ενώ η ίδια ήταν ένας μόνον από τους πολυάριθμους ανταγωνιστές της Wizz Air στον αερολιμένα.

43      Αφετέρου, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τις Wizz Air και AITTV, προβάλλει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορά άμεσα.

44      Κατά πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 την αφορούν ατομικά, κατά το μέτρο που η θέση της στην αγορά επηρεάστηκε ουσιωδώς από την ενίσχυση την οποία έλαβε η Wizz Air από την AITTV δυνάμει των συμφωνιών αυτών.

45      Εν συνόψει, η προσφεύγουσα προβάλλει, πρώτον, ότι ανταγωνιζόταν άμεσα τη Wizz Air για πέντε αεροπορικές συνδέσεις και εμμέσως για ακόμη πέντε αεροπορικές συνδέσεις. Οι επιδοτήσεις που έλαβε η Wizz Air για τις συνδέσεις ως προς τις οποίες η προσφεύγουσα ανταγωνιζόταν άμεσα ή έμμεσα την εν λόγω αεροπορική εταιρία είχαν ως αποτέλεσμα την πτώση κατά περισσότερο από 70 %, με όρους αξίας, της επιβατικής κίνησης της προσφεύγουσας στις πτήσεις προς και από τον αερολιμένα. Συνεπώς, ο επιδοτούμενος ανταγωνισμός της Wizz Air προκάλεσε, κατά την προσφεύγουσα, την επιδείνωση των εμπορικών και οικονομικών επιδόσεών της, όπως ιδίως μείωση του κύκλου εργασιών της και οικονομικές απώλειες.

46      Δεύτερον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η περίπτωσή της είναι ιδιαίτερη, διότι καμία άλλη αεροπορική εταιρία στον αερολιμένα δεν υπέστη στον ίδιο βαθμό με την ίδια τη στρέβλωση του ανταγωνισμού που απορρέει από την κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στη Wizz Air.

47      Κατά δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τόσο οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 όσο και το ΕΑΠ του 2010 την αφορούν άμεσα.

48      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει πρώτα την προϋπόθεση του ατομικού επηρεασμού της προσφεύγουσας όσον αφορά τις συμφωνίες του 2008 και του 2010.

α)      Επί του ατομικού επηρεασμού της προσφεύγουσας όσον αφορά τις συμφωνίες του 2008 και του 2010

1)      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

49      Υπενθυμίζεται ότι η προσφεύγουσα δεν είναι δικαιούχος των μέτρων που προέκυψαν από τις συμφωνίες του 2008 και του 2010.

50      Πλην όμως, όταν ο προσφεύγων αμφισβητεί το βάσιμο αποφάσεως για την εκτίμηση ενίσχυσης που ελήφθη βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ή κατά το πέρας της επίσημης διαδικασίας έρευνας, πρέπει να αποδείξει ότι η απόφαση αυτή τον επηρεάζει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ή λόγω μιας πραγματικής κατάστασης η οποία τον διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τον εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς τον αποδέκτη της αποφάσεως. Τούτο ισχύει ιδιαιτέρως όταν η θέση του προσφεύγοντος στη σχετική αγορά επηρεάζεται ουσιωδώς από την ενίσχυση που αποτελεί το αντικείμενο της επίμαχης αποφάσεως (βλ. αναιρετική απόφαση, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

51      Υπενθυμίζεται ότι η απόδειξη του ουσιώδους επηρεασμού της θέσης του προσφεύγοντος στη σχετική αγορά δεν σημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί οριστικώς επί των σχέσεων ανταγωνισμού μεταξύ του προσφεύγοντος και των επιχειρήσεων που είναι δικαιούχοι του επίμαχου μέτρου, αλλά απαιτεί μόνον από τον προσφεύγοντα να καταδείξει κατά τρόπο πειστικό τους λόγους για τους οποίους η απόφαση της Επιτροπής μπορεί να θίξει τα θεμιτά συμφέροντά του, επηρεάζοντας ουσιωδώς τη θέση του στη σχετική αγορά. Πράγματι, ο ουσιώδης επηρεασμός της ανταγωνιστικής θέσης του προσφεύγοντος στη σχετική αγορά προκύπτει όχι από τη διεξοδική ανάλυση των διαφόρων σχέσεων ανταγωνισμού σε αυτήν, ανάλυση μέσω της οποίας θα μπορούσε να αποδειχθεί με ακρίβεια η έκταση του επηρεασμού της ανταγωνιστικής θέσης του, αλλά, κατ’ αρχήν, από την prima facie διαπίστωση ότι η χορήγηση του μέτρου το οποίο αφορά η απόφαση της Επιτροπής έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάζεται ουσιωδώς η θέση αυτή (βλ. αναιρετική απόφαση, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

52      Αντιθέτως, το γεγονός και μόνον ότι η πράξη της οποίας την ακύρωση ζητεί ο προσφεύγων είναι ικανή να ασκήσει κάποια επιρροή στις σχέσεις ανταγωνισμού που υφίστανται στη σχετική αγορά και ότι αυτός τελεί σε οποιαδήποτε ανταγωνιστική σχέση με τον ωφελούμενο από την πράξη αυτή δεν αρκεί ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω πράξη τον αφορά ατομικά. Με άλλα λόγια, μια επιχείρηση δεν μπορεί να επικαλεσθεί αποκλειστικά και μόνον την ιδιότητά της ως ανταγωνίστριας της επιχείρησης που ωφελείται από το μέτρο που αφορά η πράξη της οποίας ζητεί την ακύρωση (βλ. απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2022, Deutsche Lufthansa κατά Επιτροπής, C-594/19 P, EU:C:2022:40, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

53      Επιπλέον, ο ουσιώδης επηρεασμός της θέσεως ανταγωνιστή στην αγορά δεν αποδεικνύεται μόνο από την ύπαρξη ορισμένων στοιχείων ενδεικτικών μιας ελαττώσεως των εμπορικών ή οικονομικών επιδόσεων του προσφεύγοντος, όπως είναι η σημαντική μείωση του κύκλου εργασιών, μη αμελητέες οικονομικές απώλειες ή ακόμη σημαντική μείωση των μεριδίων αγοράς κατόπιν της χορηγήσεως της επίμαχης ενισχύσεως. Η χορήγηση κρατικής ενισχύσεως μπορεί να θίγει την ανταγωνιστική κατάσταση ενός επιχειρηματία και με άλλους τρόπους, ιδίως συνεπαγόμενη διαφυγόν κέρδος ή λιγότερο ευνοϊκή εξέλιξη από εκείνη που θα μπορούσε να σημειωθεί ελλείψει μιας τέτοιας ενισχύσεως (βλ. απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2022, Deutsche Lufthansa κατά Επιτροπής, C-594/19 P, EU:C:2022:40, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

54      Τέλος, από τη νομολογία προκύπτει ότι δεν είναι αναγκαία η προσκόμιση στοιχείων σχετικά με το μέγεθος και τη δομή της αγοράς ή των αγορών, καθώς και τους ανταγωνιστές που δραστηριοποιούνται σε αυτήν ή αυτές, προκειμένου να προσδιοριστεί η αγορά ή οι αγορές βάσει των οποίων θα πρέπει να εκτιμηθεί η προϋπόθεση περί του ουσιώδους επηρεασμού της ανταγωνιστικής θέσης (πρβλ. απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Deutsche Lufthansa κατά Επιτροπής, C-453/19 P, EU:C:2021:608, σκέψεις 64 και 65).

55      Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 8 ανωτέρω, από το έτος 2014 η προσφεύγουσα έπαυσε τις δραστηριότητές της στον αερολιμένα και υπήχθη σε διαδικασία δικαστικής αναδιάρθρωσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να αποδείξει τον ατομικό επηρεασμό της, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί δυνητικό μελλοντικό ανταγωνισμό, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι, όταν οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 παρήγαν τα αποτελέσματά τους, υπήρχε πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ της ίδιας και της Wizz Air.

56      Ως προς το ζήτημα αυτό, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι πληροί την προϋπόθεση του ατομικού επηρεασμού κατά το μέτρο που, αφενός, ανταγωνιζόταν άμεσα ή έμμεσα τη Wizz Air σε δέκα γραμμές με αναχώρηση από τον αερολιμένα και, αφετέρου, η περίπτωσή της είναι ιδιαίτερη.

57      Αντιθέτως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί προς απόδειξη του ατομικού επηρεασμού της το γεγονός ότι συμμετείχε ενεργά στη διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής. Πράγματι, δεν μπορεί να συναχθεί εκ μόνης της συμμετοχής του προσφεύγοντος στη διοικητική διαδικασία ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τον αφορά ατομικά (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2007, Sniace κατά Επιτροπής, C-260/05 P, EU:C:2007:700, σκέψη 60, και διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 2016, Greenpeace Energy κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-382/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:589, σκέψη 39), ακόμη και αν, όπως εν προκειμένω, αυτός έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διοικητική διαδικασία, καταθέτοντας παραδείγματος χάριν την καταγγελία που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

2)      Επί της ύπαρξης άμεσης ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air

58      H προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ανταγωνιζόταν άμεσα τη Wizz Air σε πέντε γραμμές με αναχώρηση από τον αερολιμένα, για τον λόγο ότι αυτές εξυπηρετούσαν τους ίδιους αερολιμένες ή αερολιμένες που απείχαν μεταξύ τους λιγότερο από 100 km, ήτοι, όσον αφορά τη Γερμανία, για την αεροπορική σύνδεση με το Ντίσελντορφ (η προσφεύγουσα προσέφερε αεροπορική σύνδεση με το Ντίσελντορφ και η Wizz Air με το Ντόρτμουντ, ενώ οι δύο πόλεις απέχουν οδικώς 70 km) και, όσον αφορά την Ιταλία, για τις αεροπορικές συνδέσεις με τη Βενετία (η προσφεύγουσα προσέφερε αεροπορική σύνδεση με τη Βενετία και η Wizz Air με το Τρεβίζο, ενώ οι δύο πόλεις απέχουν οδικώς 41 km), την αεροπορική σύνδεση Μπέργκαμο-Μιλάνο, την αεροπορική σύνδεση με τη Μπολόνια (η προσφεύγουσα προσέφερε αεροπορική σύνδεση με τη Μπολόνια και η Wizz Air με το Forli, ενώ οι δύο πόλεις απέχουν οδικώς 73 km) και την αεροπορική σύνδεση με τη Ρώμη.

59      Επί του ζητήματος αυτού, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα ανταγωνιζόταν τη Wizz Air σε πέντε αεροπορικές συνδέσεις με πτήσεις από τον αερολιμένα, διότι αυτές εξυπηρετούσαν τους ίδιους αερολιμένες ή αερολιμένες ευρισκόμενους σε απόσταση μικρότερη από τα 100 km, χωρίς να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους δεν δέχθηκε τα επιχειρήματα της AITTV με τα οποία αμφισβητείται η ύπαρξη τέτοιου ανταγωνισμού, λόγω ιδίως των διαφορετικών επιχειρηματικών μοντέλων των δύο αεροπορικών εταιριών και των διαφορετικών τεχνικών χαρακτηριστικών των στόλων αεροσκαφών τους, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει (αναιρετική απόφαση, σκέψεις 66 και 70).

60      Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα της AITTV ότι η προσφεύγουσα και η Wizz Air λειτουργούσαν με διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα, δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι η προσφεύγουσα είχε επιλέξει μοντέλο κομβικών γραμμών και ακτινικών συνδέσεων (hub and spoke), ενώ η Wizz Air είχε επιλέξει μοντέλο εκμετάλλευσης δικτύου «από σημείο σε σημείο».

61      Ως προς το ζήτημα αυτό, διευκρινίζεται ότι, στο πλαίσιο ενός δικτύου κομβικών γραμμών και ακτινικών συνδέσεων, οι πτήσεις σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να προσφέρονται στους επιβάτες συνδέσεις μεταξύ κύριων αερολιμένων, όπως είναι οι διεθνείς αερολιμένες, και δευτερευόντων αερολιμένων, όπως είναι οι περιφερειακοί αερολιμένες. Το μοντέλο εκμετάλλευσης δικτύου «από σημείο σε σημείο» σχεδιάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχει απευθείας σύνδεση μεταξύ των διαφόρων προορισμών.

62      Από τη νομολογία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού, αρκεί η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα είναι ανταγωνίστρια της ωφελούμενης από τα καταγγελλόμενα κρατικά μέτρα επιχειρήσεως, εφόσον οι δύο αυτές επιχειρήσεις εκμεταλλεύονταν, άμεσα ή έμμεσα, τακτικές γραμμές αεροπορικής μεταφοράς επιβατών από ή προς αερολιμένες που βρίσκονται μεταξύ τους σε εγγύτητα (πρβλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 2012, Ryanair κατά Επιτροπής, T-123/09, EU:T:2012:164, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63      Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ανταγωνισμού μεταξύ των αεροπορικών εταιριών που λειτουργούν με μοντέλο κομβικών γραμμών και ακτινικών συνδέσεων και εκείνων που λειτουργούν με μοντέλο δικτύου «από σημείο σε σημείο» [πρβλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2023, Wizz Air Hungary κατά Επιτροπής (TAROM COVID-19), T-332/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:645, σκέψη 156].

64      Εν προκειμένω, κατά το μέτρο που η προσφεύγουσα και η Wizz Air εξυπηρετούσαν τους ίδιους αερολιμένες ή αερολιμένες ευρισκόμενους σε απόσταση μικρότερη από τα 100 km, οι δυνητικοί πελάτες μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ των προσφερόμενων και από τις δύο υπηρεσιών. Επιπλέον, για την ύπαρξη ανταγωνισμού δεν απαιτείται η προσφορά πανομοιότυπων προϊόντων ή υπηρεσιών, αλλά η ικανοποίηση ισοδύναμων αναγκών, ήτοι εν προκειμένω, της άφιξης των πελατών σε ορισμένο προορισμό.

65      Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα και η Wizz Air είχαν διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα δεν αποκλείει την ύπαρξη ανταγωνισμού μεταξύ τους.

66      Δεύτερον, το γεγονός, που επικαλείται η AITTV, ότι οι στόλοι αεροσκαφών της Wizz Air και της προσφεύγουσας είχαν διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά και ότι, για τον λόγο αυτό, η Wizz Air μπόρεσε να πραγματοποιήσει οικονομίες κλίμακας δεν είναι κρίσιμο για να διαπιστωθεί αν οι δύο αυτές εταιρίες βρίσκονταν σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, δεδομένου ότι οι διαφορές αυτές δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα των επιβατών να επιλέξουν μεταξύ των δύο αερομεταφορέων. Ομοίως, η άσκηση από την προσφεύγουσα άλλων δαπανηρών παρεπόμενων δραστηριοτήτων δεν ασκεί καμία επιρροή ως προς το αν οι δύο αυτές εταιρίες βρίσκονταν σε ανταγωνισμό όσον αφορά τις υπηρεσίες που συνδέονται με την αερομεταφορά επιβατών.

67      Τρίτον, δεν είναι κρίσιμα το προβαλλόμενο από την AITTV γεγονός ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και κατάθεσης της υπό κρίση προσφυγής, η προσφεύγουσα είχε από μακρού χρόνου αλλάξει επιχειρηματικό μοντέλο και το γεγονός ότι οι δύο αεροπορικές εταιρίες ασκούν πλέον τις δραστηριότητες τους από διαφορετικά αεροδρόμιο και με διαφορετικό τρόπο. Πράγματι, όπως επισημάνθηκε, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 55 ανωτέρω, προκειμένου να αποδείξει τον ατομικό επηρεασμό της, η προσφεύγουσα πρέπει να αποδείξει ότι υπήρχε πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ της ίδιας και της Wizz Air όταν οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 παρήγαν τα αποτελέσματά τους και όχι όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή κατατέθηκε η υπό κρίση προσφυγή.

68      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων της AITTV, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το αμφισβητούμενο από την προσφεύγουσα παραδεκτό τους.

69      Εξάλλου, με τις παρατηρήσεις επί της αναιρετικής απόφασης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα και η Wizz Air βρίσκονταν σε ανταγωνισμό μόνο ως προς δύο αεροπορικές συνδέσεις, ήτοι για τα δρομολόγια που εξυπηρετούσαν το Μπέργκαμο-Μιλάνο και τη Ρώμη. Κατά την Επιτροπή, όσον αφορά τα λοιπά δρομολόγια η προσφεύγουσα οφείλει να προσκομίσει και άλλα στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι οι αερολιμένες ήταν εναλλάξιμοι, δεδομένου ότι δεν αρκεί προς τούτο το γεγονός και μόνο ότι απέχουν μεταξύ τους λιγότερο από 100 km.

70      Επί του σημείου αυτού, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, με την απόφασή της C(2019) 4990 final, της 5ης Ιουλίου 2019, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.46373 (2019/NN) – Γερμανία – Λειτουργική ενίσχυση υπέρ του αερολιμένα του Ντόρτμουντ (ΕΕ 2020, C 43, σ. 1), έκρινε ότι μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι αερολιμένες του Ντίσελντορφ και του Ντόρτμουντ δεν είναι στην ίδια ζώνη επιρροής, με την αυστηρή έννοια του όρου.

71      Εντούτοις, αφενός, η εκτίμηση της Επιτροπής στην απόφαση που παρατίθεται στη σκέψη 70 ανωτέρω δεν διατυπώνεται κατά τρόπο κατηγορηματικό και, επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί από αυτήν ότι η Επιτροπή διαπίστωσε πράγματι ότι οι δύο αερολιμένες δεν βρίσκονταν στην ίδια ζώνη επιρροής. Αφετέρου, διαπιστώνεται ότι, κατά την έκδοση της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή εκτιμούσε ότι η προσφεύγουσα και η Wizz Air ανταγωνίζονταν ως προς τα δρομολόγια που εξυπηρετούσαν το Ντίσελντορφ, τη Βενετία, το Μπέργκαμο-Μιλάνο, τη Μπολόνια και τη Ρώμη και είχε συνεπώς ορίσει τη σχετική αγορά ως το ζεύγος πόλεων στις αερομεταφορές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και ακολουθώντας την πρακτική που εφαρμόζει για τη λήψη αποφάσεων επί ζητημάτων ανταγωνισμού, η Επιτροπή θεώρησε εμμέσως πλην σαφώς ως εναλλάξιμους τους αερολιμένες που βρίσκονται σε κοντινή μεταξύ τους απόσταση, όπως είναι οι αερολιμένες του Ντίσελντορφ και του Ντόρτμουντ, της Μπολόνια και του Forli ή ακόμη της Βενετίας και του Τρεβίζο. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η γεωγραφική εγγύτητα μεταξύ αερολιμένων που απέχουν μεταξύ τους λιγότερο από 115 km και το γεγονός ότι ο ένας βρίσκεται, ως εκ τούτου, στη ζώνη επιρροής του άλλου μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ των δύο αυτών αερολιμένων (πρβλ. απόφαση της 12ης Απριλίου 2019, Deutsche Lufthansa κατά Επιτροπής, T-492/15, EU:T:2019:252, σκέψη 159).

72      Επομένως, ορθώς η προσφεύγουσα στηρίχθηκε στο γεγονός ότι οι αερολιμένες του Ντόρτμουντ και του Ντίσελντορφ, οι αερολιμένες της Μπολόνια και του Forli καθώς και οι αερολιμένες της Βενετίας και του Τρεβίζο απέχουν μεταξύ τους λιγότερο από 100 km, για να τους θεωρήσει ως εναλλάξιμους και, ως εκ τούτου, να εκτιμήσει ότι ανταγωνιζόταν με τη Wizz Air στις γραμμές που τους εξυπηρετούσαν.

73      Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Wizz Air ανταγωνιζόταν άμεσα την προσφεύγουσα σε πέντε γραμμές που εξυπηρετούσαν τους ίδιους αερολιμένες ή αερολιμένες που απείχαν μεταξύ τους λιγότερο από 100 km, ήτοι, όσον αφορά τη Γερμανία, το δρομολόγιο που εξυπηρετούσε το Ντίσελντορφ και, όσον αφορά την Ιταλία, τα δρομολόγια που εξυπηρετούσαν τη Βενετία, το Μπέργκαμο-Μιλάνο, τη Μπολόνια και τη Ρώμη.

3)      Επί της ύπαρξης έμμεσης ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air

74      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι βρισκόταν σε έμμεσο ανταγωνισμό με τη Wizz Air για πέντε επιπλέον αεροπορικές συνδέσεις, οι οποίες ορίζονταν από μια ζώνη επιρροής 200 km. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ειδικότερα ότι η Wizz Air, κατά το μέτρο που εκτελούσε πτήσεις προς το Ντόρτμουντ, τη Βενετία, το Μπέργκαμο-Μιλάνο και το Forli, ανταγωνιζόταν την προσφεύγουσα σε σχέση με τις πτήσεις που αυτή εκτελούσε προς τη Φρανκφούρτη (Γερμανία) (η οποία απέχει οδικώς 222 km από το Ντόρτμουντ), τη Βερόνα (Ιταλία) (η οποία απέχει οδικώς 121 km από τη Βενετία), το Τορίνο (Ιταλία) (το οποίο απέχει οδικώς 185 km από το Μπέργκαμο), τη Φλωρεντία (Ιταλία) (η οποία απέχει οδικώς 109 km από το Forli) και την Ανκόνα (η οποία απέχει οδικώς 166 km από το Forli).

75      Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ότι, με τις παρατηρήσεις της επί της αναιρετικής απόφασης, η προσφεύγουσα αναφέρεται στις αρχές που διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Απριλίου 2019, Deutsche Lufthansa κατά Επιτροπής (T-492/15, EU:T:2019:252, σκέψη 159), όπως αυτές υπενθυμίζονται στη σκέψη 71 ανωτέρω. Εκθέτει επίσης ότι από αποφάσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι αερολιμένες που απέχουν οδικώς μία ή ακόμη και μιάμιση ώρα μπορούν να θεωρηθούν ως κοντινοί αερολιμένες.

76      Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι οι μνημονευόμενοι από την προσφεύγουσα αερολιμένες που παρατίθενται στη σκέψη 74 ανωτέρω απέχουν όλοι μεταξύ τους περισσότερο από 115 km ή από μιάμιση ώρα οδικώς. Ειδικότερα, όσον αφορά το Forli και τη Φλωρεντία, μολονότι οι πόλεις αυτές απέχουν μεταξύ τους λιγότερο από 115 km, χρειάζεται πάνω από μιάμιση ώρα για την κάλυψη της απόστασης αυτής οδικώς.

77      Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι, μετά την οικονομική κρίση, οι επιβάτες είναι έτοιμοι να διανύσουν αποστάσεις μέχρι 200 km για να επωφεληθούν από φθηνότερα αεροπορικά εισιτήρια δεν στηρίζεται σε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο.

78      Τέλος, η ίδια η προσφεύγουσα εξυπηρετούσε συγχρόνως το Τορίνο και το Μπέργκαμο-Μιλάνο, το Μπέργκαμο-Μιλάνο και τη Βερόνα, τη Βερόνα και τη Βενετία, καθώς και τη Μπολόνια και τη Φλωρεντία, ήτοι ζεύγη πόλεων οι οποίες βρίσκονται εντός της ίδιας ζώνης επιρροής ακτίνας 200 km, μολονότι η ίδια υποστηρίζει ότι οι προορισμοί αυτοί είναι μεταξύ τους εναλλάξιμοι. Το στοιχείο αυτό είναι ικανό να θέσει εν αμφιβόλω το επιχείρημα περί της ύπαρξης ενός «έμμεσου ανταγωνισμού», μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air, για τα εν λόγω ζεύγη πόλεων.

79      Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η ίδια ανταγωνιζόταν εμμέσως τη Wizz Air στα πέντε επιπλέον δρομολόγια τα οποία μνημονεύονται στη σκέψη 74 ανωτέρω.

4)      Επί του ζητήματος αν η περίπτωση της προσφεύγουσας είναι ιδιαίτερη

80      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η περίπτωση της ήταν ιδιαίτερη σε σχέση με τις λοιπές αεροπορικές εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στον αερολιμένα, κατά το μέτρο που, πρώτον, ήταν η μοναδική δραστηριοποιούμενη στον αερολιμένα αεροπορική εταιρία η οποία αντιμετώπισε τόσο έντονο ανταγωνισμό από τη Wizz Air, δεύτερον, η λειτουργία του αερολιμένα ήταν επικεντρωμένη στις δραστηριότητές της και, τρίτον, η ανταγωνιστική της θέση επηρεάστηκε από τον ανταγωνισμό που ασκούσε η επωφελούμενη από τις συμφωνίες του 2008 και του 2010 Wizz Air, πράγμα που αποδεικνύεται από τη μείωση των αποδόσεών της και από το διαφυγόν κέρδος της λόγω της αδυναμίας της να αναλάβει δρομολόγια από τον αερολιμένα προς δύο προορισμούς της Βόρειας Ιταλίας.

81      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά τη διάρκεια της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αρχικής απόφασης, η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε διαφυγόν κέρδος της για να αποδείξει ότι επηρεάστηκε η ανταγωνιστική θέση της και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να επικαλεστεί τέτοιο διαφυγόν κέρδος στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.

82      Κατά πρώτον, διαπιστώνεται ότι, όσον αφορά τα πέντε δρομολόγια ως προς τα οποία η προσφεύγουσα και η Wizz Air βρίσκονταν σε άμεσο ανταγωνισμό, πτήσεις προς τη Ρώμη εκτελούσε και η Blue Air, η οποία επίσης αντιμετώπιζε τον ανταγωνισμό της Wizz Air. Μολονότι, κατά την προσφεύγουσα, η Blue Air δεν προσέφερε προγραμματισμένες πτήσεις, εντούτοις προσέφερε στο κοινό υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών μεταξύ των δύο πόλεων οι οποίες μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτό ότι ανταγωνίζονταν εκείνες της προσφεύγουσας, αντιθέτως προς όσα η ίδια υποστηρίζει.

83      Εξάλλου, και η Mal?v αντιμετώπιζε τον άμεσο ανταγωνισμό της Wizz Air όσον αφορά την αεροπορική σύνδεση με τη Βουδαπέστη (Ουγγαρία).

84      Τέλος, η προσφεύγουσα αντιμετώπισε τον ανταγωνισμό της Wizz Air σε 5 μόνο από τους 32 προορισμούς προς τους οποίους εκτελούσε πτήσεις από τον αερολιμένα.

85      Κατά συνέπεια, αφενός, η προσφεύγουσα δεν ήταν η μόνη αεροπορική εταιρία που δραστηριοποιούνταν στον αερολιμένα και βρισκόταν σε άμεσο ανταγωνισμό με τη Wizz Air. Αφετέρου, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι τα δρομολόγια στα οποία ανταγωνιζόταν άμεσα τη Wizz Air ήταν σημαντικότερα από οικονομική άποψη σε σύγκριση με εκείνα τα οποία η Wizz Air εκτελούσε όσον αφορά τις αεροπορικές συνδέσεις τις οποίες εξυπηρετούσαν επίσης και οι αεροπορικές εταιρίες για τις οποίες έγινε λόγος στις σκέψεις 82 και 83 ανωτέρω. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός και μόνο ότι η προσφεύγουσα αντιμετώπιζε τον άμεσο ανταγωνισμό της Wizz Air όσον αφορά μεγαλύτερο αριθμό δρομολογίων σε σχέση με τις εν λόγω αεροπορικές εταιρίες δεν συνιστά διαφορά επαρκή ώστε να θεωρηθεί ότι η περίπτωσή της ήταν ιδιαίτερη.

86      Κατά δεύτερον, η δραστηριότητα του αερολιμένα επικεντρωνόταν στις δραστηριότητες της προσφεύγουσας (αιτιολογική σκέψη 352 της προσβαλλόμενης απόφασης). Από τη διαπίστωση αυτή, καθώς όπως και από το γεγονός ότι, κατά τη Ρουμανία, «το μοντέλο κομβικών γραμμών και ακτινικών συνδέσεων οδήγησε στη σχεδόν ολοκληρωτική εξάντληση της χωρητικότητας του αερολιμένα κατά τις ώρες αιχμής των αφίξεων επιβατών της [προσφεύγουσας, ενώ α]πό την άλλη πλευρά, κατά τις ώρες εκτός αιχμής, η χωρητικότητα δεν αξιοποιούνταν επαρκώς» (αιτιολογική σκέψη 95 της προσβαλλόμενης απόφασης), συνάγεται εύλογα το συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα αποτελούσε το 2008 τον κύριο αερομεταφορέα από άποψη αεροπορικής κίνησης στο αεροδρόμιο.

87      Εξάλλου, ο ισχυρισμός ότι, κατά το έτος αυτό, το 38 % των εσόδων της AITTV προερχόταν από τις δραστηριότητες της προσφεύγουσας δεν τεκμηριώνεται με αποδεικτικά στοιχεία, ενώ μνεία του στοιχείου αυτού γίνεται μόνο στην αιτιολογική σκέψη 112 της προσβαλλόμενης απόφασης όπου εκτίθενται οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η προσφεύγουσα. Εντούτοις, το στοιχείο αυτό δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την Επιτροπή ούτε από τις παρεμβαίνουσες. Λαμβανομένων υπόψη δε των διαπιστώσεων που έγιναν στη σκέψη 86 ανωτέρω, το ποσοστό αυτό φαίνεται ρεαλιστικό.

88      Όσον αφορά το ότι το ουσιώδες μέρος των δραστηριοτήτων της προσφεύγουσας μεταξύ του 2000 και του 2013, οι οποίες αντιπροσώπευαν πάνω από το 90 % του κύκλου εργασιών της, αφορούσε ασκούμενες στον αερολιμένα δραστηριότητες κομβικών γραμμών και ακτινικών συνδέσεων, το στοιχείο αυτό δεν τεκμηριώνεται μεν από αποδεικτικά στοιχεία, αλλά ούτε και αμφισβητείται από την Επιτροπή ή τις παρεμβαίνουσες.

89      Προκύπτει, βεβαίως, από το σύνολο των ανωτέρω ότι η λειτουργία του αερολιμένα ήταν επικεντρωμένη στις δραστηριότητες της προσφεύγουσας και ότι το 90 % του κύκλου εργασιών της προερχόταν από τις δραστηριότητές της στον αερολιμένα. Εντούτοις, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 89 της αναιρετικής απόφασης, τα ως άνω στοιχεία δεν αρκούν για να γίνει δεκτό ότι η περίπτωση της προσφεύγουσας ήταν ιδιαίτερη.

90      Κατά τρίτον, πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν η προσφεύγουσα απέδειξε ότι η ανταγωνιστική θέση της επηρεάστηκε ουσιωδώς από τον ανταγωνισμό που ασκούσε η επωφελούμενη από τις συμφωνίες του 2008 και του 2010 Wizz Air.

91      Πρώτον, όσον αφορά το προβαλλόμενο διαφυγόν κέρδος της προσφεύγουσας, το Δικαστήριο έκρινε, εν συνόψει, ότι, δεδομένου ότι αναφορά σε διαφυγόν κέρδος υπήρχε μόνο στο παράρτημα A.8 του δικογράφου της προσφυγής στο οποίο γινόταν γενική μόνο παραπομπή εντός του δικογράφου της προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο, στη σκέψη 77 της αρχικής απόφασης, την ύπαρξη διαφυγόντος κέρδους λόγω της αδυναμίας της προσφεύγουσας να αναλάβει δύο δρομολόγια από τον αερολιμένα προς τη βόρεια Ιταλία τα οποία εκτελούσαν η Alitalia και η Alpi Eagles (αναιρετική απόφαση, σκέψεις 75, 77 και 78).

92      Από τη νομολογία προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να υποχρεωθεί να προβεί σε ανασύσταση των ισχυρισμών και επιχειρημάτων του προσφεύγοντος μέσω της συναγωγής στοιχείων που είναι διάσπαρτα στα δικόγραφά του, διότι άλλως συμπληρώνει, παραμορφώνει ή περικόπτει τους εν λόγω ισχυρισμούς και επιχειρήματα (απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, Deutsche Lufthansa κατά Επιτροπής, T-218/18 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:431, σκέψη 40).

93      Ομοίως, ο δικαστής της Ένωσης δεν οφείλει να στηριχθεί σε εικασίες ως προς τη συγκεκριμένη συλλογιστική και τα επιχειρήματα, τόσο πραγματικά όσο και νομικά, τα οποία είναι ικανά να στηρίξουν τις αιτιάσεις που προβάλλονται με την προσφυγή (απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, Deutsche Lufthansa κατά Επιτροπής, T-218/18 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:431, σκέψη 41).

94      Εν προκειμένω, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 75 της αναιρετικής απόφασης, η προσφεύγουσα δεν διατύπωσε ρητώς, εντός του δικογράφου της προσφυγής, επιχείρημα με το οποίο να επικαλείται συγκεκριμένα διαφυγόν κέδρος λόγω της αδυναμίας της να αναλάβει δρομολόγια από τον αερολιμένα προς δύο προορισμούς της βόρειας Ιταλίας, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε άλλωστε και η ίδια με τις παρατηρήσεις της επί της αναιρετικής απόφασης.

95      Βεβαίως, με την απάντησή της στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας της 11ης Μαρτίου 2022, η προσφεύγουσα πράγματι ανέφερε απώλεια ευκαιρίας πραγματοποίησης κερδών. Εντούτοις, στο πλαίσιο της εν λόγω απάντησης, εκθέτει απλώς έναν γενικό και μη τεκμηριωμένο ισχυρισμό, χωρίς μάλιστα να αναφέρει τις εταιρείες Alitalia και Alpi Eagles.

96      Επομένως, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε προσηκόντως, κατά τη διάρκεια της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αρχικής απόφασης, διαφυγόν κέρδος για να αποδείξει ότι επηρεάστηκε ουσιωδώς η ανταγωνιστική της θέση.

97      Υπό τις συνθήκες αυτές, σύμφωνα με τη νομολογία κατά την οποία, κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου περί αναπομπής, οι διάδικοι δεν δύνανται κατ’ αρχήν να προβάλουν ισχυρισμούς μη προβληθέντες κατά τη διάρκεια της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου η οποία αναιρέθηκε από το Δικαστήριο (βλ. απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2024, Επιτροπή κατά Intel Corporation, C-240/22 P, EU:C:2024:915, σκέψη 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προβάλει παραδεκτώς, το πρώτον στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, διαφυγόν κέρδος της.

98      Δεύτερον, ως προς την προβαλλόμενη μείωση των αποδόσεων της προσφεύγουσας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι, μεταξύ των ετών 2008 και 2010, η καθαρή απόδοση της Carpatair όσον αφορά τις πέντε αεροπορικές συνδέσεις που εξυπηρετούσε με πτήσεις από τον αερολιμένα είχε μειωθεί κατά 52 %, όσον αφορά τέσσερις συνδέσεις με την Ιταλία, και κατά 57 %, όσον αφορά την αεροπορική σύνδεση με το Ντίσελντορφ, οφειλόταν σε παραμόρφωση του περιεχομένου του παραρτήματος A.7 του δικογράφου της προσφυγής. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα ποσοστά αυτά δεν αντικατοπτρίζουν τη μείωση της απόδοσης των ως άνω αεροπορικών συνδέσεων, αλλά αντιπροσωπεύουν την αναλογία των αποδόσεων στις εν λόγω συνδέσεις για το έτος 2010 σε σχέση με τις αποδόσεις στις ίδιες συνδέσεις για το έτος 2008, όπερ είχε παραδεχθεί εξάλλου και η προσφεύγουσα με το υπόμνημα απαντήσεως (αναιρετική απόφαση, σκέψεις 79 και 80).

99      Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι από το παράρτημα A.7 του δικογράφου της προσφυγής προκύπτει ότι, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η απόδοση ορισμένων αεροπορικών συνδέσεων που εξυπηρετούσε η προσφεύγουσα, ως προς τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η προσφεύγουσα δεν ανταγωνιζόταν τη Wizz Air, μειώθηκε, αν όχι περισσότερο, το ίδιο όπως η απόδοση των συνδέσεων για τις οποίες υπήρχε, κατά το Γενικό Δικαστήριο, άμεσος ανταγωνισμός της προσφεύγουσας με τη Wizz Air (αναιρετική απόφαση, σκέψη 81).

100    Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική μείωση της απόδοσης των αεροπορικών συνδέσεων που εξυπηρετούσε η προσφεύγουσα με πτήσεις από τον αερολιμένα, το Δικαστήριο προσήψε στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να περιοριστεί στη διαπίστωση, στη σκέψη 80 της αρχικής απόφασης, ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η εν λόγω αεροπορική εταιρία προκειμένου να αποδείξει ότι οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 ήταν ικανές να επηρεάσουν ουσιωδώς την ανταγωνιστική θέση της στις σχετικές αγορές δεν ετίθεντο εν αμφιβόλω από τα επιχειρήματα που αποσκοπούσαν στο να αποδειχθεί ότι η μείωση αυτή μπορούσε να έχει προκληθεί από άλλους παράγοντες, όπως το φερόμενο ως παρωχημένο επιχειρηματικό μοντέλο της εν λόγω αεροπορικής εταιρίας, ο ανταγωνισμός της με άλλες αεροπορικές εταιρίες πλην της Wizz Air ή η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, χωρίς να λάβει υπόψη τα επιχειρήματα αυτά και, εν πάση περιπτώσει, χωρίς να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους τα εν λόγω επιχειρήματα έπρεπε να απορριφθούν (αναιρετική απόφαση, σκέψη 83).

101    Επισημαίνεται ότι το παράρτημα A.7 του δικογράφου της προσφυγής περιέχει τρεις πίνακες σχετικά με την καθαρή απόδοση της προσφεύγουσας εκ των οποίων ο πρώτος αφορά τις αεροπορικές συνδέσεις προς την Ιταλία, ο δεύτερος τις αεροπορικές συνδέσεις προς τη Γερμανία και ο τρίτος τη συνολική καθαρή απόδοση της προσφεύγουσας για τα δύο αυτά κράτη.

102    Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, τις αεροπορικές συνδέσεις προς την Ιταλία, ο πίνακας διαιρείται σε τρία τμήματα. Στο πρώτο τμήμα περιλαμβάνονται τα δρομολόγια με αναχώρηση από τον αερολιμένα και προορισμό διάφορες ιταλικές πόλεις ως προς τα οποία ο ανταγωνισμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air ήταν άμεσος, ήτοι τα δρομολόγια προς Βενετία, Μπέργκαμο-Μιλάνο και Ρώμη. Από τον εν λόγω πίνακα προκύπτει ότι το 2008, η καθαρή απόδοση της προσφεύγουσας ανερχόταν σε 6 283 004 ευρώ, ενώ για το 2010 η καθαρή απόδοσή της ήταν 3 284 168 ευρώ. Κατά συνέπεια, η πτώση της καθαρής απόδοσης κατά ποσό 2 998 836 ευρώ αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 47,7 %.

103    Στο δεύτερο τμήμα περιλαμβάνονται τα δρομολόγια με αναχώρηση από τον αερολιμένα και με προορισμό άλλες ιταλικές πόλεις ως προς τα οποία, κατά την προσφεύγουσα, ο ανταγωνισμός μεταξύ της ιδίας και της Wizz Air ήταν έμμεσος, ήτοι τα δρομολόγια προς Βερόνα, Τορίνο, Φλωρεντία και Ανκόνα. Κατά τον εν λόγω πίνακα, το 2008 η καθαρή απόδοση της προσφεύγουσας ανερχόταν σε 5 491 547 ευρώ, ενώ για το 2010 η καθαρή απόδοσή της ήταν 2 860 455 ευρώ. Κατά συνέπεια, η πτώση της καθαρής απόδοσης κατά ποσό 2 631 092 ευρώ αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 47,9 %. Με άλλα λόγια, η μείωση ήταν ίση, αν όχι ελαφρώς μεγαλύτερη, σε σύγκριση με τη μείωση της καθαρής απόδοσης των δρομολογίων ως προς τα οποία ο ανταγωνισμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air ήταν άμεσος.

104    Το τρίτο τμήμα αφορά ένα δρομολόγιο με αναχώρηση από τον αερολιμένα και προορισμό μια ιταλική πόλη ως προς το οποίο δεν υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air, ήτοι το δρομολόγιο προς Μπάρι. Από τον πίνακα προκύπτει ότι το 2008, η καθαρή απόδοση της προσφεύγουσας ανερχόταν σε 942 446 ευρώ, ενώ για το 2010 η καθαρή απόδοσή της ήταν 700 735 ευρώ. Κατά συνέπεια, η πτώση της καθαρής απόδοσης κατά ποσό 241 711 ευρώ αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 25,6 %.

105    Όσον αφορά, εν συνεχεία, τις αεροπορικές συνδέσεις προς τη Γερμανία, ο πίνακας διαιρείται επίσης σε τρία τμήματα. Το πρώτο τμήμα αφορά ένα δρομολόγιο με αναχώρηση από τον αερολιμένα και προορισμό το Ντίσελντορφ ως προς το οποίο ο ανταγωνισμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air ήταν άμεσος. Κατά τον πίνακα αυτόν, το 2008 η καθαρή απόδοση της προσφεύγουσας ανερχόταν σε 1 999 972 ευρώ. Η καθαρή απόδοση μειώθηκε σε 945 533 ευρώ το 2009. Κατά συνέπεια, η πτώση της καθαρής απόδοσης κατά ποσό 1 054 439 ευρώ αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 52 %. Εντούτοις, το 2010 σημειώθηκε αύξηση δεδομένου ότι η καθαρή απόδοση ανήλθε σε 1 141 446 ευρώ. Κατά συνέπεια, η πτώση της καθαρής απόδοσης μεταξύ 2008 και 2010 ήταν 858 526 ευρώ, δηλαδή μείωση περίπου 42,9 %.

106    Στο δεύτερο τμήμα περιλαμβάνεται ένα δρομολόγιο με αναχώρηση από τον αερολιμένα και προορισμό τη Φρανκφούρτη ως προς το οποίο, κατά την προσφεύγουσα, ο ανταγωνισμός μεταξύ της ιδίας και της Wizz Air ήταν έμμεσος. Κατά το μέτρο που η εκτέλεση του δρομολογίου προς Φρανκφούρτη έπαυσε το 2010, διαθέσιμα είναι μόνο τα στοιχεία που αφορούν το 2008 και το 2009. Κατά τον εν λόγω πίνακα, το 2008 η καθαρή απόδοση της προσφεύγουσας ανερχόταν σε 2 526 048 ευρώ, ενώ για το 2009 η καθαρή απόδοσή της ήταν 77 863 ευρώ. Κατά συνέπεια, η πτώση της καθαρής απόδοσης κατά ποσό 2 448 185 ευρώ αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 96,9 %. Με άλλα λόγια, ως προς το δρομολόγιο αυτό, η μείωση ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη σε σύγκριση με τη μείωση της καθαρής απόδοσης των δρομολογίων ως προς τα οποία ο ανταγωνισμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air ήταν άμεσος.

107    Στο τρίτο τμήμα περιλαμβάνονται τα δρομολόγια με αναχώρηση από τον αερολιμένα και με προορισμό γερμανικές πόλεις ως προς τα οποία δεν υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air. Από τον πίνακα προκύπτει ότι το 2008, η καθαρή απόδοση της προσφεύγουσας ανερχόταν σε 4 993 157 ευρώ, ενώ για το 2010 η καθαρή απόδοσή της ήταν 2 110 978 ευρώ. Κατά συνέπεια, η πτώση της καθαρής απόδοσης κατά ποσό 2 882 179 ευρώ αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 57,7 %. Συνεπώς, η μείωση ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη σε σύγκριση με τη μείωση της καθαρής απόδοσης των δρομολογίων ως προς τα οποία ο ανταγωνισμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air ήταν άμεσος.

108    Τέλος, ο ανακεφαλαιωτικός πίνακας διαιρείται επίσης σε τρία τμήματα. Το πρώτο τμήμα αφορά τα δρομολόγια ως προς τα οποία ο ανταγωνισμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air ήταν άμεσος. Κατά τον πίνακα αυτόν, η διαφορά της καθαρής απόδοσης της προσφεύγουσας μεταξύ του 2008 (8 282 976 ευρώ) και του 2010 (4 425 613 ευρώ), ποσού 3 857 363 ευρώ, αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 46,5 %. Στο δεύτερο τμήμα περιλαμβάνονται τα δρομολόγια ως προς τα οποία, κατά την προσφεύγουσα, ο ανταγωνισμός μεταξύ της ιδίας και της Wizz Air ήταν έμμεσος. Κατά τον πίνακα αυτόν, η διαφορά της καθαρής απόδοσης της προσφεύγουσας μεταξύ του 2008 (8 017 595 ευρώ) και του 2010 (2 860 455 ευρώ), ποσού 5 157 140 ευρώ, αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 64,3 %. Στο τρίτο τμήμα περιλαμβάνονται τα δρομολόγια ως προς τα οποία δεν υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air. Από τον πίνακα αυτόν προκύπτει ότι η διαφορά της καθαρής απόδοσης της προσφεύγουσας μεταξύ του 2008 (6 590 638 ευρώ) και του 2010 (3 219 578 ευρώ), αντιστοιχεί σε ποσό 3 371 060 ευρώ, ήτοι σε μείωση περίπου 51,1 %.

109    Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 79 ανωτέρω, η προσφεύγουσα, μολονότι υποστήριξε ότι ανταγωνιζόταν έμμεσα τη Wizz Air στα δρομολόγια, αφενός, προς Βερόνα, Τορίνο, Φλωρεντία και Ανκόνα και, αφετέρου, προς Φρανκφούρτη, δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ της ιδίας και της Wizz Air ως προς τα δρομολόγια αυτά.

110    Από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι η καθαρή απόδοση της προσφεύγουσας μειώθηκε σημαντικά κατά το χρονικό διάστημα από το 2008 έως το 2010 σε όλες τις αεροπορικές συνδέσεις που αυτή εξυπηρετούσε με πτήσεις από τον αερολιμένα, με την εξαίρεση του δρομολογίου προς Μπάρι ως προς το οποίο η μείωση ήταν λιγότερο σημαντική. Επιπλέον, όσον αφορά τα δρομολόγια ως προς τα οποία η προσφεύγουσα και η Wizz Air δεν βρίσκονταν σε ανταγωνισμό, η μείωση της καθαρής απόδοσης της προσφεύγουσας ήταν, με την εξαίρεση του δρομολογίου προς Μπάρι, είτε ελαφρώς μεγαλύτερη είτε κατά πολύ σημαντικότερη της μείωσης που διαπιστώθηκε στα δρομολόγια ως προς τα οποία οι δύο αυτές αεροπορικές εταιρίες βρίσκονταν σε άμεσο ανταγωνισμό.

111    Δεδομένου ότι, με την εξαίρεση του δρομολογίου προς Μπάρι, η μείωση της καθαρής απόδοσης της προσφεύγουσας στα δρομολόγια ως προς τα οποία δεν ανταγωνιζόταν τη Wizz Air ήταν μεγαλύτερη εκείνης που σημειώθηκε στα δρομολόγια ως προς τα οποία ανταγωνιζόταν την αεροπορική αυτή εταιρία, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ο ανταγωνισμός που ασκούσε η επωφελούμενη από τις συμφωνίες του 2008 και του 2010 Wizz Air είχε αντίκτυπο στις αποδόσεις της.

112    Κατά το μέτρο που, όπως προκύπτει κατ’ ουσίαν από τη σκέψη 100 ανωτέρω, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι το Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει αν είχε επηρεαστεί ουσιωδώς η ανταγωνιστική θέση της προσφεύγουσας, δεν μπορούσε να αρκεστεί στη διαπίστωση της μείωσης της απόδοσης των αεροπορικών συνδέσεων που αυτή εξυπηρετούσε με πτήσεις από τον αερολιμένα και ως προς τις οποίες ανταγωνιζόταν άμεσα τη Wizz Air, πρέπει να εξεταστεί αν η μείωση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από άλλους παράγοντες, όπως το φερόμενο ως παρωχημένο επιχειρηματικό μοντέλο της προσφεύγουσας, ο ανταγωνισμός της με άλλες αεροπορικές εταιρίες πλην της Wizz Air ή η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

113    Πρώτον, όσον αφορά το επιχειρηματικό μοντέλο κομβικών γραμμών και ακτινικών συνδέσεων με το οποίο λειτουργούσε η προσφεύγουσα κατά τον χρόνο των επίδικων μέτρων, από το σχέδιο αναδιοργάνωσης της προσφεύγουσας, το οποίο κατάρτισε ο δικαστικός διαχειριστής της, προκύπτει ότι το μοντέλο αυτό συνεπαγόταν την προσφορά τακτικών πτήσεων η οποία απαιτούσε μεγάλο αριθμό εργαζομένων, στόλο αποτελούμενο από ιδιόκτητα και ναυλωμένα αεροσκάφη και υψηλές λειτουργικές δαπάνες με αβέβαια έσοδα. Επιπλέον, στο σχέδιο αναδιάρθρωσης τονιζόταν ένας μεγάλος αριθμός αδυναμιών της προσφεύγουσας, όπως η χρήση κινητήρων παλαιάς γενιάς οι οποίοι κατανάλωναν περισσότερα καύσιμα σε σύγκριση με τους κινητήρες τελευταίας γενιάς, ένας στόλος αεροσκαφών περιορισμένου μεγέθους σε σύγκριση με τις διεθνείς αεροπορικές εταιρίες ή ακόμη η έλλειψη πόρων για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξής της.

114    Αντιθέτως, η Wizz Air, η οποία λειτουργούσε με επιχειρηματικό μοντέλο «από σημείο σε σημείο», χρησιμοποιούσε έναν μόνο τύπο μεγάλων και σύγχρονων αεροσκαφών, τα οποία κατανάλωναν λιγότερα καύσιμα, και πρόσφερε μία μόνο κατηγορία ναύλων.

115    Στο πλαίσιο αυτό, όπως ορθώς υποστηρίζει η AITTV, λόγω του επιχειρηματικού μοντέλου κομβικών γραμμών και ακτινικών συνδέσεων που εφάρμοζε κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, η προσφεύγουσα δεν είχε τη δυνατότητα πραγματοποίησης των ίδιων οικονομιών κλίμακας όπως, για παράδειγμα, η Wizz Air η οποία εκμεταλλευόταν αεροσκάφη μεγαλύτερα, νεότερα και αποδοτικότερα εκείνων της προσφεύγουσας.

116    Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, κατόπιν της δικαστικής αναδιοργάνωσής της, η προσφεύγουσα άλλαξε επιχειρηματικό μοντέλο τον Ιούνιο του 2013 και έπαυσε να προσφέρει υπηρεσίες κομβικών γραμμών και ακτινικών συνδέσεων από τον αερολιμένα. Ειδικότερα, προσφέρει πλέον ναυλωμένες πτήσεις κατά ταξίδι ή για ορισμένο χρόνο ή υπηρεσίες εκμίσθωσης αεροσκαφών με ή χωρίς πλήρωμα. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι το επιχειρηματικό μοντέλο της προσφεύγουσας δεν ήταν αρκούντως αποδοτικό.

117    Συνεπώς, το επιχειρηματικό μοντέλο της προσφεύγουσας μπορεί επίσης να αποτελέσει έναν από τους παράγοντες που εξηγούν τη συνολική μείωση της αποδοτικότητας των αεροπορικών συνδέσεων που εξυπηρετούσε η προσφεύγουσα με πτήσεις από τον αερολιμένα.

118    Δεύτερον, όσον αφορά τον ανταγωνισμό με άλλες αεροπορικές εταιρίες πλην της Wizz Air, το Δικαστήριο, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 100 ανωτέρω, προσήψε στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε αν η συνολική μείωση της απόδοσης των αεροπορικών συνδέσεων που εξυπηρετούσε η προσφεύγουσα με πτήσεις από τον αερολιμένα μπορούσε να οφείλεται στον ανταγωνισμό με άλλες αεροπορικές εταιρίες πλην της Wizz Air.

119    Από την αιτιολογική σκέψη 9 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας προκύπτει ότι, μεταξύ του 2007 και του 2009, πτήσεις από ή προς τον αερολιμένα εκτελούσαν δεκατρείς αεροπορικές εταιρίες, μεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα. Επιπλέον, η προσφεύγουσα εκθέτει, στο δικόγραφο της προσφυγής, ότι, μεταξύ του 2007 και του 2019, εξυπηρετούσε 32 εθνικούς και ευρωπαϊκούς προορισμούς.

120    Με τις παρατηρήσεις της επί της αναιρετικής απόφασης, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε ότι αντιμετώπιζε ουσιώδη ανταγωνισμό από άλλη αεροπορική εταιρία πλην της Wizz Air ως προς τα δρομολόγια στα οποία ανταγωνιζόταν την τελευταία. Ειδικότερα, αρνείται ότι βρισκόταν σε ανταγωνισμό με την Blue Air και τη Mal?v και υποστηρίζει ότι ο ανταγωνισμός με τη Lufthansa ήταν αμελητέος.

121    Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι η Blue Air εξυπηρετούσε επίσης το δρομολόγιο Τιμισοάρα-Ρώμη, στο οποίο η προσφεύγουσα ανταγωνιζόταν τη Wizz Air.

122    Εν συνεχεία, η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι βρισκόταν σε ανταγωνισμό, έστω και αμελητέο, με τη Lufthansa ως προς το δρομολόγιο προς Μόναχο (Γερμανία).

123    Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, χωρίς να αντικρούεται από την Επιτροπή, τη Wizz Air ή την AITTV, ότι δεν ανταγωνιζόταν τη Mal?v ως προς το δρομολόγιο προς Βουδαπέστη, δεδομένου ότι είχε συνάψει με την εταιρία αυτή συμφωνία για την πραγματοποίηση πτήσεων με κοινό κωδικό.

124    Επομένως, επί 32 εθνικών και ευρωπαϊκών προορισμών που εξυπηρετούσε, η προσφεύγουσα απέδειξε μόνο ότι δεν ανταγωνιζόταν μία μόνο από τις λοιπές αεροπορικές εταιρίες μόνο ως προς έναν από τους προορισμούς αυτούς. Πλην όμως, κατά το μέτρο που η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία ούτε ως προς την καθαρή απόδοσή της στα δρομολόγια με αναχώρηση από τον αερολιμένα, πλην εκείνων που αναλύθηκαν ανωτέρω, ούτε ως προς τους ενδεχόμενους ανταγωνιστές της όσον αφορά τα δρομολόγια αυτά, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η συνολική μείωση της απόδοσης των αεροπορικών συνδέσεων που εξυπηρετούσε η προσφεύγουσα με πτήσεις από τον αερολιμένα να συνδέεται, εν μέρει, με ανταγωνισμό με άλλες αεροπορικές εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στα δρομολόγια που δεν επηρεάζονταν από τον ανταγωνισμό με τη Wizz Air.

125    Τρίτον, μολονότι η προσφεύγουσα αρνείται τον αντίκτυπο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η χρηματοπιστωτική κρίση να επηρέασε την οικονομική της κατάσταση.

126    Τέταρτον, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το υπόμνημα παρεμβάσεως της Wizz Air, η προσφεύγουσα αντιμετώπισε τρεις περιπτώσεις τεχνικής βλάβης στις 22 Απριλίου 2008, στις 28 Φεβρουαρίου 2009 και στις 2 Φεβρουαρίου 2013. Οι τεχνικές αυτές βλάβες, δύο εκ των οποίων είχαν ως συνέπεια τραυματισμό επιβατών, μπορούσαν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των πελατών στις υπηρεσίες που παρείχε η προσφεύγουσα και να έχουν, επομένως, αντίκτυπο στη δραστηριότητά της.

127    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, πρώτον, η δραστηριότητα της Wizz Air δεν μπορεί να εξηγήσει από μόνη της τη μείωση της καθαρής απόδοσης της προσφεύγουσας, δεδομένου ότι μείωση της καθαρής απόδοσης διαπιστώθηκε τόσο στα δρομολόγια στα οποία οι δύο αυτές εταιρίες βρίσκονταν σε άμεσο ανταγωνισμό όσο και στα δρομολόγια στα οποία δεν ανταγωνίζονταν μεταξύ τους ή ήταν ακόμη μεγαλύτερη στα τελευταία. Δεύτερον, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε στοιχεία ικανά να αποδείξουν διαφυγόν κέρδος ή λιγότερο ευνοϊκή εξέλιξη από εκείνη που θα είχε σημειωθεί χωρίς τις συμφωνίες του 2008 και του 2010. Τέλος, τρίτον, το επιχειρηματικό μοντέλο της προσφεύγουσας, ο ανταγωνισμός με άλλες αεροπορικές εταιρίες, η χρηματοπιστωτική κρίση και οι τεχνικές βλάβες που αντιμετώπισε η προσφεύγουσα αποτελούν επίσης παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στις αποδόσεις της.

128    Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε επαρκώς ότι η ανταγωνιστική θέση της επηρεάστηκε ουσιωδώς από τον ανταγωνισμό που ασκούσε η επωφελούμενη από τις συμφωνίες του 2008 και του 2010 Wizz Air.

129    Λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 85, 89 και 128 ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση περί ατομικού επηρεασμού της προσφεύγουσας όσον αφορά τις συμφωνίες του 2008 και 2010 και ότι, ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ενεργητικής νομιμοποίησης είναι σωρευτικές (πρβλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 76), η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς το αίτημα ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέτρο που αφορά τις συμφωνίες του 2008 και του 2010, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν το τμήμα αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης αφορά την προσφεύγουσα άμεσα.

β)      Επί του άμεσου επηρεασμού της προσφεύγουσας όσον αφορά το ΕΑΠ του 2010

130    Κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση κατά την οποία η απόφαση που προσβάλλεται με προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρέπει να αφορά άμεσα φυσικό ή νομικό πρόσωπο απαιτεί να συντρέχουν σωρευτικώς δύο κριτήρια, ήτοι το προσβαλλόμενο μέτρο πρέπει, αφενός, να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής κατάστασης του ιδιώτη και, αφετέρου, να μην καταλείπει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του μέτρου που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή αυτή έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης, χωρίς παρεμβολή άλλων κανόνων (βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Scuola Elementare Maria Montessori κατά Επιτροπής, Επιτροπή κατά Scuola Elementare Maria Montessori και Commission κατά Ferracci, C-622/16 P έως C-624/16 P, EU:C:2018:873, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

131    Όσον αφορά ειδικότερα τους σχετικούς με τις κρατικές ενισχύσεις κανόνες, υπογραμμίζεται ότι αυτοί αποσκοπούν στη διατήρηση του ανταγωνισμού. Επομένως, στον τομέα αυτό, το γεγονός ότι μια απόφαση της Επιτροπής αφήνει ανέπαφες τις συνέπειες εθνικών μέτρων τα οποία ο προσφεύγων, στο πλαίσιο καταγγελίας που υπέβαλε στο θεσμικό αυτό όργανο, υποστήριξε ότι δεν ήταν σύμφωνα με τον ως άνω σκοπό και τα οποία τον έθεταν σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής επηρεάζει άμεσα τη νομική του κατάσταση, ιδίως το απορρέον από τις σχετικές με τις κρατικές ενισχύσεις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ δικαίωμά του να μην υφίσταται τις συνέπειες της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού λόγω των επίμαχων μέτρων (βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Scuola Elementare Maria Montessori κατά Επιτροπής, Επιτροπή κατά Scuola Elementare Maria Montessori και Commission κατά Ferracci, C-622/16 P έως C-624/16 P, EU:C:2018:873, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

132    Στο μέτρο που η προϋπόθεση του άμεσου επηρεασμού απαιτεί η προσβαλλόμενη πράξη να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξακριβώσει αν ο προσφεύγων εξέθεσε κατά τρόπο πειστικό τους λόγους για τους οποίους η απόφαση της Επιτροπής είναι ικανή να τον θέσει σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, να έχει συνέπειες επί της νομικής καταστάσεώς του (απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Scuola Elementare Maria Montessori κατά Επιτροπής, Επιτροπή κατά Scuola Elementare Maria Montessori και Επιτροπή κατά Ferracci, C-622/16 P έως C-624/16 P, EU:C:2018:873, σκέψη 47).

133    Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προσκομίζοντας προς τούτο στοιχεία, ότι ασκούσε δραστηριότητες παρόμοιες με εκείνες της Wizz Air καθώς και ότι δραστηριοποιούνταν στην ίδια αγορά υπηρεσιών και στην ίδια γεωγραφική αγορά με τη Wizz Air. Επιπλέον, η Wizz Air υπέκειτο, λόγω των κανόνων του ΕΑΠ του 2010 και ιδίως εκείνων που προέβλεπε το σημείο του 7.3, σε μικρότερη συνεισφορά σε σύγκριση με εκείνη στην οποία μπορούσε να υπόκειται η προσφεύγουσα.

134    Διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο προσήψε απλώς στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν απάντησε στα επιχειρήματα που προέβαλε η AITTV προκειμένου να αμφισβητήσει ότι η Wizz Air και η προσφεύγουσα ήταν ανταγωνίστριες (αναιρετική απόφαση, σκέψεις 93 και 94).

135    Απάντηση στα επιχειρήματα αυτά δόθηκε ήδη στο πλαίσιο της εξέτασης της ύπαρξης άμεσου ανταγωνισμού μεταξύ της Wizz Air και της προσφεύγουσας (βλ. σκέψεις 60 έως 68 ανωτέρω).

136    Εντούτοις, η Wizz Air υποστήριξε, το πρώτον με τις απαντήσεις της στα από 11 Μαρτίου 2022 μέτρα οργανώσεως του Γενικού Δικαστηρίου, ότι το ΕΑΠ του 2010 δεν είχε εφαρμογή σε αυτήν, δεδομένου ότι η ίδια είχε συνάψει συμφωνίες με την AITTV. Το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε και από την Επιτροπή κατά τις επ’ ακροατηρίου συζητήσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2022 και της 4ης Δεκεμβρίου 2025, ενώ η Wizz Air το επανέλαβε με τις παρατηρήσεις της επί της αναιρετικής απόφασης και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Δεκεμβρίου 2025.

137    Ειδικότερα, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Δεκεμβρίου 2025, η Επιτροπή και η Wizz Air υποστήριξαν, εν συνόψει, ότι, μολονότι η συμφωνία επιχειρησιακής εκμετάλλευσης του 2010, ήτοι μία από τις δύο τροποποιητικές συμφωνίες του 2010, αναγνώριζε στη Wizz Air τις ίδιες εκπτώσεις με εκείνες που προβλέπονταν στο σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010, εντούτοις νομικώς εφαρμοστέα στην περίπτωση της Wizz Air ήταν η συμφωνία αυτή και όχι το ΕΑΠ. Επιπλέον, προέβαλαν ότι η συμφωνία εκμετάλλευσης του 2010 υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου 2010, ήτοι πριν από τη δημοσίευση του ΕΑΠ του 2010 στις 26 Αυγούστου 2010, και ότι, επομένως, τόσο από χρονικής όσο και από νομικής απόψεως, εφαρμογή για τη Wizz Air είχε η συμφωνία επιχειρησιακής εκμετάλλευσης του 2010 και όχι το ΕΑΠ του 2010.

138    Το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί.

139    Ως προς το ζήτημα αυτό, πρώτον, επισημαίνεται ότι, μολονότι το ΕΑΠ του 2010 δημοσιεύθηκε μετά την υπογραφή της συμφωνίας εκμετάλλευσης του 2010, η Επιτροπή επισήμανε, στην αιτιολογική σκέψη 71 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι «[σ]τις 25 Ιουνίου 2010 η συμφωνία επιχειρησιακής εκμετάλλευσης τροποποιήθηκε από νέο καθεστώς εκπτώσεων, το οποίο [...] αντιστοιχεί σε εκείνο που καθορίζεται στο ΕΑΠ του 2010». Σημειώνεται ότι η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, ουσιαστικά, η έκπτωση που χορηγούνταν δυνάμει του σημείου 7.3 του ΕΑΠ του 2010 ή δυνάμει της συμφωνίας επιχειρησιακής εκμετάλλευσης του 2010 ήταν η ίδια. Επιπλέον, παρατηρείται ότι τα τέλη που καθορίστηκαν με τη συμφωνία επιχειρησιακής εκμετάλλευσης του 2008, ήτοι μία από τις συμφωνίες του 2008, αντιστοιχούσαν ήδη σε εκείνα που περιλαμβάνονταν στο ΕΑΠ του 2008, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 68 της προσβαλλόμενης απόφασης.

140    Κατά συνέπεια, σκοπός της συμφωνίας επιχειρησιακής εκμετάλλευσης του 2010 ήταν ιδίως να παράσχει στη Wizz Air τη δυνατότητα να επωφελείται, κατ’ ελάχιστον, από την ίδια έκπτωση με εκείνη την οποία προβλέπει το σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010 και συνεπώς να ευθυγραμμίσει, κατά το μέτρο αυτό, την εν λόγω συμφωνία με το ΕΑΠ του 2010. Επομένως, το γεγονός ότι η Wizz Air έτυχε ορισμένων εκπτώσεων μέσω της εφαρμογής της συμφωνίας και όχι μέσω του ΕΑΠ είναι αδιάφορο, δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, μπορούσε συγκεκριμένα να τύχει της έκπτωσης την οποία προβλέπει το σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010 και όφειλε να πληροί τα ίδια κριτήρια με τις λοιπές αεροπορικές εταιρίες οι οποίες υπέκειντο μόνο στο ΕΑΠ.

141    Δεύτερον, επισημαίνεται ότι η Wizz Air δεν είχε προβάλει το επιχείρημα ότι το ΕΑΠ του 2010 δεν είχε εφαρμογή στην ίδια ούτε με το υπόμνημα παρεμβάσεως ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία. Αντιθέτως, σημειώνεται ότι «[η] Wizz Air ισχυρίστηκε ότι δεν εφαρμόστηκε ποτέ έκπτωση έως 85 % σύμφωνα με το ΕΑΠ του 2010[, αλλά ότι] εφαρμόστηκε μέση μέγιστη έκπτωση 73 % αφότου το ρουμανικό υπουργείο Μεταφορών αντιτάχθηκε στο προαναφερθέν καθεστώς τελών» (αιτιολογική σκέψη 121 της προσβαλλόμενης απόφασης).

142    Εξάλλου, η Wizz Air υποστήριξε ότι «δεν [υπήρχε] επιλεκτικότητα ούτε πλεονέκτημα υπέρ της στο πλαίσιο του ΕΑΠ του 2007, του ΕΑΠ του 2008 και του ΕΑΠ του 2010 [και ότι] [ά]λλες αεροπορικές εταιρείες [...], ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να επωφεληθούν από το ίδιο επίπεδο έκπτωσης» (αιτιολογική σκέψη 122 της προσβαλλόμενης απόφασης).

143    Επισημαίνεται επίσης ότι η Ρουμανία δήλωσε ότι «[σ]ύμφωνα με το ΕΑΠ του 2010, η μέγιστη μείωση των αερολιμενικών τελών που εφαρμόζονταν στη Wizz Air κυμαινόταν από 67 % έως 72 %» (αιτιολογική σκέψη 100 της προσβαλλόμενης απόφασης).

144    Τέλος, κατά την αξιολόγηση του επιλεκτικού χαρακτήρα του ΕΑΠ του 2010, η Επιτροπή επισήμανε, αφενός, ότι το σύστημα αερολιμενικών τελών καθώς και οι μειώσεις και εκπτώσεις είχαν εφαρμογή επί όλων των αεροπορικών εταιριών που χρησιμοποιούσαν τον αερολιμένα (αιτιολογική σκέψη 290 της προσβαλλόμενης απόφασης) και, αφετέρου, ότι άλλες αεροπορικές εταιρίες, πλην της Wizz Air, επωφελούνταν ή θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τις σχετικές εκπτώσεις (αιτιολογική σκέψη 292 της προσβαλλόμενης απόφασης).

145    Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Wizz Air μπορούσε να επωφεληθεί, όπως και οι λοιπές αεροπορικές εταιρίες, από τις εκπτώσεις τις οποίες προέβλεπε το ΕΑΠ του 2010 και ότι πράγματι επωφελήθηκε από αυτές.

146    Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή και η Wizz Air δεν μπορούν να υποστηρίζουν ότι το ΕΑΠ του 2010 δεν είχε εφαρμογή στη Wizz Air προκειμένου να αμφισβητήσουν τον άμεσο επηρεασμό της προσφεύγουσας.

147    Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο, η προσβαλλόμενη απόφαση αναπτύσσει, κατά το μέτρο που αφορά το ΕΑΠ του 2010, τα έννομα αποτελέσματά της κατά εντελώς αυτόματο τρόπο δυνάμει αποκλειστικά της κανονιστικής ρύθμισης της Ένωσης και χωρίς την παρεμβολή άλλων κανόνων. Κατά συνέπεια, η προσφυγή πληροί το δεύτερο από τα δύο κριτήρια που υπενθυμίζονται στη σκέψη 130 ανωτέρω.

148    Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα μπορεί παραδεκτώς να αμφισβητήσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο που αυτή αφορά το ΕΑΠ του 2010.

Γ.      Επί της ουσίας

1.      Επί των λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα

149    Η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής της. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει νομικό σφάλμα όσον αφορά τον μη επιλεκτικό χαρακτήρα του ΕΑΠ του 2010. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, νομικό σφάλμα και έλλειψη αιτιολογίας καθόσον κατέληξε στο συμπέρασμα, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επιχειρηματία σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, ότι οι συμφωνίες του 2008 και του 2010 δεν απέφεραν αθέμιτο πλεονέκτημα στη Wizz Air. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και αθέτησε το καθήκον μέριμνας που υπέχει όσον αφορά τις διακρίσεις ως προς τις τιμές τις οποίες εισήγαγαν τα επίδικα μέτρα μεταξύ των αερομεταφορέων που δραστηριοποιούνταν στον αερολιμένα. Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει νομικό σφάλμα καθόσον με την απόφαση αυτή δεν ελήφθη υπόψη η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στη Wizz Air με τις συμφωνίες του 2008 και του 2010 υπό τη μορφή μείωσης στο τέλος ασφαλείας.

150    Παρά το γεγονός ότι στη σκέψη 139 ανωτέρω επισημάνθηκε ότι η μείωση την οποία προέβλεπε το σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010 περιλαμβανόταν στη συμφωνία επιχειρησιακής εκμετάλλευσης του 2010, παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως κατά το μέτρο που διαπιστώθηκε στη σκέψη 129 ανωτέρω ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη όσον αφορά τις συμφωνίες του 2008 και του 2010. Συνεπώς, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου και του τέταρτου λόγου ακυρώσεως οι οποίοι αφορούν αποκλειστικά τις συμφωνίες του 2008 και του 2010.

151    Ομοίως, παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου ακυρώσεως. Πράγματι, μολονότι ο τίτλος του αναφέρεται και στο ΕΑΠ του 2010, τα προβαλλόμενα επιχειρήματα αφορούν, στην πραγματικότητα, μόνον την εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη οικονομικού πλεονεκτήματος που απορρέει από τις συμφωνίες του 2008 και, ειδικότερα, την εκτίμησή του θεσμικού αυτού οργάνου σχετικά με τη συμβατότητα των εν λόγω συμφωνιών με την αρχή του ιδιώτη επιχειρηματία σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς.

152    Τέλος, επισημαίνεται ότι, στην εισαγωγή του δικογράφου της προσφυγής, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, παρατείνοντας τη διαδικασία επί εννέα έτη, προσέβαλε το δικαίωμα της προσφεύγουσας σε χρηστή διοίκηση. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή προσέβαλε σοβαρά το δικαίωμά της να εξεταστεί η υπόθεσή της εντός εύλογου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται νομικό σφάλμα όσον αφορά τον μη επιλεκτικό χαρακτήρα του ΕΑΠ του 2010

153    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το ΕΑΠ του 2010 είναι το μόνο κρίσιμο μέτρο έναντι της Wizz Air όσον αφορά την εκτίμηση του επιλεκτικού χαρακτήρα των επίμαχων αερολιμενικών τελών, κατά το μέτρο που τα ΕΑΠ του 2007 και του 2008 δεν είχαν εφαρμογή στην εν λόγω αεροπορική εταιρία. Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέτρο που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ΕΑΠ του 2010 δεν έχει επιλεκτικό χαρακτήρα, ενέχει νομικό σφάλμα, διότι η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένα το κριτήριο του επιλεκτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και εκτίμησε εσφαλμένα τον επιλεκτικό χαρακτήρα του ΕΑΠ του 2010.

154    Ειδικότερα, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν εξέτασε αν η μείωση των αερολιμενικών τελών που προέβλεπε το ΕΑΠ του 2010 είχε σχεδιαστεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να ευνοεί de facto τη Wizz Air. Ως προς το ζήτημα αυτό, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η νέα μείωση στα αερολιμενικά τέλη την οποία προέβλεπε το σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010 και η οποία μπορούσε να φθάσει μέχρι και το 85 % είχε σχεδιαστεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στη Wizz Air, τη μόνη αεροπορική εταιρία του αερολιμένα που χρησιμοποιούσε αεροσκάφη μέγιστου βάρους απογείωσης (στο εξής: MTOW) άνω των 70 τόνων και η οποία μετέφερε περισσότερους από 10 000 επιβάτες ανά μήνα.

155    Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τις Wizz Air και AITTV, αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εξέτασε τον σχεδιασμό και την εφαρμογή του συστήματος αερολιμενικών τελών και μειώσεων και ότι επιχείρησε να εξακριβώσει αν οι μειώσεις χορηγούνταν χωρίς διακρίσεις σε όλες τις αεροπορικές εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στον αερολιμένα. Ως προς το ζήτημα αυτό, κατά την Επιτροπή, το ΕΑΠ του 2010 δεν προέβλεπε μόνο μειώσεις για τα αεροσκάφη των οποίων το MTOW υπερέβαινε τους 70 τόνους, αλλά και άλλες μειώσεις, μεταξύ των οποίων μειώσεις για αεροσκάφη μικρότερου μεγέθους, όπως αυτά που χρησιμοποιούσε η προσφεύγουσα. Μια τέτοια διαφοροποίηση είναι γενικώς εγγενής στο σύστημα μειώσεων και δεν προσδίδει στις μειώσεις επιλεκτικό χαρακτήρα.

156    Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η Wizz Air δεν ήταν η μόνη αεροπορική εταιρία του αερολιμένα που χρησιμοποιούσε αεροσκάφη MTOW άνω των 70 τόνων και, επομένως, και άλλες αεροπορικές εταιρίες μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση την οποία προβλέπει το σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010.

α)      Επί της εκτίμησης του ΕΑΠ του 2010 στην προσβαλλόμενη απόφαση

157    Η Επιτροπή εξέτασε στις αιτιολογικές σκέψεις 267 έως 299 της προσβαλλόμενης απόφασης το ζήτημα αν συνιστούσαν κρατική ενίσχυση τα αερολιμενικά τέλη που δημοσιεύθηκαν με το ΕΑΠ του 2007, το ΕΑΠ του 2008 και το ΕΑΠ του 2010. Την προϋπόθεση της επιλεκτικότητας την εξέτασε στις αιτιολογικές σκέψεις 284 έως 299 της προσβαλλόμενης απόφασης.

158    Ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 289 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή επισήμανε ότι το σχετικό πλαίσιο αναφοράς για την εξέταση του κατά πόσον το ΕΑΠ του 2007, το ΕΑΠ του 2008 και το ΕΑΠ του 2010 είχαν ως αποτέλεσμα να ευνοούνται ορισμένες αεροπορικές εταιρίες έναντι άλλων που βρίσκονταν σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση ήταν το καθεστώς που εφαρμοζόταν στον αερολιμένα. Συναφώς, η Επιτροπή σημείωσε, στην αιτιολογική σκέψη 290 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το σύστημα των αερολιμενικών τελών και οι εκπτώσεις και μειώσεις εφαρμόζονταν σε όλες τις αεροπορικές εταιρείες που χρησιμοποιούσαν ή ήταν πιθανό να χρησιμοποιήσουν τον αερολιμένα, εφόσον πληρούσαν τους όρους που περιγράφονταν στο ΕΑΠ του 2007, στο ΕΑΠ του 2008 ή στο ΕΑΠ του 2010 αντίστοιχα.

159    Στην αιτιολογική σκέψη 292 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή επισήμανε ότι «[ο]ι εφαρμοζόμενες εκπτώσεις ακολουθούσαν αναλογική κλίμακα, με τη χαμηλότερη έκπτωση να ξεκινά στο 10 % για 250-500 προσγειώσεις ετησίως, δηλαδή περίπου [πέντε] προσγειώσεις εβδομαδιαίως», καθώς και ότι «κατά την υπό εξέταση περίοδο, εκτός από τη Wizz Air, υπήρχαν και ορισμένες άλλες αεροπορικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στον [αερολιμένα], οι οποίες είχαν στον στόλο τους αεροσκάφη των σχετικών μεγεθών και/ή επαρκούς συχνότητας δρομολογίων και, ως εκ τούτου, επωφελούνταν ή θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τις σχετικές εκπτώσεις».

160    Στις αιτιολογικές σκέψεις 293 και 294 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή συμπέρανε ότι ο βασικός συντελεστής, οι εκπτώσεις και οι μειώσεις που καθορίζονταν στο ΕΑΠ του 2007, στο ΕΑΠ του 2008 και στο ΕΑΠ του 2010 δεν ήταν επιλεκτικές, καθώς εφαρμόζονταν χωρίς διακρίσεις. Η Επιτροπή κατέληξε συνεπώς στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω μέτρο δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

β)      Επί του βασίμου της εκτίμησης του ΕΑΠ του 2010 στην προσβαλλόμενη απόφαση

1)      Προκαταρκτικές εκτιμήσεις

161    Το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ορίζει ότι «[ε]νισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές».

162    O χαρακτηρισμός ενός μέτρου ως κρατικής ενίσχυσης απαιτεί, κατά πάγια νομολογία, να πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για κρατική παρέμβαση ή παρέμβαση μέσω κρατικών πόρων. Δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Τρίτον, πρέπει να παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στον δικαιούχο της. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Hansestadt L?beck, C-524/14 P, EU:C:2016:971, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

163    Όσον αφορά την προϋπόθεση περί επιλεκτικού χαρακτήρα του πλεονεκτήματος, κατά πάγια νομολογία, για την εκτίμηση της προϋπόθεσης αυτής απαιτείται να εξακριβώνεται αν, στο πλαίσιο δεδομένου νομικού καθεστώτος, ένα κρατικό μέτρο μπορεί να ευνοήσει «ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής» έναντι άλλων που βρίσκονται, όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκει το εν λόγω καθεστώς, σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση. Η έννοια «κρατική ενίσχυση» δεν καταλαμβάνει τα κρατικά μέτρα που εισάγουν διαφοροποίηση μεταξύ επιχειρήσεων και τα οποία είναι συνεπώς εξ ορισμού επιλεκτικά, όταν η διαφοροποίηση προκύπτει από τη φύση ή την οικονομία του συστήματος στο οποίο εντάσσονται τα μέτρα αυτά (βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Hansestadt L?beck, C-524/14 P, EU:C:2016:971, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

164    Εξάλλου, το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν διακρίνει αναλόγως των αιτιών ή των σκοπών των κρατικών παρεμβάσεων, αλλά τις ορίζει σε συνάρτηση με τα αποτελέσματά τους (βλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, JCDecaux Street Furniture Belgium κατά Επιτροπής, C-710/22 P, EU:C:2024:787, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

165    Επομένως, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί ο επιλεκτικός χαρακτήρας μέτρου με το οποίο μια δημόσια επιχείρηση καθορίζει τους όρους χρησιμοποιήσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών της, έστω και αν το μέτρο αυτό έχει γενική εφαρμογή στο σύνολο των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν τα οικεία αγαθά ή τις οικείες υπηρεσίες, για να προσδιοριστεί αν όντως συμβαίνει κάτι τέτοιο πρέπει να λαμβάνεται ως βάση όχι η φύση του μέτρου, αλλά τα αποτελέσματά του και να εξετάζεται αν το πλεονέκτημα που λογίζεται ότι παρέχει το επίμαχο μέτρο ωφελεί στην πραγματικότητα ορισμένες μόνον επιχειρήσεις σε σχέση με άλλες, ενώ, από πλευράς του επιδιωκόμενου με το σχετικό καθεστώς σκοπού, το σύνολο των εν λόγω επιχειρήσεων βρίσκονται σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Hansestadt L?beck, C-524/14 P, EU:C:2016:971, σκέψη 49).

166    Προκειμένου να εκτιμηθεί ο επιλεκτικός χαρακτήρας ενός μέτρου, πρέπει να εξετάζεται αν, στο πλαίσιο συγκεκριμένου νομικού συστήματος, το μέτρο αυτό συνιστά πλεονέκτημα για ορισμένες επιχειρήσεις έναντι άλλων που βρίσκονται, υπό το πρίσμα του σκοπού τον οποίο επιδιώκει το καθεστώς αυτό, σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση (βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Hansestadt L?beck, C-524/14 P, EU:C:2016:971, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

167    Η εξέταση αυτή συνεπάγεται, επομένως, κατ’ αρχήν, ότι πρέπει να καθορίζεται προηγουμένως το πλαίσιο αναφοράς εντός του οποίου εντάσσεται το επίμαχο μέτρο (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Hansestadt L?beck, C-524/14 P, EU:C:2016:971, σκέψη 55).

168    Κατά πρώτον, επισημαίνεται ότι τα σημεία 1 έως 4 του ΕΑΠ του 2010 όριζαν τους συντελεστές των διαφόρων αερολιμενικών τελών (ήτοι, του τέλους προσγείωσης, του τέλους φωτισμού, του τέλους χρήσης σταθμού και των τελών εξυπηρέτησης επιβατών, περιλαμβανομένου του τέλους ασφαλείας). Επί των πράγματι χρεωθέντων τελών μπορούσαν να χορηγηθούν διάφορα είδη μειώσεων. Στα σημεία 7.1, 7.2 και 7.3 του ΕΑΠ του 2010 προβλέπονταν, αντιστοίχως, τρία είδη μη σωρευτικών μειώσεων:

–        πρώτον, μειώσεις ύψους 10 % έως 70 % ανάλογα με τον αριθμό των προσγειώσεων πτήσεων εξωτερικού που είχαν πραγματοποιηθεί το προηγούμενο έτος στον αερολιμένα

–        δεύτερον, χορήγηση για περίοδο δώδεκα μηνών έκπτωσης ύψους 50 % στους νέους αερομεταφορείς στο αεροδρόμιο που πραγματοποιούσαν τουλάχιστον τρεις πτήσεις ανά εβδομάδα με αεροσκάφος 70 τουλάχιστον θέσεων. Για κάθε νέο προορισμό που εξυπηρετείται, η έκπτωση που εφαρμόζεται στα τέλη προσγείωσης ήταν 50 % για περίοδο έξι μηνών. Πέραν των μειώσεων αυτών η AITTV επέστρεφε το 10 έως 30 % των ποσών που εισέπραττε από τα τέλη επιβίβασης, ανάλογα με τον αριθμό επιβιβαζόμενων επιβατών ανά έτος

–        τρίτον, χορήγηση έκπτωσης 72 % έως 85 % για αεροσκάφη MTOW άνω των 70 τόνων στα οποία επιβιβάζονταν περισσότεροι από 10 000 επιβάτες ανά μήνα.

169    Από τις αιτιολογικές σκέψεις 46 έως 49 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι μειώσεις που περιγράφονται στην πρώτη και τη δεύτερη περίπτωση της σκέψης 168 ανωτέρω προβλέπονταν ήδη από το ΕΑΠ του 2008. Οι μειώσεις που προβλέπονταν στο σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010, όπως περιγράφονται στην τρίτη περίπτωση της σκέψης 168 ανωτέρω, αποτελούσαν το μόνο νέο στοιχείο σε σχέση με το ΕΑΠ του 2008.

170    Κατά δεύτερον, διευκρινίζεται ότι, από τις μειώσεις που προβλέπει το ΕΑΠ του 2010, η προσφεύγουσα βάλλει μόνο κατά εκείνων που καθιερώνονται με το σημείο 7.3. Κατά την Επιτροπή, το επιχείρημα της προσφεύγουσας σχετικά με την de facto επιλεκτικότητα πρέπει να θεωρηθεί αλυσιτελές, διότι βάλλει αποκλειστικά κατά των εν λόγω μειώσεων, ήτοι κατά μέτρου διαφορετικού από εκείνο που εξετάζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση.

171    Εντούτοις, το επιχείρημα της Επιτροπής δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Βεβαίως, η Επιτροπή εξέτασε στις αιτιολογικές σκέψεις 287 έως 299 της προσβαλλόμενης απόφασης το ζήτημα του επιλεκτικού χαρακτήρα του συνόλου των μέτρων που προβλέφθηκαν με το ΕΑΠ του 2007, το ΕΑΠ του 2008 και το ΕΑΠ του 2010, χωρίς να εξετάσει χωριστά τη μείωση την οποία προβλέπει το σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010. Εντούτοις, η τελευταία αυτή μείωση καλύπτεται επίσης από την προσβαλλόμενη απόφαση και από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να την αποκλείσει από το ουσιαστικό περιεχόμενο της ανάλυσής της. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ακριβώς ότι η Επιτροπή εσφαλμένως παρέλειψε να εξετάσει αν η εν λόγω μείωση, εξεταζόμενη αυτοτελώς, ήταν επιλεκτική έναντι της Wizz Air.

172    Κατά τρίτον, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 146 ανωτέρω, η Επιτροπή και η Wizz Air υποστήριξαν εσφαλμένα ότι το ΕΑΠ του 2010 δεν είχε εφαρμογή στη δεύτερη.

173    Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, πρέπει να εξεταστεί αν η εκτίμηση του ΕΑΠ του 2010 στην οποία προέβη η Επιτροπή είναι βάσιμη.

2)      Επί του βασίμου της εκτίμησης περί του επιλεκτικού χαρακτήρα

174    H προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το γεγονός ότι το ΕΑΠ του 2010 είχε εφαρμογή επί όλων των αεροπορικών εταιριών οι οποίες δραστηριοποιούνταν στον αερολιμένα και ότι και άλλες αεροπορικές εταιρίες επωφελούνταν ή θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τις συγκεκριμένες μειώσεις δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι προβλεπόμενες στο ΕΑΠ του 2010 μειώσεις να είχαν σχεδιαστεί ώστε να ευνοούν τη Wizz Air κατά τρόπο επιλεκτικό.

175    Κατά πρώτον, όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκουν οι μειώσεις τις οποίες προβλέπει το σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010, η Επιτροπή αναφέρεται στους οικονομικούς σκοπούς του αερολιμένα οι οποίοι ήταν η προσέλκυση μεγαλύτερων αεροσκαφών και η συνακόλουθη αύξηση των εσόδων του.

176    Εντούτοις, ο σκοπός που επιδιώκεται με τις εν λόγω μειώσεις δεν αρκεί από μόνος του για τον αποκλεισμό του επιλεκτικού χαρακτήρα τους. Πράγματι, η λύση αυτή, κατ’ αποτέλεσμα, θα απέκλειε εκ των προτέρων κάθε δυνατότητα χαρακτηρισμού ως «επιλεκτικών πλεονεκτημάτων» των πλεονεκτημάτων που χορηγήθηκαν στις αεροπορικές εταιρίες που διέθεταν αεροσκάφη MTOW άνω των 70 τόνων στα οποία επιβιβάζονταν περισσότεροι από 10 000 επιβάτες ανά μήνα. Θα αρκούσε συνεπώς η εκ μέρους των δημοσίων αρχών επίκληση του θεμιτού χαρακτήρα των σκοπών που επιδιώκονται με τη λήψη μέτρου ενισχύσεως για να μπορεί αυτό να θεωρηθεί γενικό μέτρο, το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2022, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T-850/19, EU:T:2022:638, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

177    Κατά δεύτερον, η Επιτροπή εκτίμησε, στην αιτιολογική σκέψη 290 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το σύστημα των αερολιμενικών τελών και οι εκπτώσεις και μειώσεις εφαρμόζονταν σε όλες τις αεροπορικές εταιρίες που χρησιμοποιούσαν ή ήταν πιθανό να χρησιμοποιήσουν τον αερολιμένα, εφόσον πληρούσαν τους όρους που περιγράφονταν στο ΕΑΠ του 2007, στο ΕΑΠ του 2008 ή στο ΕΑΠ του 2010 αντίστοιχα.

178    Ως προς το ζήτημα αυτό, κατ’ αρχάς, το επιχείρημα που προέβαλε η προσφεύγουσα με το υπόμνημα απαντήσεως, υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει σφάλματα όσον αφορά την ανάλυση, αφενός, του ζητήματος αν το ΕΑΠ του 2010 εισήγαγε διακρίσεις μεταξύ επιχειρήσεων που βρίσκονταν σε συγκρίσιμες καταστάσεις και, αφετέρου, του ζητήματος αν η διάκριση αυτή μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη υπό το πρίσμα των σκοπών του συστήματος αναφοράς, αποσκοπεί στην απάντηση στα επιχειρήματα που προβλήθηκαν με το υπόμνημα αντικρούσεως και δεν συνιστά, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, νέο και απαράδεκτο λόγο ακυρώσεως.

179    Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι η φύση του ΕΑΠ του 2010, το οποίο είχε τη μορφή ενός «γενικού» καθεστώτος που στηριζόταν σε αντικειμενικά κριτήρια, δεν αποκλείει τη διαπίστωση περί επιλεκτικού χαρακτήρα των μειώσεων που προβλέπει. Ειδικότερα, η προϋπόθεση σχετικά με τον επιλεκτικό χαρακτήρα έχει ευρύτερο περιεχόμενο καθόσον συμπεριλαμβάνει μέτρα τα οποία, μέσω των αποτελεσμάτων τους, ευνοούν ορισμένες επιχειρήσεις λόγω των ιδιαίτερων και συγκεκριμένων χαρακτηριστικών που αυτές παρουσιάζουν. Ομοίως, κατά τη νομολογία, το γεγονός ότι η ενίσχυση δεν αφορά έναν ή περισσότερους εκ των προτέρων εξατομικευμένους δικαιούχους, αλλά υπόκειται σε σειρά αντικειμενικών κριτηρίων κατ’ εφαρμογήν των οποίων μπορεί να χορηγηθεί σε απροσδιόριστο αριθμό δικαιούχων, δεν αρκεί για να τεθεί υπό αμφισβήτηση ο επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου και, κατ’ επέκταση, ο χαρακτηρισμός του ως κρατικής ενίσχυσης υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Το γεγονός αυτό δηλώνει το πολύ ότι το επίμαχο μέτρο δεν συνιστά ατομική ενίσχυση. Αντιθέτως, δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό της δημόσιας αυτής παρέμβασης ως επιλεκτικού και, επομένως, ειδικού μέτρου εφόσον, λόγω των κριτηρίων εφαρμογής του, παρέχει πλεονέκτημα σε ορισμένες επιχειρήσεις ή σε ορισμένους τομείς παραγωγής, κατ’ αποκλεισμό άλλων (πρβλ. αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, CETM κατά Επιτροπής, T-55/99, EU:T:2000:223, σκέψη 40, της 13ης Σεπτεμβρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής, T-379/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:422, σκέψη 47, και της 30ής Απριλίου 2014, Tisza Er?m? κατά Επιτροπής, T-468/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:235, σκέψη 164).

180    Εν προκειμένω, βεβαίως, το σύστημα των αερολιμενικών τελών και οι εκπτώσεις και μειώσεις εφαρμόζονταν, κατ’ αρχήν, σε όλες τις αεροπορικές εταιρίες που χρησιμοποιούσαν ή ήταν πιθανό να χρησιμοποιήσουν τον αερολιμένα Εντούτοις, τα δύο σωρευτικά κριτήρια του σημείου 7.3 του ΕΑΠ του 2010, ήτοι η χρήση αεροσκαφών MTOW άνω των 70 τόνων και η μεταφορά περισσότερων από 10 000 επιβατών ανά μήνα, ήταν διατυπωμένα κατά τρόπον ώστε ο κύκλος των δυνητικών δικαιούχων των εν λόγω μειώσεων να είναι κατ’ ανάγκην περιορισμένος.

181    Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από το γεγονός ότι η Επιτροπή, η Wizz Air και η AITTV ανέφεραν μόνον την Tarom ως άλλη, πλην της Wizz Air, αεροπορική εταιρία η οποία μπορούσε να επωφεληθεί από τις εν λόγω εκπτώσεις. Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ότι, μολονότι, με το υπόμνημα παρεμβάσεως, η Wizz Air ανέφερε και άλλες αεροπορικές εταιρίες πλην της ίδιας και της Tarom, πρόκειται για εταιρίες οι οποίες, κατά τη Wizz Air, βρίσκονταν το 2008 σε διαπραγματεύσεις με τον αερολιμένα σχετικά με την εκμετάλλευση δρομολογίων με αναχώρηση από αυτόν και οι οποίες, εν τέλει, δεν περιλαμβάνονταν στις απαριθμούμενες στην αιτιολογική σκέψη 33 της προσβαλλόμενης απόφασης αεροπορικές εταιρίες που εξυπηρετούσαν τον αερολιμένα μεταξύ 2007 και 2009.

182    Συνεπώς, το γεγονός ότι ένας πολύ περιορισμένος αριθμός αεροπορικών εταιριών μπορούσε να επωφεληθεί από τις μειώσεις που προέβλεπε το σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010 δεν μπορούσε να θεωρηθεί από την Επιτροπή ως τυχαία συνέπεια του επίμαχου συστήματος, αλλά έπρεπε να θεωρηθεί ως αναπόφευκτη συνέπεια του γεγονότος ότι οι μειώσεις είχαν σχεδιαστεί ακριβώς κατά τρόπο ώστε μόνο οι ολιγάριθμες εταιρίες που χρησιμοποιούσαν αεροσκάφη MTOW άνω των 70 τόνων στα οποία επιβιβάζονταν περισσότεροι από 10 000 επιβάτες ανά μήνα να μπορούν να τύχουν των εκπτώσεων από 72 έως 85 %, δηλαδή μειώσεων κατά πολύ μεγαλύτερων από τις προβλεπόμενες στα σημεία 7.1 και 7.2 του ΕΑΠ του 2010.

183    Κατά τρίτον, στην αιτιολογική σκέψη 292 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή σημείωσε ότι «[ο]ι εφαρμοζόμενες εκπτώσεις ακολουθούσαν αναλογική κλίμακα, με τη χαμηλότερη έκπτωση να ξεκινά στο 10 % για 250-500 προσγειώσεις ετησίως, δηλαδή περίπου [πέντε] προσγειώσεις εβδομαδιαίως», καθώς και ότι «κατά την υπό εξέταση περίοδο, εκτός από τη Wizz Air, υπήρχαν και ορισμένες άλλες αεροπορικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στον [αερολιμένα], οι οποίες είχαν στον στόλο τους αεροσκάφη των σχετικών μεγεθών και/ή επαρκούς συχνότητας δρομολογίων και, ως εκ τούτου, επωφελούνταν ή θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τις σχετικές εκπτώσεις».

184    Ωστόσο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή, πρώτον, εξέτασε από κοινού τα τρία είδη μειώσεων που προβλέπονταν από το ΕΑΠ του 2010 χωρίς να εξηγήσει γιατί η από κοινού αυτή εξέταση ήταν ενδεδειγμένη προκειμένου να προσδιορισθεί αν αυτές είχαν επιλεκτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι κάθε είδος μειώσεων υπαγόταν σε διαφορετικές προϋποθέσεις ενώ οι διάφορες μειώσεις δεν ήταν σωρευτικές. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει αν το συγκεκριμένο είδος μειώσεων που προβλεπόταν ειδικά στο σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010 ευνοούσε, αυτοτελώς, τη Wizz Air, λόγω των κριτηρίων εφαρμογής του, αποκλείοντας τις λοιπές αεροπορικές εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στον αερολιμένα.

185    Δεύτερον, η Επιτροπή δεν αποφάνθηκε, όσον αφορά ειδικά το είδος μείωσης που προβλεπόταν στο σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010, επί του ζητήματος αν άλλες αεροπορικές εταιρίες πλην της Wizz Air είχαν στον στόλο τους αεροσκάφη κατάλληλου μεγέθους και επαρκούς συχνότητας δρομολογίων, ώστε να μπορούν στην πράξη να επωφεληθούν από το εν λόγω είδος μειώσεων.

186    Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι διαπίστωσε, στις αιτιολογικές σκέψεις 122 και 390 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, πλην της Wizz Air, και άλλες αεροπορικές εταιρίες χρησιμοποιούσαν αεροσκάφη MTOW άνω των 70 τόνων και μπορούσαν συνεπώς να επωφεληθούν από τη συγκεκριμένη μείωση.

187    Επιβάλλεται εντούτοις η διαπίστωση ότι η αιτιολογική σκέψη 122 δεν περιέχει καμία εκτίμηση εκ μέρους της Επιτροπής, αλλά σε αυτήν αναπαράγεται ένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Wizz Air κατά τη διοικητική διαδικασία. Επιπλέον, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν περιέχει καμία διευκρίνιση όσον αφορά τις αεροπορικές εταιρίες στις οποίες αναφέρεται.

188    Εν πάση περιπτώσει, εφόσον θεωρηθεί ότι οι αεροπορικές εταιρίες στις οποίες αναφέρεται η Wizz Air, πλην της Tarom, είναι οι ίδιες με εκείνες που μνημονεύει στο υπόμνημα παρεμβάσεως, διαπιστώθηκε ήδη, στη σκέψη 181 ανωτέρω, ότι αυτές δεν εξυπηρετούσαν τον αερολιμένα.

189    Από την αιτιολογική σκέψη 390 της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της εκτίμησης εκ μέρους της Επιτροπής της μελέτης που υπέβαλε η προσφεύγουσα επί του ζητήματος της αποδοτικότητας των συμφωνιών του 2008, προκύπτει όντως ότι η Επιτροπή φαίνεται να δέχεται ότι, όπως υποστήριξε η Ρουμανία, η αεροπορική εταιρία Tarom χρησιμοποιούσε επίσης αεροσκάφη MTOW άνω των 70 τόνων.

190    Εντούτοις, από την αιτιολογική σκέψη 390 της προσβαλλόμενης απόφασης όχι μόνο δεν προκύπτει ότι πολλές άλλες αεροπορικές εταιρίες χρησιμοποιούσαν τέτοια αεροσκάφη, αλλά, επιπλέον, δεν προκύπτει ούτε ότι η Tarom πληρούσε ή μπορούσε να πληροί το κριτήριο σχετικά με τον αριθμό των μεταφερόμενων ανά μήνα επιβατών. Αντιθέτως, η Επιτροπή αφήνει να εννοηθεί, στο σημείο 40 του υπομνήματος ανταπαντήσεως, ότι αυτό δεν συνέβαινε, δεδομένου ότι απαντά στο επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η χρήση τέτοιων αεροσκαφών από την Tarom ήταν περιθωριακή, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν απίθανο η χρήση τους να αυξηθεί στο μέλλον. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί εξάλλου τον μέσο όρο των 5 480 επιβατών που μετέφερε μηνιαίως η Tarom το 2009, τον οποίο προέβαλε η προσφεύγουσα με το υπόμνημα απαντήσεως.

191    Τέλος, με το υπόμνημα παρεμβάσεως, η AITTV παρέπεμψε σε έγγραφο το οποίο περιείχε κατάλογο των αεροσκαφών που χρησιμοποιούνταν από άλλες αεροπορικές εταιρίες, πλην της Wizz Air, οι οποίες εκμεταλλεύονταν αεροσκάφη MTOW άνω των 70 τόνων μεταξύ του 2006 και του 2013.

192    Εντούτοις, κατά τη νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αναζητεί και να εντοπίζει, στα παραρτήματα, τους ισχυρισμούς που θα μπορούσε να θεωρήσει ότι αποτελούν τη βάση της προσφυγής, δεδομένου ότι τα παραρτήματα επιτελούν αμιγώς αποδεικτική και διευκρινιστική λειτουργία (βλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2021, Laboratoire Pareva και Biotech3D κατά Επιτροπής, T-337/18 και T-347/18, EU:T:2021:594, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

193    Συνεπώς, η AITTV έφερε το βάρος να παραθέσει, στο σώμα του υπομνήματος παρεμβάσεως, τις ονομασίες των συγκεκριμένων αεροπορικών εταιριών και να εξηγήσει με ποιο τρόπο το προσκομιζόμενο ως παράρτημα έγγραφο στήριζε τα επιχειρήματά της. Εν πάση περιπτώσει, το έγγραφο αυτό, όπως το περιγράφει η AITTV, περιέχει μεν τον κατάλογο των αεροπορικών εταιριών που χρησιμοποιούσαν αεροσκάφη MTOW άνω των 70 τόνων, αλλά δεν περιέχει καμία ένδειξη σχετικά με τον αριθμό των μεταφερόμενων επιβατών.

194    Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε ότι το είδος μειώσεων που προβλέπεται στο σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010 ωφέλησε άλλες αεροπορικές εταιρίες πλην της Wizz Air ούτε ότι η Tarom ή άλλη αεροπορική εταιρία είχε εξυπηρετήσει τον ελάχιστο αριθμό επιβιβασθέντων επιβατών ανά μήνα τον οποίο έθετε ως προϋπόθεση το σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010.

195    Τρίτον, πρέπει να επισημανθεί ότι αν ληφθούν υπόψη, όπως ζητεί η Επιτροπή, και οι άλλες δύο μειώσεις που προβλέπονταν στο ΕΑΠ του 2010, τότε τίθεται ακόμη περισσότερο εν αμφιβόλω ο μη επιλεκτικός χαρακτήρας των μειώσεων του σημείου 7.3 του ΕΑΠ του 2010. Ειδικότερα, τα άλλα δύο μέτρα μείωσης των αερολιμενικών τελών προέβλεπαν μειώσεις που μπορούσαν να κυμανθούν από 10 % έως 70 % και από 10 % έως 30 %, ενώ το σημείο 7.3 προέβλεπε μειώσεις των οποίων ο συντελεστής ήταν υψηλότερος και σαφώς λιγότερο προοδευτικός καθώς ξεκινούσε από 72 % και μπορούσε να φθάσει έως 85 %.

196    Κατά συνέπεια, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραλείποντας να εξετάσει αν η προβλεπόμενη στο σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010 μείωση είχε, εξεταζόμενη αυτοτελώς, επιλεκτικό χαρακτήρα.

197    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν προβάλλεται εκπρόθεσμα ή αν είναι βάσιμο το επιχείρημα της προσφεύγουσας σύμφωνα με οποίο οι μειώσεις που προβλέπονταν στο σημείο 7.3 του ΕΑΠ του 2010 συνιστούσαν παρέκκλιση από το σύστημα αναφοράς που όριζε το ΕΑΠ του 2010. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που με αυτή κρίνεται ότι το ΕΑΠ του 2010 δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, χωρίς να χρειάζεται, εξάλλου, να εξεταστεί ενδεχόμενος λόγος ακυρώσεως λόγω παραβίασης της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας.

Δ.      Συμπέρασμα επί της προσφυγής

198    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως απαράδεκτη ως προς το αίτημα ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέτρο που αυτή αφορά τις συμφωνίες του 2008 και του 2010. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς το αίτημα ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέτρο που αυτή αφορά το ΕΑΠ του 2010.

V.      Επί των δικαστικών εξόδων

199    Σύμφωνα με το άρθρο 195 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο, αποφαίνεται με την απόφαση που εκδίδει κατόπιν αναιρέσεως και αναπομπής επί των δικαστικών εξόδων όσον αφορά, αφενός, τις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίες, ήτοι τις διαδικασίες στις υποθέσεις T-522/20 και T-522/20 RENV, και, αφετέρου, την ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρετική διαδικασία, ήτοι τη διαδικασία στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-244/23 P έως C-246/23 P.

200    Το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει, κατ’ αρχήν, τα δικαστικά έξοδά του.

201    Ωστόσο, κατά το άρθρο 135, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν τούτο επιβάλλεται για λόγους επιείκειας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, μέρος μόνον των εξόδων του αντιδίκου, ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αυτά.

202    Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή ηττήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η αρχική απόφαση, ενώ η προσφεύγουσα ηττήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρετική απόφαση. Λαμβανομένου υπόψη ότι, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η προσφυγή εν μέρει έγινε δεκτή και εν μέρει απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, κατά δίκαιη εκτίμηση της υποθέσεως κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για τις υποθέσεις T-522/20 και T-522/20 RENV και για τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-244/23 P έως C-246/23 P.

203    Τέλος, κατά το άρθρο 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο παρεμβαίνων, ακόμα και όταν είναι άλλος από τους αναφερόμενους στις παραγράφους 1 και 2, θα φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

204    Υπό τις συνθήκες αυτές, η Wizz Air και η AITTV πρέπει να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει το άρθρο 2 της απόφασης (ΕΕ) 2021/1428 της Επιτροπής, της 24ης Φεβρουαρίου 2020, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA. 31662 – C/2011 (πρώην NN/2011) την οποία έθεσε σε εφαρμογή η Ρουμανία για τον Διεθνή Αερολιμένα της Τιμισοάρα – Wizz Air, κατά το μέρος που με αυτό κρίνεται ότι τα αερολιμενικά τέλη που έχουν δημοσιευθεί στο εγχειρίδιο αεροναυτικών πληροφοριών του 2010 δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση.

2)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

3)      Η Carpatair SA, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Wizz Air Hungary L?gik?zleked?si Zrt. (Wizz Air Hungary Zrt.) και η Societatea Na?ional? «Aeroportul Interna?ional Timi?oara – Traian Vuia» SA (AITTV) φέρουν, εκάστη, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν για τις δίκες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου.

P??torak

Mart?n y P?rez de Nanclares

Hesse

Steinfatt

 

      Petrl?k

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Μαΐου 2026.

(υπογραφές)


Περιεχόμενα


I. Ιστορικό της διαφοράς

II. Διαδικασία πριν από την αναπομπή

Α. Επί της αρχικής απόφασης

Β. Επί της αναιρετικής απόφασης

III. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων κατόπιν της αναπομπής

IV. Σκεπτικό

Α. Επί του παραδεκτού των αποσπασμάτων της έκθεσης του δικαστικού διαχειριστή

Β. Επί του παραδεκτού της προσφυγής

1. Επί του εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας

2. Επί της ενεργητικής νομιμοποίησης της προσφεύγουσας

α) Επί του ατομικού επηρεασμού της προσφεύγουσας όσον αφορά τις συμφωνίες του 2008 και του 2010

1) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

2) Επί της ύπαρξης άμεσης ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air

3) Επί της ύπαρξης έμμεσης ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ της προσφεύγουσας και της Wizz Air

4) Επί του ζητήματος αν η περίπτωση της προσφεύγουσας είναι ιδιαίτερη

β) Επί του άμεσου επηρεασμού της προσφεύγουσας όσον αφορά το ΕΑΠ του 2010

Γ. Επί της ουσίας

1. Επί των λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα

2. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται νομικό σφάλμα όσον αφορά τον μη επιλεκτικό χαρακτήρα του ΕΑΠ του 2010

α) Επί της εκτίμησης του ΕΑΠ του 2010 στην προσβαλλόμενη απόφαση

β) Επί του βασίμου της εκτίμησης του ΕΑΠ του 2010 στην προσβαλλόμενη απόφαση

1) Προκαταρκτικές εκτιμήσεις

2) Επί του βασίμου της εκτίμησης περί του επιλεκτικού χαρακτήρα

Δ. Συμπέρασμα επί της προσφυγής

V. Επί των δικαστικών εξόδων


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.