Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο πενταμελές τμήμα)
της 25ης Μαρτίου 2026 (*)
« Εξωσυμβατική ευθύνη – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά των αεροπορικών μεταφορών εμπορευμάτων – Μείωση του ποσού του προστίμου από το Γενικό Δικαστήριο – Άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει τόκους επί του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού – Προθεσμία παραγραφής – Έναρξη της προθεσμίας – Διακοπή – Παραδεκτό – Έννοια των “τόκων” – Εφαρμοστέο επιτόκιο »
Στην υπόθεση T-310/21,
Air Canada, με έδρα το Saint-Laurent, Qu?bec (Καναδάς), εκπροσωπούμενη από τον T. Soames και την I.-Z. Προδρόμου-Σταμούδη, δικηγόρους, καθώς και τον T. Johnston, barrister,
ενάγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον P. Rossi, τον M. Domecq, την T. Isacu de Groot και τον L. Wildpanner,
εναγόμενη,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, L. Truchot, H. Kanninen (εισηγητή), M. Sampol Pucurull και T. Peri?in, δικαστές,
γραμματέας: M. Zwozdziak-Carbonne, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, και συγκεκριμένα:
– τη διάταξη της 5ης Ιουλίου 2022, με την οποία αποφασίστηκε η εξέταση της ένστασης απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή μαζί με την ουσία της υπόθεσης,
– την απόφαση της 10ης Αυγούστου 2023, η οποία ελήφθη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 69, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων, περί αναστολής της διαδικασίας εν αναμονή της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488),
– τις παρατηρήσεις των διαδίκων που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 και 29 Ιουλίου 2024 σχετικά με τις συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Ιουνίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή-αγωγή της, η προσφεύγουσα-ενάγουσα (στο εξής: ενάγουσα) Air Canada ζητεί, βάσει του άρθρου 268 και του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της άρνησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να της καταβάλει τόκους οφειλόμενους δυνάμει του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε εκτέλεση της απόφασης της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994), ή, επικουρικώς, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 25ης Μαρτίου 2021, περί μη καταβολής τόκων με το νόμιμο επιτόκιο.
I. Ιστορικό της διαφοράς
2 Η ενάγουσα είναι εταιρία αερομεταφορών δραστηριοποιούμενη στην αγορά των αεροπορικών μεταφορών εμπορευμάτων.
3 Στις 9 Νοεμβρίου 2010 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2010) 7694 final, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ και του άρθρου 8 της Συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (Υπόθεση COMP/39258 – Αερομεταφορές εμπορευμάτων) (στο εξής: απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010).
4 Η απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010 είχε 21 αποδέκτες, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα. Στην αιτιολογία της απόφασης περιγράφεται ενιαία και διαρκής παράβασης του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) και του άρθρου 8 της Συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Σύμφωνα με την αιτιολογία της απόφασης, οι αποδέκτες της είχαν συντονίσει τη συμπεριφορά τους όσον αφορά την τιμολόγηση για την παροχή υπηρεσιών αερομεταφορών εμπορευμάτων εντός του ΕΟΧ και της Ελβετίας.
5 Στα άρθρα 1 έως 4 της απόφασης της 9ης Νοεμβρίου 2010 παρατίθενται οι καταλογιζόμενες στους αποδέκτες της συμπεριφορές που συνιστούν την ενιαία και διαρκή παράβαση.
6 Το άρθρο 5 της απόφασης της 9ης Νοεμβρίου 2010 αφορά τα πρόστιμα. Στο μέτρο που έχει σημασία για την υπό κρίση διαφορά, το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«Επιβάλλονται τα ακόλουθα πρόστιμα για τις παραβάσεις που περιγράφονται στα άρθρα 1 έως 4 [της αποφάσεως της 9ης Νοεμβρίου 2010]:
α) Air Canada κατά Επιτροπής 21 037 500 [ευρώ]
[...]
Τα πρόστιμα πρέπει να καταβληθούν σε ευρώ εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης […].
Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, καθίστανται αυτοδικαίως απαιτητοί τόκοι με το εφαρμοστέο επιτόκιο αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ από την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκδόθηκε η [απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010], προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
Σε περίπτωση που η επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 1 [της απόφασης της 9ης Νοεμβρίου 2010] ασκήσει προσφυγή, οφείλει, το αργότερο κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής, είτε να καλύψει το ποσό του προστίμου με τη σύσταση αποδεκτής τραπεζικής εγγύησης είτε να προβεί σε προσωρινή καταβολή του προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 85α παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής.»
7 Στις 6 Ιανουαρίου 2011 η ενάγουσα άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης της 9ης Νοεμβρίου 2010.
8 Στις 10 Φεβρουαρίου 2011 η ενάγουσα κατέβαλε προσωρινώς το συνολικό ποσό του προστίμου που της είχε επιβληθεί με το άρθρο 5 της απόφασης της 9ης Νοεμβρίου 2010.
9 Με την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010 κατά το μέρος που αφορούσε την ενάγουσα.
10 Στις 5 Φεβρουαρίου 2016 η Επιτροπή ενημέρωσε την ενάγουσα για την απόφασή της να της επιστρέψει το ποσό του προσωρινώς καταβληθέντος προστίμου (21 037 500 ευρώ), προσαυξημένο με εγγυημένη απόδοση (468 540,80 ευρώ) (στο εξής: απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2016). Διευκρίνισε ότι το ποσό των 21 506 040,80 ευρώ επρόκειτο να «εμβασθεί αυθημερόν».
11 Η ενάγουσα εισέπραξε το ποσό αυτό στις 8 Φεβρουαρίου 2016.
12 Στις 4 Φεβρουαρίου 2021 η ενάγουσα απέστειλε στην Επιτροπή έγγραφο με το οποίο ζητούσε την καταβολή των ακόλουθων ποσών:
– τη διαφορά μεταξύ των οφειλόμενων σε αυτήν τόκων «υπερημερίας», με επιτόκιο 4,5 % [επιτόκιο εφαρμοζόμενο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στις πράξεις αναχρηματοδότησης προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες], για την περίοδο από τις 10 Φεβρουαρίου 2011 έως τις 8 Φεβρουαρίου 2016, και της εγγυημένης απόδοσης ύψους 468 540,80 ευρώ που καταβλήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 2016,
– τους τόκους ανατοκισμού που υπολογίζονται με βάση το ποσό των τόκων υπερημερίας που εξακολουθεί να οφείλεται, για το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή προέβη στην επιστροφή, ήτοι της 8ης Φεβρουαρίου 2010, και της ημερομηνίας πραγματικής καταβολής του ποσού που μνημονεύεται στην προηγούμενη περίπτωση, με το επιτόκιο που εφάρμοζε η ΕΚΤ για τις πράξεις αναχρηματοδότησης στις 8 Φεβρουαρίου 2016, ήτοι 1 % προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
13 Στις 25 Μαρτίου 2021 η Επιτροπή κοινοποίησε στην ενάγουσα την απόφασή της να μην κάνει δεκτό το αίτημά της που περιγράφεται στη σκέψη 12 ανωτέρω (στο εξής: έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2021), για τον λόγο ότι η σχετική αξίωση είχε παραγραφεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
II. Αιτήματα των διαδίκων
14 Η ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή,
– να υποχρεώσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα λόγω της μη καταβολής των τόκων υπερημερίας και των τόκων ανατοκισμού που οφείλονται δυνάμει του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ σε εκτέλεση της απόφασης της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994), και, κατ’ ακολουθία, να καταβάλει τα ακόλουθα ποσά δυνάμει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, του άρθρου 268 ΣΛΕΕ και του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ:
– ποσό 4 264 986,70 ευρώ, το οποίο ισούται με τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, ήτοι τόκους επί του ποσού των 21 037 500,00 ευρώ, με το επιτόκιο που εφάρμοζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις πράξεις αναχρηματοδότησης την 1η Νοεμβρίου 2010 (ήτοι 1 %), προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες, για την περίοδο μεταξύ της 10ης Φεβρουαρίου 2011 και της 8ης Φεβρουαρίου 2016, μείον το ήδη καταβληθέν ποσό της εγγυημένης απόδοσης ύψους 468 540,80 ευρώ, ή, άλλως, με το επιτόκιο που θα ορίσει κατ’ εύλογη κρίση το Γενικό Δικαστήριο,
– ποσό 958 550,14 ευρώ, το οποίο ισούται με τους οφειλόμενους τόκους επί του ποσού των 4 264 896,70 ευρώ για την περίοδο μεταξύ της 9ης Φεβρουαρίου 2016 και της 4ης Φεβρουαρίου 2021, ημερομηνίας υποβολής του αιτήματος καταβολής τόκων, με το επιτόκιο που εφάρμοζε Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις πράξεις αναχρηματοδότησης την 1η Νοεμβρίου 2010 (ήτοι 1 %), προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες, ή, άλλως, με το επιτόκιο και για τη χρονική περίοδο που θα ορίσει κατ’ εύλογη κρίση το Γενικό Δικαστήριο,
– ποσό το οποίο ισούται με τους οφειλόμενους τόκους ανατοκισμού επί του ποσού των μη καταβληθέντων τόκων επί του οφειλόμενου ποσού κατά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος καταβολής των τόκων (5 223 446, 877 ευρώ) ή επί του ποσού που θα κρίνει εύλογο το Γενικό Δικαστήριο για την περίοδο μεταξύ της 5ης Φεβρουαρίου 2010 και της ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή θα καταβάλει τους οφειλόμενους τόκους, με το επιτόκιο που εφάρμοζε η ΕΚΤ για τις πράξεις αναχρηματοδότησης την 1η Νοεμβρίου 2010, ήτοι 1 % προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες ή, άλλως, με το επιτόκιο και για τη χρονική περίοδο που θα ορίσει κατ’ εύλογη κρίση το Γενικό Δικαστήριο,
– επικουρικώς, να ακυρώσει το έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2021,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
15 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως απαράδεκτη,
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως αβάσιμη,
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III. Σκεπτικό
16 Δεδομένου ότι το αίτημα αποζημίωσης αποτελεί το κύριο αίτημα της ενάγουσα, πρέπει να εξεταστεί πρώτο.
Α. Επί του αιτήματος αποζημίωσης
1. Επί των λόγων απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή
17 Με τις παρατηρήσεις της επί των συνεπειών που πρέπει να αντληθούν για την υπό κρίση υπόθεση από την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), η Επιτροπή δήλωσε ότι εμμένει στους δύο λόγους απαραδέκτου που είχε προβάλει με την ένστασή της, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο δεύτερος τον απρόσφορο χαρακτήρα της αγωγής αποζημιώσεως για την αμφισβήτηση της συμμόρφωσης της Επιτροπής προς την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994).
18 Πρέπει να προηγηθεί η εξέταση του δευτέρου λόγου απαραδέκτου.
α) Επί του δευτέρου λόγου απαραδέκτου, ο οποίος αντλείται από τον απρόσφορο χαρακτήρα της αγωγής αποζημιώσεως για την αμφισβήτηση της συμμόρφωσης προς την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11)
19 Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η ενάγουσα χρησιμοποίησε απρόσφορο ένδικο βοήθημα για να αμφισβητήσει τη συμμόρφωσή της προς την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994). Έπρεπε να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της απόφασης με την οποία η Επιτροπή καθόρισε το ποσό που έπρεπε να επιστραφεί στην ενάγουσα, ήτοι το κύριο ποσό του αχρεωστήτως καταβληθέντος προστίμου, προσαυξημένου κατά την παραχθείσα απόδοση, και όχι αγωγή αποζημιώσεως.
20 Η Επιτροπή προβάλλει ακόμη ότι η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως συνιστά καταστρατήγηση της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 263 ΣΛΕΕ για την προσβολή της απόφασης περί επιστροφής. Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2016, ενώ η υπό κρίση αγωγή αποζημιώσεως ασκήθηκε τον Ιούνιο του 2021.
21 Η ενάγουσα αντικρούει τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
22 Υπενθυμίζεται ότι όταν ο ενάγων ζητεί, όπως εν προκειμένω, την καταβολή τόκων οφειλόμενων δυνάμει του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατόπιν ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, η προβαλλόμενη ζημία απορρέει από την υπαίτια παράλειψη της Επιτροπής να λάβει μέτρο το οποίο συνεπάγεται η εκτέλεση της ακυρωτικής απόφασης, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από τη διάταξη αυτή [διάταξη της 4ης Μαΐου 2005, Holcim (France) κατά Επιτροπής, T-86/03, EU:T:2005:157, σκέψη 51].
23 Πράγματι, από το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι το θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχεται η ακυρωθείσα πράξη οφείλει να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης η οποία κηρύσσει ex tunc την πράξη αυτή άκυρη. Τούτο συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, την επιστροφή των ποσών που εισπράχθηκαν αχρεωστήτως βάσει της εν λόγω πράξης, καθώς και την καταβολή τόκων (βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
24 Το άρθρο 266 ΣΛΕΕ δεν καθιερώνει ειδικό ένδικο βοήθημα για την εξασφάλιση της εκτέλεσης των αποφάσεων των δικαστηρίων της Ένωσης. Αν ένας διάδικος εκτιμά ότι η πράξη που εκδόθηκε προς αντικατάσταση της ακυρωθείσας πράξης δεν είναι σύμφωνη προς το σκεπτικό και το διατακτικό της δικαστικής απόφασης, μπορεί να ασκήσει νέα προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Αντιθέτως, η προβλεπόμενη από το άρθρο 265 ΣΛΕΕ προσφυγή κατά παραλείψεως συνιστά το κατάλληλο μέσο για να διαπιστωθεί η παράνομη παράλειψη θεσμικού οργάνου να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2014, ?ditions Odile Jacob κατά Επιτροπής, T-471/11, EU:T:2014:739, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η αγωγή αποζημιώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 268 και στο άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ αποσκοπεί στην αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν από παρανομία διαπραχθείσα κατά την εκτέλεση απόφασης δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης.
25 Υπενθυμίζεται, ακόμη, ότι, κατά πάγια νομολογία, η αγωγή αποζημιώσεως έχει θεσπιστεί ως αυτοτελές ένδικο βοήθημα, το οποίο επιτελεί ιδιαίτερη λειτουργία στο πλαίσιο του συστήματος των ενδίκων βοηθημάτων, η δε άσκησή του εξαρτάται από προϋποθέσεις που έχουν διαμορφωθεί με γνώμονα το ειδικό αντικείμενό του (πρβλ. διάταξη της 21ης Ιουνίου 1993, Van Parijs κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C-257/93, EU:C:1993:249, σκέψη 14 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2004, Διαμεσολαβητής κατά Lamberts, C-234/02 P, EU:C:2004:174, σκέψη 59, και διάταξη της 3ης Φεβρουαρίου 2025, Kerkosand κατά Επιτροπής, T-216/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:142, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
26 Ωστόσο, καίτοι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει αγωγή για αστική ευθύνη, χωρίς να υπάρχει διάταξη που να τον υποχρεώνει να επιδιώξει την ακύρωση της παράνομης πράξης που του προξενεί ζημία, εντούτοις δεν μπορεί με αυτόν τον τρόπο να παρακάμψει το απαράδεκτο προσφυγής βάλλουσας κατά της ίδιας παρανομίας και επιδιώκουσας τα ίδια οικονομικά αποτελέσματα (βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Guardian Europe και Guardian Europe κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης, C-447/17 P και C-479/17 P, EU:C:2019:672, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Επομένως, μια αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να κρίνεται απαράδεκτη εφόσον αποσκοπεί, στην πραγματικότητα, στην ανάκληση ατομικής απόφασης που έχει καταστεί απρόσβλητη και εφόσον, εάν γίνει δεκτή, θα έχει ως αποτέλεσμα την κατάλυση των εννόμων αποτελεσμάτων της απόφασης αυτής. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο ενάγων προσπαθεί, μέσω της αγωγής αποζημιώσεως, να επιτύχει ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο που θα του παρείχε η ευδοκίμηση μιας προσφυγής ακυρώσεως την οποία παρέλειψε να ασκήσει εμπρόθεσμα (βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Guardian Europe και Guardian Europe κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης, C-447/17 P και C-479/17 P, EU:C:2019:672, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)
28 Επομένως, πρέπει να διαπιστωθεί εάν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η αποδοχή του παραδεκτού του αιτήματος αποζημίωσης εν προκειμένω θα ισοδυναμούσε με απαγορευόμενη, βάσει της νομολογίας που εκτέθηκε στις σκέψεις 24 έως 27 ανωτέρω, καταστρατήγηση των συνεπειών της παράλειψης της ενάγουσας να προσβάλει την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2016 με προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα εντός της προθεσμίας του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
29 Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι η σιωπή και μόνον ενός θεσμικού οργάνου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με σιωπηρή άρνηση, εκτός αν η συνέπεια αυτή προβλέπεται ρητώς σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης. Χωρίς να αποκλείεται ότι, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η αρχή αυτή μπορεί να μην τυγχάνει εφαρμογής, οπότε μπορεί εξαιρετικώς να θεωρηθεί ότι η σιωπή ή η αδράνεια θεσμικού οργάνου ισοδυναμεί με σιωπηρή αρνητική απόφαση, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η πράξη με την οποία η Επιτροπή επιστρέφει σε επιχείρηση μόνον το ποσό του αχρεωστήτως καταβληθέντος προστίμου, χωρίς να λαμβάνει ρητώς θέση επί του αιτήματος καταβολής τόκων, δεν συνιστά σιωπηρή απόφαση απόρριψης του αιτήματος αυτού (πρβλ. απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2004, Επιτροπή κατά Greencore, C-123/03 P, EU:C:2004:783, σκέψη 45).
30 Πλην όμως, αφενός, καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης δεν προβλέπει ότι η σιωπή της Επιτροπής συνιστά σιωπηρή απορριπτική απόφαση στο πλαίσιο της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Αφετέρου, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υπόθεσης, δεν προκύπτει ότι η σιωπή της Επιτροπής μπορεί να εξομοιωθεί με σιωπηρή απορριπτική απόφαση. Πράγματι, με την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2016, η οποία απευθύνεται στην ενάγουσα, η Επιτροπή ανέφερε απλώς το ποσό που σκόπευε να καταβάλει. Διευκρίνισε, βεβαίως, ότι θα επέστρεφε όχι μόνον το προσωρινώς καταβληθέν πρόστιμο, αλλά και το επιπλέον ποσό της εγγυημένης απόδοσης. Από την εν λόγω απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2016 καθώς και από την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της ενάγουσας και της Επιτροπής μεταξύ της 23ης Δεκεμβρίου 2015 και της 17ης Φεβρουαρίου 2016 σχετικά με την επιστροφή των επίμαχων χρηματικών ποσών προκύπτει ότι η Επιτροπή ουδέποτε αποφάνθηκε ρητώς επί της καταβολής τόκων όπως είναι αυτοί που ζήτησε η ενάγουσα στην υπό κρίση υπόθεση. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε καμία ειδική περίσταση που να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της ως άνω απόφασης ως σιωπηρής απόφασης περί αρνήσεως καταβολής των τόκων, ούτε, εξάλλου, συνάγεται τέτοια περίσταση από τα στοιχεία της δικογραφίας.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, με προσφυγή ακυρώσεως μπορεί να προσβληθεί η πράξη με την οποία απορρίπτεται ρητώς το αίτημα καταβολής τόκων, ήτοι εν προκειμένω το έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2021 [πρβλ. απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2004, Επιτροπή κατά Greencore, C-123/03 P, EU:C:2004:783, σκέψη 47, και διάταξη της 4ης Μαΐου 2005, Holcim (France) κατά Επιτροπής, T-86/03, EU:T:2005:157, σκέψη 43].
32 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2016 δεν αφορά την καταβολή των τόκων και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως απόφαση περί μη καταβολής των τόκων αυτών, δυνάμενη να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως. Επομένως, είναι εσφαλμένη η θέση της Επιτροπής ότι η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως συνιστά καταστρατήγηση των συνεπειών της παράλειψης της ενάγουσας να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω απόφασης.
33 Ο δεύτερος λόγος απαραδέκτου πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί.
β) Επί του πρώτου λόγου απαραδέκτου, που αντλείται από παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης
34 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης έχει παραγραφεί βάσει του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
35 Φρονεί ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προθεσμία παραγραφής άρχισε να τρέχει το αργότερο στις 8 Φεβρουαρίου 2016, ημερομηνία επιστροφής του ποσού του προστίμου προσαυξημένου κατά την εγγυημένη απόδοση, η πενταετής προθεσμία παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έληξε το αργότερο στις 8 Φεβρουαρίου 2021. Επιπλέον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προθεσμία παραγραφής δεν είχε ακόμη εκπνεύσει και ότι το έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2021 είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της, η προθεσμία αυτή παρατάθηκε μόνον έως τις 25 Μαΐου 2021, σύμφωνα με το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, η τελευταία αυτή διάταξη παραπέμπει μόνο στη δίμηνη προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και όχι και στην παρέκταση λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν που προβλέπει το άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Το άρθρο 60 εφαρμόζεται μόνο στις δικονομικές προθεσμίες. Το άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει προθεσμία παραγραφής, η οποία δεν έχει δικονομικό χαρακτήρα. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (C-469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψεις 52, 54 και 56).
36 Η ενάγουσα αντικρούει τα επιχειρήματα της Επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την άσκηση προσφυγής κατά της απάντησης σε προηγούμενη αίτηση, παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν, όπως προβλέπει το άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας. Επομένως, η αγωγή αποζημιώσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως.
1) Επί του χρονικού σημείου έναρξης της προθεσμίας παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης
37 Το άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, έχει ως εξής:
«Αξιώσεις κατά της Ένωσης στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος. Η παραγραφή διακόπτεται είτε δια της προσφυγής που υποβάλλεται στο Δικαστήριο, είτε δια της προηγουμένης αιτήσεως που ο ζημιωθείς απευθύνει στο αρμόδιο θεσμικό όργανο της Ένωσης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η προσφυγή πρέπει να κατατεθεί εντός της προθεσμίας δύο μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 263 [ΣΛΕΕ] οι διατάξεις του άρθρου 265, δεύτερη παράγραφος, [ΣΛΕΕ] εφαρμόζονται κατά περίπτωση.»
38 Κατά πάγια νομολογία, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποζημίωσης, και συγκεκριμένα όταν η προς αποκατάσταση ζημία έχει συγκεκριμενοποιηθεί (βλ. απόφαση 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (C-469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Σε περίπτωση όπως η εξεταζόμενη εν προκειμένω, η οποία αφορά την αποκατάσταση ζημίας αντίστοιχης προς το ποσό των τόκων που οφείλονται επί του κυρίου ποσού του αχρεωστήτως καταβληθέντος προστίμου, η προβαλλόμενη ζημία οφείλεται στην προβαλλόμενη παράλειψη της Επιτροπής να καταβάλει στον ενδιαφερόμενο τόκους δυνάμει του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Επομένως, η παράλειψη αυτή αποτελεί το «γεγονός», κατά την έννοια του άρθρου 46, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ενεργοποιεί την πενταετή προθεσμία παραγραφής [πρβλ. διατάξεις της 27ης Οκτωβρίου 2023, British Airways κατά Επιτροπής, C-138/23 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:821, σκέψη 57, και της 4ης Μαΐου 2005, Holcim (France) κατά Επιτροπής, T-86/03, EU:T:2005:157, σκέψεις 40 και 51].
40 Εν προκειμένω, η προβαλλόμενη παράλειψη της Επιτροπής να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994), συγκεκριμενοποιήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 2016, με την πραγματική επιστροφή του κύριου ποσού του αχρεωστήτως καταβληθέντος προστίμου, προσαυξημένου κατά την εγγυημένη απόδοση, χωρίς ωστόσο την καταβολή των τόκων που μνημονεύονται στη σκέψη 23 ανωτέρω.
41 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προθεσμία παραγραφής άρχισε να τρέχει στις 8 Φεβρουαρίου 2016, πράγμα για το οποίο συμφωνούν οι διάδικοι.
2) Επί της παρελεύσεως της προθεσμίας παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης
42 Δυνάμει του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παραγραφή διακόπτεται, στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, είτε με προσφυγή που ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε με προηγούμενη αίτηση που ο ζημιωθείς μπορεί να απευθύνει στο αρμόδιο θεσμικό όργανο της Ένωσης.
43 Όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει στο αρμόδιο θεσμικό όργανο της Ένωσης αίτημα αποκατάστασης της προβαλλόμενης ζημίας, δύο είναι τα πιθανά ενδεχόμενα. Κατά πρώτον, ενδέχεται ο ενδιαφερόμενος να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης χωρίς να αναμείνει να αποφανθεί το αρμόδιο θεσμικό όργανο επί της αιτήσεώς του και πριν από τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 265, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Κατά δεύτερον, ενδέχεται το αρμόδιο θεσμικό όργανο να απορρίψει την προηγούμενη αίτηση ή να μην απαντήσει σε αυτήν εντός της προθεσμίας του άρθρου 265, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οπότε η διακοπή της προθεσμίας επέρχεται μόνον εάν, μετά την αίτηση, ασκηθεί προσφυγή εντός των προθεσμιών των άρθρων 263 και 265 ΣΛΕΕ, ανάλογα με την περίπτωση (πρβλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 1967, Kampffmeyer κ.λπ. κατά Επιτροπής, 5/66, 7/66, 13/66 έως 16/66 και 18/66 έως 24/66, μη δημοσιευθείσα, EU:C:1967:31, σ. 337, και διάταξη της 4ης Αυγούστου 1999, Fratelli Murri κατά Επιτροπής, T-106/98, EU:T:1999:163, σκέψη 29). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η προθεσμία παραγραφής θεωρείται ότι έχει διακοπεί από την ημερομηνία κατά την οποία το οικείο θεσμικό όργανο παρέλαβε την προηγούμενη αίτηση (πρβλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, Pelle και Konrad κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T-8/95 και T-9/95, EU:T:2007:298, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Το άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει διάφορες προθεσμίες. Αφενός, ορίζει πενταετή προθεσμία παραγραφής. Αφετέρου, εάν έχει προηγουμένως υποβληθεί αίτηση προς το αρμόδιο θεσμικό όργανο, το άρθρο 46 παραπέμπει στην προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με τη διευκρίνιση ότι, ανάλογα με την περίπτωση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 265, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
45 Όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 41 ανωτέρω, η προθεσμία παραγραφής άρχισε στις 8 Φεβρουαρίου 2016. Η ενάγουσα υπέβαλε την προηγούμενη αίτησή της στις 4 Φεβρουαρίου 2021, ήτοι πριν από τις 8 Φεβρουαρίου 2021, ημερομηνία λήξης της προθεσμίας παραγραφής. Η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση στις 25 Μαρτίου 2021.
46 Η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αγωγή στις 2 Ιουνίου 2021, ήτοι δύο μήνες και οκτώ ημέρες αφότου η Επιτροπή απέρριψε την προηγούμενη αίτησή της στις 25 Μαρτίου 2021.
47 Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το εάν η παρέκταση, λόγω αποστάσεως, κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν, την οποία προβλέπει το άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας, έχει εφαρμογή επί της δίμηνης προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δια παραπομπής στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ.
48 Το άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι οι δικονομικές προθεσμίες παρεκτείνονται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπή. Η παρέκταση αυτή θεσπίστηκε προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι διάδικοι λόγω της απόστασης από την έδρα του Δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C-469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψη 48).
49 Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι η πενταετής προθεσμία παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτελεί δικονομική προθεσμία. Είναι εκ φύσεως διαφορετική από τις δικονομικές προθεσμίες (πρβλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C-469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψη 49). Επομένως, η κατ’ αποκοπήν παρέκταση λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες δεν έχει εφαρμογή στην προθεσμία παραγραφής (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C-469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψη 59).
50 Όσον αφορά τη δίμηνη προθεσμία που ορίζει το άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης διά παραπομπής στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ, η προθεσμία αυτή διαφέρει από την προθεσμία παραγραφής. Αφορά διαδικαστική πράξη στην οποία πρέπει να προβεί ο ενδιαφερόμενος προκειμένου να ασκήσει παραδεκτώς αγωγή αποζημιώσεως μετά τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής.
51 Από τη νομολογία προκύπτει, πάντως, ότι η παραπομπή του άρθρου 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη δίμηνη προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή, όσον αφορά τη διακοπή της παραγραφής, των κανόνων υπολογισμού των προθεσμιών που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του τελευταίου αυτού άρθρου (πρβλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2002, Schulte κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T-261/94, EU:T:2002:27, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), συμπεριλαμβανομένης της παρεκτάσεως λόγω αποστάσεως, βάσει του άρθρου 60 του Κανονισμού Διαδικασίας (πρβλ. διάταξη της 19ης Σεπτεμβρίου 2001, Jest?dt κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T-332/99, EU:T:2001:218, σκέψη 53).
52 Επομένως, δεδομένου ότι η προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ αποτελεί δικονομική προθεσμία, από το άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι κάθε εφαρμογή της προθεσμίας αυτής πρέπει να παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν. Επομένως, στο μέτρο που το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραπέμπει ρητώς στην προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και στο μέτρο που δεν περιέχει καμία διάταξη που να εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 60 του Κανονισμού Διαδικασίας, το γεγονός και μόνον ότι το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου δεν παραπέμπει στο άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν μπορεί, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, να εμποδίσει την εφαρμογή του άρθρου 60 στην προκειμένη περίπτωση.
53 Εν κατακλείδι, διαπιστώνεται ότι η προθεσμία παραγραφής διακόπηκε από την προηγούμενη αίτηση της ενάγουσας στις 4 Φεβρουαρίου 2021, πριν από τη λήξη της πενταετούς προθεσμίας. Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε αγωγή εντός προθεσμίας δύο μηνών και δέκα ημερών από την απάντηση της Επιτροπής στην αίτησή της στις 25 Μαρτίου 2021. Δεν έχει, συνεπώς, παραγραφεί η αξίωση αποζημίωσης που προβλήθηκε με την υπό κρίση αγωγή.
54 Επομένως, ο πρώτος λόγος απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
55 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή στο σύνολό της και να εξεταστεί η αξίωση αποζημίωσης επί της ουσίας.
2. Επί της ουσίας
56 Η ενάγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, αφενός, την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την ελλιπή εκτέλεση από την Επιτροπή της απόφασης της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994), λόγω μη καταβολής, στις 8 Φεβρουαρίου 2016, του συνόλου των οφειλόμενων τόκων στο πλαίσιο της επιστροφής του αχρεωστήτως εισπραχθέντος ποσού του προστίμου και, αφετέρου, την καταβολή τόκων υπερημερίας υπολογιζόμενων επί του ποσού της αποζημίωσης για το μετά την ημερομηνία αυτή χρονικό διάστημα μέχρι την εκτέλεση της παρούσας απόφασης.
57 Το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, σε θέματα εξωσυμβατικής ευθύνης, η Ένωση υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα θεσμικά όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
58 Κατά πάγια νομολογία, η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, οι οποίες συνίστανται σε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, στο υποστατό της ζημίας και στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης που υπέχει το όργανο που εξέδωσε την πράξη και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C-123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
α) Επί του αιτήματος αποζημίωσης λόγω ελλιπούς εκτέλεσης της απόφασης της 16 Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11)
1) Επί της υπάρξεως κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες
59 Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ αρνούμενη να της καταβάλει τους τόκους που αντιστοιχούν στην κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για τη στέρηση του ποσού το οποίο κατέβαλε προσωρινώς λόγω του επιβληθέντος προστίμου (στο εξής: κατ’ αποκοπήν τόκοι). Από την απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Printeos (C-301/19 P, EU:C:2021:39), προκύπτει ότι μια τέτοια άρνηση πληρωμής συνιστά κατάφωρη παράβαση του εν λόγω άρθρου. Το δικαίωμα εις το ακέραιον επιστροφής ικανοποιείται με την καταβολή των τόκων αυτών, με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες, ήτοι εν προκειμένω με επιτόκιο 4,5 %. Το επιτόκιο αυτό προκύπτει κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 86 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του Δημοσιονομικού Κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 357, σ. 1). Η ενάγουσα ζητεί, ως εκ τούτου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των τόκων που εισέπραξε και εκείνων που θα έπρεπε να εισπράξει ως κατ’ αποκοπήν τόκους. Με τις παρατηρήσεις της επί της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει τη θέση της.
60 Με το υπόμνημα αντικρούσεως και με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν παρέβη το άρθρο 266 ΣΛΕΕ και ότι, πάντως, δεν υπέπεσε σε κατάφωρη παράβαση της διάταξης αυτής. Συναφώς, υπενθυμίζει ότι επέστρεψε στην ενάγουσα το ποσό του προσωρινώς καταβληθέντος προστίμου, πλέον των παραχθέντων τόκων, σύμφωνα με το άρθρο 85α, παράγραφος 2, του κανονισμού 2342/2002, προκειμένου να μην υπάρξει αδικαιολόγητος πλουτισμός.
61 Με τις παρατηρήσεις της επί της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), η Επιτροπή παραδέχεται ότι η απόφαση αυτή επιλύει υπέρ της ενάγουσας το γενικό ζήτημα του αν δικαιούται κατ’ αποκοπήν τόκους και ότι το επιτόκιο των τόκων αυτών μπορεί να καθοριστεί δια παραπομπής, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 83, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ΕΕ 2012, L 362, σ. 1), για το χρονικό διάστημα μεταξύ της προσωρινής καταβολής του προστίμου και της απόφασης περί επιστροφής.
62 Εντούτοις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι η νομική ερμηνεία που περιλαμβάνεται στις αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Printeos (C-301/19 P, EU:C:2021:39), και της 12ης Φεβρουαρίου 2019, Printeos κατά Επιτροπής (T-201/17, EU:T:2019:81) είναι ορθή, εντούτοις η μη τήρηση της νομολογίας αυτής τον Φεβρουάριο του 2016 δεν συνιστά κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης. Οι αντικειμενικές απαιτήσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης δεν είχαν καθοριστεί με σαφήνεια κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης της 5ης Φεβρουαρίου 2016, πράγμα που αποδεικνύει την ύπαρξη δυσκολίας εφαρμογής ή ερμηνείας. Κατά την Επιτροπή, με την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2019, Printeos κατά Επιτροπής (T-201/17, EU:T:2019:81), καθιερώθηκε ένα εντελώς νέο δικαίωμα επιστροφής. Ωστόσο, με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488) δεν τέθηκε το ζήτημα αυτό, δεδομένου ότι η απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2019, Printeos κατά Επιτροπής (T-201/17, EU:T:2019:81), εκδόθηκε πριν η Επιτροπή προβεί σε επιστροφή χρηματικών ποσών υπέρ της Deutsche Telekom στις 19 Φεβρουαρίου 2019.
63 Εν προκειμένω, στην Επιτροπή προσάπτεται η κατάφωρη παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ για τον λόγο ότι δεν εκτέλεσε πλήρως την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994).
64 Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με την παράνομη συμπεριφορά που προσάπτεται σε θεσμικό ή άλλο όργανο της Ένωσης, πρέπει, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 58 ανωτέρω, να αποδεικνύεται κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.
65 Το άρθρο 266 ΣΛΕΕ αποτελεί κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες Πράγματι, η διάταξη αυτή προβλέπει απόλυτη και ανεπιφύλακτη υποχρέωση του οργάνου που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη να λάβει, προς το συμφέρον του νικήσαντος διαδίκου, τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης με την οποία η πράξη αυτή κηρύσσεται άκυρη ex tunc, ο δε ενάγων έχει αντίστοιχο δικαίωμα να τηρηθεί πλήρως η υποχρέωση αυτή (πρβλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2019, Printeos κατά Επιτροπής, T-201/17, EU:T:2019:81, σκέψη 55). Τούτο συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, την επιστροφή των ποσών που εισπράχθηκαν αχρεωστήτως βάσει της ακυρωθείσας πράξης, καθώς και την καταβολή τόκων (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 57).
66 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η καταβολή τόκων συνιστά μέτρο εκτέλεσης της ακυρωτικής απόφασης, υπό την έννοια του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθόσον αποσκοπεί στην καταβολή κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης για τη στέρηση της ικανοποίησης μιας απαίτησης και, επιπλέον, μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης, στην παρακίνηση του οφειλέτη να εκτελέσει, το συντομότερο δυνατόν, την απόφαση αυτή
67 Επομένως, από το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης ακυρώσει ή μειώσει ex tunc πρόστιμο επιβληθέν με απόφαση της Επιτροπής για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, το θεσμικό όργανο υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο ή μέρος του ποσού του προσωρινώς καταβληθέντος προστίμου, πλέον τόκων για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία της προσωρινής καταβολής του προστίμου έως την ημερομηνία επιστροφής του (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 53).
68 Επομένως, εν προκειμένω, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη όχι μόνο να επιστρέψει το προσωρινώς καταβληθέν πρόστιμο, αλλά και να καταβάλει τόκους, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί. Η Επιτροπή πράγματι κατέβαλε τους παραχθέντες τόκους.
69 Εντούτοις, στο μέτρο που πρόκειται για κατ’ αποκοπήν τόκους, η Επιτροπή υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να καταβάλει στον ενδιαφερόμενο τυχόν διαφορά μεταξύ του ποσού των παραχθέντων τόκων και των κατ’ αποκοπήν τόκων (βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
70 Η ενάγουσα υποστηρίζει, ωστόσο, ότι οι παραχθέντες τόκοι που εισέπραξε είναι χαμηλότεροι από τους κατ’ αποκοπήν τόκους που της οφείλονται.
71 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η καταβολή στην ενάγουσα μόνον των παραχθέντων τόκων δεν συνιστά κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου.
72 Συγκεκριμένα, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, όταν κατέβαλε εν προκειμένω τόκους το 2016, εφάρμοσε απλώς την τότε ισχύουσα νομολογία. Η υποχρέωση καταβολής κατ’ αποκοπήν τόκων καθιερώθηκε το πρώτον με την απόφαση που εκδόθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2019, Printeos κατά Επιτροπής (T-201/17, EU:T:2019:81).
73 Η Επιτροπή προβάλλει ότι η νομιμότητα της συμπεριφοράς της πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο εκδήλωσης της συμπεριφοράς της. Επομένως, σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής της νομολογίας μετά την πράξη που προκάλεσε τη ζημία, η πράξη αυτή δεν συνιστά κατάφωρη παράβαση του δικαίου της Ένωσης ικανή να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη κατά την έννοια των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ. Η συμπεριφορά της Επιτροπής δεν μπορεί να εκτιμηθεί βάσει της μεταγενέστερης εξέλιξης του δικαίου που απορρέει από τις αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2019, Printeos κατά Επιτροπής (T-201/17, EU:T:2019:81), της 20ής Ιανουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Printeos (C-301/19 P, EU:C:2021:39), και της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488).
74 Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες υφίσταται όταν η παράβαση αυτή συνεπάγεται πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση, εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου, των ορίων που επιβάλλονται στη διακριτική του ευχέρεια (βλ. απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2024, Dyson κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-122/22 P, EU:C:2024:11, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
75 Αφετέρου, όταν θεσμικό όργανο της Ένωσης διαθέτει ουσιωδώς περιορισμένη ή και ανύπαρκτη διακριτική ευχέρεια, η απλή παράβαση του δικαίου της Ένωσης μπορεί να αρκεί προς απόδειξη της ύπαρξης κατάφωρης παράβασης και προς στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης (βλ. απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Printeos, C-301/19 P, EU:C:2021:39, σκέψη 103 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
76 Εξάλλου, μόνον η διαπίστωση πλημμέλειας στην οποία δεν θα υπέπιπτε υπό παρόμοιες συνθήκες μια διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια μπορεί να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C-123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
77 Υπενθυμίζεται ότι ο παράνομος χαρακτήρας πράξης ή συμπεριφοράς δυνάμενης να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω πράξης ή εκδήλωσης της εν λόγω συμπεριφοράς (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C-123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 39).
78 Πράγματι, η έννοια της «κατάφωρης παράβασης» είναι έννοια στατική, η οποία παγιώνεται κατά τον χρόνο έκδοσης της παράνομης πράξης ή υιοθέτησης της παράνομης συμπεριφοράς (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C-123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 55). Επομένως, ο απαιτούμενος από τη νομολογία βαθμός κατάφωρου χαρακτήρα της διαπραχθείσας από το εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης, καθόσον συνδέεται άρρηκτα με την παράβαση αυτή, δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση χρονικό σημείο διαφορετικό από εκείνο της διάπραξης της παράβασης (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C-123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 45).
79 Πάντως, με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψεις 52 έως 57), το Δικαστήριο, στηριζόμενο σε πάγια νομολογία (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Επιτροπή κατά IPK International, C-336/13 P, EU:C:2015:83, σκέψη 30 βλ., επίσης, απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2001, Corus UK κατά Επιτροπής, T-171/99, EU:T:2001:249, σκέψεις 53 και 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), αποφάνθηκε ότι η καταβολή τόκων συνιστά μέτρο εκτέλεσης της ακυρωτικής απόφασης, υπό την έννοια του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθόσον αποσκοπεί στην καταβολή κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης για τη στέρηση της ικανοποίησης μιας απαίτησης και στην παρακίνηση του οφειλέτη να εκτελέσει την ακυρωτική απόφαση το συντομότερο δυνατόν.
80 Πράγματι, κατά την ίδια νομολογία, η καταβολή τόκων επί του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού παρίσταται ως απαραίτητο συστατικό στοιχείο της υποχρέωσης της Επιτροπής προς επαναφορά της προτεραίας κατάστασης κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης ή κατόπιν απόφασης εκδοθείσας κατά πλήρη δικαιοδοσία. Σκοπός των αποφάσεων αυτών είναι να επανέλθει ο ενδιαφερόμενος στην κατάσταση που θα έπρεπε νομίμως να ευρίσκεται αν δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη, λαμβανομένου υπόψη ότι η αποκατάσταση επέρχεται μόνον μετά την πάροδο μακρού κατά το μάλλον ή ήττον χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενο στερήθηκε τα ποσά που είχε καταβάλει αχρεωστήτως (πρβλ. απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2001, Corus UK κατά Επιτροπής, T-171/99, EU:T:2001:249, σκέψη 54).
81 Επιπλέον, κατά την ίδια πάντοτε νομολογία, οι τόκοι πρέπει να υπολογίζονται βάσει κατ’ αποκοπήν επιτοκίου, υπολογιζόμενου με βάση το νόμιμο επιτόκιο, χωρίς κεφαλαιοποίηση, για το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας της προσωρινής καταβολής του επιβληθέντος προστίμου και της ημερομηνίας επιστροφής από την Επιτροπή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού (πρβλ. απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2001, Corus UK κατά Επιτροπής, T-171/99, EU:T:2001:249, σκέψεις 60 και 61).
82 Επομένως, κατά τον χρόνο επιστροφής του προστίμου στην ενάγουσα, ήτοι τον Φεβρουάριο του 2016, δεν ήταν δυνατόν να αγνοούσε η Επιτροπή τις συνέπειες που έπρεπε να συναχθούν από την εφαρμογή του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Πράγματι, στο μέτρο που από νομολογία προγενέστερη της εκτέλεσης της απόφασης της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994), προκύπτει ότι η καταβολή τόκων αποσκοπεί στην κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για τη στέρηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού, η Επιτροπή όφειλε να γνωρίζει ότι η καταβολή μόνον των παραχθέντων τόκων, μαζί με την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού του προστίμου, δεν συνιστούσε κατ’ ανάγκην πλήρη εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.
83 Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει επιπλέον ότι η παράβαση στην οποία υπέπεσε πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί συγγνωστή λόγω της δυσκολίας εφαρμογής ή ερμηνείας της υποχρέωσής της που απορρέει από την εκτέλεση δικαστικής απόφασης με την οποία ακυρώνεται ή μεταρρυθμίζεται το προσωρινώς καταβληθέν πρόστιμο, σύμφωνα με το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Το επιχείρημα αυτό ισοδυναμεί με άρνηση του αρκούντως κατάφωρου χαρακτήρα της παρανομίας για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 60 έως 62 ανωτέρω.
84 Επομένως, δεδομένου ότι η Επιτροπή, επειδή είχε καταβάλει στην ενάγουσα τους παραχθέντες τόκους, αρνήθηκε να της καταβάλει κατ’ αποκοπήν τόκους ως αντιστάθμισμα για την στέρηση από την ενάγουσα του ποσού του αχρεωστήτως καταβληθέντος προστίμου, χωρίς να βεβαιωθεί ότι το ποσό των παραχθέντων τόκων ήταν τουλάχιστον ίσο με το ποσό των οφειλόμενων κατ’ αποκοπήν τόκων, διαπιστώνεται η ύπαρξη κατάφωρης παράβασης του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η οποία μπορεί να θεμελιώσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
2) Επί της ζημίας
85 Κατά πάγια νομολογία, η ζημία της οποίας ζητείται η αποκατάσταση στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης πρέπει να είναι πραγματική και βέβαιη, ο δε διάδικος που την επικαλείται πρέπει να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών (βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2006, Agraz κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-243/05 P, EU:C:2006:708, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ο διάδικος οφείλει να προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν κατά τρόπο πειστικό τόσο την ύπαρξη όσο και την έκταση της προβαλλόμενης ζημίας (βλ. απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, Blackspur DIY κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C-362/95 P, EU:C:1997:401, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
86 Εντούτοις δεδομένου ότι οι επίμαχοι τόκοι έχουν κατ’ αποκοπήν χαρακτήρα, ο ενάγων δεν υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη ζημίας πέραν της μη πλήρους καταβολής των εν λόγω τόκων (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 62, και 10ης Οκτωβρίου 2001, Corus UK κατά Επιτροπής, T-171/99, EU:T:2001:249, σκέψη 56).
87 Δεδομένου ότι, εκτός από το αχρεωστήτως εισπραχθέν ποσό του προστίμου, η Επιτροπή κατέβαλε στην ενάγουσα και τους παραχθέντες τόκους, η ύπαρξη ζημίας και, ενδεχομένως, η έκτασή της εξαρτώνται από τη διαφορά μεταξύ των κατ’ αποκοπήν τόκων που όφειλε να καταβάλει η Επιτροπή και των παραχθέντων τόκων.
88 Η ενάγουσα φρονεί ότι το επιτόκιο πρέπει να καθοριστεί βάσει του επιτοκίου που προβλέπει το άρθρο 86, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 2342/2002, ήτοι βάσει του επιτοκίου αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, προσαυξημένου κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες. Κατ’ αυτήν, η απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), επιβεβαιώνει τη θέση της επί του εφαρμοστέου επιτοκίου.
89 Η ενάγουσα ζητεί αποζημίωση ύψους 4 264 896,70 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στους κατ’ αποκοπήν τόκους επί του κεφαλαίου που καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως πρόστιμο (21 037 500 ευρώ), με επιτόκιο 4,5 % για την περίοδο από τις 10 Φεβρουαρίου 2011 έως τις 8 Φεβρουαρίου 2016, μείον το ποσό των 468 540,80 ευρώ που αντιστοιχεί στους παραχθέντες τόκους που έχει ήδη καταβάλει η Επιτροπή.
90 Με τις παρατηρήσεις της επί της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο εφαρμόζοντας «κατ’ αναλογίαν» επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
91 Η Επιτροπή υποστηρίζει, ωστόσο, ότι υφίστανται λόγοι οι οποίοι δεν εξετάστηκαν με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488) και για τους οποίους, για να αντισταθμιστεί η στέρηση των προσωρινώς καταβληθέντων κεφαλαίων, αρκεί η εφαρμογή επιτοκίου χαμηλότερου από εκείνο που ζητεί η ενάγουσα. Προβάλλει, ακόμη, ότι, μολονότι με τη σκέψη 84 της εν λόγω απόφασης κρίθηκε ορθή η εφαρμογή του επιτοκίου που ζητεί η ενάγουσα, καθόσον «δεν είναι παράλογο ή δυσανάλογο», ο τρόπος με τον οποίον διατυπώθηκε η κρίση αυτή υποδηλώνει ότι το εν λόγω επιτόκιο δεν είναι το μόνο που μπορεί να εφαρμοστεί. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο κανονισμός 2342/2002 έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
92 Όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 87 ανωτέρω, ο καθορισμός του εφαρμοστέου επιτοκίου είναι αναγκαίος προκειμένου να προσδιοριστεί η ζημία την οποία υπέστη η ενάγουσα, καθώς και η έκταση της ζημίας αυτής.
93 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 90), το Δικαστήριο παρέθεσε, αποφαινόμενο βέβαια de lege ferenda, τους σκοπούς των κατ’ αποκοπήν τόκων. Κατά το Δικαστήριο, το εφαρμοστέο στους τόκους αυτούς επιτόκιο δεν αρκεί να αντισταθμίζει μόνον τη νομισματική υποτίμηση που επήλθε κατά τη διάρκεια της περιόδου για την οποία πρέπει να καταβληθούν οι τόκοι, αλλά πρέπει να καλύπτει και την κατ’ αποκοπήν αποζημίωση την οποία δικαιούται η επιχείρηση που κατέβαλε το πρόστιμο λόγω του ότι στερήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα τα κεφάλαια που αντιστοιχούν στο αδικαιολογήτως εισπραχθέν από την Επιτροπή ποσό.
94 Από τη νομολογία προκύπτει ότι, για τον προσδιορισμό του ποσού των τόκων υπερημερίας που πρέπει να καταβληθούν σε επιχείρηση η οποία έχει καταβάλει πρόστιμο επιβληθέν από την Επιτροπή, κατόπιν της ακυρώσεως ή της μειώσεως του προστίμου αυτού, το θεσμικό όργανο οφείλει να εφαρμόσει το επιτόκιο το οποίο όριζε συναφώς η δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης που ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η επιχείρηση στερήθηκε το οικείο ποσό και, ειδικότερα, οι διατάξεις της νομοθεσίας αυτής σχετικά με το επιτόκιο που ισχύει για τις μη εμπρόθεσμα εξοφλούμενες απαιτήσεις (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
95 Με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 83), το Δικαστήριο επισήμανε βέβαια ότι ούτε το άρθρο 83 ούτε κάποια άλλη διάταξη του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012 καθορίζει το επιτόκιο που αντιστοιχεί σε κατ’ αποκοπήν αποζημίωση όπως η επίμαχη. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 84 της εν λόγω αποφάσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε σφάλμα, εφαρμόζοντας κατ’ αναλογίαν το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 83, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 1268/2012, ήτοι το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες, παρόλο που η διάταξη αυτή αφορά την περίπτωση της καθυστέρησης πληρωμής, ήτοι την περίπτωση κατά την οποία μια απαίτηση δεν εξοφλείται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το επιτόκιο αυτό δεν είναι παράλογο ή δυσανάλογο σε σχέση με τον σκοπό των επίμαχων τόκων (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 84).
96 Ενόψει του προσδιορισμού του εφαρμοστέου εν προκειμένω επιτοκίου, υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι η ενάγουσα κατέβαλε προσωρινώς το πρόστιμο στις 10 Φεβρουαρίου 2011, ήτοι υπό την ισχύ του κανονισμού 2342/2002. Μετά την καταβολή του ποσού αυτού, ο κανονισμός 1605/2002 και ο κανονισμός 2342/2002 αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1), και από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 1268/2012. Οι κανονισμοί αυτοί τέθηκαν σε ισχύ στις 27 Οκτωβρίου 2012 και την 1η Ιανουαρίου 2013 αντιστοίχως. Η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994), και η επιστροφή στην ενάγουσα, στις 8 Φεβρουαρίου 2016, του κύριου ποσού του προστίμου, μαζί με τους παραχθέντες τόκους, είναι μεταγενέστερη της έναρξης ισχύος της νέας αυτής ρύθμισης.
97 Συναφώς, παρατηρείται ότι η συλλογιστική που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2022, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (T-610/19, EU:T:2022:15), μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, τόσο το άρθρο 83 παράγραφος 2, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012 όσο και το άρθρο 86, παράγραφος 2, του κανονισμού 2342/2002 αφορούν τα επιτόκια για απαιτήσεις που δεν έχουν εξοφληθεί εμπρόθεσμα. Το στοιχείο α' των δύο αυτών παραγράφων αφορά την περίπτωση κατά την οποία η απαίτηση έχει ως γενεσιουργό αιτία δημόσια σύμβαση, ενώ το στοιχείο β' αφορά όλες τις άλλες περιπτώσεις και ορίζει ως εφαρμοστέο το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ προσαυξημένο κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.
98 Επομένως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει στη δημοσιονομική νομοθεσία διάταξη η οποία να καθορίζει το επιτόκιο που αντιστοιχεί στην κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για τη στέρηση του ποσού του προστίμου που αχρεωστήτως εισέπραξε η Επιτροπή, για το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας της προσωρινής καταβολής του ποσού αυτού και της ημερομηνίας επιστροφής του από το θεσμικό όργανο, η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 2342/2002 και του άρθρου 83, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012 καθιστά δυνατή την τήρηση του σκοπού των επίμαχων στην υπό κρίση υπόθεση τόκων.
99 Η Επιτροπή φρονεί, ωστόσο, ότι υφίστανται λόγοι για τους οποίους ένα επιτόκιο χαμηλότερο από εκείνο που ζητεί η ενάγουσα αρκεί για να αντισταθμίσει τη στέρηση του ως άνω χρηματικού ποσού. Κατά την άποψή της, το επιτόκιο αυτό πρέπει να είναι εκείνο που εφαρμόζεται όταν ο οφειλέτης παρέχει χρηματική εγγύηση αντί της καταβολής του προστίμου, ήτοι το προβλεπόμενο στο άρθρο 86, παράγραφος 5, του κανονισμού 2342/2002, το οποίο είναι κατ’ ουσίαν πανομοιότυπο με το άρθρο 83, παράγραφος 4, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012.
100 Επισημαίνεται, πάντως, ότι, με τις σκέψεις 85 έως 87 της απόφασης της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα αυτό.
101 Η Επιτροπή υποστηρίζει, ωστόσο, ότι οι λόγοι που παρέθεσε το Δικαστήριο δεν απαντούν στο επιχείρημά της ότι, όταν το Γενικό Δικαστήριο επικυρώνει πρόστιμο εγγυημένο με τραπεζική εγγύηση, όπερ σημαίνει ότι τα κεφάλαια έπρεπε να έχουν τεθεί στη διάθεση της Επιτροπής από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας πληρωμής δυνάμει της απόφασης περί επιβολής του προστίμου, η Επιτροπή στερήθηκε τη χρήση του ποσού αυτού ενόσω διάρκεσε η δίκη. Κατά την Επιτροπή, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να αξιώσει μόνον το χαμηλότερο επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 83, παράγραφος 4, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012 ή στο άρθρο 86, παράγραφος 5, του κανονισμού 2342/2002.
102 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 86, παράγραφος 5, του κανονισμού 2342/2002 και το άρθρο 83, παράγραφος 4, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012 εφαρμόζονται στα πρόστιμα όταν, αντί πληρωμής, ο οφειλέτης καταθέτει χρηματική εγγύηση αποδεκτή από τον υπόλογο. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο νομοθέτης προέβλεψε για την περίπτωση αυτή ειδική επιβάρυνση με τόκους (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 85).
103 Συναφώς, υπενθυμίζεται ακόμη ότι το άρθρο 5 της απόφασης της 9ης Νοεμβρίου 2010 προέβλεπε ότι, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής από επιχείρηση στην οποία επιβλήθηκε κύρωση, η επιχείρηση αυτή μπορούσε να καλύψει το πρόστιμο εμπρόθεσμα παρέχοντας τραπεζική εγγύηση ή προβαίνοντας στην προσωρινή καταβολή του προστίμου, σύμφωνα με το άρθρο 85α, παράγραφος 1, του κανονισμού 2342/2002. Επομένως, η χρηματική εγγύηση εξακολουθούσε να αποτελεί εναλλακτική λύση σε σχέση με την πληρωμή.
104 Διαπιστώνεται ότι, σε περίπτωση τραπεζικής εγγύησης, η Επιτροπή δεν βρίσκεται σε κατάσταση συγκρίσιμη με εκείνη της ενάγουσας η οποία έχει προβεί σε προσωρινή καταβολή του προστίμου. Είναι γεγονός ότι, εάν συσταθεί τραπεζική εγγύηση, η Επιτροπή στερείται της δυνατότητας να κάνει χρήση του ποσού που αντιστοιχεί στο επιβληθέν πρόστιμο. Ωστόσο, η επιλογή της τραπεζικής εγγύησης δεν συνεπάγεται καμία ελάττωση της περιουσίας της Επιτροπής, καθόσον της στερεί απλώς τη δυνατότητα να ωφεληθεί άμεσα από τα επιπλέον κεφάλαια. Επιπλέον, η σύσταση και η διατήρηση της τραπεζικής εγγύησης συνεπάγονται πρόσθετο κόστος το οποίο βαρύνει εξ ολοκλήρου τον υπόχρεο για την καταβολή του προστίμου.
105 Αντιθέτως, η προσωρινή καταβολή του προστίμου συνιστά απώλεια κεφαλαίων τα οποία η ενάγουσα κατείχε και μπορούσε να χρησιμοποιήσει ελεύθερα. Τούτο συνεπάγεται άμεση ελάττωση της περιουσίας της κατά το ποσό του επιβληθέντος προστίμου. Εξάλλου, μολονότι η Επιτροπή λαμβάνει αμέσως το ποσό που αντιστοιχεί στο επιβληθέν πρόστιμο, εντούτοις, όπως προκύπτει από το άρθρο 85α, παράγραφος 2, του κανονισμού 2342/2002 και από το άρθρο 90, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012, δεν μπορεί να το διαθέσει ελεύθερα έως ότου εξαντληθούν όλα τα μέσα ένδικης προστασίας. Επιπλέον, η στέρηση της δυνατότητας χρήσης των κεφαλαίων που αντιστοιχούν στο επιβληθέν πρόστιμο αποτελεί συνέπεια της άσκησης του δικαιώματος ένδικης προστασίας που άσκησε η ενάγουσα προκειμένου να ελεγχθεί η νομιμότητα της απόφασης περί επιβολής του προστίμου.
106 Επομένως, σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής κατά της απόφασης περί επιβολής προστίμου, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 86, παράγραφος 5, του κανονισμού 2342/2002 και στο άρθρο 83, παράγραφος 4, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012 τόκος, τον οποίο η επιχείρηση οφείλει να καταβάλει στην Επιτροπή, δεν είναι συγκρίσιμος με τον κατ’ αποκοπήν τόκο που οφείλει η Επιτροπή κατόπιν αποφάσεως του δικαστή της Ένωσης που διαπιστώνει τον παράνομο χαρακτήρα της απόφασης της Επιτροπής.
107 Συνάγεται επίσης ότι η κατάσταση της Επιτροπή διαφοροποιείται αναλόγως του αν, εν αναμονή της δικαστικής απόφασης, ο οφειλέτης προτιμήσει τη χρηματική εγγύηση ή προβεί σε προσωρινή καταβολή του προστίμου. Η διαφοροποίηση αυτή της κατάστασης της Επιτροπής ανάλογα με την επιλογή του οφειλέτη του προστίμου δεν μπορεί να δικαιολογήσει, εν προκειμένω, την εφαρμογή του επιτοκίου που ζητεί η Επιτροπή.
108 Είναι, επομένως, απορριπτέο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι πρέπει να εφαρμοστεί επιτόκιο χαμηλότερο από το μνημονευόμενο στη σκέψη 101 ανωτέρω.
109 Κατά συνέπεια, το εφαρμοστέο εν προκειμένω επιτόκιο πρέπει να καθοριστεί διά της κατ’ αναλογίαν εφαρμογής του επιτοκίου που προβλέπεται στο άρθρο 86, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 2342/2002 και στο άρθρο 83, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012, δηλαδή του επιτοκίου 1 % που εφάρμοζε η ΕΚΤ στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης τον Φεβρουάριο του 2011, προσαυξημένου κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες, ήτοι 4,5 %.
110 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, με την εφαρμογή του επιτοκίου 4,5 % επί του ποσού των 21 037 500 ευρώ, οι κατ’ αποκοπήν τόκοι για την περίοδο από τις 10 Φεβρουαρίου 2011 έως τις 8 Φεβρουαρίου 2016 ανέρχονται σε 4 733 437,50 ευρώ. Επομένως, η ζημία που υπέστη η ενάγουσα αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού αυτού και των παραχθέντων τόκων (468 540,80 ευρώ) και ανέρχεται σε 4 264 896,70 ευρώ.
3) Επί του αιτιώδους συνδέσμου
111 Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η ζημία που υπέστη απορρέει άμεσα από την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Αφενός, υποστηρίζει ότι είχε το δικαίωμα να επιλέξει μεταξύ της σύστασης τραπεζικής εγγύησης, για την οποία η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι θα ήταν λιγότερο δαπανηρή, και της προσωρινής καταβολής του προστίμου. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι δικαιούται να ζητήσει την καταβολή κατ’ αποκοπήν τόκων οποτεδήποτε πριν την παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης.
112 Η Επιτροπή διατείνεται ότι το ποσό των κατ’ αποκοπήν τόκων πρέπει να απορριφθεί ή να μειωθεί λόγω του ότι η ενάγουσα δεν περιόρισε τις ζημίες της, κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής που ισχύει συναφώς. Η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι οι κατ’ αποκοπήν τόκοι τους οποίους ζητεί είναι χαμηλότεροι από την απώλεια που θα είχε υποστεί αν είχε συστήσει τραπεζική εγγύηση αντί να προβεί σε προσωρινή πληρωμή. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που είχε δυνατότητα επιλογής μεταξύ των δύο αυτών λύσεων για την καταβολή του προστίμου, όφειλε να επιλέξει, κατά τον χρόνο της προσωρινής καταβολής του προστίμου, τη λύση που θα περιόριζε κατά το δυνατόν περισσότερο το ύψος της ζημίας της σε περίπτωση ακύρωσης του προστίμου.
113 Υπενθυμίζεται ότι η προϋπόθεση σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια την οποία θέτει το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ αφορά την ύπαρξη αρκούντως άμεσης σχέσης αιτίου προς αιτιατό μεταξύ της συμπεριφοράς των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και της ζημίας, σχέσης την οποία οφείλει να αποδείξει ο ενάγων, οπότε η προσαπτόμενη συμπεριφορά πρέπει να αποτελεί την καθοριστική αιτία της ζημίας (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Ευρωπαϊκή Ένωσης κατά Kendrion, C-150/17 P, EU:C:2018:1014, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
114 Με άλλα λόγια, ακόμη και αν τα θεσμικά όργανα έχουν ενδεχομένως συμβάλει στη ζημία της οποίας ζητείται η αποκατάσταση, η συμβολή τους αυτή ενδέχεται να είναι όλως έμμεση εξαιτίας της ευθύνης που βαρύνει άλλα πρόσωπα, ακόμη και τον ενάγοντα (βλ. απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2017, Gascogne Sack Deutschland και Gascogne κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης, T-577/14, EU:T:2017:1, σκέψη 117 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
115 Συναφώς, έχει επίσης κριθεί ότι, κατά την εξέταση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς που προσάπτεται στο θεσμικό όργανο της Ένωσης και της προβαλλόμενης από τον ζημιωθέντα ζημίας, πρέπει να ερευνάται αν ο ζημιωθείς επέδειξε, ως συνετός πολίτης, τη δέουσα επιμέλεια, ώστε να αποτρέψει τη ζημία ή να περιορίσει την έκτασή της. Ο αιτιώδης σύνδεσμος μπορεί να διαρρηχθεί από αμελή συμπεριφορά του ζημιωθέντος, εφόσον η συμπεριφορά αυτή αποδεικνύεται ότι συνιστά τη βασική αιτία της ζημίας (βλ. διάταξη της 4ης Ιουνίου 2012, Azienda Agricola Bracesco κατά Επιτροπής, T-440/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:269, σκέψεις 39 και 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
116 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 65 έως 84 ανωτέρω, η Επιτροπή όφειλε, κατόπιν της απόφασης της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Air Canada κατά Επιτροπής (T-9/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:994), να επιστρέψει στην ενάγουσα το ποσό του προσωρινώς καταβληθέντος προστίμου, πλέον κατ’ αποκοπήν τόκων.
117 Εν προκειμένω, η Επιτροπή κατέβαλε μόνον το ποσό των παραχθέντων τόκων και, ως εκ τούτου, παρέβη την υποχρέωσή της να καταβάλει κατ’ αποκοπήν τόκους κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Επομένως, η παράβαση αυτή έχει αρκούντως άμεση αιτιώδη σχέση με τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα (βλ. σημεία 92 έως 110 ανωτέρω).
118 Συναφώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να προσάψει στην ενάγουσα ότι επέλεξε να καταβάλει προσωρινώς το πρόστιμο αντί να συστήσει τραπεζική εγγύηση. Συγκεκριμένα, η επιλογή της ενάγουσας να καταβάλει προσωρινά το πρόστιμο είναι σύμφωνη με την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, και ιδίως με το άρθρο 5, παράγραφος 4, αυτής, και δεν αρκεί για να διαρρηχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαπιστωθείσας παρανομίας και της προκληθείσας ζημίας.
119 Κατά συνέπεια, υφίσταται αρκούντως άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατάφωρης παράβασης του δικαίου της Ένωσης και της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα.
β) Επί των τόκων υπερημερίας
120 Αφενός, στο πλαίσιο του αιτήματος αποζημίωσης, η ενάγουσα ζητεί, τόκους υπερημερίας χωρίς κεφαλαιοποίηση επί του ποσού των 4 264 896,70 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους ζητηθέντες κατ’ αποκοπήν τόκους για την περίοδο από τις 9 Φεβρουαρίου 2016 έως τις 4 Φεβρουαρίου 2021, με το ίδιο επιτόκιο με εκείνο που υπομνήσθηκε στη σκέψη 88 ανωτέρω, ήτοι ποσό 958 550,14 ευρώ.
121 Αφετέρου, η ενάγουσα ζητεί να της καταβληθούν τόκοι ανατοκισμού, με το επιτόκιο που υπομνήσθηκε στη σκέψη 88 ανωτέρω, επί του ποσού που οφειλόταν στις 4 Φεβρουαρίου 2021, ήτοι 5 223 446,84 ευρώ (4 264 896,70 ευρώ + 958 550,14 ευρώ), μέχρι πλήρους εξοφλήσεως από την Επιτροπή.
122 Όσον αφορά τους τόκους που μνημονεύονται στη σκέψη 120 ανωτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ενάγουσα καθυστέρησε υπερβολικά την υποβολή της προηγούμενης αίτησής της δυνάμει του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με συνέπεια η κύρια απαίτησή της ύψους 4 264 896,70 ευρώ, η οποία αντιστοιχεί στους τόκους που ζητήθηκαν για το χρονικό διάστημα από την προσωρινή καταβολή του προστίμου έως την απόφαση επιστροφής, να αυξηθεί κατά 958 550 ευρώ, ήτοι κατά περισσότερο από 20 %. Η αύξηση αυτή δεν οφείλεται σε πταίσμα της Επιτροπής δυνάμενο να ληφθεί υπόψη βάσει του άρθρου 340 ΣΛΕΕ, αλλά οφείλεται εξ ολοκλήρου σε αδράνεια της ενάγουσας. Κατ’ αυτήν, η ενάγουσα δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια προκειμένου να περιορίσει την έκταση της ζημίας της λόγω καθυστερημένης υποβολής της προηγούμενης αίτησής της δυνάμει του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πράγματι, η προθεσμία παραγραφής που προβλέπει το άρθρο αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει την υπαίτια παράλειψη της ενάγουσας για την περίοδο μετά την επιστροφή του προστίμου από την Επιτροπή. Με τις παρατηρήσεις της επί της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), η Επιτροπή υποστηρίζει το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε στην εν λόγω απόφαση.
123 Υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά αγωγή στηριζόμενη στην εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης κατά το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, από τη νομολογία προκύπτει ότι, εφόσον δεν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας γεννάται από την έκδοση της δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται η υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας (βλ. αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2017, Gascogne Sack Deutschland και Gascogne κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης, T-577/14, EU:T:2017:1, σκέψη 178 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 19ης Ιανουαρίου 2022, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής, T-610/19, EU:T:2022:15, σκέψη 141 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
124 Επομένως, όπως προκύπτει επίσης από την απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Printeos (C-301/19 P, EU:C:2021:39, σκέψεις 122 έως 124 και 129), είναι δυνατόν, υπό ειδικές περιστάσεις, να οφείλονται τόκοι υπερημερίας για χρονικό διάστημα προγενέστερο της έκδοσης της δικαστικής απόφασης.
125 Εν προκειμένω, αφενός, η υποχρέωση της Επιτροπής να επιστρέψει το ποσό του προστίμου που κατέβαλε προσωρινά η ενάγουσα, προσαυξημένο με κατ’ αποκοπήν τόκους, απορρέει ευθέως από το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, η δε στέρηση του ποσού που αντιστοιχεί στους εν λόγω τόκους άρχισε από το χρονικό σημείο της επιστροφής του ποσού του προστίμου (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2019, Printeos κατά Επιτροπής, T-201/17, EU:T:2019:81, σκέψεις 122 έως 124 και 129, και της 8ης Μαρτίου 2023, Campine και Campine Recycling κατά Επιτροπής, T-94/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:110, σκέψεις 105 έως 108).
126 Αφετέρου, με το από 4 Φεβρουαρίου 2021 έγγραφό της προς την Επιτροπή, η ενάγουσα υπενθύμισε ρητώς στην Επιτροπή τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 266 ΣΛΕΕ καθώς και από τη νομολογία, και ζήτησε την κεφαλαιοποίηση των τόκων μέχρι την πλήρη εξόφληση από την Επιτροπή (βλ. σημείο 12 ανωτέρω).
127 Επομένως, στο μέτρο που οι ειδικές περιστάσεις που περιγράφονται στις σκέψεις 125 και 126 ανωτέρω συνέτρεχαν κατά την ημερομηνία υποβολής της προηγούμενης αίτησης της ενάγουσας, η οποία υποβλήθηκε με το έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 2021 προς την Επιτροπή, πρέπει να επιδικαστούν τόκοι υπερημερίας επί του ποσού των 4 264 896,70 ευρώ από τις 5 Φεβρουαρίου 2021 μέχρι την πλήρη εξόφληση από την Επιτροπή. Αντιθέτως, δεν συντρέχει καμία ειδική περίσταση που να δικαιολογεί την επιδίκαση τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας επιστροφής του προστίμου, ήτοι της 8ης Φεβρουαρίου 2016, και της ημερομηνίας υποβολής της προηγούμενης αίτησης, ήτοι της 4ης Φεβρουαρίου 2021, δεδομένου ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της εν λόγω αίτησης οφείλεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά της ενάγουσας.
128 Όσον αφορά το επιτόκιο, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 99, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1), το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της προηγούμενης αίτησης κατά την έννοια του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπό κρίση υπόθεση. Κατ’ εφαρμογήν της διάταξης αυτής, οι τόκοι υπερημερίας υπέρ της ενάγουσας πρέπει να υπολογιστούν βάσει του επιτοκίου που εφάρμοζε η ΕΚΤ στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης στις 4 Φεβρουαρίου 2021, ήτοι 0 % προσαυξημένου κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες, δηλαδή εν προκειμένω 3,5 %.
129 Κατά συνέπεια, πρέπει να επιδικαστούν στην ενάγουσα τόκοι υπερημερίας επί του ποσού των 4 264 896,70 ευρώ, με επιτόκιο 3,5 % από τις 5 Φεβρουαρίου 2021 και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως από την Επιτροπή.
γ) Συμπέρασμα επί του αιτήματος αποζημίωσης
130 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, η Επιτροπή πρέπει να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία της προκάλεσε η κατάφωρη παράβαση του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και η οποία συνίσταται στη μη είσπραξη κατ’ αποκοπήν τόκων με επιτόκιο 4,5 % επί του ποσού του αχρεωστήτως καταβληθέντος προστίμου, για το χρονικό διάστημα μεταξύ της προσωρινής καταβολής του προστίμου στις 10 Φεβρουαρίου 2011 και της επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος προστίμου στις 8 Φεβρουαρίου 2016 τμήματος, αφαιρουμένου του ποσού των τόκων που κατέβαλε η Επιτροπή κατά την επιστροφή του ποσού του προστίμου. Το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται σε 4 264 896,70 ευρώ. Πρέπει επίσης να επιδικαστούν στην ενάγουσα τόκοι υπερημερίας επί του ποσού των 4 264 896,70 ευρώ, με επιτόκιο 3,5 % από τις 5 Φεβρουαρίου 2021 και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως από την Επιτροπή.
131 Το αίτημα αποζημίωσης απορρίπτεται κατά τα λοιπά, πρέπει δε να εξεταστεί και το επικουρικώς προβαλλόμενο ακυρωτικό αίτημα.
Β. Επί του ακυρωτικού αιτήματος
132 Η ενάγουσα ζητεί, επικουρικώς, την ακύρωση του εγγράφου της 25ης Μαρτίου 2021, με το οποίο η Επιτροπή απέρριψε το αίτημά της περί καταβολής των ποσών που αντιστοιχούν στους κατ’ αποκοπήν τόκους και στους τόκους υπερημερίας. Ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η ενάγουσα αντλείται από πλάνη στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή καθόσον θεώρησε ότι το αίτημα καταβολής τόκων είχε παραγραφεί.
133 Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου του ακυρωτικού αιτήματος της ενάγουσας λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος και, επικουρικώς, λόγω του επιβεβαιωτικού χαρακτήρα του εγγράφου της 25ης Μαρτίου 2021.
134 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ενάγουσα δεν έχει κανένα έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση του εγγράφου της 25ης Μαρτίου 2021. Κατ’ αυτήν, η ενάγουσα δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους έχει όφελος από την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως. Υποστηρίζει ότι το ακυρωτικό αίτημα είναι αλυσιτελές, μολονότι η ενάγουσα ορθώς υποστηρίζει ότι η προθεσμία παραγραφής άρχισε να τρέχει από την ημερομηνία της φερόμενης ως παράνομης παράλειψης της Επιτροπής να της καταβάλει κατ’ αποκοπήν τόκους. Επιπλέον, η ακύρωση του εγγράφου της 25ης Μαρτίου 2021, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, δεν μπορεί να δημιουργήσει οποιαδήποτε υποχρέωση της Επιτροπής να καταβάλει στην ενάγουσα τους τόκους που ζητεί.
135 Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι διατηρεί έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση του εγγράφου της 25ης Μαρτίου 2021. Η διαπίστωση της σε βάρος της παρανομίας μπορεί να αποτελέσει τη βάση για ενδεχόμενη αγωγή αποζημιώσεως με σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από το έγγραφο αυτό. Επιπλέον, έχει έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει το έγγραφο, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο επανάληψης της προβαλλόμενης παρανομίας στο μέλλον. Επιπλέον, σε περίπτωση ακύρωσης του εν λόγω εγγράφου, η Επιτροπή θα υποχρεωθεί να επανεξετάσει την απάντησή της επί της εκτελέσεως της ακυρωτικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 266 ΣΛΕΕ και, επομένως, να την εφαρμόσει κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης, καταβάλλοντάς της τους οφειλόμενους τόκους.
136 Κατά πάγια νομολογία, προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη από φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι παραδεκτή μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Το συμφέρον αυτό πρέπει να είναι γεγενημένο και ενεστώς και εκτιμάται κατά την ημερομηνία άσκησης της προσφυγής. Πρέπει επίσης να διατηρείται μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης (βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C-362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
137 Το έννομο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξης δύναται, αυτή καθεαυτήν, να έχει έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ. διάταξη της 25ης Νοεμβρίου 2014, Global Steel Wire κατά Επιτροπής, T-429/10 και T-578/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1008, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
138 Ωστόσο, αίτημα για την ακύρωση της άρνησης θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης να αναγνωρίσει δικαίωμα αποζημίωσης το οποίο προβάλλει επιπλέον ο προσφεύγων-ενάγων δυνάμει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εφόσον ο προσφεύγων-ενάγων δεν δικαιολογεί, κατ’ αρχήν, κανένα συμφέρον να υποβάλει τέτοιο αίτημα πέραν του αποζημιωτικού αιτήματός (πρβλ. αποφάσεις της 13ης Ιουνίου 1972, Compagnie d’approvisionnement, de transport et de cr?dit και Grands Moulins de Paris κατά Επιτροπής, 9/71 και 11/71, EU:C:1972:52, σκέψεις 9 έως 11, και της 17ης Ιουλίου 2024, Montanari κατά EUCAP Sahel Niger, T-371/22, EU:T:2024:494, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
139 Επισημαίνεται ότι, με το έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2021, η Επιτροπή αποφαίνεται επί του χρονικού σημείου έναρξης της προθεσμίας παραγραφής της αγωγής αποζημιώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι επί της ημερομηνίας προσωρινής καταβολής του προστίμου από την ενάγουσα. Η Επιτροπή εκτίμησε τότε ότι η αξίωση αυτή είχε παραγραφεί και απέρριψε για τον λόγο αυτό το αίτημα της ενάγουσας.
140 Διαπιστώνεται ότι με το ακυρωτικό αίτημα της ενάγουσας επιδιώκεται στην πραγματικότητα το ίδιο χρηματικό αποτέλεσμα με το αποζημιωτικό αίτημα. Επομένως, η ενάγουσα δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την ακύρωση του εγγράφου της 25ης Μαρτίου 2021, πέραν της ικανοποίησης του αποζημιωτικού αιτήματός της, όπως άλλωστε προκύπτει από τον επικουρικό χαρακτήρα του εξεταζόμενου ακυρωτικού αιτήματος.
141 Συνεπώς, το ακυρωτικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της επικουρικώς προβληθείσας ενστάσεως απαραδέκτου.
IV. Επί των δικαστικών εξόδων
142 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
143 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι όλοι οι διάδικοι ηττήθηκαν εν μέρει, πρέπει έκαστος να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταβάλει στην Air Canada αποζημίωση ύψους 4 264 896,70 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη.
2) Το ποσό της αποζημίωσης που καθορίζεται στο σημείο 1 προσαυξάνεται με τόκους υπερημερίας για την περίοδο από τις 5 Φεβρουαρίου 2021 και μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως, με επιτόκιο 3,5 %.
3) Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά
4) Η Air Canada και η Επιτροπή φέρουν εκάστη τα δικά τους έξοδα.
|
Παπασάββας |
Truchot |
Kanninen |
|
Sampol Pucurull |
Peri?in |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.