Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 16ης Ιουλίου 2026 (*)
« Αίτηση αναιρέσεως – Περιοριστικά μέτρα λόγω της στρατιωτικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας – Απόφαση 2014/145/ΚΕΠΠΑ – Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β', και άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο δ' – Περιοριστικά μέτρα επιβαλλόμενα σε φυσικό πρόσωπο που παρέχει οικονομική στήριξη σε Ρώσους ιθύνοντες υπεύθυνους για την προσάρτηση της Κριμαίας ή την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας – Άρθρο 21 ΣΛΕΕ – Άρθρο 45, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ελεύθερη κυκλοφορία – Περιοριστικά μέτρα που θίγουν την ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή πολίτη της Ένωσης »
Στην υπόθεση C-400/25 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 13 Ιουνίου 2025,
Gennady Nikolayevich Timchenko, κάτοικος Μόσχας (Ρωσία), εκπροσωπούμενος από τον S. Bonifassi, τον T. Bontinck, την E. Fedorova και την J. Goffin, avocats,
αναιρεσείων,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από την M.-C. Cadilhac και τον V. Piessevaux,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια), S. Rodin, N. Pi?arra και N. Fenger, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ο Gennady Nikolayevich Timchenko ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 2ας Απριλίου 2025, Timchenko κατά Συμβουλίου (T-297/23, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2025:352), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή-αγωγή του με αίτημα, αφενός, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την ακύρωση, πρώτον, της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2023/572 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 2023, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 75 I, σ. 134), καθώς και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2023/571 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 2023, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 75 I, σ. 1) (στο εξής από κοινού: πράξεις του Μαρτίου 2023), και, δεύτερον, της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2023/1767 του Συμβουλίου, της 13ης Σεπτεμβρίου 2023, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 226, σ. 104), καθώς και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2023/1765 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 2023, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 226, σ. 3) (στο εξής από κοινού: πράξεις του Σεπτεμβρίου 2023), καθόσον οι εν λόγω πράξεις του Μαρτίου και Σεπτεμβρίου 2023 (στο εξής από κοινού: επίδικες πράξεις) τον αφορούν και, αφετέρου, την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που προβάλλει ότι υπέστη λόγω της έκδοσης των επίδικων πράξεων.
Το νομικό πλαίσιο και το ιστορικό της διαφοράς
2 Το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υπόθεσης εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, μπορεί να συνοψισθεί και να συμπληρωθεί ως ακολούθως.
3 Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων που έλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2014 και εφεξής ως απάντηση σε ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.
4 Ο αναιρεσείων είναι επιχειρηματίας ρωσικής και φινλανδικής ιθαγένειας.
5 Στις 17 Μαρτίου 2014 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2014/145/ΚΕΠΠΑ, σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2014, L 78, σ. 16).
6 Την ίδια ημερομηνία το Συμβούλιο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) 269/2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2014, L 78, σ. 6).
7 Κατόπιν της εισβολής των ενόπλων δυνάμεων της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε στις 25 Φεβρουαρίου 2022 την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/329, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2022, L 50, σ. 1). Αυθημερόν, το ως άνω θεσμικό όργανο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/330, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2022, L 51, σ. 1).
Η οδηγία 2004/38/ΕΚ
8 Η οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 229, σ. 35) εξεδόθη βάσει της Συνθήκης ΕΚ, ιδίως των άρθρων 12, 18, 40, 44 και 52 ΕΚ.
9 Η αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2004/38 έχει ως εξής:
«Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς, η οποία περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελευθερία σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης.»
10 Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, το οποίο επιγράφεται «Σκοπός», ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία καθορίζει:
α) τους όρους που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών από τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους
β) το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους
γ) τους περιορισμούς των δικαιωμάτων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.»
11 Το άρθρο 27 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές αρχές», αποτελεί το πρώτο άρθρο του κεφαλαίου VI, που τιτλοφορείται «Περιορισμοί του δικαιώματος εισόδου και του δικαιώματος διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας», και ορίζει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των λόγων αυτών για την εξυπηρέτηση οικονομικών σκοπών.
2. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του αφορώμενου ατόμου. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αφ’ εαυτών λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων.
Η προσωπική συμπεριφορά του αφορώμενου ατόμου πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές.
[...]»
12 Η ως άνω οδηγία, κατά το άρθρο 42, απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Η απόφαση 2014/145 όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2023
13 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με την απόφαση 2022/329, επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αποτρέψουν την είσοδο στην επικράτειά τους ή τη διέλευση μέσω της επικράτειάς τους, μεταξύ άλλων, των φυσικών προσώπων που πληρούν τα κριτήρια που προβλέπονται ιδίως στα στοιχεία α', β' και ε', ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 1, της απόφασης 2014/145 προβλέπει τη δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων των φυσικών προσώπων που πληρούν τα κριτήρια που προβλέπονται ιδίως στα στοιχεία α', δ' και ζ', κριτήρια τα οποία είναι κατ’ ουσίαν πανομοιότυπα με εκείνα που προβλέπονται αντιστοίχως στα στοιχεία α', β' και ε' του άρθρου 1, παράγραφος 1.
14 Το άρθρο 1 της απόφασης 2014/145, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2023, όριζε τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αποτρέψουν την είσοδο στην επικράτειά τους ή τη διέλευση μέσω της επικράτειάς τους:
α) φυσικών προσώπων υπεύθυνων για δράσεις ή πολιτικές που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας ή τη σταθερότητα ή την ασφάλεια στην Ουκρανία ή που στηρίζουν ή εφαρμόζουν τέτοιες δράσεις ή πολιτικές ή που παρεμποδίζουν το έργο διεθνών οργανισμών στην Ουκρανία
β) φυσικών προσώπων που παρέχουν υλική ή οικονομική στήριξη σε Ρώσους ιθύνοντες υπεύθυνους για την προσάρτηση της Κριμαίας ή την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας ή έχουν οφέλη από αυτούς
[...]
ε) εξεχόντων επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας,
και φυσικών προσώπων που συνδέονται με αυτά, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα.
2. Η παράγραφος 1 δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να απαγορεύουν την είσοδο υπηκόων τους στο έδαφός τους.
3. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των περιπτώσεων κατά τις οποίες ένα κράτος μέλος δεσμεύεται από υποχρέωση σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, κυρίως:
α) ως χώρα που φιλοξενεί διεθνή διακυβερνητική οργάνωση,
β) ως χώρα που φιλοξενεί διεθνή διάσκεψη που έχει συγκληθεί ή διεξάγεται υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών,
γ) βάσει πολυμερούς συμφωνίας περί παροχής προνομίων και ασυλιών ή
δ) δυνάμει της Συνθήκης Συμφιλίωσης του 1929 (σύμφωνο του Λατερανού) μεταξύ της Αγίας Έδρας (Κράτος του Βατικανού) και της [Ιταλικής Δημοκρατίας].
4. Η παράγραφος 3 θεωρείται ότι εφαρμόζεται επίσης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα κράτος μέλος φιλοξενεί τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ).
5. Το Συμβούλιο ενημερώνεται καταλλήλως σε κάθε περίπτωση χορήγησης εξαίρεσης από κράτος μέλος δυνάμει των παραγράφων 3 ή 4.
6. Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν εξαιρέσεις από τα μέτρα της παραγράφου 1, όταν το ταξίδι δικαιολογείται για επείγοντες ανθρωπιστικούς λόγους ή για συμμετοχή σε διακυβερνητικές συνεδριάσεις, μεταξύ των οποίων και συνεδριάσεις που διοργανώνονται με πρωτοβουλία της Ένωσης ή φιλοξενούνται από την Ένωση ή φιλοξενούνται από κράτος μέλος που ασκεί την Προεδρία του ΟΑΣΕ, κατά τις οποίες διεξάγεται πολιτικός διάλογος για την άμεση προώθηση των στόχων πολιτικής των περιοριστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της στήριξης της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας.
[...]»
15 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α', δ', ζ' και in fine της απόφασης 2014/145, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2023, όριζε τα εξής:
«Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που τελούν υπό την κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο:
α) φυσικών προσώπων υπεύθυνων για δράσεις ή πολιτικές που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας ή τη σταθερότητα ή την ασφάλεια στην Ουκρανία ή που στηρίζουν ή εφαρμόζουν τέτοιες δράσεις ή πολιτικές ή που παρεμποδίζουν το έργο διεθνών οργανισμών στην Ουκρανία
[...]
δ) φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που παρέχουν υλική ή οικονομική στήριξη σε Ρώσους ιθύνοντες υπεύθυνους για την προσάρτηση της Κριμαίας ή την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας ή έχουν οφέλη από αυτούς
[...]
ζ) εξεχόντων επιχειρηματιών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας,
και φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που συνδέονται με αυτά, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα.»
Η απόφαση 2014/145 όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2023
16 Στις 5 Ιουνίου 2023 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2023/1094, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 146, σ. 20). Ειδικότερα, τα κριτήρια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', και του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', της απόφασης 2014/145, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2023/1094, τροποποιήθηκαν υπό την έννοια ότι καλύπτουν πλέον τους εξέχοντες επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στη Ρωσία και τα άμεσα μέλη της οικογένειάς τους, άλλα φυσικά πρόσωπα που επωφελούνται από αυτούς, καθώς και τους επιχειρηματίες, τα νομικά πρόσωπα, τις οντότητες ή τους φορείς που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για την Κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας. Αντιθέτως, τα κριτήρια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχεία α' και β', καθώς και του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία α' και δ', της απόφασης 2014/145 παρέμειναν αμετάβλητα σε σχέση με τα κριτήρια που προβλέπονταν στην απόφαση 2014/145, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2023.
Ο κανονισμός 269/2014 όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2023
17 Στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2022/330/2014, απαριθμούνται τα κριτήρια βάσει των οποίων, μεταξύ άλλων, καταχωρίζονται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι του κανονισμού 269/2014 τα ονόματα των φυσικών προσώπων των οποίων δεσμεύονται τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτού. Τα κριτήρια του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία α', δ' και ζ', είναι κατ’ ουσίαν πανομοιότυπα με εκείνα που μνημονεύονται στη σκέψη 15 της παρούσας απόφασης.
Ο κανονισμός 269/2014 όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Σεπτεμβρίου 2023
18 Στις 5 Ιουνίου 2023 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1089, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 146, σ. 1). Ειδικότερα, το κριτήριο που διαλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', του κανονισμού 269/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2023/1089, προέκυψε κατόπιν τροποποίησης κατ’ ουσίαν πανομοιότυπης με εκείνη που μνημονεύεται στη σκέψη 16 της παρούσας απόφασης. Αντιθέτως, τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία α' και δ', του κανονισμού 269/2014 παρέμειναν αμετάβλητα σε σχέση με τα κριτήρια που προβλέπονταν στον κανονισμό 269/2014, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2023.
Οι επίδικες πράξεις
19 Οι πράξεις του Μαρτίου 2023 διατήρησαν, για τους ακόλουθους λόγους, τα περιοριστικά μέτρα που είχαν ληφθεί κατά του αναιρεσείοντος με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/337 του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2022, που τροποποιεί την απόφαση 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2022, L 59, σ. 1), καθώς και με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2022/336 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 2022, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2022, L 58, σ. 1):
«Ο [αναιρεσείων] είναι παλαιός γνώριμος του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας Vladimir Putin και περιγράφεται γενικά ως άτομο της εμπιστοσύνης του.
Επωφελείται από τους δεσμούς του με τους [Ρ]ώσους ιθύνοντες. Είναι ιδρυτής και μέτοχος του Volga Group, ενός επενδυτικού ομίλου με χαρτοφυλάκιο επενδύσεων σε βασικούς τομείς της ρωσικής οικονομίας. Το Volga Group συνεισφέρει σημαντικά στη ρωσική οικονομία και στην ανάπτυξή της.
Είναι επίσης μέτοχος της Bank Rossiya που θεωρείται η τράπεζα του Putin και των συνεργατών του. Μετά την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας, η Bank Rossiya έχει ανοίξει υποκαταστήματα σε όλη την Κριμαία και τη Σεβαστούπολη, εδραιώνοντας με τον τρόπο αυτόν την ενσωμάτωση των δύο περιοχών στη Ρωσική Ομοσπονδία.
Επιπλέον η Bank Rossiya έχει συμμετοχή στον National Media Group, όμιλο μέσων μαζικής ενημέρωσης που ελέγχει 28 επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης στη Ρωσία οι οποίες διαδίδουν ενεργά προπαγάνδα και παραπληροφόρηση σχετικά με τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.
Είναι συνεπώς υπεύθυνος για την υποστήριξη δράσεων ή πολιτικών οι οποίες υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.
Είναι επίσης υπεύθυνος για την παροχή οικονομικής ή υλικής στήριξης σε [Ρ]ώσους ιθύνοντες υπεύθυνους για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της ανατολικής Ουκρανίας και είχε οφέλη από αυτούς [...]»
20 Οι πράξεις του Σεπτεμβρίου του 2023 διατήρησαν τα περιοριστικά μέτρα που είχαν ήδη διατηρηθεί σε ισχύ για πρώτη φορά κατά του αναιρεσείοντος με τις πράξεις του Μαρτίου του 2023, για λόγους κατ’ ουσίαν πανομοιότυπους με τους ανωτέρω και συμπληρωμένους με τη μνεία ότι ο αναιρεσείων ήταν «επιφανής επιχειρηματίας ο οποίος δραστηριοποιείται στη Ρωσία».
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
21 Με δικόγραφο της 24ης Μαΐου 2023, ο νυν αναιρεσείων άσκησε προσφυγή-αγωγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με αίτημα, μεταξύ άλλων, την ακύρωση των επίδικων πράξεων. Προς τούτο, προέβαλε έξι λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορούσε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης εκ μέρους του Συμβουλίου και ο πέμπτος προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας που προβλέπεται στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ και παραβίαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών μελών.
22 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστήριζε, μεταξύ άλλων, ότι το Συμβούλιο είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης καθόσον έκρινε ότι τόσο στις πράξεις του Μαρτίου 2023 όσο και στις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2023 πληρούνταν ως προς το πρόσωπό του το κριτήριο του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β', και του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της απόφασης 2014/145, όπως ίσχυαν κατά τους χρόνους έκδοσης των επίδικων πράξεων (στο εξής: απόφαση 2014/145), καθώς και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο δ', του κανονισμού 269/2014, όπως ίσχυε κατά τους εν λόγω χρόνους (στο εξής: κανονισμός 269/2014) (στο εξής: κριτήριο δ').
23 Όσον αφορά τις πράξεις του Μαρτίου 2023, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 143 έως 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το Συμβούλιο ορθώς έκρινε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη εκτίμησης, ότι ο αναιρεσείων, υπό την ιδιότητά του ως σημαντικού μετόχου της Bank Rossiya η οποία είχε παράσχει οικονομική στήριξη στον Β. Πούτιν, στήριξε και ο ίδιος οικονομικά τον τελευταίο και, ως εκ τούτου, πληρούσε τις προϋποθέσεις του κριτηρίου δ'.
24 Στις σκέψεις 161 έως 164 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, για τους ίδιους λόγους, ότι το Συμβούλιο βασίμως έκρινε, όσον αφορά τις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2023, ότι ο αναιρεσείων πληρούσε τις προϋποθέσεις του κριτηρίου δ', τούτο δε κατά μείζονα λόγο καθόσον το Συμβούλιο είχε επισημάνει ότι, χάρη σε φορολογικές απαλλαγές, ο αναιρεσείων είχε «οφέλη από τους Ρώσους ιθύνοντες που είναι υπεύθυνοι για την προσάρτηση της Κριμαίας ή την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας», κατά την έννοια του κριτηρίου αυτού.
25 Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε ο αναιρεσείων. Στις σκέψεις 179 έως 182 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έκρινε κατ’ ουσίαν ότι περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του Χάρτη, μπορούσαν να επιβληθούν με τις αποφάσεις που εμπίπτουν στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και εκδίδονται βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ. Έκρινε επίσης, στις σκέψεις 183 έως 193 της απόφασης αυτής, ότι περιορισμοί στην άσκηση του ως άνω δικαιώματος, όπως αυτοί που επιβλήθηκαν με τα περιοριστικά μέτρα στα οποία υπόκειται ο αναιρεσείων, πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, δυνάμει του οποίου τέτοιοι περιορισμοί πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο, να σέβονται το βασικό περιεχόμενο του οικείου δικαιώματος καθώς και, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, να είναι αναγκαίοι και να ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.
26 Κατά τα λοιπά, αφού απέρριψε τους άλλους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε ο αναιρεσείων, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 221 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε την προσφυγή-αγωγή στο σύνολό της.
Αιτήματα των διαδίκων στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας
27 Με την αίτηση αναιρέσεως ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιλαμβανομένου του μέρους που τον υποχρέωσε να φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου
– να εξετάσει την υπόθεση επί της ουσίας και να ακυρώσει τις επίδικες πράξεις κατά το μέρος που τον αφορούν και
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
28 Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
29 Προς στήριξη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει δέκα λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο όγδοος αφορούν πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο σε σχέση με το κριτήριο του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', και του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', της απόφασης 2014/145, καθώς και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', του κανονισμού 269/2014, ο πέμπτος, πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο σε σχέση με το κριτήριο του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α', και του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', της απόφασης 2014/145, καθώς και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 269/2014, ο έκτος, πλάνη περί το δίκαιο και παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης σε σχέση με το κριτήριο δ', ο έβδομος, πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο σε σχέση με το κριτήριο αυτό, ο ένατος, πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ανάλυση του περιορισμού που επέφεραν οι επίδικες πράξεις στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής της οποίας απολαύει ο αναιρεσείων ως πολίτης της Ένωσης και, ο δέκατος, πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο και παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης κατά την εκτίμηση της αναλογικότητας των ως άνω πράξεων και του σεβασμού του βασικού περιεχομένου της εν λόγω ελευθερίας.
30 Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει κατ’ αρχάς τον έκτο και τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, στη συνέχεια τον ένατο και τον δέκατο λόγο αναιρέσεως και, τέλος, τον πρώτο, τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο, τον πέμπτο και τον όγδοο λόγο αναιρέσεως.
Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
31 Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 144, 146 και 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την ανάλυση της βασιμότητας των πράξεων του Μαρτίου 2023 υπό το πρίσμα του κριτηρίου δ', ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθότι εφάρμοσε υπερβολικά ευρεία ερμηνεία της έννοιας της «υλικής ή οικονομικής στήριξης» προς τους Ρώσους ιθύνοντες, κατά το κριτήριο αυτό, και ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει.
32 Πρώτον, στις σκέψεις 146 και 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε, κατά τρόπο αυθαίρετο, καταχρηστικό και αντίθετο προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου καθώς και προς τη δική του νομολογία, την ύπαρξη τέτοιας στήριξης, με μόνη αιτιολογία ότι η Bank Rossiya, της οποίας ο αναιρεσείων είναι «σημαντικός μέτοχος», παρέχει οικονομική στήριξη στον Πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Β. Πούτιν. Συγκεκριμένα, η υλική ή οικονομική στήριξη που προβλέπεται από το κριτήριο δ' πρέπει να έχει ορισμένη ποσοτική ή ποιοτική σημασία, ώστε να καθίσταται πράγματι δυνατή η συνέχιση των ενεργειών της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της Ουκρανίας και πρέπει να παρέχεται απευθείας από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο λόγω πράξεων που διέπραξε το ίδιο το πρόσωπο και όχι μέσω άλλης οντότητας, όπως εν προκειμένω της Bank Rossiya.
33 Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη επίσης την υποχρέωση αιτιολόγησης καθόσον δεν προσδιόρισε οιαδήποτε παρέμβαση του αναιρεσείοντος στη φερόμενη οικονομική στήριξη που παρέσχε η Bank Rossiya στον Β. Πούτιν, δεδομένου ότι το όνομα του αναιρεσείοντος δεν μνημονεύεται στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
34 Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν διευκρίνισε τη σημασία της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως μειοψηφικού και έμμεσου μετόχου για την εφαρμογή του κριτηρίου δ' και, εξάλλου, δεν απάντησε στα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος σχετικά με την εν λόγω ιδιότητα του μετόχου. Επ’ αυτού, ο αναιρεσείων παραπέμπει στα επιχειρήματα που ανέπτυξε συναφώς στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 132 έως 136 της απόφασης αυτής σε σχέση με τον χαρακτηρισμό του ως «σημαντικού μετόχου» της Bank Rossiya. Με τα επιχειρήματα αυτά, ο αναιρεσείων εκτιμά, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ένας μειοψηφικός και έμμεσος μέτοχος εταιρίας όπως η Bank Rossiya μπορούσε να θεωρηθεί σημαντικός, ενώ ο ίδιος μέτοχος ουδόλως είναι σε θέση να κατευθύνει τη δραστηριότητα της εταιρίας ή την τρέχουσα διαχείρισή της ούτε να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στη λήψη των αποφάσεών της.
35 Το Συμβούλιο αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
36 Όσον αφορά, πρώτον, την παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, υπενθυμίζεται ότι από την αιτιολογία απόφασης ή διάταξης του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη η απόφαση, στο δε Δικαστήριο να ασκήσει τον εκ μέρους του δικαστικό έλεγχο. Ωστόσο, η υποχρέωση αιτιολόγησης την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο δεν του επιβάλλει την υποχρέωση να εκθέτει διεξοδικώς έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι, η δε αιτιολογία μπορεί, ως εκ τούτου, να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον εκ μέρους του έλεγχο (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
37 Εν προκειμένω, κατά πρώτον, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους μπορούσε να χαρακτηριστεί, στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως «σημαντικός μέτοχος» της Bank Rossiya, ενώ ήταν απλώς μειοψηφικός και έμμεσος μέτοχος.
38 Συναφώς, παρατηρείται ότι η σκέψη 147 της απόφασης αυτής πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τις εκτιμήσεις που εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 132 έως 136 της ίδιας απόφασης σχετικά με τη θέση και τον ρόλο που είχε ο αναιρεσείων υπό την ιδιότητά του ως μετόχου της Bank Rossiya.
39 Επισημαίνεται όμως ότι το Γενικό Δικαστήριο όχι μόνο δεν αγνόησε την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως μειοψηφικού και έμμεσου μετόχου, αλλά διευκρίνισε, στις σκέψεις 132 έως 135 της εν λόγω απόφασης, τους λόγους για τους οποίους, υπό το πρίσμα των εξετασθέντων πραγματικών περιστατικών ως προς τα οποία ο αναιρεσείων δεν προβάλλει παραμόρφωση στο πλαίσιο του έκτου λόγου αναιρέσεως ούτε στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων έπρεπε παρά ταύτα να χαρακτηριστεί ως σημαντικός μέτοχος.
40 Ειδικότερα, αφενός, στις σκέψεις 132 και 133 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι ο αναιρεσείων ήταν έμμεσος μέτοχος της Bank Rossiya στο μέτρο που τις μετοχές κατείχε εταιρία που ανήκε εξ ολοκλήρου σε όμιλο του οποίου ήταν ο μοναδικός μέτοχος, εξήγησε επαρκώς κατά νόμον ότι, σε ένα τέτοιο πλαίσιο κεφαλαιουχικών συμμετοχών το οποίο βρισκόταν υπό την πλήρη κατοχή του αναιρεσείοντος, η παρεμβολή της εν λόγω εταιρίας μεταξύ αυτού και της Bank Rossiya δεν επηρέαζε το ότι οι μετοχές της τράπεζας έπρεπε να θεωρηθεί ότι κατέχονται από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα.
41 Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης, στη σκέψη 133 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων ήταν μειοψηφικός μέτοχος της Bank Rossiya, καθόσον κατείχε, μέσω της εταιρίας και του ομίλου που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης, μόνον το 10,323 % των μετοχών της τράπεζας αυτής, στοιχείο το οποίο ωστόσο τον καθιστούσε τον δεύτερο μεγαλύτερο μέτοχο της τράπεζας. Στη σκέψη 134 της ως άνω απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι το 60 % περίπου των μετοχών της τράπεζας ανήκαν σε τέσσερα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, τα οποία βρίσκονταν κοντά στο περιβάλλον του Β. Πούτιν και αποτελούσαν από δεκαετίας και πλέον σταθερή ομάδα μετόχων της Bank Rossiya. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε, στις σκέψεις 135 και 136 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων, υπό την ιδιότητά του ως δευτέρου μεγαλύτερου μετόχου της τράπεζας, μεταξύ τριών άλλων προσώπων που ανήκαν σε μια ομάδα σταθερών ιστορικών μετόχων της τράπεζας αυτής, έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «σημαντικός» μέτοχος.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αναιρεσείων μπορούσε ευχερώς να κατανοήσει ότι ο «σημαντικός» χαρακτήρας της ιδιότητάς του ως μετόχου απέρρεε, ανεξαρτήτως του ύψους των μετοχών του, από τους στενούς και σταθερούς δεσμούς που διατηρούσε με τους τρεις άλλους μετόχους της εν λόγω τράπεζας καθώς και με το περιβάλλον του Β. Πούτιν.
43 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει καθόσον δεν προσδιόρισε οιαδήποτε εκ μέρους του παρέμβαση στη φερόμενη οικονομική στήριξη που παρέσχε η Bank Rossiya στον Β. Πούτιν, διότι το όνομά του πράγματι δεν μνημονεύεται στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί.
44 Συγκεκριμένα, αφενός, ο αναιρεσείων μπορούσε ευχερώς να κατανοήσει από τις σκέψεις 146 και 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τις σκέψεις της 132 έως 136, ότι η οικονομική στήριξη που παρείχε η Bank Rossiya στον Πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Β. Πούτιν, μπορούσε να αποδοθεί στο πρόσωπό του ως σημαντικού μετόχου της τράπεζας αυτής, τούτο δε ανεξαρτήτως του ζητήματος αν το Γενικό Δικαστήριο, δεχόμενο μια τέτοια ερμηνεία της έννοιας της «οικονομικής στήριξης», υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Αφετέρου, η σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αφορά αποκλειστικώς την πραγματική διαπίστωση ότι η εν λόγω τράπεζα παρέχει την επίμαχη οικονομική στήριξη και, ως εκ τούτου, δεν ασκεί επιρροή το ότι το όνομα του αναιρεσείοντος δεν μνημονεύεται στη σκέψη 144.
45 Όσον αφορά, δεύτερον, την αιτίαση με την οποία προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία, από το Γενικό Δικαστήριο, της έννοιας της «υλικής ή οικονομικής στήριξης» που διαλαμβάνεται στο κριτήριο δ', υπενθυμίζεται ότι σκοπός του κριτηρίου αυτού είναι να παράσχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να λάβει περιοριστικά μέτρα εις βάρος, μεταξύ άλλων, φυσικών προσώπων που παρέχουν υλική ή οικονομική στήριξη στους Ρώσους ιθύνοντες που είναι υπεύθυνοι για την προσάρτηση της Κριμαίας ή την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας ή αντλούν όφελος από αυτούς, υπό τη διευκρίνιση ότι, εν προκειμένω, κρίσιμο είναι μόνον το μέρος του εν λόγω κριτηρίου που αφορά την οικονομική στήριξη που παρέχεται στους Ρώσους ιθύνοντες.
46 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ένα κριτήριο το οποίο, όπως το κριτήριο δ', αφορά τη στήριξη που παρέχεται ιδίως από φυσικά πρόσωπα είναι γενικής φύσεως και δεν περιέχει κανέναν ορισμό της έννοιας της «στήριξης» ούτε διευκρινίσεις σχετικά με τους τρόπους απόδειξης. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εκτίμηση της βασιμότητας της λήψης περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών προσώπων όπως ο αναιρεσείων απαιτεί πάντοτε την προσκόμιση στοιχείων που αποδεικνύουν ότι το οικείο πρόσωπο έχει παράσχει τέτοια στήριξη. Συγκεκριμένα, το κριτήριο αυτό, όπως είναι διατυπωμένο, δεν περιέχει κανένα τεκμήριο περί στήριξης (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 21ης Απριλίου 2015, Anbouba κατά Συμβουλίου, C-630/13 P, EU:C:2015:247, σκέψεις 42 έως 44, και της 9ης Ιουλίου 2020, Haswani κατά Συμβουλίου, C-241/19 P, EU:C:2020:545, σκέψεις 61 έως 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Συναφώς, επισημαίνεται, κατά πρώτον, ότι το συμπέρασμα, στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το Συμβούλιο χωρίς να υποπέσει σε πλάνη εκτίμησης έκρινε ότι, κατά την ημερομηνία έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2023, ο αναιρεσείων παρείχε «οικονομική στήριξη», κατά την έννοια του κριτηρίου δ', στον Β. Πούτιν στηρίζεται στις διαπιστώσεις και εκτιμήσεις περί των πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 143 έως 146, καθώς και, όπως προκύπτει από τη σκέψη 38 της παρούσας απόφασης, στις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου που εκτίθενται στις σκέψεις 132 έως 136 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
48 Από το σύνολο των διαφόρων αυτών σκέψεων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων που εξέτασε και των οποίων την παραμόρφωση δεν προβάλλει ο αναιρεσείων στο στάδιο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι, αφενός, η Bank Rossiya, τραπεζικό ίδρυμα πολύ κοντά στο περιβάλλον του Β. Πούτιν, είχε παράσχει, μεταξύ άλλων, σημαντική οικονομική στήριξη στον τελευταίο και, αφετέρου, ο αναιρεσείων, φίλος του Β. Πούτιν και δεύτερος μεγαλύτερος μέτοχος της τράπεζας αυτής, αποτελούσε, μαζί με τρεις άλλους φίλους του Β. Πούτιν, τη σταθερή και πλειοψηφική ομάδα εταίρων της τράπεζας και ότι, ως εκ τούτου, ήταν σημαντικός μέτοχος της τράπεζας αυτής.
49 Επομένως, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα που εκτίθεται στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι η έννοια της «οικονομικής στήριξης», κατά το κριτήριο δ', μπορούσε να καλύπτει, αναλόγως των κρίσιμων περιστάσεων εν προκειμένω, στήριξη η οποία δεν παρέχεται άμεσα από το φυσικό πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχουν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα βάσει του εν λόγω κριτηρίου, αλλά η οποία μπορεί να του αποδοθεί διότι ενεργεί στο πλαίσιο ή μέσω νομικού προσώπου που παρέχει άμεσα την οικεία στήριξη (πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Timchenko κατά Συμβουλίου, C-702/23 P, EU:C:2025:605, σκέψεις 33 έως 35).
50 Κατά δεύτερον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η έννοια της «χρηματοδοτικής στήριξης» του κριτηρίου δ' μπορούσε να καλύπτει μια τέτοια περίπτωση, παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι η αρχή αυτή δεν επιβάλλει στον δικαστή της Ένωσης να αναφέρει λεπτομερώς τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η ως άνω έννοια και ότι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πλαίσιο και τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 191).
51 Κατά τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία του κατά την οποία η χρηματοδοτική στήριξη που προβλέπεται από το κριτήριο δ' πρέπει να έχει ορισμένη ποσοτική ή ποιοτική σημασία, επισημαίνεται ότι, όπως υποστήριξε ο αναιρεσείων με τα υπομνήματά του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η νομολογία την οποία παραθέτει αφορά την έννοια της «οικονομικής στήριξης» η οποία προβλέπεται από κριτήριο παρόμοιο με το κριτήριο δ' που θέσπισε το Συμβούλιο με τη νομοθεσία του σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.
52 Λαμβανομένου όμως υπόψη του ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 143 και 144 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Bank Rossiya και, ως εκ τούτου, ο ίδιος ο αναιρεσείων ως σημαντικός μέτοχος της τράπεζας αυτής είχαν παράσχει οικονομική στήριξη αξιοσημείωτης ποσοτικής σημασίας στους οικείους του περιβάλλοντος του Β. Πούτιν υπό τη μορφή «ποταμών» δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών (USD), καθώς και στον ίδιο τον Β. Πούτιν και στους φίλους του με ποσά ύψους 2 δισεκατομμυρίων USD μέσω εξωχώριων εταιριών, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία αυτή, δεν είναι δε αναγκαίο να εξακριβωθεί αν η εν λόγω νομολογία μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν και όσον αφορά το κριτήριο δ'.
53 Κατόπιν των ανωτέρω, ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του εβδόμου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
54 Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθότι υποκατέστησε την αιτιολογία του Συμβουλίου με τη δική του αιτιολογία, κρίνοντας, στις σκέψεις 143 και 144 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, όσον αφορά τις πράξεις του Μαρτίου 2023, η εφαρμογή του κριτηρίου δ' στην περίπτωσή του μπορούσε να δικαιολογηθεί από το ότι η Bank Rossiya είχε εκτρέψει κεφάλαια υπέρ του Β. Πούτιν και των φίλων του, μολονότι τέτοιο επιχείρημα δεν είχε διατυπωθεί από το Συμβούλιο στην αιτιολογία των πράξεων αυτών και, εν πάση περιπτώσει, δεν είχε αποδειχθεί από το εν λόγω θεσμικό όργανο. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο επιχείρησε να καλύψει τα κενά της αιτιολογίας του Συμβουλίου, δεδομένου ότι το Συμβούλιο περιορίστηκε, ενώπιόν του, να αποδείξει την ύπαρξη οικονομικής στήριξης από την Bank Rossiya στον Πούτιν.
55 Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του εβδόμου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, κατά την ανάλυση της βασιμότητας των πράξεων του Σεπτεμβρίου 2023, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθότι υποκατέστησε την αιτιολογία του Συμβουλίου με τη δική του αιτιολογία, κρίνοντας, στη σκέψη 162 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων είχε τύχει φορολογικών απαλλαγών και ότι δύο εταιρίες των οποίων ο αναιρεσείων ήταν μέτοχος είχαν λάβει ενισχύσεις από την Κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ενώ τέτοιοι λόγοι δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογική έκθεση των πράξεων αυτών και δεν διατυπώθηκαν από το Συμβούλιο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του κριτηρίου δ' στην περίπτωση του αναιρεσείοντος.
56 Το Συμβούλιο αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
57 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, υπενθυμίζεται ότι η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη επιτάσσει, μεταξύ άλλων, να βεβαιώνεται ο δικαστής της Ένωσης ότι η απόφαση, η οποία έχει ατομικό χαρακτήρα για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή την ενδιαφερόμενη οντότητα, στηρίζεται σε αρκούντως στέρεη πραγματική βάση. Τούτο προϋποθέτει έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση της εν λόγω απόφασης, ούτως ώστε, κατά τον δικαστικό έλεγχο, να μην εκτιμάται απλώς η αφηρημένη πιθανολόγηση των παρατιθέμενων λόγων, αλλά να εξετάζεται εάν οι λόγοι αυτοί ή, τουλάχιστον, ένας εξ αυτών που θεωρείται αυτός καθεαυτόν επαρκής για να στηρίξει την ως άνω απόφαση είναι τεκμηριωμένοι. Προς τούτο, απόκειται στον δικαστή της Ένωσης να διενεργήσει την εξέταση αυτή ζητώντας, ενδεχομένως, από την αρμόδια αρχή της Ένωσης να προσκομίσει τις πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία, εμπιστευτικά ή μη, που είναι κρίσιμα για την εξέταση. Μολονότι δεν απαιτείται η εν λόγω αρχή να προσκομίσει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης το σύνολο των πληροφοριών και των αποδεικτικών στοιχείων που συνδέονται εγγενώς με την αιτιολογία η οποία παρατίθεται στην πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση, πρέπει ωστόσο οι πληροφορίες ή τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν να τεκμηριώνουν τους λόγους οι οποίοι ελήφθησαν υπόψη εις βάρος του ενδιαφερομένου (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 327 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι στην αιτιολογική έκθεση που περιλαμβάνεται στις πράξεις του Μαρτίου 2023 αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων παρέχει «οικονομική ή υλική στήριξη σε Ρώσους ιθύνοντες υπεύθυνους για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της ανατολικής Ουκρανίας» και ότι είναι «μέτοχος της Bank Rossiya που θεωρείται η τράπεζα του Putin και των συνεργατών του». Επομένως, και λαμβανομένου υπόψη του ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι τα χωρία της εν λόγω αιτιολογικής έκθεσης αναφέρονται στο κριτήριο δ', το Γενικό Δικαστήριο όφειλε, στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων αυτών και κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που υπενθυμίζεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης, να εξακριβώσει αν ο αναιρεσείων παρείχε, άμεσα ή μέσω της τράπεζας αυτής, οικονομική στήριξη στους Ρώσους ιθύνοντες, εξετάζοντας επ’ αυτού τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε το Συμβούλιο και συζητήθηκαν ενώπιόν του.
59 Αυτό δε ακριβώς έπραξε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 143 έως 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, το γεγονός ότι, στις σκέψεις 143 και 144 της απόφασης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων μπορούσε να διαπιστωθεί ότι η Bank Rossiya παρείχε οικονομική στήριξη στον Β. Πούτιν και σε πρόσωπα του περιβάλλοντός του μέσω εκτροπής κεφαλαίων εμπίπτει στην έκταση του δικαστικού ελέγχου του Γενικού Δικαστηρίου, στο μέτρο που η ύπαρξη τέτοιας στήριξης εκ μέρους της εν λόγω τράπεζας έπρεπε να διαπιστωθεί προκαταρκτικώς πριν κριθεί αν η στήριξη αυτή μπορούσε να καταλογιστεί στον αναιρεσείοντα ως μέτοχο της τράπεζας. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι υποκατέστησε την αιτιολογία του Συμβουλίου με τη δική του αιτιολογία.
60 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του εβδόμου λόγου αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, οι αιτιάσεις που βάλλουν κατά επάλληλης αιτιολογίας περιλαμβανόμενης σε απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου δεν επισύρουν την αναίρεση της εν λόγω απόφασης και είναι, ως εκ τούτου, αλυσιτελείς (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2019, Cr?dit mutuel Ark?a κατά ΕΚΤ, C-152/18 P και C-153/18 P, EU:C:2019:810, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
61 Η σκέψη 162 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία εισάγεται με τη λέξη «επιπλέον», έχει επάλληλο χαρακτήρα σε σχέση με τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στη σκέψη 161 της απόφασης αυτής, η οποία δεν αμφισβητείται κατ’ αναίρεση και στην οποία το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, όσον αφορά τις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2023, ο αναιρεσείων δεν είχε αποδείξει ότι η προσωπική του κατάσταση είχε μεταβληθεί σε σχέση με εκείνη που υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2023.
62 Δεδομένου ότι, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 161 και 164 της εν λόγω απόφασης, ότι το Συμβούλιο ορθώς έκρινε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη εκτίμησης, ότι ο αναιρεσείων εξακολουθούσε να πληροί, όπως ίσχυε και για τις πράξεις του Μαρτίου 2023, τις προϋποθέσεις του κριτηρίου δ' και ότι, αφετέρου, από την εξέταση του έκτου λόγου αναιρέσεως και του πρώτου σκέλους του εβδόμου λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όταν κατέληξε στη βασιμότητα των τελευταίων αυτών πράξεων, ενδεχόμενη πλάνη κατά την εξέταση των συμπληρωματικών στοιχείων τα οποία έλαβε υπόψη το Συμβούλιο όσον αφορά τις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2023 και τα οποία εξετάστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 162 και 163 της ίδιας απόφασης δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την αναίρεσή της.
63 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, ως αβάσιμος και, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, ως αλυσιτελής.
Επί του ενάτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
64 Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, στις σκέψεις 180 και 181 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι το Συμβούλιο μπορούσε, με απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, να περιορίσει την ελευθερία κυκλοφορίας της οποίας απολαύει δυνάμει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και του άρθρου 45 του Χάρτη ως πολίτης της Ένωσης λόγω της φινλανδικής ιθαγένειάς του. Υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των Ευρωπαίων πολιτών από τα κράτη μέλη, οι οποίοι πρέπει να ερμηνεύονται στενά, είναι δυνατοί, όπως προκύπτει από το άρθρο 27 της οδηγίας 2004/38, μόνο για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας, οι δε περιορισμοί αυτοί πρέπει, άλλωστε, να είναι αναλογικοί και να θεμελιώνονται στην προσωπική συμπεριφορά του θιγόμενου προσώπου.
65 Πλην όμως, ούτε από το γράμμα του άρθρου 29 ΣΕΕ ούτε από τις Συνθήκες προκύπτει ότι η εν λόγω ελευθερία κυκλοφορίας μπορεί να περιοριστεί από περιοριστικά μέτρα που εκδίδονται δυνάμει του ως άνω άρθρου 29. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει εν προκειμένω αν το Συμβούλιο, ως θεσμικό όργανο της Ένωσης που συγκεντρώνει όλα τα κράτη μέλη, είχε επαληθεύσει ότι η προσωπική συμπεριφορά του συνιστούσε απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία των κρατών μελών. Επομένως, το Συμβούλιο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την ΚΕΠΠΑ για να επιβάλει περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης εκτός του πλαισίου των διαδικαστικών εγγυήσεων που ισχύουν κατά τα συνήθη όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τέτοιους περιορισμούς δυνάμει της οδηγίας 2004/38, ο δε αναιρεσείων διευκρινίζει με το υπόμνημα απαντήσεως ότι μια τέτοια προσέγγιση ενισχύεται από το άρθρο 40 ΣΕΕ.
66 Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
67 Στις σκέψεις 180 και 181 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν ότι, δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή των πολιτών της Ένωσης στο έδαφος των κρατών μελών ασκείται υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων στον τομέα της ΚΕΠΠΑ που εκδίδονται βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ. Το γράμμα όμως του τελευταίου αυτού άρθρου, το οποίο έχει ευρεία διατύπωση, παρέχει στο Συμβούλιο αρμοδιότητα, για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 21, παράγραφος 2, ΣΕΕ, να λαμβάνει περιοριστικά μέτρα με τα οποία περιορίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή των πολιτών της Ένωσης εκτός του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοοι, τούτο δε ανεξαρτήτως των κανόνων που προβλέπει συναφώς η οδηγία 2004/38.
68 Με την ανωτέρω κρίση του, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
69 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι οι πολίτες της Ένωσης, οι οποίοι, δυνάμει του άρθρου 9 ΣΕΕ και του άρθρου 20, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, είναι τα φυσικά πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους, έχουν το δικαίωμα, το οποίο παρέχεται απευθείας από το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο α', και το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των άλλων κρατών μελών. Η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει ότι οι περιορισμοί και οι προϋποθέσεις σχετικά με το δικαίωμα αυτό προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους.
70 Επομένως, όπως ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 180 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης μπορεί να περιορίζεται και να υπόκειται σε προϋποθέσεις βάσει τόσο της Συνθήκης ΛΕΕ όσο και της Συνθήκης ΕΕ.
71 Όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 181 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στον τομέα της ΚΕΠΠΑ, το Συμβούλιο δύναται, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, να εκδίδει αποφάσεις που καθορίζουν τη θέση της Ένωσης επί συγκεκριμένου ζητήματος γεωγραφικής ή θεματικής φύσεως, θέση η οποία μπορεί να περιλαμβάνει περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων και μη κρατικών ομάδων ή οντοτήτων. Στο εν λόγω πλαίσιο, το Συμβούλιο καθορίζει, ενδεχομένως δε και διευκρινίζει, διαθέτοντας προς τούτο ευρεία διακριτική ευχέρεια και αποφασίζοντας με ομοφωνία, το αντικείμενο των περιοριστικών μέτρων που λαμβάνει η Ένωση στον τομέα της ΚΕΠΠΑ. Η εν λόγω ευρεία διακριτική ευχέρεια εξηγείται από το ευρύ περιεχόμενο των σκοπών και των στόχων της Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 5, και στο άρθρο 21 ΣΕΕ, καθώς και στις ειδικές διατάξεις σχετικά με την ΚΕΠΠΑ, ιδίως δε στα άρθρα 23 και 24 ΣΕΕ (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψεις 269 και 270 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
72 Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης για την επίτευξη των σκοπών αυτών στον τομέα της ΚΕΠΠΑ και ότι ούτε το γράμμα του άρθρου 29 ΣΕΕ ούτε, γενικότερα, το γράμμα των σχετικών με την ΚΕΠΠΑ διατάξεων των Συνθηκών ΕΕ και ΛΕΕ επιτάσσουν ή απαγορεύουν, αφ’ εαυτών, τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων, πρέπει να γίνει δεκτό, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 180 και 181 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το Συμβούλιο είναι κατ’ αρχήν αρμόδιο, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, να αποφασίζει ότι φυσικά πρόσωπα, ακόμη και υπήκοοι κράτους μέλους της Ένωσης και, ως εκ τούτου, πολίτες της Ένωσης, δεν μπορούν ούτε να εισέλθουν σε άλλα κράτη μέλη της Ένωσης ούτε να διέλθουν μέσω αυτών, όταν τα πρόσωπα αυτά πληρούν κριτήρια από τα οποία προκύπτει αντικειμενική σχέση μεταξύ της κατηγορίας στην οποία υπάγονται και της τρίτης χώρας στην οποία η Ένωση προτίθεται να ασκήσει πίεση (βλ., επί του ζητήματος αυτού, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 273). Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 29 ΣΕΕ επιτρέπει, κατ’ αρχήν, στο Συμβούλιο να λαμβάνει περιοριστικά μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό, κατά την έννοια του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των εν λόγω πολιτών στο έδαφος των κρατών μελών και να επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση τήρησης τέτοιου περιορισμού.
73 Επομένως, όπως ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στο τέλος της σκέψης 181 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι τέτοιοι περιορισμοί ή προϋποθέσεις δεν αντιστοιχούν σε εκείνους που προβλέπει η οδηγία 2004/38, η οποία αποσκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο της 1, στοιχείο γ', και το άρθρο 27, σε συνδυασμό με το άρθρο 42, στη θέσπιση, μεταξύ άλλων, κανόνων δυνάμει των οποίων τα ίδια τα κράτη μέλη και όχι ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης όπως το Συμβούλιο μπορούν να επιβάλλουν τους περιορισμούς αυτούς.
74 Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από το άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, το οποίο μνημονεύει ο αναιρεσείων. Κατά την εν λόγω διάταξη, η εφαρμογή των πολιτικών των άρθρων 3 έως 6 ΣΛΕΕ δεν επηρεάζει την εφαρμογή των διαδικασιών και την αντίστοιχη έκταση της εξουσιοδότησης που παρέχουν στα θεσμικά όργανα οι Συνθήκες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης όσον αφορά τους σκοπούς της ΚΕΠΠΑ. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η οδηγία 2004/38 ρυθμίζει, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 2, την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων ως θεμελιώδη ελευθερία της εσωτερικής αγοράς για την οποία η Ένωση έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 4 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να επηρεάσει την έκταση της αρμοδιότητας που διαθέτει το Συμβούλιο στον τομέα της ΚΕΠΠΑ δυνάμει του άρθρου 29 ΣΕΕ.
75 Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, το γεγονός ότι, κατά τη λήψη, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, περιοριστικών μέτρων με σκοπό τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας φυσικών προσώπων στο έδαφος των κρατών μελών, ακόμη και αν τα πρόσωπα αυτά είναι πολίτες της Ένωσης, το Συμβούλιο δεν δεσμεύεται από τους κανόνες και τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει η οδηγία 2004/38 δεν συνεπάγεται ότι το θεσμικό αυτό όργανο διαθέτει συναφώς εξουσία η οποία δεν περιορίζεται από το δίκαιο της Ένωσης.
76 Συγκεκριμένα, πρώτον, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 181 και 186 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η λήψη τέτοιων μέτρων πρέπει να πραγματοποιείται λαμβανομένης υπόψη της αρχής του διεθνούς δικαίου, η οποία επιβεβαιώνεται στο άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, δυνάμει του οποίου ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύει την είσοδο και τη διαμονή υπηκόων του στο έδαφός του. Τα κράτη μέλη δεσμεύονται από την αρχή αυτή [πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, A (Διέλευση συνόρων με σκάφος αναψυχής), C-35/20, EU:C:2021:813, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Ως εκ τούτου, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της απόφασης 2014/145 διασφαλίζει ότι η εν λόγω απόφαση δεν επιβάλλει σε κράτος μέλος την υποχρέωση να αρνηθεί την πρόσβαση στο έδαφός του στους δικούς του υπηκόους.
77 Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι κάθε απόφαση με την οποία λαμβάνονται τέτοια μέτρα βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, προκειμένου, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 182 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να ασκηθεί πίεση σε τρίτη χώρα για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 21, παράγραφος 2, στοιχεία β' και γ', ΣΕΕ, ήτοι την εδραίωση και τη στήριξη της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών του διεθνούς δικαίου, καθώς και τη διατήρηση της ειρήνης, την πρόληψη των συγκρούσεων και την ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας, πρέπει να καθορίζει και να οριοθετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό της πίεσης, τα νομικά κριτήρια που επιτρέπουν την επιβολή περιοριστικών μέτρων καθώς και τις κατηγορίες προσώπων ή οντοτήτων που διαλαμβάνονται στα εν λόγω κριτήρια, ούτως ώστε τα περιοριστικά μέτρα που επιβάλλονται για τον λόγο αυτό να είναι ικανά να επιτύχουν, κατά τρόπο που δεν είναι προδήλως ακατάλληλος, τον επιδιωκόμενο σκοπό (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψεις 272 και 273 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
78 Τρίτον, λαμβανομένου υπόψη του ότι το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών αποτελεί επίσης θεμελιώδες δικαίωμα, καθόσον κατοχυρώνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του Χάρτη, η παρεμπόδιση του δικαιώματος αυτού, με αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, συνιστά «περιορισμό στην άσκηση» του εν λόγω δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη και, ως εκ τούτου, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 183 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη.
79 Κατόπιν των ανωτέρω, ο ένατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δεκάτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
80 Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος διαιρείται σε δύο σκέλη, ο αναιρεσείων προσάπτει κατ’ ουσίαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει, καθόσον έκρινε ότι ο περιορισμός του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, του οποίου απολαύει ως πολίτης της Ένωσης, με τα περιοριστικά μέτρα που του επιβλήθηκαν ήταν σύμφωνος προς την αρχή της αναλογικότητας (πρώτο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως) και προς την απαίτηση κατά την οποία ένας τέτοιος περιορισμός πρέπει να σέβεται το βασικό περιεχόμενο του επίμαχου δικαιώματος (δεύτερο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως).
81 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, το Γενικό Δικαστήριο, κατά την εξέταση του αναλογικού χαρακτήρα του περιορισμού του δικαιώματος κυκλοφορίας και διαμονής του αναιρεσείοντος, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης, καθόσον παρέλειψε να προσδιορίσει, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, προσωπική συμπεριφορά η οποία αποτελεί σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία των κρατών μελών, όπως απαιτεί το άρθρο 27 της οδηγίας 2004/38, ή σοβαρή απειλή για συμφέρον της Ένωσης, καθώς και να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο ο περιορισμός αυτός ήταν κατάλληλος για την επίτευξη των σκοπών που επιδίωκε το Συμβούλιο, όπως αυτοί προσδιορίστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 187 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
82 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, ο αναιρεσείων αμφισβητεί τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου που εκτίθεται στις σκέψεις 186 και 189 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, το εύρος του περιορισμού του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, δεδομένου ότι αφορά το έδαφος 26 εκ των 27 κρατών μελών. Επιπλέον, καμία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 της απόφασης 2014/145 δεν λαμβάνει υπόψη την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης ούτε την ειδική κατάσταση των πολιτών της Ένωσης που έχουν δεσμούς με περισσότερες χώρες της Ένωσης. Σε αυτό προστίθεται το ότι, παρά τον φερόμενο ως προσωρινό χαρακτήρα τους, τα περιοριστικά μέτρα ενδέχεται να διατηρηθούν σε ισχύ κατά ενός προσώπου επί πολλά έτη. Τέλος, η νομολογία που μνημονεύει κατ’ αναλογίαν το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 186 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν είναι κρίσιμη εν προκειμένω.
83 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως, το Συμβούλιο ζητεί να κριθεί απαράδεκτο το σκέλος αυτό διότι τα αμφισβητούμενα χωρία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προσδιορίζονται από τον αναιρεσείοντα. Επί της ουσίας, το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
84 Προκαταρκτικώς, όσον αφορά το παραδεκτό του πρώτου σκέλους του δεκάτου λόγου αναιρέσεως, είναι αληθές ότι, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει επακριβώς τα χωρία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά των οποίων βάλλει με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε προς στήριξη του πρώτου αυτού σκέλους. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο αναιρεσείων προσάπτει κατ’ ουσίαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ανάλυση της αναλογικότητας των περιοριστικών μέτρων που αποσκοπούσαν στον περιορισμό του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής του ως πολίτη της Ένωσης, από την επιχειρηματολογία του προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι ο αναιρεσείων βάλλει κατά των σκέψεων 188 έως 191 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπου το Γενικό Δικαστήριο ανέπτυξε την ανάλυση αυτή, το δε Συμβούλιο προσδιόρισε επίσης τις εν λόγω σκέψεις 188 έως 191 στο υπόμνημα αντικρούσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το πρώτο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως παραθέτει με επαρκή ακρίβεια τα επικρινόμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο την αίτηση αναιρέσεως και, ως εκ τούτου, είναι παραδεκτό (πρβλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Hamoudi κατά Frontex, C-136/24 P, EU:C:2025:977, σκέψεις 54 και 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
85 Επί της ουσίας, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, πρώτον, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι, στις σκέψεις 188 έως 191 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως παρέλειψε να εξετάσει, υπό το πρίσμα των κανόνων της οδηγίας 2004/38, την αναλογικότητα της επέμβασης στο θεμελιώδες δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών δυνάμει του άρθρου 45, παράγραφος 1, του Χάρτη.
86 Πράγματι, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, σύμφωνα με τις σκέψεις 73 έως 78 της παρούσας απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας κατ’ ουσίαν ότι το Συμβούλιο, όταν θεσπίζει βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ περιοριστικά μέτρα με σκοπό τον περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής φυσικών προσώπων που έχουν την ιθαγένεια της Ένωσης, δεν δεσμεύεται από τους κανόνες και τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει η οδηγία 2004/38.
87 Αφετέρου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα, όπως αυτό που κατοχυρώνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του Χάρτη, λόγω περιορισμών του δικαιώματος αυτού από πράξη της Ένωσης τηρεί, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 52, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη, την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξακριβωθεί, κατά πρώτον, αν τα μέτρα αυτά ανταποκρίνονται σε σκοπό γενικού συμφέροντος αναγνωρισμένο από την Ένωση, κατά δεύτερον, αν είναι προδήλως ακατάλληλα σε σχέση με τον συγκεκριμένο σκοπό, δηλαδή αν είναι προδήλως απρόσφορα για την επίτευξή του, και, κατά τρίτον, αν ο οικείος περιορισμός βαίνει προδήλως πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού μέτρου (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 233 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Μια τέτοια ανάλυση όμως διενεργείται ανεξαρτήτως των διατάξεων της οδηγίας 2004/38.
88 Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ούτε παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει καθόσον δεν εκτίμησε τον αναλογικό χαρακτήρα του περιορισμού του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής του αναιρεσείοντος υπό το πρίσμα των κανόνων και των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπει η οδηγία αυτή.
89 Δεύτερον, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης, καθόσον παρέλειψε να εξακριβώσει, στο πλαίσιο της ανάλυσης της αναλογικότητας της επέμβασης στο θεμελιώδες δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών πλην της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, αν η επίμαχη απαγόρευση εισόδου και διέλευσης ήταν κατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού που συνίσταται, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 182 και 187 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν συναφώς κατά το στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, στην άσκηση πίεσης στις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας προκειμένου να θέσουν τέρμα στις ενέργειες και τις πολιτικές αποσταθεροποίησης της Ουκρανίας.
90 Το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί στο μέτρο που, υπό το πρίσμα της νομολογίας που υπενθυμίζεται στη σκέψη 36 της παρούσας απόφασης, η εξέταση του κατάλληλου χαρακτήρα της απαγόρευσης αυτής προκύπτει από τις σκέψεις 190 και 191 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, επισημαίνοντας στις σκέψεις 190 και 191 ότι, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του σκοπού που επιδιώκεται με τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα, ο περιορισμός του δικαιώματός του να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών δεν ήταν προδήλως δυσανάλογος, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε εμμέσως πλην σαφώς στη διαπίστωση ότι η εν λόγω απαγόρευση δεν ήταν προδήλως απρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 237).
91 Με το δεύτερο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 186 και 189 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο περιορισμός του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του Χάρτη, σέβεται το βασικό περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος.
92 Συναφώς, επισημαίνεται ότι η σκέψη 189 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα του ως άνω περιορισμού υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας και ότι μόνον η σκέψη 186 της ίδιας απόφασης αφορά το ζήτημα του σεβασμού του βασικού περιεχομένου του εν λόγω δικαιώματος. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το δεύτερο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως αφορά μόνον την τελευταία αυτή σκέψη.
93 Υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Χάρτη, κάθε περιορισμός στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που προβλέπονται από τον Χάρτη πρέπει, μεταξύ άλλων, να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών.
94 Στη σκέψη 186 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο περιορισμός που επιβλήθηκε στο θεμελιώδες δικαίωμα του αναιρεσείοντος να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών σέβεται το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού, καθόσον η εν λόγω απαγόρευση, αφενός, δεν εμπόδιζε τον αναιρεσείοντα να μεταβεί και να διαμείνει στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια σύμφωνα με την αρχή του διεθνούς δικαίου που υπενθυμίζεται στη σκέψη 76 της παρούσας απόφασης και επιβεβαιώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της απόφασης 2014/145 και, αφετέρου, δεν ήταν διαρκής καθότι η διατήρηση σε ισχύ των περιοριστικών μέτρων που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα και, ως εκ τούτου, της επίμαχης απαγόρευσης πρέπει να επανεξετάζεται περιοδικά δυνάμει του άρθρου 6 της ως άνω απόφασης.
95 Χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί η κρισιμότητα της νομολογίας στην οποία παρέπεμψε το Γενικό Δικαστήριο στην εν λόγω σκέψη 186 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το δεύτερο από τα στοιχεία που μνημονεύονται στην σκέψη 186, το οποίο αφορά το άρθρο 6 της απόφασης 2014/145, αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι επίδικες πράξεις δεν θίγουν το βασικό περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας του αναιρεσείοντος (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2025, Shuvalov κατά Συμβουλίου, C-271/24 P, EU:C:2025:180, σκέψεις 78 και 79). Πράγματι, από την απαίτηση περιοδικής επανεξέτασης των περιοριστικών μέτρων που ελήφθησαν εις βάρος του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι οι επίδικες πράξεις δεν έχουν ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα την κατάργηση των δικαιωμάτων που του παρέχει η ιθαγένεια της Ένωσης ή την προσβολή, σε μόνιμη βάση, του περιεχομένου των δικαιωμάτων αυτών.
96 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το ότι, όπως επισημαίνει και ο αναιρεσείων, οι εξαιρέσεις και οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 3, 4 και 6, της απόφασης 2014/145 αφορούν, σε μεγάλο βαθμό, πρόσωπα που βρίσκονται σε πολύ ειδικές καταστάσεις που σχετίζονται, ιδίως, με διεθνείς υποχρεώσεις. Επ’ αυτού, αρκεί η διαπίστωση ότι η εν λόγω περίσταση ουδόλως επηρεάζει το περιεχόμενο της απαίτησης περί περιοδικής επανεξέτασης που μνημονεύεται στη σκέψη 186 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
97 Κατόπιν των ανωτέρω, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του πρώτου, του δευτέρου, του τρίτου, του τετάρτου, του πέμπτου και του ογδόου λόγου αναιρέσεως
98 Από την εξέταση του έκτου και του εβδόμου λόγου αναιρέσεως καθώς και του ενάτου και του δεκάτου λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι το Συμβούλιο εγκύρως διατήρησε, με τις επίδικες πράξεις, τα περιοριστικά μέτρα εις βάρος του αναιρεσείοντος βάσει του κριτηρίου δ', χωρίς τούτο να συνεπάγεται αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής.
99 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι λόγοι αναιρέσεως που αντλούνται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της βασιμότητας των περιοριστικών μέτρων που ελήφθησαν κατά του αναιρεσείοντος βάσει, αφενός, του κριτηρίου του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο ε', και του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', της απόφασης 2014/145 καθώς και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', του κανονισμού 269/2014 (πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και όγδοος λόγος αναιρέσεως) και, αφετέρου, του κριτηρίου του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α', και του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', της απόφασης 2014/145 καθώς και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 269/2014 (πέμπτος λόγος αναιρέσεως) πρέπει να κριθούν αλυσιτελείς.
100 Ειδικότερα, δεδομένου ότι το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, μια τέτοια πλάνη περί το δίκαιο, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση της απόφασης αυτής ούτε, κατά μείζονα λόγο, την ακύρωση των επίδικων πράξεων (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 440 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
101 Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
102 Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
103 Δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Συμβουλίου.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τον Gennady Nikolayevich Timchenko στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.