Υπόθεση C-363/25 P, Dana Astra IOOO κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 16ης Ιουλίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση C-363/25 P, Dana Astra IOOO κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 16ης Ιουλίου 2026
Υπόθεση C-363/25 P, Dana Astra IOOO κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 16ης Ιουλίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 16ης Ιουλίου 2026 (*)

« Αίτηση αναιρέσεως – Περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας – Κατάλογοι προσώπων, οντοτήτων και φορέων εις βάρος των οποίων ισχύει η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων – Κριτήριο καταχώρισης στους καταλόγους αυτούς συνδεόμενο με το όφελος που αντλείται από το καθεστώς Λουκασένκο ή με τη στήριξη που παρέχεται στο καθεστώς – Διατήρηση του ονόματος της αναιρεσείουσας στους καταλόγους – Λευκορωσική εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της αξιοποίησης και της κατασκευής ακινήτων – Λόγοι διατήρησης της καταχώρισης – Άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Προθεσμία άσκησης προσφυγής – Έναρξη – Γνωστοποίηση των επίμαχων περιοριστικών μέτρων στους δικηγόρους της αναιρεσείουσας – Απαράδεκτο της προσφυγής λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της – Επί της ουσίας εξέταση της προσφυγής για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης – Λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι οι λόγοι διατήρησης της καταχώρισης ενέχουν σφάλματα εκτιμήσεως »

Στην υπόθεση C-363/25 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 28 Μαΐου 2025,

Dana Astra IOOO, με έδρα το Μινσκ (Λευκορωσία), εκπροσωπούμενη από τον M. Birdling, BL, τη M. Lester, BL, και τον K. Van Maldegem, advocaat,

αναιρεσείουσα,

όπου ο έτερος διάδικος είναι το:

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τις L. Berger και S. Van Overmeire,

καθού πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sah?n, πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan, Δ. Γρατσία και B. Smulders (εισηγητή), δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτηση αναιρέσεως, η Dana Astra IOOO ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Μαρτίου 2025, Dana Astra κατά Συμβουλίου (T-281/23, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2025:315), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση, πρώτον, της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2023/421 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2023, που τροποποιεί την απόφαση 2012/642/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 61, σ. 41), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2023/419 του Συμβουλίου, της 24ας Φεβρουαρίου 2023, για την εφαρμογή του άρθρου 8α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2006 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 61, σ. 20) (στο εξής, από κοινού: επίδικες πράξεις του 2023 περί διατήρησης), και, δεύτερον, της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2024/769 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2024, που τροποποιεί την απόφαση 2012/642/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας (ΕΕ L, 2024/769) και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2024/768 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2024, για την εφαρμογή του άρθρου 8α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2006 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στην επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας (ΕΕ L, 2024/768) (στο εξής, από κοινού: επίδικες πράξεις του 2024 περί διατήρησης), κατά το μέρος που οι εν λόγω τέσσερις πράξεις (στο εξής, από κοινού: επίδικες πράξεις) την αφορούν.

 Το νομικό πλαίσιο και το ιστορικό της διαφοράς

2        Για τους σκοπούς της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 20 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.

3        Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων που έλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2004 λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία όσον αφορά τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και επίσης, από το 2022, λόγω της εμπλοκής της Λευκορωσίας στη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας.

4        Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, στις 18 Μαΐου 2006, τον κανονισμό (ΕΚ) 765/2006, σχετικά με περιοριστικά μέτρα εις βάρος του Προέδρου Λουκασένκο και ορισμένων αξιωματούχων της Λευκορωσίας (ΕΕ 2006, L 134, σ. 1), του οποίου ο τίτλος αντικαταστάθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 588/2011 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2011 (ΕΕ 2011, L 161, σ. 1), από τον τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2006 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 2006, σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά τη Λευκορωσία».

5        Στις 15 Οκτωβρίου 2012 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2012/642/ΚΕΠΠΑ, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Λευκορωσίας (ΕΕ 2012, L 285, σ. 1).

6        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της απόφασης αυτής έχει ως εξής:

«Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που ευρίσκονται στην ιδιοκτησία, την κατοχή ή ελέγχονται από:

α)      πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που ευθύνονται για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άσκηση βίας εις βάρος της κοινωνίας των πολιτών και της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, ή των οποίων οι δραστηριότητες υποσκάπτουν σοβαρά καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη δημοκρατία ή το κράτος δικαίου στη Λευκορωσία, ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που συνδέεται με αυτά, καθώς και τα νομικά πρόσωπα, τις οντότητες ή τους φορείς που τελούν υπό την ιδιοκτησία ή τον έλεγχό τους,

β)      φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που επωφελούνται από το καθεστώς Λουκασένκο ή το στηρίζουν, καθώς και νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς υπό την ιδιοκτησία ή τον έλεγχό τους,

όπως παρατίθεται στο Παράρτημα.»

7        Το άρθρο 2, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 765/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1014/2012 του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2012 (ΕΕ 2012, L 307, σ. 1), παραπέμπει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία α' και β', της απόφασης 2012/642 και προβλέπει τα ίδια κριτήρια καταχώρισης στους καταλόγους των προσώπων, οντοτήτων και φορέων επί των οποίων εφαρμόζεται δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων με εκείνα που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη, μεταξύ άλλων, το κριτήριο που αντιστοιχεί στο γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος «υποστηρίζει» το «καθεστώς Λουκασένκο» ή «ευεργετείται» από το καθεστώς (στο εξής: κριτήριο β').

8        Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της εκτελεστικής απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2020/2130 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2020, για την εφαρμογή της απόφασης 2012/642/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Λευκορωσίας (ΕΕ 2020, L 426 I, σ. 14), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2020/2129 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2020, για την εφαρμογή του άρθρου 8α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2006 σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά τη Λευκορωσία (ΕΕ 2020, L 426 I, σ. 1), καθώς και από τις αιτιολογικές σκέψεις των επίδικων πράξεων, η υπό κρίση υπόθεση συνδέεται ειδικώς με την εντατικοποίηση της συνεχιζόμενης παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της βάναυσης πάταξης των αντιπάλων του καθεστώτος του Προέδρου Λουκασένκο μετά τις προεδρικές εκλογές της 9ης Αυγούστου 2020, οι οποίες κρίθηκαν από την Ένωση μη σύμφωνες με τα διεθνή πρότυπα, καθώς και με την εμπλοκή της Λευκορωσίας στην επίθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της Ουκρανίας, η οποία κρίθηκε ως κατάφωρη παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας του εν λόγω κράτους.

9        Με την εκτελεστική απόφαση 2020/2130 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2020/2129, η οντότητα που ταυτοποιήθηκε ως «Dana Holdings/Dana Astra» καταχωρίστηκε στους καταλόγους των προσώπων, οντοτήτων και φορέων τους οποίους αφορούν τα περιοριστικά μέτρα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της απόφασης 2012/642 και στο παράρτημα I του κανονισμού 765/2006 (στο εξής, από κοινού: επίμαχοι κατάλογοι) για τους ακόλουθους λόγους:

«Η Dana Holdings/Dana Astra αποτελεί μία από τις κυριότερες εταιρείες αξιοποίησης ακινήτων και κατασκευών στην Λευκορωσία. Η εταιρεία έλαβε γεωτεμάχια για την ανάπτυξη διαφόρων μεγάλων συγκροτημάτων κατοικιών και επιχειρηματικών κέντρων.

Οι ιδιοκτήτες της Dana Holdings/Dana Astra διατηρούν στενές σχέσεις με τον [Πρόεδρο] Lukashenko. Η Liliya Lukashenka, νύφη του Προέδρου, κατέχει υψηλόβαθμη θέση στην εταιρεία.

Κατά συνέπεια, η Dana Holdings/Dana Astra επωφελείται από το καθεστώς [του Προέδρου Lukashenko] και το στηρίζει.»

10      Στις 25 Φεβρουαρίου 2021 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2021/353, για την τροποποίηση της απόφασης 2012/642 (ΕΕ 2021, L 68, σ. 189), και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2021/339, για την εφαρμογή του άρθρου 8α του κανονισμού 765/2006 (ΕΕ 2021, L 68, σ. 29) (στο εξής, από κοινού: πράξεις του 2021 περί διατήρησης), με τις οποίες διατηρήθηκε η καταχώριση στους επίμαχους καταλόγους της οντότητας που ταυτοποιήθηκε ως «Dana Holdings/Dana Astra» έως τις 28 Φεβρουαρίου 2022, οι δε λόγοι που δικαιολογούσαν τη διατήρηση αυτή ήταν ανάλογοι με εκείνους που είχαν δικαιολογήσει την εν λόγω καταχώριση, όπως αυτοί υπομνήσθηκαν στη σκέψη 9 της παρούσας απόφασης.

11      Στις 24 Φεβρουαρίου 2022 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/307, για την τροποποίηση της απόφασης 2012/642 (ΕΕ 2022, L 46, σ. 97), και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2022/300, για την εφαρμογή του άρθρου 8α του κανονισμού 765/2006 (ΕΕ 2022, L 46, σ. 3) (στο εξής, από κοινού: πράξεις του 2022 περί διατήρησης), πράξεις με τις οποίες τα περιοριστικά μέτρα εις βάρος της προσφεύγουσας και νυν αναιρεσείουσας (στο εξής: αναιρεσείουσα) διατηρήθηκαν έως τις 28 Φεβρουαρίου 2023 για τους ακόλουθους λόγους:

«Η Dana Astra, στο παρελθόν θυγατρική της Dana Holdings, αποτελεί μία από τις κυριότερες εταιρίες αξιοποίησης ακινήτων και κατασκευών στην Λευκορωσία. Η εταιρεία έλαβε δικαιώματα αξιοποίησης για γεωτεμάχια και αναπτύσσει το πολυλειτουργικό κέντρο Minsk World, το οποίο διαφημίζεται από την εταιρεία ως η μεγαλύτερη επένδυση του είδους της στην Ευρώπη.

Άτομα που φέρονται να εκπροσωπούν την Dana Astra διατηρούν στενές σχέσεις με τον Πρόεδρο Lukashenk[o]. Η Liliya Lukashenka, νύφη του προέδρου, κατείχε υψηλόβαθμη θέση στην εταιρεία.

Κατά συνέπεια, η Dana Astra επωφελείται από το καθεστώς [του Προέδρου Lukashenko] και το στηρίζει.»

12      Η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή κατά των πράξεων του 2021 και του 2022 περί διατήρησης, καθόσον οι πράξεις αυτές την αφορούσαν. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2023, Dana Astra κατά Συμβουλίου (T-239/21, EU:T:2023:364) κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αναίρεση. Στη σκέψη 79 της απόφασης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν της εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε το Συμβούλιο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος λόγος διατήρησης της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα είναι μια από τις κυριότερες εταιρίες αξιοποίησης ακινήτων και κατασκευαστικές εταιρίες στη Λευκορωσία, η οποία αναπτύσσει το κέντρο Minsk World, το οποίο διαφημίζει ως τη μεγαλύτερη επένδυση του είδους της στην Ευρώπη, σε γεωτεμάχια για τα οποία έχει λάβει δικαιώματα αξιοποίησης και, ως εκ τούτου, επωφελείται από το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο και το στηρίζει, τεκμηριώνεται επαρκώς κατά νόμον.

13      Στις 24 Φεβρουαρίου 2023 το Συμβούλιο εξέδωσε τις επίδικες πράξεις του 2023 περί διατήρησης, με τις οποίες η καταχώριση της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους διατηρήθηκε έως τις 28 Φεβρουαρίου 2024 για τους ίδιους λόγους με εκείνους οι οποίοι δικαιολόγησαν την έκδοση των πράξεων του 2022 περί διατήρησης και μνημονεύονται στη σκέψη 11 της παρούσας απόφασης.

14      Στις 26 Φεβρουαρίου 2024 το Συμβούλιο εξέδωσε τις επίδικες πράξεις του 2024 περί διατήρησης, με τις οποίες τα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν εις βάρος της αναιρεσείουσας παρατάθηκαν έως τις 28 Φεβρουαρίου 2025. Με τις πράξεις αυτές, το Συμβούλιο δικαιολόγησε την παράταση των μέτρων για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 11 της παρούσας απόφασης.

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

15      Με δικόγραφο της 23ης Μαΐου 2023, όπως προσαρμόστηκε στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει τις επίδικες πράξεις, κατά το μέρος που την αφορούν, στηριζόμενη σε έναν μοναδικό λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι η αιτιολογία που παρατίθεται στις πράξεις αυτές, καθόσον την αφορά, ενέχει σφάλματα εκτιμήσεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διατήρηση της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους.

16      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας. Για τους σκοπούς της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.

17      Κατ’ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, στις σκέψεις 29 έως 62 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το ζήτημα αν, όπως υποστήριζε το Συμβούλιο χωρίς ωστόσο να προβάλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου, η προσφυγή που στρεφόταν κατά των επίδικων πράξεων του 2023 περί διατήρησης ήταν απαράδεκτη καθόσον δεν είχε ασκηθεί εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, παρεκτεινόμενης κατ’ αποκοπήν λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες, με αποτέλεσμα να καθίσταται η προσφυγή απαράδεκτη και καθόσον με αυτή ζητείτο, κατόπιν προσαρμογής του αιτήματος της προσφυγής από την αναιρεσείουσα, η ακύρωση των επίδικων πράξεων του 2024 περί διατήρησης.

18      Στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά τη νομολογία του, το Συμβούλιο δεν απαλλάσσεται, κατ’ αρχήν, από την υποχρέωση γνωστοποίησης στον ενδιαφερόμενο πράξεως με την οποία επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα εις βάρος του, προβαίνοντας σε κοινοποίησή της στους δικηγόρους που τον εκπροσωπούν. Κοινοποίηση στον εκπρόσωπο του προσφεύγοντος λογίζεται ως κοινοποίηση στον αποδέκτη μόνον εφόσον τέτοιο είδος κοινοποίησης προβλέπεται ρητώς από κανονιστική ρύθμιση, εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ή εφόσον ο δικηγόρος είναι προσηκόντως εξουσιοδοτημένος να λάβει τέτοια κοινοποίηση για λογαριασμό του πελάτη του (απόφαση της 21ης Απριλίου 2021, El-Qaddafi κατά Συμβουλίου, T-322/19, EU:T:2021:206, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

19      Στις σκέψεις 46 έως 60 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν, εν προκειμένω, μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι δικηγόροι της αναιρεσείουσας ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένοι να παραλάβουν για λογαριασμό της την κοινοποίηση των επίδικων πράξεων του 2023 περί διατήρησης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συνέτρεχε τέτοια περίπτωση.

20      Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε ερμηνεία εντολής της 1ης Νοεμβρίου 2021 με την οποία οι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας εξουσιοδοτήθηκαν να ενεργούν στο όνομά της όσον αφορά τα εις βάρος της ληφθέντα περιοριστικά μέτρα.

21      Στις σκέψεις 50 έως 52 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η εν λόγω εντολή δόθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης T-239/21, η οποία αφορούσε τις πράξεις του 2021 και του 2022 περί διατήρησης, εντούτοις από τους όρους διατύπωσής της, καθόσον με την εντολή εξουσιοδοτούνταν οι δικηγόροι της αναιρεσείουσας να προβούν σε «κάθε άλλη ενέργεια που θα μπορούσε να είναι αναγκαία ή χρήσιμη στο πλαίσιο της συνέχισης της διαδικασίας αυτής», προέκυπτε ότι η εντολή δεν περιοριζόταν στην εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης στο πλαίσιο του αιτήματός της που αφορούσε την ακύρωση των πράξεων του 2021 περί διατήρησης.

22      Στις σκέψεις 56 έως 59 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι η ως άνω ερμηνεία του γράμματος της εντολής της 1ης Νοεμβρίου 2021 επιρρωννύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η έκδοση των επίδικων πράξεων, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκαν οι διάδικοι μετά τη γνωστοποίηση της εντολής.

23      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, αφενός, ότι, κατόπιν της προσκομίσεως της εντολής της 1ης Νοεμβρίου 2021, όλη η αλληλογραφία μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Συμβουλίου σχετικά με την καταχώριση της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους αντηλλάγη, όσον αφορά την αναιρεσείουσα, μέσω των δικηγόρων της και, αφετέρου, ότι οι επίδικες πράξεις του 2024 περί διατήρησης κοινοποιήθηκαν στην αναιρεσείουσα κατά τον ίδιο τρόπο με τις πράξεις του 2023, ήτοι, συγκεκριμένα, με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής διαβιβασθείσα στους δικηγόρους της, χωρίς η αναιρεσείουσα να έχει διατυπώσει αντιρρήσεις για αυτόν τον τρόπο ενέργειας.

24      Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού, στις σκέψεις 60 έως 62 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφενός, ότι η προσφυγή, καθόσον στρεφόταν αρχικώς κατά των επίδικων πράξεων του 2023 περί διατήρησης, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ήταν εκπρόθεσμη και, αφετέρου, ότι η προσφυγή έπρεπε επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθόσον στρεφόταν κατά των επίδικων πράξεων του 2024 περί διατήρησης, δεδομένου ότι ο προσφεύγων δύναται να προσαρμόσει τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς του κατά τρόπον ώστε να αφορούν νέες πράξεις που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης μόνον εφόσον και το ίδιο το αίτημά του περί ακυρώσεως της προηγουμένως προσβληθείσας πράξεως ήταν παραδεκτό κατά τον χρόνο υποβολής του.

25      Εν συνεχεία, στις σκέψεις 63 έως 110 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, εντούτοις, σκόπιμο, για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, εκτιμώντας ότι η εξέλιξη της διαδικασίας είχε καταστήσει δυνατή την εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας και ότι οι διάδικοι είχαν αναπτύξει τις απόψεις τους επί του ζητήματος αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

26      Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τον μοναδικό λόγο ακυρώσεως τον οποίο προέβαλε η αναιρεσείουσα προς στήριξη της προσφυγής της και με τον οποίο υποστήριζε, κατ’ ουσίαν, ότι η αιτιολογία των επίδικων πράξεων που την αφορούσαν ενείχε σφάλματα εκτιμήσεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τη διατήρηση της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους.

27      Κατόπιν της εξετάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο συμπέρασμα, αφενός, ότι ο πρώτος λόγος διατηρήσεως της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους που περιλαμβάνονται στις επίδικες πράξεις, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα είναι μια από τις κυριότερες εταιρίες αξιοποίησης ακινήτων και κατασκευαστικές εταιρίες στη Λευκορωσία, που αναπτύσσει το κέντρο Minsk World, το οποίο διαφημίζει ως τη μεγαλύτερη επένδυση του είδους της στην Ευρώπη, σε γεωτεμάχια για τα οποία έλαβε δικαιώματα αξιοποίησης και, ως εκ τούτου, επωφελείται από το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο και το στηρίζει, τεκμηριώνεται επαρκώς κατά νόμον και, αφετέρου, ότι η διαπίστωση σύμφωνα με την οποία ο λόγος αυτός τεκμηριώνεται επαρκώς κατά νόμον και συνιστά αφ’ εαυτού επαρκή βάση για να δικαιολογηθεί η διατήρηση της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στους καταλόγους αρκεί για την απόρριψη του μοναδικού λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν τα λοιπά επιχειρήματα τα οποία αυτή επικαλέστηκε και τα οποία βάλλουν κατά του δεύτερου και του τρίτου λόγου που αναφέρουν οι επίδικες πράξεις.

28      Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή.

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

29      Η Dana Astra ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,

–        να ακυρώσει τις επίδικες πράξεις κατά το μέρος την αφορούν,

–        επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

30      Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

–        να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτόδικης όσο και της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

31      Η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο πρώτος στηρίζεται στο ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας απαράδεκτη την προσφυγή και ο δεύτερος στο ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι οι επίδικες πράξεις δεν ενείχαν σφάλματα εκτιμήσεως.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

32      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας απαράδεκτη την προσφυγή λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, καθόσον κακώς εκτίμησε ότι το Συμβούλιο μπορούσε εγκύρως να της κοινοποιήσει τις επίδικες πράξεις του 2023 περί διατήρησης με επιστολή απευθυνόμενη στους δικηγόρους της, με αποτέλεσμα η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ να έχει αρχίσει να τρέχει από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης και να έχει λήξει πριν από την άσκηση της προσφυγής.

33      Η εκτίμηση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την κοινοποίηση των ως άνω πράξεων ενέχει, κατά την αναιρεσείουσα, δύο νομικά σφάλματα. Το πρώτο οφείλεται στο γεγονός ότι ταχυδρομική κοινοποίηση στους οικείους δικηγόρους δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να συνιστά έγκυρη κοινοποίηση των εν λόγω πράξεων στην αναιρεσείουσα. Το δεύτερο σφάλμα έγκειται στο γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο συμπέρασμα ότι η εντολή εκπροσώπησης της 1ης Νοεμβρίου 2021, το περιεχόμενο της οποίας, ωστόσο, περιοριζόταν ρητώς, σαφώς και αναμφιβόλως σε άλλη διαδικασία την οποία εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο, ήτοι στη διαδικασία που αφορούσε την υπόθεση T-239/21, επέτρεπε στο Συμβούλιο να κοινοποιήσει τις επίδικες πράξεις του 2023 περί διατήρησης, οι οποίες δεν αφορούσαν τη διαδικασία αυτή, με επιστολή απευθυνόμενη στους δικηγόρους της αναιρεσείουσας.

34      Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ότι το συμπέρασμα περί εκπρόθεσμης άσκησης της προσφυγής πρέπει να επικυρωθεί.

35      Ειδικότερα, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι είχε ενημερώσει την αναιρεσείουσα για τις επίδικες πράξεις μέσω τεσσάρων διαφορετικών διαύλων, ήτοι μέσω ανακοίνωσης που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 27 Φεβρουαρίου 2023 και, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, μέσω κοινοποίησης με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο τόσο στην αναιρεσείουσα όσο και στους εκπροσώπους της και μέσω κοινοποίησης με συστημένη επιστολή στους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας. Κοινοποίηση με συστημένη επιστολή στην ίδια την αναιρεσείουσα ήταν αδύνατη διότι, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων, η Λευκορωσία ήταν «αποκλεισμένος προορισμός», όπερ σημαίνει ότι καμία διανομή αλληλογραφίας δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί από τις βελγικές ταχυδρομικές υπηρεσίες. Επομένως, το Συμβούλιο χρησιμοποίησε και συνδύασε όλους τους δυνατούς διαύλους επικοινωνίας που είχε στη διάθεσή του και δεν προσπάθησε να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του να προβεί σε ατομική γνωστοποίηση.

36      Με το υπόμνημα απαντήσεώς της, η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει ότι το Συμβούλιο ισχυρίζεται για πρώτη φορά στο στάδιο της αναιρέσεως και επομένως εκπροθέσμως ότι δεν ήταν δυνατή η κοινοποίηση των πράξεων κατά τον απαιτούμενο τρόπο, δηλαδή ταχυδρομικώς στη διεύθυνση της έδρας της, επικαλούμενο αποδεικτικά στοιχεία που είναι απαράδεκτα, καθόσον δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

37      Κατά το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι προσφυγές που προβλέπονται στο άρθρο αυτό ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως.

38      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από το γράμμα της ως άνω διατάξεως, και ειδικότερα από τις εκφράσεις «κατά περίπτωση» και «ελλείψει», προκύπτει σαφώς ότι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής καθορίζεται σε συνάρτηση με την εκάστοτε εξεταζόμενη περίπτωση και ότι το πρώτο και το δεύτερο κριτήριο που μπορούν να ενεργοποιήσουν την προθεσμία έχουν προτεραιότητα έναντι του τρίτου. Συνακόλουθα, η προθεσμία άσκησης προσφυγής ακυρώσεως αρχίζει να τρέχει, κατ’ αρχήν, από τη δημοσίευση της πράξεως ή από την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα. Τα δύο αυτά κύρια κριτήρια είναι ισοδύναμα στο πλαίσιο της οικονομίας της εν λόγω διατάξεως, υπό την έννοια ότι κανένα τους δεν είναι επικουρικό σε σχέση με το άλλο. Αντιθέτως, το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο ως σημείο έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής θεωρείται η ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει γνώση της προσβαλλομένης πράξεως έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με εκείνα της δημοσίευσης ή της κοινοποίησης της πράξεως (απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2026, WhatsApp Ireland κατά Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων, C-97/23 P, EU:C:2026:81, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39      Εν προκειμένω, οι επίδικες πράξεις του 2023 περί διατήρησης δημοσιεύθηκαν, στις 27 Φεβρουαρίου 2023, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά L, αλλά έπρεπε επίσης, δυνάμει του άρθρου 8α, παράγραφος 2, του κανονισμού 765/2006, να γνωστοποιηθούν από το Συμβούλιο «στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό [των οποίων το όνομα ή την επωνυμία αποφασίζει το Συμβούλιο να καταχωρίσει στο παράρτημα I του κανονισμού], μαζί με τους λόγους για την καταχώρισή του στον κατάλογο, είτε άμεσα, εάν η διεύθυνσή του είναι γνωστή, είτε με δημοσίευση σχετικής ανακοίνωσης».

40      Το εν λόγω καθεστώς, που απαιτεί τόσο τη δημοσίευση όσο και τη γνωστοποίηση των επίδικων πράξεων, οφείλεται στην ιδιαίτερη φύση των πράξεων με τις οποίες επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα σε πρόσωπο ή οντότητα και οι οποίες προσομοιάζουν τόσο με πράξεις γενικής ισχύος, στο μέτρο που απαγορεύουν σε μια κατηγορία αποδεκτών καθορισθέντων κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο να θέτουν, μεταξύ άλλων, κεφάλαια και οικονομικούς πόρους στη διάθεση των προσώπων και οντοτήτων των οποίων τα ονόματα, οι ονομασίες ή οι επωνυμίες περιλαμβάνονται στους καταλόγους των παραρτημάτων τους, όσο και με δέσμη ατομικών αποφάσεων οι οποίες αφορούν τα εν λόγω πρόσωπα και οντότητες (πρβλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-478/11 P έως C-482/11 P, EU:C:2013:258, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Πρέπει περαιτέρω να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τις πράξεις που εκδίδονται βάσει των διατάξεων περί κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, όπως είναι οι επίδικες πράξεις του 2023 περί διατήρησης, το καθοριστικό στοιχείο για την πρόσβαση στον δικαστή της Ένωσης είναι, κατά τα άρθρα 275, δεύτερο εδάφιο, και 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η ατομική φύση των πράξεων αυτών (απόφαση της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-478/11 P έως C-482/11 P, EU:C:2013:258, σκέψη 57).

42      Εντεύθεν προκύπτει ότι, μολονότι η θέση σε ισχύ τέτοιων πράξεων πραγματοποιείται βεβαίως διά της δημοσιεύσεώς τους, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά των εν λόγω πράξεων δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ αρχίζει να τρέχει, για καθένα από τα εν λόγω πρόσωπα και οντότητες, από την ημερομηνία κοινοποιήσεως των οικείων πράξεων σε αυτά (απόφαση της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-478/11 P έως C-482/11 P, EU:C:2013:258, σκέψη 59).

43      Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, μολονότι το άρθρο 8α, παράγραφος 2, του κανονισμού 765/2006 προβλέπει τη δυνατότητα γνωστοποίησης μέσω δημοσίευσης ανακοίνωσης, εντούτοις, όπως ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η χρήση αυτού του μέσου γνωστοποίησης μπορεί να εξεταστεί μόνο σε περίπτωση αδυναμίας άμεσης γνωστοποίησης προς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή την ενδιαφερόμενη οντότητα, όταν, για παράδειγμα, η διεύθυνσή τους δεν είναι γνωστή (πρβλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-478/11 P έως C-482/11 P, EU:C:2013:258, σκέψη 61).

44      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο, στηριζόμενο σε εντολή εκπροσώπησης της 1ης Νοεμβρίου 2021, έκρινε, στις σκέψεις 60 και 61 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η κοινοποίηση των επίδικων πράξεων του 2023 περί διατήρησης με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής στην οποία προέβη, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, το Συμβούλιο προς τους δικηγόρους της αναιρεσείουσας ισοδυναμούσε με κοινοποίηση στην ίδια την αναιρεσείουσα και ότι, ως εκ τούτου, η ημερομηνία παραλαβής της επιστολής αυτής αποτελούσε την αφετηρία της δίμηνης προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

45      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 42 και 43 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι, κατ’ αρχήν, δεν επιτρέπεται στο Συμβούλιο να εκπληρώσει την υποχρέωση γνωστοποίησης στον ενδιαφερόμενο πράξεως με την οποία του επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα απευθύνοντας την κοινοποίηση της πράξεως αυτής στους δικηγόρους που τον εκπροσωπούν. Πράγματι, η γνωστοποίηση στους εκπροσώπους ενός προσώπου, όπως είναι ο δικηγόρος του, πράξεως με την οποία επιβάλλονται στο εν λόγω πρόσωπο περιοριστικά μέτρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «άμεση γνωστοποίηση» προς το πρόσωπο αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 8α, παράγραφος 2, του κανονισμού 765/2006, προκειμένου να αποτελέσει το χρονικό σημείο έναρξης της δίμηνης προθεσμίας άσκησης προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι μια τέτοια γνωστοποίηση έχει, ως εκ της φύσεώς της, έμμεσο χαρακτήρα.

46      Εντούτοις, όπως επίσης ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 34 και 44 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτή εξαίρεση από την αρχή αυτή όταν ο δικηγόρος είναι «δεόντως εξουσιοδοτημένος» να παραλάβει μια τέτοια γνωστοποίηση. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο δικηγόρος, ως εντολοδόχος του ενδιαφερομένου, παραλαμβάνει τη γνωστοποίηση στο όνομα και για λογαριασμό του τελευταίου, οπότε η εν λόγω γνωστοποίηση ισοδυναμεί με γνωστοποίηση προς τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο.

47      Τούτου λεχθέντος, λαμβανομένης υπόψη της εισάγουσας παρέκκλιση από την εν λόγω αρχή φύσεώς της, η γνωστοποίηση μιας τέτοιας πράξεως στον δικηγόρο του προσώπου ή της οντότητας που αφορά η πράξη μπορεί να συνιστά «άμεση γνωστοποίηση», κατά την έννοια του άρθρου 8α, παράγραφος 2, του κανονισμού 765/2006, ικανή να αποτελέσει την αφετηρία της προθεσμίας του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, μόνον αν από τους όρους της επίμαχης εντολής εκπροσώπησης προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, χωρίς να καταλείπεται περιθώριο για καμία άλλη ερμηνεία, ότι ο συγκεκριμένος δικηγόρος εξουσιοδοτείται να παραλάβει τέτοια γνωστοποίηση.

48      Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν η εντολή της 1ης Νοεμβρίου 2021, όπως περιγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εξουσιοδοτούσε κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, χωρίς να καταλείπει περιθώριο για καμία άλλη ερμηνεία, τους δικηγόρους της αναιρεσείουσας να παραλάβουν τη γνωστοποίηση των επίδικων πράξεων του 2023 περί διατήρησης.

49      Εν προκειμένω, κατά το ίδιο το γράμμα της εντολής της 1ης Νοεμβρίου 2021, οι δικηγόροι της αναιρεσείουσας εξουσιοδοτούνταν, «στο πλαίσιο της υπόθεσης T-239/21», να την εκπροσωπήσουν ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, προκειμένου να ακυρωθούν οι πράξεις του 2021 περί διατήρησης. Από την ανάγνωση της εντολής αυτής, διαπιστώνεται ότι η εξουσιοδότηση περιλαμβάνει την «υπογραφή και την υποβολή όλων των διαδικαστικών εγγράφων», καθώς και «κάθε άλλη ενέργεια που θα μπορούσε να είναι αναγκαία ή χρήσιμη στο πλαίσιο της συνέχισης της διαδικασίας αυτής».

50      Επιβάλλεται ωστόσο η διαπίστωση ότι οι ως άνω όροι της εντολής της 1ης Νοεμβρίου 2021, ιδίως αυτοί που εξουσιοδοτούν τους δικηγόρους της αναιρεσείουσας να προβαίνουν σε «κάθε άλλη ενέργεια που θα μπορούσε να είναι αναγκαία ή χρήσιμη στο πλαίσιο της συνέχισης της διαδικασίας αυτής», δεν ήταν αρκούντως σαφείς και ακριβείς ώστε να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι με την εντολή αυτή εξουσιοδοτούνταν οι εν λόγω δικηγόροι να παραλάβουν στο όνομα και για λογαριασμό της εντολέως τους τη γνωστοποίηση των επίδικων πράξεων του 2023 περί διατήρησης.

51      Πράγματι, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο συνδυασμός της ρητής αναφοράς στην υπόθεση T-239/21 και της χρήσης της φράσης «στο πλαίσιο της συνέχισης της διαδικασίας αυτής» οδηγεί σε ερμηνεία της εν λόγω εντολής κατά την οποία με την εντολή εξουσιοδοτούνται οι δικηγόροι της αναιρεσείουσας να την εκπροσωπούν μόνο στο πλαίσιο της υπόθεσης T-239/21, η οποία δεν αφορούσε τις επίδικες πράξεις του 2023 περί διατήρησης που αποτελούσαν αντικείμενο της διαδικασίας στην υπόθεση T-281/23 επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

52      Ως εκ τούτου, από την ανάγνωση των όρων της επίμαχης εντολής εκπροσώπησης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με την εντολή αυτή δεν εξουσιοδοτούνται κατά τρόπο σαφή και άνευ αμφισημίας οι δικηγόροι της αναιρεσείουσας να παραλάβουν τη γνωστοποίηση των επίδικων πράξεων του 2023 περί διατήρησης.

53      Κατά συνέπεια, οι πράξεις αυτές δεν γνωστοποιήθηκαν δεόντως στην αναιρεσείουσα μέσω των δικηγόρων της και, ως εκ τούτου, η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν άρχισε να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία οι πράξεις αυτές κοινοποιήθηκαν με συστημένη επιστολή στους δικηγόρους.

54      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα στοιχεία του γενικότερου πλαισίου που εκθέτει το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 56 έως 59 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

55      Πράγματι, το ζήτημα αν ένας δικηγόρος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να παραλάβει, στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέως του, τη γνωστοποίηση των πράξεων με τις οποίες επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα στον εντολέα του, ούτως ώστε η γνωστοποίηση αυτή να μπορεί να ενεργοποιήσει την προθεσμία του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρέπει να εξετάζεται βάσει των όρων της σχετικής εντολής και μόνον και όχι σε συνάρτηση με τον τρόπο ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ του Συμβουλίου και του ενδιαφερόμενου προσώπου σχετικά με τις πράξεις με τις οποίες επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα.

56      Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

57      Εντούτοις, στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε επί της ουσίας τον μοναδικό λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα, τον απέρριψε και στηρίχθηκε επίσης και στην αιτιολογία με την οποία απορρίφθηκε ο λόγος αυτός για να απορρίψει την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή, το Δικαστήριο πρέπει, πριν αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, να εξετάσει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που βάλλει κατά της αιτιολογίας αυτής.

 Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

58      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε εννέα νομικά σφάλματα κρίνοντας ότι οι επίδικες πράξεις δεν ενείχαν σφάλματα εκτιμήσεως.

59      Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

60      Πριν εξεταστούν οι εννέα αιτιάσεις που προέβαλε η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπομνησθεί, πρώτον, ότι βάσει του άρθρου 256 ΣΛΕΕ και του άρθρου 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, το δε Γενικό Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών. Η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως των προσκομισθέντων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, να ασκήσει έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των εν λόγω πραγματικών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες τις οποίες συνήγαγε εξ αυτών το Γενικό Δικαστήριο (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 158 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

61      Δεύτερον, ο αναιρεσείων, σε περίπτωση κατά την οποία προβάλλει παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, οφείλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, του άρθρου 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 168, παράγραφος 1, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να προσδιορίζει επακριβώς τα στοιχεία τα οποία, κατ’ αυτόν, παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο και να καταδεικνύει τα σφάλματα αναλύσεως στα οποία υπέπεσε, κατά την εκτίμησή του, το Γενικό Δικαστήριο και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του παραμόρφωση. Κατά πάγια νομολογία, εξάλλου, η παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται εκ νέου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 378 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

62      Τρίτον, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, όσον αφορά τα περιοριστικά μέτρα, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης οφείλουν, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί από τις Συνθήκες, να διασφαλίζουν τον, κατ’ αρχήν πλήρη, έλεγχο της νομιμότητας των επίμαχων πράξεων της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 3ης Ιουλίου 2025, Grodno Azot και Khimvolokno Plant κατά Συμβουλίου, C-326/24 P, EU:C:2025:522, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63      Αφετέρου, στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση περί καταχώρισης ή διατήρησης του ονόματος προσώπου στον κατάλογο των προσώπων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα, η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει στον δικαστή της Ένωσης να ελέγχει, πέραν του αρκούντως ακριβούς και συγκεκριμένου χαρακτήρα των προβαλλόμενων λόγων, αν οι λόγοι αυτοί ή, τουλάχιστον, ένας εξ αυτών συνιστούν αφ’ εαυτών επαρκή βάση για να στηρίξουν την εν λόγω απόφαση. Επιπλέον, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να βεβαιωθεί ότι η ως άνω απόφαση, η οποία έχει ατομικό χαρακτήρα για τον ενδιαφερόμενο, στηρίζεται σε αρκούντως στέρεη πραγματική βάση. Τούτο προϋποθέτει έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που παρατίθενται στην αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως, ούτως ώστε ο δικαστικός έλεγχος να μην περιορίζεται στην εκτίμηση της αφηρημένης πιθανολόγησης των προβαλλόμενων λόγων, αλλά να αφορά το ζήτημα αν οι λόγοι αυτοί, ή, τουλάχιστον, ένας εξ αυτών που θεωρείται αφ’ εαυτού επαρκής για να στηρίξει τη συγκεκριμένη απόφαση, είναι τεκμηριωμένοι (απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Timchenko κατά Συμβουλίου, C-703/23 P, EU:C:2025:608, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

64      Οι εννέα αιτιάσεις που προέβαλε η αναιρεσείουσα προς στήριξη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα των ως άνω εκτιμήσεων.

65      Με την πρώτη αιτίασή της, η οποία βάλλει κατά της σκέψης 85 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών. Δεδομένου ότι, στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων του 2023 περί διατήρησης, η αναιρεσείουσα υπέκειτο σε σειρά δυσμενών μέτρων που είχε λάβει το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο, κακώς έκρινε, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα εν λόγω διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά δεν ήταν «ικανά» να θέσουν εν αμφιβόλω, από νομικής απόψεως, το κατά πόσον έχει εφαρμογή στην αναιρεσείουσα το κριτήριο β' που δικαιολογεί τη διατήρηση της καταχώρισης της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους.

66      Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στηρίζεται σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της σκέψης 85 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

67      Πράγματι, στην εν λόγω σκέψη 85, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει για ποιον λόγο τα μέτρα αυτά ισοδυναμούσαν με δυσμενή μεταχείριση εις βάρος της ούτε για ποιον λόγο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδεικνυόταν τέτοια δυσμενής μεταχείριση, η εν λόγω μεταχείριση θα μπορούσε να κλονίσει την εκτίμηση ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων, η αναιρεσείουσα εξακολουθούσε να επωφελείται από το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο και να το στηρίζει αναπτύσσοντας το έργο Minsk World, το οποίο θεωρείται ως η μεγαλύτερη επένδυση του είδους αυτού στην Ευρώπη και ως ιδιαιτέρως σημαντικό για το ως άνω καθεστώς.

68      Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται επίσης, χωρίς όμως να το αποδεικνύει, ότι η σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ενέχει εσφαλμένο χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου. Κατά τα λοιπά, δεδομένου ότι η σκέψη 85 περιέχει εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου αφορώσα κατά κύριο λόγο τα πραγματικά περιστατικά, επικρίσεις σε βάρος του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν να διατυπωθούν κατ’ αναίρεση μόνον εφόσον προβάλλεται και αποδεικνύεται παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών. Η αναιρεσείουσα όμως δεν επικαλέστηκε τέτοια παραμόρφωση.

69      Με τη δεύτερη αιτίασή της, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας, στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα «δεν [υποστήριζε] ότι τα μέτρα που έλαβε εις βάρος της το καθεστώς Λουκασένκο [είχαν επηρεάσει] τις ίδιες τις συνθήκες υπό τις οποίες [είχε αποκτήσει] και [συνέχιζε] να αναπτύσσει το κέντρο Minsk World», εξέθεσε εσφαλμένως και/ή παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η αναιρεσείουσα. Από τα σημεία 23 και 24 του δικογράφου της προσφυγής, καθώς και από τις νομικές γνωμοδοτήσεις που επισυνάπτονται στο υπόμνημα απαντήσεως και στο υπόμνημα προσαρμογής, προκύπτει, κατά την αναιρεσείουσα, ότι η ίδια όντως εξήγησε τους λόγους για τους οποίους τα δυσμενή μέτρα που ελήφθησαν εις βάρος της από το εν λόγω καθεστώς είχαν πράγματι αρνητικό αντίκτυπο στις ίδιες τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέχιζε την υλοποίηση του έργου Minsk World.

70      Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.

71      Πράγματι, αφενός, η σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με άλλες σκέψεις της απόφασης αυτής. Στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε, κατ’ αρχάς, στο επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι τα μέτρα που έλαβε εις βάρος της το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο επηρέασαν αρνητικά την υλοποίηση του κέντρου Minsk World, το οποίο καθυστέρησε, απειλήθηκε και, εν τέλει, δεν ήταν κερδοφόρο. Εν συνεχεία, στις σκέψεις 87 και 88 της απόφασής του, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε το Συμβούλιο, δεν είχε αποδειχθεί ότι τα μέτρα αυτά είχαν τέτοια επίπτωση και ότι, αντιθέτως, τα στοιχεία αυτά καταδείκνυαν συνέχιση της υλοποίησης του κέντρου Minsk World από την αναιρεσείουσα, τη μόνη εταιρία αξιοποίησης ακινήτων που ήταν επιφορτισμένη με το έργο, υπό συνθήκες οι οποίες εξακολουθούσαν να είναι ευνοϊκές για την ίδια, δεδομένου ότι το έργο αυτό αποτελούσε δράση μεγάλης κλίμακας με ιδιαίτερη σημασία για το εν λόγω καθεστώς. Τέλος, στις σκέψεις 94 έως 105 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η αναιρεσείουσα και απέρριψε τους διάφορους ισχυρισμούς της σχετικά με τις συγκεκριμένες επιπτώσεις που είχαν, κατά την άποψή της, στην ανάπτυξη του Minsk World τα μέτρα που έλαβε εις βάρος της το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο.

72      Αφετέρου, μολονότι η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περιέχει παραμόρφωση ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε, επισημαίνεται ότι δεν αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα στοιχεία αυτά κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου που υπομνήσθηκε στη σκέψη 61 της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα δεν καταδεικνύει ως προς ποια συγκεκριμένα στοιχεία το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε, κατά την άποψή της, στη σκέψη 86, σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία των εγγράφων της δικογραφίας στα οποία αναφέρεται. Επομένως, καμία παραμόρφωση δεν προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα καλεί το Δικαστήριο να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, όπερ αποκλείεται κατά την ως άνω νομολογία.

73      Με την τρίτη αιτίασή της, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι είχε ήδη εξετάσει τις επιπτώσεις των δυσμενών μέτρων που έλαβε εις βάρος της το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο με την απόφαση της 28ης Ιουνίου 2023, Dana Astra κατά Συμβουλίου (T-239/21, EU:T:2023:364). Συγκεκριμένα, κατά την αναιρεσείουσα, η απόφαση αυτή αφορά τις πράξεις του 2021 και του 2022 περί διατήρησης που εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των μέτρων αυτών την 1η Ιανουαρίου 2022, οπότε το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα εν λόγω μέτρα στην απόφαση αυτή.

74      Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της σκέψης 86.

75      Πράγματι, η περιεχόμενη στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης παραπομπή στην απόφαση της 28ης Ιουνίου 2023, Dana Astra κατά Συμβουλίου (T-239/21, EU:T:2023:364), η οποία αφορούσε όντως τις πράξεις του 2021 και του 2022 περί διατήρησης, οι οποίες εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των μέτρων που έλαβε το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο κατά της αναιρεσείουσας, χρησιμεύει αποκλειστικώς για να υπομνησθεί ότι οι συνθήκες υλοποίησης του έργου Minsk World από την αναιρεσείουσα είχαν ήδη κριθεί στην απόφαση αυτή ως καταδεικνύουσες το όφελος που αντλεί η αναιρεσείουσα από το καθεστώς και τη στήριξη που του παρέχει.

76      Με την τέταρτη αιτίασή της, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 87 έως 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε εσφαλμένως και/ή παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία και/ή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει. Το Γενικό Δικαστήριο μνημονεύει, κατά την αναιρεσείουσα, ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία εκτιμώντας ότι αυτά αποδεικνύουν ότι η αναιρεσείουσα συνέχισε την υλοποίηση του έργου Minsk World υπό ευνοϊκούς όρους, χωρίς ωστόσο να λάβει υπόψη ούτε τις απαντήσεις που έδωσε ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η αναιρεσείουσα περί του αντιθέτου.

77      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, στις σκέψεις 87 έως 92 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε πραγματική εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων προσκομισθέντων από το Συμβούλιο, ήτοι άρθρων δημοσιευμένων στον ιστότοπο του επίσημου λευκορωσικού πρακτορείου Τύπου, για να συναγάγει εξ αυτών το συμπέρασμα, στη σκέψη 93 της απόφασης, ότι τα στοιχεία αυτά αποδείκνυαν κατά τρόπο αξιόπιστο ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων, η αναιρεσείουσα εξακολουθούσε επιτυχώς την υλοποίηση του κέντρου Minsk World υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που το Γενικό Δικαστήριο είχε κρίνει ότι καταδείκνυαν όφελος αντλούμενο από το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο και στήριξη παρεχόμενη προς αυτό, και τούτο παρά τα μέτρα που έλαβε το εν λόγω καθεστώς εις βάρος της αναιρεσείουσας.

78      Μολονότι η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδεικνύει, όπως απαιτεί η νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 61 της παρούσας απόφασης, ότι το Γενικό Δικαστήριο, προβαίνοντας σε τέτοιες εκτιμήσεις περί των πραγματικών περιστατικών, παραμόρφωσε προδήλως τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται εκ νέου  εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων.

79      Όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχε προσκομίσει η ίδια και τα οποία, κατά την άποψή της, ανέτρεπαν το συμπέρασμα που περιέχεται στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, διαπιστώνεται ότι, στις σκέψεις 94 έως 104 της απόφασης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε λεπτομερώς και εν συνεχεία απέρριψε αποδεικτικά στοιχεία προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα τα οποία, κατ’ αυτήν, αποδείκνυαν ότι τα μέτρα που έλαβε ως προς αυτή το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο είχαν πράγματι αρνητικό αντίκτυπο στην υλοποίηση του έργου Minsk World.

80      Εάν, με την επιχειρηματολογία της, η αναιρεσείουσα επιθυμεί να προσάψει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμον την απόφασή του, υπενθυμίζεται ότι από την αιτιολογία αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη η απόφαση, στο δε Δικαστήριο να ασκήσει τον εκ μέρους του δικαστικό έλεγχο. Ωστόσο, η υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο δεν του επιβάλλει να παραθέτει σκεπτικό το οποίο να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι, η δε αιτιολογία μπορεί, ως εκ τούτου, να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

81      Λαμβανομένης υπόψη της λεπτομερούς εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν τόσο το Συμβούλιο όσο και η αναιρεσείουσα στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 87 έως 105 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμον την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρέχοντας τη δυνατότητα στη μεν αναιρεσείουσα να αντιληφθεί, έστω και σιωπηρώς, τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματα που προέβαλε προκειμένου να αποδείξει ότι τα μέτρα που έλαβε έναντι αυτής το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην υλοποίηση του έργου Minsk World, στο δε Δικαστήριο να έχει στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του.

82      Με την πέμπτη αιτίασή της, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε ή παρουσίασε κατά τρόπο εσφαλμένο τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα, δεχόμενο ότι τα μέτρα που της επιβλήθηκαν από το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο ελήφθησαν σε βάρος 190 λευκορωσικών επιχειρήσεων με αλλοδαπά κεφάλαια, οπότε από τη θέσπισή τους και μόνον δεν μπορεί να συναχθεί «δυσμενής ειδική μεταχείριση την οποία επιφύλασσε το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο στην αναιρεσείουσα».

83      Η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, καθόσον είναι αλυσιτελής.

84      Πράγματι, η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέστη «δυσμενή ειδική μεταχείριση» απλώς και μόνον λόγω της λήψης των μέτρων που της επέβαλε το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο έλαβε χώρα ως εκ περισσού. Ειδικότερα, η διαπίστωση αυτή ουδόλως επηρέασε τη συλλογιστική που αναπτύχθηκε ακολούθως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τις συνέπειες που είχαν, κατά την αναιρεσείουσα, τα μέτρα αυτά επί της υλοποίησης του έργου Minsk World, συλλογιστική η οποία ολοκληρώνεται με το παρατιθέμενο στη σκέψη 105 της ως άνω απόφασης συμπέρασμα ότι, κατά την ημερομηνία έκδοσης των επίδικων πράξεων περί διατήρησης, η αναιρεσείουσα εξακολουθούσε να αναπτύσσει το εν λόγω έργο υπό συνθήκες που καταδείκνυαν το όφελος που αποκομίζει από το εν λόγω καθεστώς και τη στήριξη που παρέχει σε αυτό. Επομένως, το συμπέρασμα αυτό ουδόλως αναφέρεται ή συνδέεται αιτιωδώς με την εν λόγω διαπίστωση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε εμμέσως πλην σαφώς, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι το γεγονός ότι τα εν λόγω μέτρα δεν επιφύλασσαν στην αναιρεσείουσα «δυσμενή ειδική μεταχείριση» ήταν, από νομική άποψη, αλυσιτελές όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον η αναιρεσείουσα πληρούσε το κριτήριο β' που δικαιολογούσε τη διατήρησή της στους επίμαχους καταλόγους.

85      Κατά πάγια δε νομολογία, οι αιτιάσεις που βάλλουν κατά επάλληλης αιτιολογίας αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου είναι αλυσιτελείς καθόσον δεν μπορούν να επιφέρουν την αναίρεσή της (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2025, Grodno Azot και Khimvolokno Plant κατά Συμβουλίου, C-326/24 P, EU:C:2025:522, σκέψη 59, και της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 240 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

86      Με την έκτη αιτίασή της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη, στη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον προσέδωσε νομική αξία στο γεγονός ότι το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο μπορεί να επέβαλε δυσμενή μεταχείριση και σε άλλες οντότητες λόγω των μέτρων ή κυρώσεων που επιβλήθηκαν στις λευκορωσικές εταιρίες με αλλοδαπά κεφάλαια. Το στοιχείο αυτό δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα κατά πόσον η αναιρεσείουσα πληρούσε το κριτήριο β' που δικαιολογεί τη διατήρησή της στους επίμαχους καταλόγους.

87      Από τη σκέψη 84 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.

88      Με την έβδομη αιτίασή της, η οποία βάλλει κατά των σκέψεων 94 έως 97 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρουσίασε κατά τρόπο εσφαλμένο και/ή παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία και/ή ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα προσκόμισε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι σημαντικοί εμπορικοί εταίροι είχαν θέσει τέρμα στις σχέσεις τους μαζί της λόγω των μέτρων που της είχε επιβάλει το καθεστώς της Λευκορωσίας, μεταξύ άλλων με πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών της και με ακύρωση συμβάσεων. Η κατάσταση αυτή επιβεβαιώνεται, κατά την αναιρεσείουσα, από πέντε συγκεκριμένα και πειστικά παραδείγματα, τα οποία εκτίθενται στα παραρτήματα A.22 έως A.26 του δικογράφου της προσφυγής και τα οποία δεν εξετάστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο.

89      Η ως άνω αιτίαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

90      Πράγματι, στο μέτρο που, με την επιχειρηματολογία αυτή, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν άσκησε προσηκόντως τον δικαστικό του έλεγχο, καθόσον αγνόησε αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα, επισημαίνεται, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο χωρίς να αντικρουστεί επί του σημείου αυτού από την αναιρεσείουσα, ότι τα στοιχεία αυτά αντιστοιχούν στα πέντε παραδείγματα τα οποία παρατίθενται στο δικόγραφο της προσφυγής και επαναλαμβάνονται στην αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα, και τα οποία εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 94 έως 97 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

91      Ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα επιδιώκει στην πραγματικότητα να αμφισβητήσει τις εκτιμήσεις πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο και επιχειρεί να επιτύχει τη νέα εκτίμησή τους, υποβάλλοντας εκ νέου στο Δικαστήριο τα ίδια πέντε παραδείγματα. Ωστόσο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 60 και 61 της παρούσας απόφασης, η εν λόγω επιχειρηματολογία προβάλλεται απαραδέκτως κατ’ αναίρεση.

92      Με την όγδοη αιτίασή της, η οποία αφορά τις σκέψεις 95 έως 102 καθώς και τις σκέψεις 105 και 106 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον στηρίχθηκε στην αρχή σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα όφειλε να αποδείξει την έκταση των συνεπειών των μέτρων και των κυρώσεων που της είχαν επιβληθεί από το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο, ενώ εναπέκειτο στο Συμβούλιο να αποδείξει ότι η αναιρεσείουσα αντλούσε όφελος από το καθεστώς αυτό. Επομένως, κακώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο αρκούσε να υποστηρίξει ότι «δεν [μπορούσε] να αποκλειστεί» ότι «θα μπορούσαν» να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες όσον αφορά τις συνέπειες αυτές.

93      Το εν λόγω επιχείρημα είναι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το Συμβούλιο, παραδεκτό, δεδομένου ότι ισοδυναμεί με το να ζητηθεί από το Δικαστήριο η άσκηση ελέγχου επί ενδεχόμενης παραβάσεως των κανόνων περί βάρους αποδείξεως και διεξαγωγής των αποδείξεων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, όπερ εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 226 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

94      Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

95      Πράγματι, είναι βεβαίως αληθές ότι, δυνάμει της αρχής actori incumbit probatio, εναπόκειται στο Συμβούλιο να αποδείξει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, το βάσιμο των λόγων που ελήφθησαν υπόψη έναντι του ενδιαφερομένου βάσει του κριτηρίου β', έστω και αν δεν απαιτείται να προσκομίσει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν τους λόγους αυτούς (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2026, UC κατά Συμβουλίου, C-455/24 P, EU:C:2026:253, σκέψη 115 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

96      Εντούτοις, δεδομένου ότι, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Συμβούλιο προσκόμισε ένα σύνολο κρίσιμων πληροφοριών και αποδεικτικών στοιχείων που πιστοποιούσαν ότι το κριτήριο αυτό πληρούνταν πράγματι, εναπέκειτο στην αναιρεσείουσα, κατ’ εφαρμογήν της ίδιας αυτής αρχής, όταν αμφισβητούσε τις εν λόγω πληροφορίες ή τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία επικαλούμενη τη δυσμενή μεταχείριση που, κατά την άποψή της, της επεφύλασσε το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο λόγω των μέτρων ή κυρώσεων που της επιβλήθηκαν, να αποδείξει ότι η μεταχείριση αυτή επηρέασε αρνητικά την υλοποίηση του έργου Minsk World και, ως εκ τούτου, το όφελος που άντλησε από το εν λόγω καθεστώς για να διασφαλίσει την υλοποίηση του έργου.

97      Όσον αφορά την ένατη αιτίαση, με την οποία η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η εκτίμηση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 107 έως 110 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ενέχει νομικά σφάλματα που έχουν ήδη επισημανθεί, αρκεί η διαπίστωση ότι τα νομικά σφάλματα που προβάλλονται με την αιτίαση αυτή ταυτίζονται με εκείνα που αποτελούν το αντικείμενο των οκτώ πρώτων αιτιάσεων, οπότε η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους με εκείνους για τους οποίους απορρίφθηκαν οι οκτώ πρώτες αιτιάσεις.

98      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, από τις οποίες προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς απέρριψε την προσφυγή επί της ουσίας, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

99      Δεδομένου ότι τα σημεία του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα οποία αφορά ο λόγος αυτός αρκούν για να δικαιολογήσουν το διατακτικό της απόφασης, με αποτέλεσμα τα νομικά σφάλματα που διαπιστώθηκαν κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως να μην ασκούν επιρροή στο διατακτικό (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, United Parcel Service κατά Επιτροπής, C-297/22 P, EU:C:2023:1027, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

100    Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων. Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1 του Κανονισμού Διαδικασίας, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

101    Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, πρέπει να υποχρεωθεί να φέρει, εκτός από τα δικά της δικαστικά έξοδα, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)      Η Dana Astra IOOO φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.