Rechtssache T-150/25, Zollamt ?sterreich gegen G GmbH, Urteil des Gerichts (F?nfte erweiterte Kammer) vom 13. Mai 2026
print
Τίτλος:
Rechtssache T-150/25, Zollamt ?sterreich gegen G GmbH, Urteil des Gerichts (F?nfte erweiterte Kammer) vom 13. Mai 2026
Υπόθεση T-150/25, Zollamt ?sterreich κατά G GmbH, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πέμπτο πενταμελές τμήμα) της 13ης Μαΐου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)

της 13ης Μαΐου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Τελωνειακή ένωση – Ενωσιακός τελωνειακός κώδικας – Δικαίωμα προσφυγής – Άρθρο 44, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕE) 952/2013 – Απόφαση που αφορά δεσμευτική δασμολογική πληροφορία – Ένδικη προσφυγή – Τροποποίηση – Αναδρομική ισχύς »

Στην υπόθεση T-150/25,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) με απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Φεβρουαρίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης

Zollamt ?sterreich

κατά

G GmbH,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Sampol Pucurull (εισηγητή), πρόεδρο, T. Pynn?, J. Laitenberger, M. Stancu και Γ. Βαλασίδη, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Mart?n y P?rez de Nanclares

γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη ότι στις 7 Μαρτίου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Δεκεμβρίου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η G GmbH, εκπροσωπούμενη από τον W. Gappmayer, Rechtsanwalt,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τον F. Meloncelli, avvocato dello Stato,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις A. Demeneix και B. Eggers,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2026,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 33, 34, 44 και 45 του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2013, L 269, σ. 1) (στο εξής: ενωσιακός τελωνειακός κώδικας).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της G GmbH και του Zollamt ?sterreich (αυστριακού τελωνείου, στο εξής: τελωνείο) σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη των αιμοστατικών ιμάντων μίας χρήσης μέσω απόφασης που αφορά δεσμευτική δασμολογική πληροφορία (στο εξής: ΔΔΠ).

 Νομικό πλαίσιο

 Δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 26 και 27 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα αναφέρουν τα εξής:

«(26)       Για να εξασφαλισθεί ισορροπία μεταξύ, αφενός, της ανάγκης να εξασφαλίζουν οι τελωνειακές αρχές την ορθή τήρηση της τελωνειακής νομοθεσίας, και, αφετέρου, του δικαιώματος των οικονομικών φορέων να τυγχάνουν δίκαιης μεταχείρισης, θα πρέπει να χορηγηθούν στις τελωνειακές αρχές εκτεταμένες εξουσίες ελέγχου και στους οικονομικούς φορείς δικαίωμα άσκησης προσφυγής.

(27)      Σύμφωνα με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι απαραίτητο, επιπλέον του δικαιώματος άσκησης προσφυγής κατά οποιασδήποτε απόφασης που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές, να προβλεφθεί το δικαίωμα κάθε ατόμου για ακρόαση προτού ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση που θα μπορούσε να το επηρεάσει αρνητικά. [...]»

4        Το τμήμα 3 του κεφαλαίου 2 του τίτλου I του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας», περιλαμβάνει τα άρθρα 22 έως 37.

5        Το άρθρο 33 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο επιγράφεται «Αποφάσεις [ΔΔΠ]», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν, κατόπιν αιτήσεως, αποφάσεις [ΔΔΠ] [...].

[...]»

6        Το άρθρο 34 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαχείριση αποφάσεων [ΔΔΠ]», ορίζει στις παραγράφους 1 και 3 έως 6 τα εξής:

«1.      Η απόφαση ΔΔΠ παύει να ισχύει πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 33 παράγραφος 3 εφόσον δεν είναι πλέον συμβατή με το δίκαιο, λόγω οποιασδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)      τροποποίησης των ονοματολογιών που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β),

β)      θέσπισης μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 57 παράγραφος 4,

με ισχύ από την ημερομηνία εφαρμογής της τροποποίησης ή των μέτρων.

[...]

3.      Η παύση ισχύος των αποφάσεων ΔΔΠ [...] δεν έχει αναδρομική εφαρμογή.

4.      Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 23 παράγραφος 3 και το άρθρο 27, οι αποφάσεις ΔΔΠ [...] ακυρώνονται, εφόσον βασίζονται σε ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες από τους αιτούντες.

5.      Οι αποφάσεις ΔΔΠ [...] ανακαλούνται σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 3 και το άρθρο 28. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές δεν ανακαλούνται με αίτημα του δικαιούχου της απόφασης.

6.      Οι αποφάσεις ΔΔΠ [...] δεν δύνανται να τροποποιηθούν.»

7        Το τμήμα 6 του κεφαλαίου 2 του τίτλου I του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο επιγράφεται «Προσφυγές», περιλαμβάνει τα άρθρα 43 έως 45.

8        Το άρθρο 44 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο τιτλοφορείται «Δικαίωμα προσφυγής», προβλέπει τα εξής:

«1.      Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να προσφεύγει κατά οποιασδήποτε απόφασης λαμβάνεται από τις τελωνειακές αρχές σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας και το αφορά άμεσα και ατομικά.

[...]

2.      Το δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκηθεί τουλάχιστον σε δύο στάδια:

α)      σε πρώτο στάδιο, ενώπιον των τελωνειακών αρχών ή δικαστικής αρχής ή άλλου φορέα που έχει ορισθεί για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη,

β)      σε δεύτερο στάδιο, ενώπιον μιας ανώτερης ανεξάρτητης αρχής, η οποία μπορεί να είναι δικαστική αρχή ή ισοδύναμο ειδικευμένο όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη.

[...]

4.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η διαδικασία προσφυγής καθιστά δυνατή την ταχεία επιβεβαίωση ή τροποποίηση των αποφάσεων που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές.»

9        Το άρθρο 45 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο επιγράφεται «Αναστολή εκτέλεσης», προβλέπει τα εξής:

«1.      Η άσκηση προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

2.      Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης αυτής, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, εφόσον έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συμβιβάζεται με την τελωνειακή νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο.

[...]»

 Το αυστριακό δίκαιο

10      Το άρθρο 279 του Bundesabgabenordnung (ομοσπονδιακού κώδικα φορολογίας) προβλέπει τα εξής:

«(1)       Πλην των περιπτώσεων του άρθρου 278, το διοικητικό δικαστήριο αποφαίνεται πάντοτε το ίδιο επί της ουσίας της υποθέσεως. Έχει την εξουσία, τόσο με το διατακτικό όσο και με το σκεπτικό, να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση την εκτίμηση της φορολογικής αρχής και, κατά συνέπεια, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη.

(2)       Η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης έχει ως συνέπεια την επαναφορά της διαδικασίας στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από την έκδοση της εν λόγω απόφασης.

[...]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

11      Στις 27 Οκτωβρίου 2022 το τελωνείο εξέδωσε, κατόπιν αιτήσεως της G, απόφαση ΔΔΠ για το προϊόν με την ονομασία «αιμοστατικός ιμάντας μιας χρήσης», το οποίο κατέταξε στον κωδικό 4008 2190 00 του Ενοποιημένου Δασμολογίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με διάρκεια ισχύος εκτεινόμενη από τις 27 Οκτωβρίου 2022 έως τις 26 Οκτωβρίου 2025.

12      Στις 22 Νοεμβρίου 2022 η G υπέβαλε ένσταση κατά της απόφασης του τελωνείου, ισχυριζόμενη ότι η δασμολογική κατάταξη ήταν ουσιαστικά εσφαλμένη. Το τελωνείο απέρριψε την ένσταση αυτή.

13      Στις 5 Μαΐου 2023 η G άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης του τελωνείου ενώπιον του Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακού φορολογικού δικαστηρίου, Αυστρία). Με απόφαση της 12ης Μαρτίου 2024, το Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακό φορολογικό δικαστήριο) έκανε δεκτή την ως άνω προσφυγή και τροποποίησε την προσβαλλόμενη απόφαση κατατάσσοντας το επίμαχο προϊόν στον κωδικό 4014 9000 00 του Ενοποιημένου Δασμολογίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία είχε εκδοθεί η εν λόγω απόφαση από το τελωνείο.

14      Το τελωνείο άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακού φορολογικού δικαστηρίου) ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, για τον λόγο ότι το Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακό φορολογικό δικαστήριο), στηριζόμενο στο άρθρο 279 του ομοσπονδιακού φορολογικού κώδικα, θέλησε να τροποποιήσει αναδρομικώς την απόφαση ΔΔΠ που μνημονεύεται στη σκέψη 11 ανωτέρω, όπερ δεν επιτρέπεται από τον ενωσιακό τελωνειακό κώδικα, και ειδικότερα από το άρθρο 34, παράγραφοι 3 και 6, αυτού.

15      Κατά το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 279, παράγραφος 1, του ομοσπονδιακού φορολογικού κώδικα, το Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακό φορολογικό δικαστήριο) είχε την εξουσία να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση εκείνη του τελωνείου και, ως εκ τούτου, να τροποποιήσει την επίμαχη απόφαση αναδρομικώς από την ημερομηνία κατά την οποία είχε εκδοθεί η εν λόγω απόφαση από το τελωνείο.

16      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο ενωσιακός τελωνειακός κώδικας προβλέπει ρητώς, στο άρθρο 34, παράγραφος 4, ότι η αναδρομική ακύρωση αποφάσεων ΔΔΠ χωρεί μόνον όταν αυτές βασίζονται σε ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες που παρέσχε ο αιτών. Εκτός αυτού, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι, δυνάμει του άρθρου 34, παράγραφος 3, του κώδικα αυτού, η παύση ισχύος των αποφάσεων ΔΔΠ δεν έχει αναδρομική εφαρμογή. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 34, παράγραφος 6, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι οι αποφάσεις ΔΔΠ δεν δύνανται να τροποποιηθούν.

17      Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν το άρθρο 34 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα επηρεάζει τις προσφυγές που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 44 του εν λόγω κώδικα.

18      Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.      Δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 4, του [ενωσιακού τελωνειακού κώδικα], τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η διαδικασία προσφυγής καθιστά δυνατή την ταχεία επιβεβαίωση ή τροποποίηση των αποφάσεων που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές, έχουν τα άρθρα 33, 34, 44 και 45 [του εν λόγω κώδικα] την έννοια ότι η απόφαση επί προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 44, παράγραφος 2, [του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα] κατά [ΔΔΠ] εκδοθείσας σύμφωνα με το άρθρο 33 του [κώδικα] αυτού έχει αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία έκδοσης της εν λόγω [ΔΔΠ] από το τελωνείο;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα:

Έχουν τα άρθρα 33, 34, 44 και 45 του [ενωσιακού τελωνειακού κώδικα] την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν στις εθνικές δικονομικές διατάξεις τους ότι η απόφαση επί προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 44, παράγραφος 2, του ως άνω [κώδικα] κατά [ΔΔΠ] εκδοθείσας σύμφωνα με το άρθρο 33 του [κώδικα] αυτού έχει αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία έκδοσης της εν λόγω [ΔΔΠ] από το τελωνείο;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

19      Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 44, παράγραφος 4, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη η οποία προβλέπει ότι η απόφαση την οποία εκδίδει δικαστική αρχή επιληφθείσα προσφυγής ασκηθείσας σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού κατά απόφασης ΔΔΠ έχει αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε από τις τελωνειακές αρχές η εν λόγω απόφαση ΔΔΠ.

20      Κατά το άρθρο 44, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, ο δικαιούχος απόφασης των τελωνειακών αρχών σχετικής με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας δικαιούται να ασκήσει προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης.

21      Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 4, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η διαδικασία προσφυγής καθιστά δυνατή την ταχεία επιβεβαίωση ή τροποποίηση των αποφάσεων που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές.

22      Εξ αυτών προκύπτει ότι οι αποφάσεις που εκδίδουν οι δικαστικές αρχές έχουν ως συνέπεια είτε την επιβεβαίωση, σε περίπτωση που η προσφυγή απορριφθεί, είτε την τροποποίηση, σε περίπτωση που η προσφυγή γίνει δεκτή, των αποφάσεων ΔΔΠ οι οποίες προσβάλλονται ενώπιον των εν λόγω αρχών.

23      Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 44, παράγραφος 4, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα δεν διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιείται η τροποποίηση των αποφάσεων ΔΔΠ, καθόσον δεν παρέχει ορισμό του όρου «τροποποίηση» ούτε παραπέμπει συναφώς στο εθνικό δίκαιο.

24      Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η σημασία και το περιεχόμενο όρων ως προς τους οποίους το δίκαιο της Ένωσης δεν παρέχει κανέναν ορισμό και δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών πρέπει να προσδιορίζονται σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένων ταυτόχρονα υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου χρησιμοποιούνται οι όροι και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται [βλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Servoprax (Ιατρικά τουρνικέ), C-631/23, EU:C:2025:906, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

25      Συναφώς, κατά πρώτον, επισημαίνεται ότι, στην καθημερινή γλώσσα, το ρήμα «τροποποιώ» προσδιορίζει την ενέργεια διόρθωσης ή αλλαγής ενός πράγματος προκειμένου αυτό να καταστεί ακριβές ή κατάλληλο.

26      Μολονότι από το γράμμα του άρθρου 44, παράγραφος 4, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα δεν μπορεί να συναχθεί κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση αν η τροποποίηση την οποία προβλέπει παράγει αναδρομικά αποτελέσματα, επισημαίνεται εντούτοις ότι η ταχεία τροποποίηση παράνομης απόφασης ΔΔΠ μπορεί να συνεπάγεται την αναδρομική μεταρρύθμιση της απόφασης αυτής. Πράγματι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο δικαιούχος της εσφαλμένης απόφασης ΔΔΠ θα επιτύχει την πλήρη τροποποίησή της προκειμένου, μεταξύ άλλων, να περιληφθεί σε αυτήν η ορθή κατάταξη, καθόσον η εσφαλμένη ΔΔΠ θεωρείται ότι ουδέποτε ήταν έγκυρη.

27      Επομένως, ελλείψει αντίθετης μνείας στο γράμμα του άρθρου 44, παράγραφος 4, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, η έννοια της «τροποποίησης» μπορεί να ερμηνευθεί ως μη αποκλείουσα την αναδρομική τροποποίηση με σκοπό να προσδοθεί στην απόφαση ΔΔΠ το περιεχόμενο που θα έπρεπε να έχει ήδη από την έκδοσή της.

28      Κατά δεύτερον, όσον αφορά τη συστηματική ανάλυση, πρώτον, επισημαίνεται ότι ούτε το άρθρο 33 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ούτε το άρθρο 34 του ίδιου αυτού κώδικα μπορούν να είναι κρίσιμα για την εκτίμηση της συμβατότητας με το δίκαιο της Ένωσης μιας εθνικής νομοθεσίας η οποία προβλέπει ότι η απόφαση δικαστικής αρχής που επιλαμβάνεται προσφυγής ασκηθείσας σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού κατά απόφασης ΔΔΠ έχει αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε από τις τελωνειακές αρχές η εν λόγω απόφαση.

29      Πράγματι, τα άρθρα 33 και 34 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, αφενός, και το άρθρο 44 του κώδικα αυτού, αφετέρου, περιλαμβάνονται σε διαφορετικά τμήματα του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, λαμβανομένου υπόψη ότι τα πρώτα περιλαμβάνονται στο τμήμα 3 του κεφαλαίου 2 του τίτλου I του κώδικα αυτού, το οποίο επιγράφεται «Αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας», και το δεύτερο στο τμήμα 6 του κεφαλαίου 2 του τίτλου Ι του ίδιου κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προσφυγές».

30      Επιπλέον, το άρθρο 33 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα αναθέτει την αρμοδιότητα έκδοσης ΔΔΠ στις τελωνειακές διοικήσεις των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας. Εκτός αυτού, το άρθρο 34 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ρυθμίζει τη διαχείριση των ΔΔΠ και, ειδικότερα, την παύση ισχύος, την ανάκληση, την τροποποίηση ή την ακύρωση αποφάσεων ΔΔΠ από τις τελωνειακές αρχές. Πάντως, οι δικαστικές αρχές που είναι αρμόδιες να αποφαίνονται, σύμφωνα με το άρθρο 44 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, επί των προσφυγών κατά των αποφάσεων που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές πρέπει να διακρίνονται από τις τελωνειακές αρχές (πρβλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2023, OGL-Food Trade Lebensmittelvertrieb, C-770/21, EU:C:2023:690, σκέψη 69).

31      Επομένως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 50 των προτάσεών του, τα αποτελέσματα των αποφάσεων των δικαστικών αρχών δεν εξαρτώνται ούτε επηρεάζονται από τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών, δεδομένου ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν έχει ταυτίσει τη ρύθμιση των αποφάσεων των δικαστικών αρχών με εκείνη των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών.

32      Κατά συνέπεια, το ζήτημα του αναδρομικού ή μη χαρακτήρα των αποφάσεων που εκδίδονται κατόπιν προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 44, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα δεν διέπεται από τα άρθρα 33 και 34 του ίδιου κώδικα.

33      Δεύτερον, από το άρθρο 45 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το οποίο περιλαμβάνεται στο ίδιο τμήμα με το άρθρο 44 του κώδικα αυτού, προκύπτει ότι οι τελωνειακές αρχές αναστέλλουν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει την εκτέλεση απόφασης ΔΔΠ κατά της οποίας έχει ασκηθεί προσφυγή, εφόσον έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συμβιβάζεται με την τελωνειακή νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο.

34      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο δικαστής ο οποίος έχει επιληφθεί διαφοράς διεπόμενης από το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να μπορεί να διατάξει προσωρινά μέτρα για να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της δικαστικής απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί σχετικά με την ύπαρξη των δικαιωμάτων των οποίων γίνεται επίκληση βάσει του δικαίου της Ένωσης. Επομένως, το άρθρο 45 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα δεν περιορίζει την εξουσία των δικαστικών αρχών οι οποίες επιλαμβάνονται προσφυγής ασκηθείσας σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του ίδιου κώδικα να αναστείλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης προκειμένου να συμμορφωθούν προς την υποχρέωσή τους να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, Kofisa Italia, C-1/99, EU:C:2001:10, σκέψεις 48 και 49).

35      Όπως, όμως, επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 66 των προτάσεών του, η χορήγηση αναστολής εκτελέσεως συνέχεται κατ’ ανάγκην με τη δυνατότητα αναδρομικής επαναφοράς της νομικής κατάστασης των οικονομικών φορέων, προκειμένου να αποφευχθεί η αδικαιολόγητη οικονομική ζημία τους όταν μια αρχική απόφαση είναι εσφαλμένη.

36      Επομένως, το άρθρο 45 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα δεν μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα των δικαστικών αρχών που επιλαμβάνονται προσφυγής ασκηθείσας σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού κατά απόφασης ΔΔΠ να προσδώσουν αναδρομική ισχύ στην απόφαση που εκδίδεται επί της προσφυγής αυτής προκειμένου να συμμορφωθούν προς την υποχρέωσή τους να διασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της εν λόγω προσφυγής.

37      Κατά τρίτον, επισημαίνεται ότι η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται και από τον σκοπό του άρθρου 44 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση του δικαιώματος των οικονομικών φορέων να ασκούν προσφυγή κατά απόφασης τελωνειακής αρχής.

38      Πράγματι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 26 και 27 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβλέψουν ένα σύστημα ενδίκων βοηθημάτων για τη διασφάλιση του σεβασμού του θεμελιώδους δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

39      Πάντως, μια προσφυγή δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματική αν δεν αίρει την κατάσταση που απορρέει από παράνομη ΔΔΠ και δεν περιάγει τον οικονομικό φορέα ο οποίος είναι δικαιούχος της απόφασης περί της εν λόγω ΔΔΠ στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε διαπραχθεί η επίμαχη παρανομία.

40      Εξάλλου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 62 των προτάσεών του, η διατήρηση σε ισχύ των αποτελεσμάτων μιας απόφασης ΔΔΠ που έχει κριθεί παράνομη θα μπορούσε να είναι αντίθετη προς το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα αυτά θα διατηρούνταν έναντι ενός οικονομικού φορέα ο οποίος, ωστόσο, άσκησε, εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, προσφυγή κατά της απόφασης αυτής.

41      Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 26 και 27 ανωτέρω, το άρθρο 44, παράγραφος 4, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα δεν μπορεί, εξάλλου, να εμποδίζει τις δικαστικές αρχές που επιλαμβάνονται προσφυγής δυνάμει του άρθρου 44, παράγραφος 2, του εν λόγω κώδικα να αποφαίνονται ότι η απόφαση επί προσφυγής ασκηθείσας κατά απόφασης ΔΔΠ έχει αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε από τις τελωνειακές αρχές η εν λόγω απόφαση ΔΔΠ, προκειμένου να συμμορφωθούν προς την υποχρέωσή τους να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης.

42      Εκτός αυτού, υπενθυμίζεται ότι μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης περιλαμβάνεται και η ασφάλεια δικαίου. Η μη δυνατότητα προσβολής μιας διοικητικής αποφάσεως, λόγω εκπνοής των εύλογων προθεσμιών προσβολής της ή εξαντλήσεως των ενδίκων μέσων, συμβάλλει στην ασφάλεια δικαίου και, επομένως, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει, κατ’ αρχήν, στο διοικητικό όργανο την υποχρέωση να εξετάσει εκ νέου μια διοικητική απόφαση που κατέστη απρόσβλητη (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2004, K?hne & Heitz, C-453/00, EU:C:2004:17, σκέψη 24).

43      Εντούτοις, όπως υπενθύμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 60 και 61 των προτάσεών του, η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει απλώς να καθίστανται οριστικά τα αποτελέσματα μιας απόφασης ΔΔΠ κατά της οποίας έχει ασκηθεί προσφυγή μόνον από τη στιγμή που η προσφυγή απορρίφθηκε τελεσίδικα ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την εκπνοή των προς τούτο προβλεπόμενων προθεσμιών. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής της ασφάλειας δικαίου για να δικαιολογηθεί η διατήρηση των αποτελεσμάτων μιας απόφασης ΔΔΠ κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της έναρξης ισχύος της και της παραδοχής της κατ’ αυτής ασκηθείσας ένδικης προσφυγής.

44      Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, κατά την οποία θα ήταν δύσκολο να διασφαλιστεί η πραγματική γνώση, εκ μέρους όλων των άλλων κρατών μελών, εθνικής δικαστικής απόφασης περί ακύρωσης ή τροποποίησης με αναδρομική ισχύ, διαπιστώνεται ότι, κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2015, L 343, σ. 558), για την ανταλλαγή και αποθήκευση πληροφοριών όσον αφορά αιτήσεις και αποφάσεις σχετικά με ΔΔΠ ή με οποιοδήποτε μεταγενέστερο γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει την αρχική αίτηση ή απόφαση, χρησιμοποιείται ηλεκτρονικό σύστημα που δημιουργείται για τους σκοπούς αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Κατά συνέπεια, και όπως επιβεβαίωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, όταν μια απόφαση ΔΔΠ ακυρώνεται ή τροποποιείται κατόπιν απόφασης δικαστικής αρχής, η πληροφορία αυτή εισάγεται από την οικεία τελωνειακή αρχή στο εν λόγω ηλεκτρονικό σύστημα μέσω ενός κωδικού ακυρότητας συνδεόμενου με την απόφαση ΔΔΠ και συνοδευόμενου από την αντίστοιχη ημερομηνία, και καθίσταται, ως εκ τούτου, ορατή σε όλες τις άλλες τελωνειακές αρχές.

45      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 44, παράγραφος 4, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική διάταξη η οποία προβλέπει ότι η απόφαση την οποία εκδίδει δικαστική αρχή επιληφθείσα προσφυγής ασκηθείσας σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού κατά απόφασης ΔΔΠ έχει αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε από τις τελωνειακές αρχές η εν λόγω απόφαση ΔΔΠ.

 Επί των δικαστικών εξόδων

46      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)

αποφαίνεται:

Το άρθρο 44, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική διάταξη η οποία προβλέπει ότι η απόφαση την οποία εκδίδει δικαστική αρχή επιληφθείσα προσφυγής ασκηθείσας σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού κατά απόφασης που αφορά δεσμευτική δασμολογική πληροφορία έχει αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε από τις τελωνειακές αρχές η εν λόγω απόφαση που αφορά δεσμευτική δασμολογική πληροφορία.

Sampol Pucurull

Pynn?

Laitenberger

Stancu

 

      Βαλασίδης

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Μαΐου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.