Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)
της 25ης Μαρτίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Τελωνειακή ένωση – Ενωσιακός τελωνειακός κώδικας – Διαδικασίες εισαγωγής και εξαγωγής – Εισαγωγή προϊόντος από τον Καναδά – Μέθοδος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας – Τιμή δηλωθείσα κατά την εξαγωγή του προϊόντος η οποία γνωστοποιήθηκε από τις καναδικές αρχές στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας τελωνειακής συνεργασίας – Έννοια των “διαθέσιμων στοιχείων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης” – Εύλογος τρόπος – Άρθρο 74, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕE) 952/2013 – Εφεδρική μέθοδος ή μέθοδος “fall back” – Άρθρο 144 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 »
Στην υπόθεση T-296/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) με απόφαση της 15ης Απριλίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Απριλίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
Direktor na TD Mitnitsa Burgas
κατά
Lidikar OOD,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Sampol Pucurull, πρόεδρο, T. Pynn?, J. Laitenberger (εισηγητή), M. Stancu και Γ. Βαλασίδη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mart?n y P?rez de Nanclares
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη ότι στις 13 Μαΐου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο Direktor na TD Mitnitsa Burgas, εκπροσωπούμενος από τον L. Dimitrov, την R. Dimitrova Todorova και τον P. Kalchev,
– η Lidikar, εκπροσωπούμενη από την R. Vasileva, advokat,
– η Βουλγαρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την T. Mitova και τον R. Stoyanov,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Smolek, την A. Edelmannov? και τον J. Vl??il,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις D. Drambozova και F. Moro,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 74, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2013, L 269, σ. 1) (στο εξής: ενωσιακός τελωνειακός κώδικας).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Lidikar OOD, εμπορικής εταιρίας βουλγαρικού δικαίου, και του Direktor na TD Mitnitsa Burgas (διευθυντή της περιφερειακής διεύθυνσης του τελωνείου Μπουργκάς, Βουλγαρία) σχετικά με την απόφαση με την οποία η βουλγαρική τελωνειακή αρχή καθόρισε τη δασμολογητέα αξία οχήματος το οποίο εισήγαγε η Lidikar από τον Καναδά βάσει της δηλωθείσας κατά την εξαγωγή τιμής, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε από τις καναδικές τελωνειακές αρχές στη βουλγαρική τελωνειακή αρχή στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας τελωνειακής συνεργασίας.
Νομικό πλαίσιο
Διεθνές δίκαιο
ΓΣΔΕ του 1994
3 Το άρθρο VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (στο εξής: ΓΣΔΕ του 1994) έχει ως ακολούθως:
«1. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν, όσον αφορά τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας, την ισχύ των γενικών αρχών που περιέχονται στις ακόλουθες παραγράφους του παρόντος άρθρου και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τις εφαρμόζουν σε σχέση με όλα τα προϊόντα που υπόκεινται σε δασμούς ή άλλες επιβαρύνσεις ή περιορισμούς κατά την εισαγωγή και την εξαγωγή που βασίζονται στην αξία ή με οποιονδήποτε τρόπο σχετίζονται με αυτήν. Επιπλέον, κάθε φορά που το ζητεί άλλο συμβαλλόμενο μέρος, τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν, υπό το πρίσμα των εν λόγω αρχών, την εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού σχετικού με τη δασμολογητέα αξία. Τα ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ δύνανται να ζητήσουν από τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη να τους παράσχουν εκθέσεις σχετικά με τα μέτρα που έχουν λάβει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
2. α) Η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων καθορίζεται με βάση την πραγματική αξία των υποκείμενων σε δασμούς εισαγόμενων εμπορευμάτων ή ομοειδών εμπορευμάτων, αλλά όχι με βάση την αξία εμπορευμάτων εσωτερικής προελεύσεως ή με βάση αυθαίρετες ή πλασματικές αξίες.
β) Η “πραγματική” αξία εμπορεύματος είναι η τιμή στην οποία τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή ομοειδή εμπορεύματα πωλούνται ή προσφέρονται προς πώληση στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων πραγματοποιούμενων υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, στον οριζόμενο από τη νομοθεσία της χώρας εισαγωγής χρόνο και τόπο. Στο μέτρο που η τιμή των εν λόγω εμπορευμάτων ή των ομοειδών εμπορευμάτων εξαρτάται από την ποσότητα την οποία αφορά μια συγκεκριμένη συναλλαγή, η τιμή που πρέπει να ληφθεί υπόψη θα πρέπει να αναφέρεται, ανάλογα με την επιλογή στην οποία προβαίνει άπαξ για όλα η χώρα εισαγωγής, είτε i) σε συγκρίσιμες ποσότητες είτε ii) σε ποσότητες καθοριζόμενες κατά τρόπον τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκό για τον εισαγωγέα όπως εάν λαμβανόταν ο μεγαλύτερος όγκος των εν λόγω εμπορευμάτων ο οποίος πράγματι οδήγησε σε εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της χώρας εξαγωγής και της χώρας εισαγωγής.
γ) Σε περίπτωση που δεν είναι εφικτός ο καθορισμός της πραγματικής αξίας σύμφωνα με τους όρους του εδαφίου β' της παρούσας παραγράφου, η δασμολογητέα αξία θα πρέπει να βασίζεται στο πλησιέστερο προς την αξία αυτή επαληθεύσιμο ισοδύναμο ποσό.
[...]»
Συμφωνία για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας
4 Το άρθρο 7 της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VII της ΓΣΔΕ του 1994 (ΕΕ 1994, L 336, σ. 119, στο εξής: συμφωνία για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας) έχει ως ακολούθως:
«1. Αν η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων δεν μπορεί να καθοριστεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 μέχρι και 6, καθορίζεται με εύλογα μέσα, σύμφωνα με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις της παρούσας συμφωνίας και του άρθρου VII της GATT του 1994 και βάσει των διαθέσιμων στη χώρα εισαγωγής στοιχείων.
2. Η δασμολογητέα αξία που καθορίζεται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν βασίζεται:
[...]
β) σε σύστημα που προβλέπει την αποδοχή για δασμολογικούς σκοπούς της υψηλότερης μεταξύ δύο εναλλακτικών αξιών
[...]
ε) στην τιμή εμπορευμάτων που πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό άλλη χώρα εκτός από τη χώρα εισαγωγής
[...]
ζ) σε αυθαίρετες ή πλασματικές αξίες.
[...]»
Συμφωνία Καναδά-ΕΕ για τελωνειακή συνεργασία
5 Το άρθρο 1 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Καναδά για τελωνειακή συνεργασία και αμοιβαία συνδρομή σε τελωνειακά ζητήματα (ΕΕ 1998, L 7, σ. 38) (στο εξής: συμφωνία Καναδά-ΕΕ για τελωνειακή συνεργασία) έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας νοούνται ως:
[...]
4) “πληροφορία”: κάθε στοιχείο, έγγραφο, αναφορά, θεωρημένο ή επικυρωμένο αντίγραφο αυτών ή άλλες κοινοποιήσεις, που περιέχουν στοιχεία, τα οποία υπέστησαν επεξεργασία ή ανάλυση, προκειμένου να συλλεγούν αποδείξεις σχετικές με παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας
[...]».
6 Το άρθρο 7 της συμφωνίας Καναδά-ΕΕ για τελωνειακή συνεργασία έχει ως ακολούθως:
«1. Οι τελωνειακές αρχές παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε αυτεπαγγέλτως, γνωστοποιώντας κάθε κατάλληλη πληροφορία που διευκολύνει την ορθή εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, καθώς και την αποτροπή, τη διερεύνηση και την καταπολέμηση οποιασδήποτε τελωνειακής παράβασης.
[...]»
7 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της συμφωνίας Καναδά-ΕΕ για τελωνειακή συνεργασία ορίζει τα εξής:
«Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση οφείλει να κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή τις κατάλληλες πληροφορίες υπό μορφή εγγράφων, επικυρωμένων αντιγράφων αυτών, εκθέσεων ή ηλεκτρονικώς. Ταυτόχρονα διαβιβάζονται και όλες οι πληροφορίες σχετικά με την ερμηνεία ή τη χρήση αυτών.»
8 Το άρθρο 16, παράγραφος 3, της συμφωνίας Καναδά-ΕΕ για τελωνειακή συνεργασία έχει ως ακολούθως:
«Η παράγραφος 2 δεν εμποδίζει τη χρησιμοποίηση στοιχείων σε οποιαδήποτε δικαστική ή διοικητική διαδικασία επακολούθως κινούμενη λόγω παράβασης της τελωνειακής νομοθεσίας. [...]»
ΣΟΕΣ Καναδά-ΕΕ
9 Το άρθρο 6.1 της συνολικής οικονομικής και εμπορικής συμφωνίας (ΣΟΕΣ) μεταξύ του Καναδά, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της, αφετέρου (ΕΕ 2017, L 11, σ. 23, στο εξής: ΣΟΕΣ Καναδά-ΕΕ), το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχοι και αρχές», ορίζει τα εξής:
«[...]
2. Τα μέρη συνεργάζονται στο μέτρο του δυνατού και ανταλλάσσουν πληροφορίες, μεταξύ των οποίων πληροφορίες σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές, με στόχο να προαγάγουν την εφαρμογή των μέτρων διευκόλυνσης των συναλλαγών που προβλέπει η παρούσα συμφωνία και τη συμμόρφωση με τα μέτρα αυτά.
[...]»
10 Το άρθρο 6.13 της ΣΟΕΣ Καναδά-ΕΕ, το οποίο επιγράφεται «Συνεργασία», ορίζει τα εξής:
«[...]
3. Τα μέρη συνεργάζονται βάσει της [συμφωνίας Καναδά-ΕΕ για τελωνειακή συνεργασία], η οποία υπογράφηκε στην Οτάβα στις 4 Δεκεμβρίου 1997 […].
4. Τα μέρη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή σε τελωνειακά θέματα βάσει της συμφωνίας τελωνειακής συνεργασίας Καναδά-ΕΕ, μεταξύ των οποίων για θέματα που σχετίζονται με εικαζόμενη παραβίαση της τελωνειακής νομοθεσίας ενός μέρους, όπως ορίζεται στην εν λόγω συμφωνία, και με την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας.»
Δίκαιο της Ένωσης
Ενωσιακός τελωνειακός κώδικας
11 Το άρθρο 70 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:
«1. Η κύρια βάση της δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων, είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν αυτά πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής.
2. Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή προς τρίτο υπέρ του πωλητή για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως προϋπόθεση για την πώληση των εισαγομένων εμπορευμάτων.
[...]»
12 Κατά το άρθρο 74 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, προβλέπονται τα ακόλουθα:
«1. Όταν η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να προσδιορισθεί βάσει του άρθρου 70, εφαρμόζονται διαδοχικά οι διατάξεις της παραγράφου 2 στοιχεία α) έως δ), μέχρι την πρώτη μεταξύ αυτών διάταξη η οποία επιτρέπει τον προσδιορισμό της αξίας των εμπορευμάτων.
Η σειρά εφαρμογής των στοιχείων γ) και δ) της παραγράφου 2 αντιστρέφεται με αίτημα του διασαφιστή.
2. Η δασμολογητέα αξία, σύμφωνα με την παράγραφο 1, είναι:
α) η συναλλακτική αξία πανομοιότυπων εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα,
β) η συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα,
γ) η αξία που βασίζεται επί της τιμής μονάδος που αντιστοιχεί στις πωλήσεις στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης των εισαγομένων εμπορευμάτων, ή πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγομένων εμπορευμάτων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα και πραγματοποιούνται προς πρόσωπα που δεν συνδέονται με τους πωλητές, ή
δ) η υπολογιζόμενη αξία, που ισούται προς το άθροισμα:
i) του κόστους ή της αξίας των υλών και των εργασιών κατασκευής ή άλλων εργασιών που υπεισέρχονται στην παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων,
ii) ποσού που αντιπροσωπεύει τα κέρδη και τα γενικά έξοδα, ίσου προς το ποσό που υπεισέρχεται γενικά στις πωλήσεις εμπορευμάτων της ίδιας φύσεως ή του ίδιου είδους με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα, οι οποίες γίνονται από παραγωγούς στη χώρα εξαγωγής για την εξαγωγή προς την Ένωση,
iii) του κόστους ή της αξίας των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 71 παράγραφος 1 στοιχείο ε).
3. Όταν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθορισθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, καθορίζεται με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, με εύλογο τρόπο συμβιβαζόμενο με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις όλων των κατωτέρω:
α) της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου,
β) του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου,
γ) του παρόντος κεφαλαίου.»
Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2447
13 Το άρθρο 140 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2015, L 343, σ. 558), το οποίο φέρει τον τίτλο «Μη αποδοχή δηλωθείσας συναλλακτικής αξίας», προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν εύλογες αμφιβολίες σχετικά με το αν η δηλωθείσα συναλλακτική αξία αντιπροσωπεύει το συνολικό πληρωθέν ή πληρωτέο ποσό όπως αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 1 του [ενωσιακού τελωνειακού] κώδικα, μπορούν να ζητούν από τον διασαφιστή να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες.
2. Εάν εξακολουθούν να έχουν αμφιβολίες, οι τελωνειακές αρχές δύνανται να αποφασίσουν ότι η αξία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να προσδιορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 70 παράγραφος 1 του [εν λόγω] κώδικα.»
14 Το άρθρο 144 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, το οποίο επιγράφεται «Εφεδρική μέθοδος», έχει ως ακολούθως:
«1. Κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 3 του [ενωσιακού τελωνειακού] κώδικα, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί εύλογη ελαστικότητα κατά την εφαρμογή των μεθόδων που προβλέπονται στα άρθρα 70 και 74 παράγραφος 2 του κώδικα. Η αξία που καθορίζεται με τον τρόπο αυτό πρέπει, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, να βασίζεται σε δασμολογητέες αξίες που έχουν καθοριστεί προγενέστερα.
2. Όταν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθορισθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, χρησιμοποιούνται άλλες κατάλληλες μέθοδοι. Στην περίπτωση αυτή, η δασμολογητέα αξία δεν καθορίζεται με βάση οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
[...]
β) ένα σύστημα βάσει του οποίου χρησιμοποιείται η υψηλότερη μεταξύ δύο εναλλακτικών αξιών για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας
[...]
ε) τις τιμές εξαγωγής με προορισμό μία τρίτη χώρα
[...]
ζ) αυθαίρετες ή πλασματικές αξίες.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15 Στις 18 Ιανουαρίου 2021, η Lidikar, ενεργώντας ως έμμεση αντιπρόσωπος μιας εισαγωγέως, υπέβαλε, στο τελωνείο του λιμένα του Μπουργκάς (Βουλγαρία), τελωνειακή διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία μηχανοκίνητου οχήματος το οποίο είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα. Στην εν λόγω διασάφηση, η δασμολογητέα αξία του εισαχθέντος οχήματος καθορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 70, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, με βάση τη συναλλακτική του αξία, δηλαδή σε τιμή 3 310 καναδικών δολαρίων (CAD) (περίπου 2 100 ευρώ).
16 Οι βουλγαρικές τελωνειακές αρχές διενήργησαν εκ των υστέρων έλεγχο της επίμαχης τελωνειακής διασάφησης επί τη βάσει πληροφοριών που παρασχέθηκαν από την καναδική τελωνειακή αρχή στο πλαίσιο της συμφωνίας Καναδά-ΕΕ για τελωνειακή συνεργασία όσον αφορά τα οχήματα που δηλώθηκαν προς εξαγωγή από τον Καναδά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικότερα, η καναδική τελωνειακή αρχή προσκόμισε στις βουλγαρικές τελωνειακές αρχές, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 16ης Δεκεμβρίου 2022, αρχείο που περιείχε λεπτομερή κατάλογο οχημάτων, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και το επίμαχο εν προκειμένω, και όπου αναγραφόταν η δηλωθείσα αξία κατά την εξαγωγή τους από τον Καναδά. Αφού εξέτασαν τα προσκομισθέντα στοιχεία, οι βουλγαρικές τελωνειακές αρχές διαπίστωσαν ότι η ανερχόμενη σε 3 310 CAD τιμή του εμπορεύματος η οποία είχε δηλωθεί στη Βουλγαρία δεν αντιστοιχούσε στην τιμή των 15 889 CAD (περίπου 10 100 ευρώ) την οποία είχε γνωστοποιήσει η καναδική τελωνειακή αρχή για το οικείο όχημα και η οποία αναγραφόταν στην αντίστοιχη δήλωση εξαγωγής.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι βουλγαρικές τελωνειακές αρχές ζήτησαν από την Lidikar αποδείξεις προκειμένου να επιβεβαιώσουν τη δηλωθείσα κατά τον εκτελωνισμό τιμή. Στο πλαίσιο αυτό, προσκομίστηκαν τιμολόγιο με ημερομηνία 18 Νοεμβρίου 2020, κατάλογος συσκευασίας, φορτωτική καθώς και τιμολόγιο με ημερομηνία 13 Ιανουαρίου 2021. Παρά τα ανωτέρω έγγραφα, οι βουλγαρικές τελωνειακές αρχές έκριναν ότι υπήρχαν βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη δασμολογητέα αξία του επίμαχου εμπορεύματος, η οποία είχε καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 70, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Η δε Lidikar παρέσχε γραπτές εξηγήσεις επισημαίνοντας ότι δεν είχε διατηρήσει ούτε τον σχετικό με την οικεία συναλλαγή εμπορικό φάκελο, ούτε την προσφορά, ούτε τους τιμοκαταλόγους, ούτε τα σχετικά με τις πληρωμές έγγραφα, ούτε άλλη αλληλογραφία προγενέστερη της εν λόγω συναλλαγής.
18 Αφού έλεγξαν τα συνημμένα στην τελωνειακή διασάφηση έγγραφα, οι βουλγαρικές τελωνειακές αρχές θεώρησαν ότι ουδεμία απόδειξη υπήρχε σχετικά με την ακρίβεια της δηλωθείσας με βάση το τιμολόγιο της 18ης Νοεμβρίου 2020 τιμής. Διαπίστωσαν επίσης ότι από το προσκομισθέν αντίγραφο κινήσεων τραπεζικού λογαριασμού δεν προέκυπτε σαφώς η οριστική καταβολή του τιμήματος. Ως εκ τούτου, έκριναν ότι, λαμβανομένων υπόψη των εύλογων αμφιβολιών και της έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά τη δηλωθείσα τιμή, η δηλωθείσα βάσει του άρθρου 70, παράγραφος 1, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα δασμολογητέα αξία, η οποία καθορίστηκε με βάση το τιμολόγιο της 18ης Νοεμβρίου 2020, έπρεπε να μη γίνει δεκτή.
19 Επιπλέον, οι βουλγαρικές τελωνειακές αρχές διαπίστωσαν ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή των επικουρικών μεθόδων εκτίμησης του επίμαχου εμπορεύματος βάσει του άρθρου 74, παράγραφος 2, στοιχεία α' έως δ', του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, δεδομένου ότι επρόκειτο για όχημα το οποίο είχε εμπλακεί σε ατύχημα και του οποίου η ιδιαίτερη τεχνική κατάσταση ήταν δύσκολο να συγκριθεί με την κατάσταση άλλων οχημάτων της ίδιας μάρκας και του ίδιου μοντέλου που είχαν εισαχθεί στη Βουλγαρία. Εντούτοις, οι βουλγαρικές τελωνειακές αρχές καθόρισαν τη δασμολογητέα αξία, σύμφωνα με το άρθρο 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, με βάση τα έγγραφα σε ηλεκτρονική μορφή τα οποία είχαν διαβιβάσει οι καναδικές τελωνειακές αρχές βάσει της συμφωνίας Καναδά-ΕΕ για τελωνειακή συνεργασία.
20 Ως εκ τούτου, η βουλγαρική τελωνειακή αρχή καθόρισε τη δασμολογητέα αξία του επίμαχου οχήματος στο ποσό των 19 830,43 βουλγαρικών λέβα (BGN) (περίπου 9 500 ευρώ) καθώς και το συνολικό ποσό των εισαγωγικών δασμών και του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) που έπρεπε να εισπραχθούν στο ποσό των 5 023 BGN (περίπου 2 150 ευρώ).
21 Η απόφαση της βουλγαρικής τελωνειακής αρχής αποτέλεσε αντικείμενο πρωτοβάθμιου δικαστικού ελέγχου από το Administrativen sad Burgas (διοικητικό δικαστήριο Μπουργκάς, Βουλγαρία), το οποίο την ακύρωσε λόγω ελλείψεως νομιμότητας. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι, εν προκειμένω, οι βουλγαρικές τελωνειακές αρχές δεν είχαν τηρήσει την υποχρέωσή τους να δικαιολογήσουν την ύπαρξη «εύλογων αμφιβολιών», κατά την έννοια του άρθρου 140 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, και ότι η απάντηση των καναδικών τελωνειακών αρχών δεν συνιστούσε επίσημο αποδεικτικό έγγραφο δεσμευτικό για το δικαστήριο.
22 Ο Direktor na TD Mitnitsa Burgas (διευθυντής της περιφερειακής διεύθυνσης του τελωνείου Μπουργκάς, Βουλγαρία) άσκησε αναίρεση ενώπιον του Varhoven administrativen sad (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Βουλγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, κατά της αποφάσεως του Administrativen sad Burgas (διοικητικού δικαστηρίου Μπουργκάς), προβάλλοντας τον εσφαλμένο χαρακτήρα των διαπιστώσεων του τελευταίου και υποστηρίζοντας τη δυνατότητα εφαρμογής της μεθόδου του εύλογου τρόπου, δυνάμει του άρθρου 74 παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Υποστήριξε ότι η απάντηση των καναδικών τελωνειακών αρχών αποτελούσε επίσημο έγγραφο σχετικό με τον έλεγχο που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ του Καναδά και της Ένωσης και ότι η επίμαχη δασμολογητέα αξία είχε καθοριστεί λαμβανομένης υπόψη της τιμής που αναγραφόταν στα διαβιβασθέντα από τις καναδικές τελωνειακές αρχές έγγραφα σε ηλεκτρονική μορφή.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Επιτρέπεται ερμηνεία του άρθρου 74, παράγραφος 3, του [ενωσιακού τελωνειακού κώδικα] σύμφωνα με την οποία τα στοιχεία της δηλωθείσας αξίας εμπορεύματος κατά την εξαγωγή του εν λόγω εμπορεύματος από τρίτη χώρα μπορούν να θεωρηθούν ως “διαθέσιμα στοιχεία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης”;
2. Επιτρέπεται ερμηνεία του άρθρου 74, παράγραφος 3, του [ενωσιακού τελωνειακού κώδικα] σύμφωνα με την οποία ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας εμπορεύματος με βάση τη δηλωθείσα αξία του εν λόγω εμπορεύματος κατά την εξαγωγή του από τρίτη χώρα μπορεί να συνιστά εύλογο τρόπο για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, κατά την έννοια του άρθρου 74, παράγραφος 3, του [εν λόγω κώδικα];»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
24 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι η τιμή η οποία δηλώθηκε για την εξαγωγή εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής στις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας τελωνειακής συνεργασίας, μπορεί να χαρακτηριστεί, για τους σκοπούς του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας του εν λόγω εμπορεύματος, ως διαθέσιμο στοιχείο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
25 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι η εφεδρική μέθοδος (ή μέθοδος «fall back») που προβλέπεται στο άρθρο 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα αποτελεί έσχατο μέσο προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ανάγκη καθορισμού της δασμολογητέας αξίας του οικείου εμπορεύματος σε περίπτωση που ο διασαφιστής δεν παράσχει αρκούντως ακριβείς ή αξιόπιστες πληροφορίες που να καθιστούν δυνατό τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει της κύριας μεθόδου του άρθρου 70, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα ή των επικουρικών μεθόδων που προβλέπονται στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του ίδιου κώδικα (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2022, Baltic Master, C-599/20, EU:C:2022:457, σκέψη 54, και της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης Ι και Κελάδης II, C-72/24 και C-73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 75).
26 Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού και του γράμματος του άρθρου 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, πρέπει, επομένως, να δοθεί ευρεία ερμηνεία στην έννοια «διαθέσιμα στοιχεία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης» και να θεωρηθεί ότι αυτή αναφέρεται στην πραγματική διαθεσιμότητα στοιχείων υπό την έννοια ότι οι τελωνειακές αρχές της Ένωσης μπορούν όντως να τα έχουν στη διάθεσή τους για τους σκοπούς του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας εμπορεύματος.
27 Εκ των ανωτέρω συνάγεται, αφενός, ότι η έννοια «διαθέσιμα στοιχεία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης» δεν μπορεί να καταλαμβάνει αποκλειστικά και μόνον τα στοιχεία που συλλέγονται εντός της Ένωσης. Συνακόλουθα, το γεγονός ότι τα στοιχεία προέρχονται από τρίτη χώρα δεν αποκλείει τη δυνατότητα να συνιστούν «διαθέσιμα στοιχεία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης».
28 Τούτο ισχύει ιδίως όταν πρόκειται για στοιχεία σχετικά με τη δηλωθείσα κατά την εξαγωγή τιμή εμπορεύματος διαβιβασθέντα από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής βάσει διεθνούς συμφωνίας που διέπει την τελωνειακή συνεργασία μεταξύ της Ένωσης και της εν λόγω τρίτης χώρας, όπως είναι η συμφωνία Καναδά-ΕΕ για τελωνειακή συνεργασία και η ΣΟΕΣ Καναδά-ΕΕ, οι οποίες προβλέπουν αμοιβαία συνδρομή σε τελωνειακά ζητήματα.
29 Αφετέρου, προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός στοιχείων ως «διαθέσιμα στοιχεία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης» δεν μπορεί να εξαρτάται, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Lidikar με τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, ούτε από τη δυνατότητα των τελωνειακών διασαφιστών να έχουν πρόσβαση στη βάση δεδομένων της τρίτης χώρας από την οποία προέρχονται τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στις τελωνειακές αρχές της Ένωσης ούτε από την ύπαρξη αιτήματος εκ μέρους των αρχών αυτών το οποίο να αφορά συγκεκριμένα τη διαβίβαση των εν λόγω στοιχείων, ενώ αυτά τέθηκαν στη διάθεσή τους.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι η τιμή η οποία δηλώθηκε για την εξαγωγή εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής στις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας τελωνειακής συνεργασίας, μπορεί να χαρακτηριστεί, για τους σκοπούς του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας του εν λόγω εμπορεύματος, ως διαθέσιμο στοιχείο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
31 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι η χρήση της τιμής η οποία δηλώθηκε κατά την εξαγωγή εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής στις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας τελωνειακής συνεργασίας, μπορεί να συνιστά εύλογο τρόπο, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας του εν λόγω εμπορεύματος.
32 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 144, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, το οποίο προβλέπει ότι, κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με το άρθρο 74, παράγραφος 3, του εν λόγω κώδικα, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί «εύλογη ελαστικότητα» κατά την εφαρμογή των μεθόδων που προβλέπονται στο άρθρο 70 και στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2026, Κελάδης Ι και Κελάδης II, C-72/24 και C-73/24, EU:C:2026:51, σκέψη 104). Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι οι αρχές διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή της εφεδρικής μεθόδου (ή μεθόδου «fall back») που πρέπει να εφαρμοστεί τηρουμένων των αρχών και των διατάξεων που απαριθμούνται στο άρθρο 74, παράγραφος 3, του εν λόγω κώδικα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι η δασμολογητέα αξία καθορίζεται με εύλογο τρόπο ο οποίος πρέπει να συμβιβάζεται, πρώτον, με τη συμφωνία για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, δεύτερον, με το άρθρο VII της ΓΣΔΕ του 1994 και, τρίτον, με το κεφάλαιο 3 του τίτλου II του εν λόγω κώδικα, το οποίο αφορά τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων.
33 Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο ε', της συμφωνίας για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας απαγορεύει το να μπορεί η δασμολογητέα αξία να καθορίζεται βάσει της τιμής εμπορευμάτων που πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό άλλη χώρα εκτός από τη χώρα εισαγωγής. Η διάταξη αυτή επαναλήφθηκε, στο δίκαιο της Ένωσης, στο άρθρο 144, παράγραφος 2, στοιχείο ε', του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, το οποίο ορίζει ότι «η δασμολογητέα αξία δεν καθορίζεται με βάση [...] τις τιμές εξαγωγής με προορισμό μία τρίτη χώρα». Συνακόλουθα, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Lidikar με τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, ούτε η συμφωνία για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας ούτε το δίκαιο της Ένωσης αποκλείουν τον εκ μέρους των τελωνειακών αρχών κράτους μέλους της Ένωσης καθορισμό της δασμολογητέας αξίας εμπορεύματος, κατ’ εφαρμογήν της εφεδρικής μεθόδου (ή μεθόδου «fall back»), βάσει της τιμής που δηλώθηκε σε τρίτη χώρα για την εξαγωγή του ίδιου αυτού εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
34 Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η χρήση της δηλωθείσας σε τρίτη χώρα τιμής για την εξαγωγή εμπορεύματος στην Ένωση μπορεί να συνιστά εύλογο τρόπο για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας του ίδιου αυτού εμπορεύματος βάσει του άρθρου 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα.
35 Συναφώς, υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 31, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1), το οποίο προηγήθηκε του άρθρου 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναφορά σε τιμή που καθορίστηκε για το ίδιο εμπόρευμα στο πλαίσιο πωλήσεως προγενέστερης αυτής για την οποία υποβλήθηκε η διασάφηση μπορεί να συνιστά εύλογο τρόπο κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (πρβλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Carboni e derivati, C-263/06, EU:C:2008:128, σκέψη 61). Επομένως, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, το να χρησιμοποιείται, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει της εφεδρικής μεθόδου (ή μεθόδου «fall back»), τιμή η οποία έχει καθοριστεί σε προγενέστερο χρόνο για το ίδιο εμπόρευμα.
36 Εξάλλου, η χρήση της δηλωθείσας σε τρίτη χώρα τιμής για την εξαγωγή του ίδιου εμπορεύματος με αυτό που αποτελεί το αντικείμενο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας βάσει του άρθρου 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα δεν προσκρούει, σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, στην απαγόρευση του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο β', της συμφωνίας για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας. Πράγματι, η διάταξη αυτή, η οποία υιοθετήθηκε στο δίκαιο της Ένωσης στο άρθρο 144, παράγραφος 2, στοιχείο β', του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, απαγορεύει μεν τυχόν καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει «συστήματος που προβλέπει την αποδοχή, για δασμολογικούς σκοπούς, της υψηλότερης μεταξύ δύο εναλλακτικών αξιών», πλην όμως ουδόλως απαγορεύει τη χρήση της δηλωθείσας κατά την εξαγωγή τιμής για το ίδιο εμπόρευμα, εάν πρόκειται για τη μόνη διαθέσιμη στις τελωνειακές αρχές αξία, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της ύπαρξης εύλογων αμφιβολιών ως προς την ακρίβεια της αρχικώς δηλωθείσας δυνάμει του άρθρου 70 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα αξίας.
37 Τέλος, επισημαίνεται επίσης ότι, στο μέτρο που η δηλωθείσα κατά την εξαγωγή τιμή, η οποία γνωστοποιήθηκε στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας στον τομέα της τελωνειακής συνεργασίας, αντιστοιχεί, κατ’ αρχήν, στην πραγματική αξία εμπορεύματος, η χρήση της τιμής αυτής δεν προσκρούει ούτε στην απαγόρευση καθορισμού της δασμολογητέας αξίας επί αυθαίρετων ή πλασματικών αξιών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο ζ', της συμφωνίας για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας καθώς και στο άρθρο 144, παράγραφος 2, στοιχείο ζ', του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
38 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 74, παράγραφος 3, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι η χρήση της τιμής η οποία δηλώθηκε κατά την εξαγωγή εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής στις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους στο πλαίσιο της διεθνούς τελωνειακής συνεργασίας, μπορεί να συνιστά εύλογο τρόπο, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας του εν λόγω εμπορεύματος.
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)
αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 74, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα,
έχει την έννοια ότι:
η τιμή η οποία δηλώθηκε για την εξαγωγή εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής στις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας τελωνειακής συνεργασίας, μπορεί να χαρακτηριστεί, για τους σκοπούς του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας του εν λόγω εμπορεύματος, ως διαθέσιμο στοιχείο στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
2) Το άρθρο 74, παράγραφος 3, του κανονισμού 952/2013
έχει την έννοια ότι:
η χρήση της τιμής η οποία δηλώθηκε κατά την εξαγωγή εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής στις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους στο πλαίσιο της διεθνούς τελωνειακής συνεργασίας, μπορεί να συνιστά εύλογο τρόπο, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας του εν λόγω εμπορεύματος.
|
Sampol Pucurull |
Pynn? |
Laitenberger |
|
Stancu |
Βαλασίδης |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.