Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)
της 15ης Ιανουαρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Άρθρο 101 ΣΛΕΕ – Απαγόρευση των συμπράξεων – Διαδικασίες επί παραβάσει των κανόνων του δικαίου ανταγωνισμού τις οποίες διεξάγουν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού – Εύλογη διάρκεια της διαδικασίας – Προθεσμία περατώσεως της έρευνας στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει – Εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει στην εθνική αρχή ανταγωνισμού να παρατείνει μονομερώς την εν λόγω προθεσμία λόγω περιστάσεων που συνεπάγονται διεύρυνση του αντικειμένου της διαδικασίας ή του αριθμού των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων – Γενική αρχή του δικαιώματος χρηστής διοίκησης – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Δικαιώματα άμυνας των επιχειρήσεων – Αρχή της αποτελεσματικότητας »
Στην υπόθεση C-588/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) με απόφαση της 26ης Αυγούστου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Σεπτεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Imballaggi Piemontesi Srl
κατά
Autorit? Garante della Concorrenza e del Mercato (AGCM),
παρισταμένων των:
DS Smith Holding Italia SpA,
Associazione Italiana Scatolifici (ACIS),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Passer, πρόεδρο τμήματος, M. L. Arastey Sah?n (εισηγήτρια), πρόεδρο του πέμπτου τμήματος, και Δ. Γρατσία, δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Imballaggi Piemontesi Srl, εκπροσωπούμενη από τους E. R. Desana, M. E. Musumeci και T. S. Musumeci, avvocati,
– η l’Autorit? Garante della Concorrenza e del Mercato (AGCM), εκπροσωπούμενη από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τους A. Jacoangeli και L. Reali, avvocati dello Stato,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Κ. Μπόσκοβιτς,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. Alves, P. Barros da Costa και A. Nogueira,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την E. Rousseva και τον P. Tomassi,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 41 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) καθώς και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Imballaggi Piemontesi Srl και της Autorit? Garante della Concorrenza e del Mercato (AGCM) (Αρχής προστασίας του ανταγωνισμού και της αγοράς, Ιταλία, στο εξής: AGCM) σχετικά με τις κυρώσεις που η αρχή αυτή επέβαλε στην Imballaggi Piemontesi λόγω σύμπραξης αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η Συνθήκη ΛΕΕ
3 Κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ:
«Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, [...]».
Ο Χάρτης
4 Το άρθρο 41 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα χρηστής διοίκησης», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης.
2. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει ιδίως:
α) το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν να ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του,
[...]
γ) την υποχρέωση της διοίκησης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.
[...]»
5 Το άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου», ορίζει τα εξής:
«Κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. [...]
[...]»
Το ιταλικό δίκαιο
Ο νόμος 287/90
6 Το άρθρο 1 του legge n. 287 – Norme per la tutela della concorrenza e del mercato (νόμου 287, περί θεσπίσεως διατάξεων για την προστασία του ανταγωνισμού και της αγοράς), της 10ης Οκτωβρίου 1990 (GURI αριθ. 240, της 13ης Οκτωβρίου 1990, σ. 3), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος 287/90), το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής και σχέση με το δίκαιο [της Ένωσης]», ορίζει στην παράγραφο 4 τα εξής:
«Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου ερμηνεύονται βάσει των αρχών του δικαίου [της Ένωσης] που εφαρμόζονται στον τομέα του ανταγωνισμού.»
7 Το άρθρο 12 του νόμου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξουσίες έρευνας», προβλέπει στην παράγραφο 1quater τα εξής:
«Οι διαδικασίες που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 101 ή 102 ΣΛΕΕ ή των άρθρων 2 ή 3 του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης από την [AGCM] των εξουσιών που μνημονεύονται στο παρόν κεφάλαιο ΙΙ, τηρούν τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και του [Χάρτη]».
8 Το άρθρο 14 του νόμου, το οποίο τιτλοφορείται «Έρευνα», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Σε περίπτωση εικαζόμενης παράβασης των άρθρων 101 ή 102 ΣΛΕΕ ή των άρθρων 2 ή 3 του παρόντος νόμου, η [AGCM] διεξάγει έρευνα εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και γνωστοποιεί την έναρξη της έρευνας στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και οντότητες. Οι δικαιούχοι ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι επιχειρήσεων και οντοτήτων έχουν το δικαίωμα να ακουστούν, αυτοπροσώπως ή δι’ ειδικού εντολοδόχου, εντός προθεσμίας καθοριζομένης κατά το χρονικό σημείο της κοινοποίησης και έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις και να εκθέσουν την άποψή τους σε κάθε στάδιο της έρευνας, καθώς και να ακουστούν εκ νέου πριν από την περάτωση της έρευνας.»
Το προεδρικό διάταγμα 217/98
9 Το άρθρο 6 του decreto del Presidente della Repubblica n. 217 – Regolamento recante norme in materia di procedure istruttorie di competenza dell’Autorit? garante della concorrenza e del mercato (προεδρικού διατάγματος 217, περί καθορισμού των κανόνων εφαρμογής των διαδικασιών έρευνας που υπάγονται στην αρμοδιότητα της Αρχής προστασίας του ανταγωνισμού και της αγοράς), της 30ής Απριλίου 1998 (GURI αριθ. 158, της 9ης Ιουλίου 1998), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: προεδρικό διάταγμα 217/98), το οποίο επιγράφεται «Κίνηση της έρευνας», προβλέπει στην παράγραφο 3 τα εξής:
«Η απόφαση περί κινήσεως της έρευνας πρέπει να αναφέρει τα ουσιώδη στοιχεία των εικαζόμενων παραβάσεων, την προθεσμία για την περάτωση της διαδικασίας, τον υπεύθυνο της διαδικασίας, την υπηρεσία όπου μπορούν να αναζητηθούν οι σχετικές με τη διαδικασία πράξεις, καθώς και την προθεσμία εντός της οποίας οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και οντότητες μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα ακροάσεως που αναφέρεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του [νόμου 287/90]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10 Με απόφαση της 22ας Μαρτίου 2017, η AGCM άρχισε τη διεξαγωγή έρευνας στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει, δυνάμει του άρθρου 14 του νόμου 287/90 (στο εξής: επίμαχη διαδικασία επί παραβάσει), έναντι 19 εταιριών, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η Imballaggi Piemontesi, με σκοπό τη διαπίστωση τυχόν παραβάσεων του άρθρου 101 ΣΛΕΕ λόγω της συμμετοχής τους σε εικαζόμενη σύμπραξη στην αγορά των φύλλων κυματοειδούς χαρτονιού, η οποία προσδιορίστηκε ως «σύμπραξη στον τομέα των φύλλων». Με την απόφαση αυτή ορίστηκε ως προθεσμία για την περάτωση της έρευνας η 31η Μαΐου 2018.
11 Με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, η έρευνα επεκτάθηκε και σε τρεις άλλες εταιρίες, λόγω της συμμετοχής τους στην εν λόγω εικαζόμενη σύμπραξη, καθώς και σε τέσσερις εταιρίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η Imballaggi Piemontesi, λόγω της συμμετοχής τους σε άλλη εικαζόμενη σύμπραξη στην αγορά των συσκευασιών, η οποία προσδιορίστηκε ως «σύμπραξη στον τομέα των συσκευασιών», κατά παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.
12 Με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, η επίμαχη διαδικασία έρευνας επεκτάθηκε έτι περαιτέρω και σε δύο άλλες εταιρίες, λόγω της συμμετοχής τους στην εικαζόμενη σύμπραξη στον τομέα των φύλλων, καθώς και σε οκτώ άλλες εταιρίες, λόγω της συμμετοχής τους στην εικαζόμενη σύμπραξη στον τομέα των συσκευασιών.
13 Με απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2018, η προθεσμία περατώσεως της έρευνας, η οποία είχε αρχικώς οριστεί για τις 31 Μαΐου 2018, μετατέθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2018.
14 Με απόφαση της 9ης Μαΐου 2018, η επίμαχη διαδικασία έρευνας επεκτάθηκε και σε τέσσερις άλλες εταιρίες, λόγω της συμμετοχής τους στην εικαζόμενη σύμπραξη στον τομέα των φύλλων, καθώς και σε δύο άλλες εταιρίες, λόγω της συμμετοχής τους στην εικαζόμενη σύμπραξη στον τομέα των συσκευασιών.
15 Με απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2018, αφενός, η εν λόγω διαδικασία έρευνας επεκτάθηκε έτι περαιτέρω και σε τρεις άλλες εταιρίες, λόγω της συμμετοχής τους στην εικαζόμενη σύμπραξη στον τομέα των φύλλων, καθώς και σε έξι άλλες εταιρίες, λόγω της συμμετοχής τους στην εικαζόμενη σύμπραξη στον τομέα των συσκευασιών.
16 Αφετέρου, το αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας έρευνας επεκτάθηκε επίσης στη διαπίστωση, πρώτον, ενδεχόμενων συμπεριφορών με σκοπό τον περιορισμό ή τον έλεγχο της παραγωγής φύλλων κυματοειδούς χαρτονιού, δεύτερον, ενός συντονισμένου καθορισμού του τιμοκαταλόγου για το έτος 2004, καθώς και, τρίτον, όσον αφορά την αγορά των συσκευασιών, τυχόν κατανομής πελατών στο πλαίσιο ενδεχόμενων διαγωνισμών που προκηρύχθηκαν από τους τελευταίους, κατά παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.
17 Τέλος, πάντοτε με την απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2018, η προθεσμία περατώσεως της ίδιας έρευνας παρατάθηκε για δεύτερη φορά και ορίστηκε στις 19 Ιουλίου 2019.
18 Η απόφαση με την οποία περατώθηκε η επίμαχη διαδικασία έρευνας εκδόθηκε στις 17 Ιουλίου 2019. Με την απόφαση αυτή, η AGCM διαπίστωσε ότι η Imballaggi Piemontesi είχε μετάσχει στη σύμπραξη στον τομέα των φύλλων και της επέβαλε πρόστιμο ύψους 6 147 746 ευρώ.
19 Με απόφαση της 24ης Μαΐου 2021, το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικό πρωτοδικείο περιφέρειας Λατίου, Ιταλία) απέρριψε την προσφυγή της Imballaggi Piemontesi κατά της εν λόγω αποφάσεως.
20 Η εταιρία άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία), το οποίο, με απόφαση της 1ης Μαρτίου 2023, έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση και την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή, αλλά μόνον όσον αφορά το ποσό του προστίμου.
21 Η Imballaggi Piemontesi άσκησε, ενώπιον του ίδιου αυτού δικαστηρίου, αίτηση αναθεωρήσεως της αποφάσεως της 1ης Μαρτίου 2023. Στο πλαίσιο της εν λόγω αιτήσεως, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
22 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η επίμαχη διαδικασία έρευνας ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη, δεδομένου ότι αφορούσε τη διαπίστωση δύο συμπράξεων αντίθετων προς το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ήτοι της συμπράξεως στον τομέα των φύλλων και της συμπράξεως στον τομέα των συσκευασιών, και ότι τόσο ο αριθμός των επιχειρήσεων τις οποίες αφορούσε η εν λόγω διαδικασία έρευνας όσο και το αντικείμενό της διευρύνθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Κατά συνέπεια, η προθεσμία περατώσεως της έρευνας έπρεπε να παραταθεί δις προκειμένου, αφενός, να διασφαλιστεί η ορθή και αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί εκ του νόμου στην AGCM και αποσκοπούν στην προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού δυνάμει των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, να διασφαλιστούν τα δικαιώματα άμυνας τόσο των επιχειρήσεων τις οποίες αφορούσε αρχικώς η εν λόγω διαδικασία έρευνας όσο και των επιχειρήσεων στις οποίες αυτή επεκτάθηκε.
23 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου δεν προβλέπει δεσμευτική προθεσμία για την περάτωση των διοικητικών διαδικασιών που σκοπούν στη διαπίστωση της ύπαρξης σύμπραξης αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού.
24 Όσον αφορά το εθνικό δίκαιο, η μέγιστη διάρκεια της διαδικασίας έρευνας δεν ρυθμίζεται κατά τρόπο σταθερό. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του προεδρικού διατάγματος 217/98 ορίζει ότι η απόφαση περί κινήσεως της έρευνας πρέπει να αναφέρει, μεταξύ άλλων, την προθεσμία για την περάτωση της διαδικασίας έρευνας, παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην AGCM διακριτική ευχέρεια που της επιτρέπει να καθορίζει προθεσμία με πλήρη αυτονομία, ανάλογα με την πολυπλοκότητα της εκάστοτε διαδικασίας.
25 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η προθεσμία περατώσεως που αναφέρεται στην απόφαση περί κινήσεως της έρευνας πρέπει να θεωρηθεί δεσμευτική ή αν, όπως τείνει να δεχθεί το αιτούν δικαστήριο, η AGCM πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παρατείνει μονομερώς την προθεσμία αυτή, με αιτιολογημένη πράξη, όταν συντρέχουν περιστάσεις που καθιστούν την έρευνα πιο πολύπλοκη από ό,τι είχε αρχικώς προβλέψει η εν λόγω αρχή.
26 Συναφώς, το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει, πρώτον, ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, του προεδρικού διατάγματος 217/98 δεν χαρακτηρίζει ως δεσμευτική την προθεσμία περατώσεως της έρευνας.
27 Δεύτερον, πρέπει να ακολουθηθεί η νομολογία που απορρέει από την απόφαση του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας) της 29ης Μαΐου 2018, σύμφωνα με την οποία, με τον ίδιο τρόπο που η AGCM έχει την εξουσία να καθορίζει αυτοτελώς, ανάλογα με την περίπτωση, τον χρόνο που απαιτείται για την περάτωση της διαδικασίας έρευνας, έχει επίσης την εξουσία να επανακαθορίζει τη διάρκειά της ενόσω διαρκεί η έρευνα, υπό την προϋπόθεση ότι θα το πράξει πριν από τη λήξη της αρχικώς ορισθείσας προθεσμίας και με δεόντως αιτιολογημένη πράξη.
28 Σε ορισμένες αποφάσεις, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) διαπίστωσε, όσον αφορά διαδικασίες διεξαγόμενες από άλλες εθνικές αρχές ελέγχου και εποπτείας, τον δεσμευτικό χαρακτήρα των προθεσμιών περατώσεως που καθορίζονταν από την εφαρμοστέα σε καθεμία από τις αρχές αυτές εθνική ρύθμιση. Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ωστόσο ότι τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση των διαδικασιών τις οποίες διεξάγει η AGCM στον τομέα του ανταγωνισμού και για τις οποίες το προεδρικό διάταγμα 217/98 δεν προβλέπει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να περατωθεί η διαδικασία έρευνας, αλλά καταλείπει τον καθορισμό της προθεσμίας αυτής στην AGCM, κατ’ εκτίμησή της, σε συνάρτηση με την πολυπλοκότητα κάθε υποθέσεως.
29 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στη σκέψη 28 της αποφάσεως της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ (C-334/12 RX-II, EU:C:2013:134), από την οποία προκύπτει ότι, όταν η διάρκεια της διαδικασίας δεν καθορίζεται από διάταξη του δικαίου της Ένωσης, ο «εύλογος» χαρακτήρας της προθεσμίας που τήρησε ένα θεσμικό όργανο για την έκδοση της επίμαχης πράξεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το σύνολο των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν κάθε υπόθεση και, ειδικότερα, με τα συμφέροντα του διαδίκου που διακυβεύονται στη δίκη, την περιπλοκότητα της υποθέσεως, καθώς και τη συμπεριφορά των διαδίκων. Επισημαίνει ότι, με τη σκέψη 29 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι ο εύλογος χαρακτήρας μιας προθεσμίας δεν μπορεί να καθορίζεται με αναφορά σε ένα ακριβές ανώτατο όριο, προσδιοριζόμενο κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πρέπει να εκτιμάται σε κάθε υπόθεση σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υποθέσεως.
30 Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από τη σκέψη 105 της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 2012, Bollor? κατά Επιτροπής (T-372/10, EU:T:2012:325), προκύπτει, αφενός, ότι η υπέρβαση ενός εύλογου χρονικού διαστήματος δεν μπορεί να αποτελεί λόγο ακυρώσεως αποφάσεως διαπιστώνουσας παραβάσεις παρά μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι η παραβίαση της αρχής αυτής προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και, αφετέρου, ότι, πέραν της συγκεκριμένης αυτής περιπτώσεως, η μη τήρηση της υποχρεώσεως αποφάνσεως εντός εύλογου χρονικού διαστήματος δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της διοικητικής διαδικασίας.
31 Στο πλαίσιο αυτό, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πρέπει να αποδείξουν με επαρκή ακρίβεια ότι δυσκολεύθηκαν να αμυνθούν έναντι των αιτιάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διευκρινίζοντας ποια έγγραφα ή μαρτυρίες δεν θα μπορούσαν πλέον να ζητήσουν και τους λόγους για τους οποίους τούτο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την άμυνά τους.
32 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, εν προκειμένω, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Imballaggi Piemontesi δεν απέδειξε με ποιον τρόπο η παράταση της προθεσμίας περατώσεως της επίμαχης διαδικασίας έρευνας έθιξε την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνάς της. Αντιθέτως, η παράταση της προθεσμίας αποφασίσθηκε προκειμένου να καταστεί δυνατή η κατ’ αντιπαράθεση συζήτηση με τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και, συνεπώς, η πλήρης άσκηση των δικαιωμάτων άμυνάς τους σε σχέση με την υποκειμενική και αντικειμενική επέκταση της διαδικασίας αυτής, ήτοι με τις νέες περιστάσεις που προέκυψαν μεσούσης της διαδικασίας. Συντάσσεται, συνεπώς, με την άποψη της AGCM, η οποία θεωρεί ότι τυχόν απαγόρευση της παράτασης της προθεσμίας περατώσεως που είχε προβλεφθεί αρχικώς θα συνεπαγόταν, σε υποθέσεις που παρουσιάζουν τέτοια πολυπλοκότητα, τον συστημικό κίνδυνο να παραμένουν ατιμώρητες οι συμπεριφορές που συνιστούν παραβιάσεις του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, γεγονός που θα έθιγε την αρχή της αποτελεσματικότητας.
33 Συμπερασματικά, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η προθεσμία περατώσεως της έρευνας την οποία όρισε η AGCM με την κοινοποίηση των αιτιάσεων είναι δεσμευτική, τούτο θα σήμαινε για την εν λόγω αρχή μόνον απώλεια της εξουσίας επιβολής κυρώσεων, αλλά όχι της «εξουσίας ελέγχου της συμμόρφωσης» που της έχει ανατεθεί, ήτοι της εξουσίας να διαπιστώνει την ύπαρξη σύμπραξης και να απαγορεύει στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να υιοθετήσουν, στο μέλλον, παρόμοιες συμπεριφορές.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιτίθενται τα άρθρα 41 και 47 του [Χάρτη] και το άρθρο 6 της [ΕΣΔΑ] σε εθνική ρύθμιση η οποία, όσον αφορά την εποπτεία των περιοριστικών του ελεύθερου ανταγωνισμού συμφωνιών, για τους σκοπούς άσκησης της εξουσίας επιβολής κυρώσεων και υπό την επιφύλαξη της άσκησης των εξουσιών ελέγχου της συμμόρφωσης, δεν προβλέπει ρητώς τον δεσμευτικό χαρακτήρα της προθεσμίας για την περάτωση της διαδικασίας που ορίζει η AGCM με την κοινοποίηση των αιτιάσεων, επιτρέποντας στην AGCM να παρατείνει μονομερώς την εν λόγω προθεσμία, μέσω αιτιολογημένων μέτρων παράτασης, λόγω της συνδρομής περιστάσεων που οδηγούν σε αντικειμενική ή υποκειμενική διεύρυνση του ελέγχου;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
35 Εισαγωγικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση η οποία να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί (απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, Kr?ger, C-334/95, EU:C:1997:378, σκέψη 22). Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί [βλ. αποφάσεις της 28ης Νοεμβρίου 2000, Roquette Fr?res, C-88/99, EU:C:2000:652, σκέψη 18, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C-305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 88].
36 Κατά πρώτον, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο προσδιορίζει τα άρθρα 41 και 47 του Χάρτη ως διατάξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες θεωρεί ότι χρήζουν ερμηνείας.
37 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο του 51, παράγραφος 1, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, η διάταξη δε αυτή επιβεβαιώνει την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης έχουν εφαρμογή σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, πλην όμως όχι πέραν των καταστάσεων αυτών [βλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2013, ?kerberg Fransson, C-617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 19, και της 6ης Μαρτίου 2025, D. K. (Αφαίρεση υποθέσεων από δικαστή), C-647/21 και C-648/21, EU:C:2025:143, σκέψη 38].
38 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά εθνική ρύθμιση σχετική με τις προθεσμίες που ισχύουν για το στάδιο της έρευνας στο πλαίσιο διαδικασίας διεξαγόμενης από εθνική αρχή ανταγωνισμού για την εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, και ειδικότερα του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη. Ο Χάρτης έχει, επομένως, εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.
40 Κατά δεύτερον, δεδομένου ότι στο προδικαστικό ερώτημα μνημονεύεται και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι, όπως επιβεβαιώνει το άρθρο 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα κατοχυρωμένα στην ΕΣΔΑ θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης ως γενικές αρχές και μολονότι το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη ορίζει ότι τα περιεχόμενα στον Χάρτη δικαιώματα τα οποία αντιστοιχούν σε δικαιώματα διασφαλιζόμενα από την ΕΣΔΑ έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση, εντούτοις η ΕΣΔΑ δεν συνιστά, ενόσω η Ένωση δεν έχει προσχωρήσει σε αυτήν, νομική πράξη τυπικώς ενταγμένη στην έννομη τάξη της Ένωσης (απόφαση της 18ης Απριλίου 2024, Pr?fet du Gers και Institut national de la statistique et des ?tudes ?conomiques, C-716/22, EU:C:2024:339, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης καθώς και η εξέταση του κύρους των πράξεων της Ένωσης πρέπει να διεξάγονται υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη (απόφαση της 18ης Απριλίου 2024, Pr?fet du Gers και Institut national de la statistique et des ?tudes ?conomiques, C-716/22, EU:C:2024:339, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία κατοχυρώνεται σήμερα με το άρθρο 47 του Χάρτη. Το εν λόγω άρθρο 47 διασφαλίζει, σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης, την προστασία που παρέχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ. Επομένως, προσήκει αναφορά μόνο στο εν λόγω άρθρο 47 (απόφαση της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund, C-682/15, EU:C:2017:373, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Κατά τρίτον, όσον αφορά το άρθρο 41 του Χάρτη, υπενθυμίζεται ότι από το γράμμα του ως άνω άρθρου προκύπτει σαφώς ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν απευθύνεται στα κράτη μέλη, αλλά αποκλειστικώς στα θεσμικά όργανα και στα λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης (απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Orsz?gos Idegenrend?szeti F?igazgat?s?g κ.λπ., C-159/21, EU:C:2022:708, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Τούτου δοθέντος, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την τήρηση της εύλογης προθεσμίας στο πλαίσιο των διεξαγόμενων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαδικασιών οι οποίες εμπίπτουν στο δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη, αποτυπώνει μια γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία ισχύει ως προς τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο αυτό (πρβλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Orsz?gos Idegenrend?szeti F?igazgat?s?g κ.λπ., C-159/21, EU:C:2022:708, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η τήρηση μιας εύλογης προθεσμίας στις διοικητικές διαδικασίες σχετικά με την πολιτική ανταγωνισμού αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, C-105/04 P, EU:C:2006:592, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η οποία περιλαμβάνεται, ως στοιχείο του δικαιώματος χρηστής διοίκησης, στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη.
46 Τέλος, κατά τέταρτον, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κάνει επίσης λόγο για την αρχή της αποτελεσματικότητας.
47 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της γενικής αρχής του δικαιώματος χρηστής διοίκησης, του άρθρου 47 του Χάρτη καθώς και της αρχής της αποτελεσματικότητας, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας έχουσας ως αντικείμενο τη διαπίστωση αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικής, την οποία διεξάγει εθνική αρχή ανταγωνισμού, δεν προβλέπει ρητώς ότι η προθεσμία περατώσεως της έρευνας που διενεργείται στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, την οποία ορίζει η εν λόγω αρχή με την κοινοποίηση των αιτιάσεων, έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να μπορεί η εν λόγω αρχή να παρατείνει μονομερώς την εν λόγω προθεσμία, με αιτιολογημένες πράξεις, όταν συντρέχουν περιστάσεις που συνεπάγονται διεύρυνση του αντικειμένου της εν λόγω διαδικασίας ή του αριθμού των επιχειρήσεων τις οποίες αυτή αφορά.
48 Συναφώς, ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως της Ένωσης που να διέπει τις διαδικαστικές προθεσμίες για τη διαπίστωση των παραβάσεων του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης και για την επιβολή κυρώσεων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες στον τομέα αυτόν (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2025, Caronte & Tourist, C-511/23, στο εξής: απόφαση Caronte & Tourist, EU:C:2025:42, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
49 Εντούτοις, τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αποτελεσματικότητας, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και, συγκεκριμένα στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι κανόνες που θεσπίζουν ή εφαρμόζουν να μη θίγουν την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (απόφαση Caronte & Tourist, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
50 Οι εθνικοί κανόνες που καθορίζουν τις διαδικαστικές προθεσμίες για τη διαπίστωση των παραβάσεων και για την επιβολή κυρώσεων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού πρέπει να έχουν διαμορφωθεί κατά τρόπον ώστε να επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ, αφενός, των σκοπών της κατοχύρωσης της ασφάλειας δικαίου και της διασφάλισης της εξέτασης των υποθέσεων εντός εύλογης προθεσμίας, ως γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, και, αφετέρου, της πραγματικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, προκειμένου να προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον που συνίσταται στην αποτροπή της στρέβλωσης της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς από επιζήμιες για τον ανταγωνισμό συμφωνίες ή πρακτικές (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, Whiteland Import Export, C-308/19, EU:C:2021:47, σκέψη 49).
51 Προκειμένου να κριθεί αν ένα εθνικό σύστημα προθεσμιών τηρεί μια τέτοια ισορροπία, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η διάρκεια της οικείας προθεσμίας καθώς και το σύνολο των κανόνων εφαρμογής της, όπως είναι η ημερομηνία ενάρξεως της προθεσμίας, οι κανόνες βάσει των οποίων αρχίζει να τρέχει καθώς και εκείνοι βάσει των οποίων αναστέλλεται ή διακόπτεται (πρβλ. απόφαση Caronte & Tourist, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Πρέπει, επίσης, να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες που συνδέονται με τις υποθέσεις που εμπίπτουν στο δίκαιο ανταγωνισμού και, ειδικότερα, το γεγονός ότι οι υποθέσεις αυτές απαιτούν, κατ’ αρχήν, τη διενέργεια πολύπλοκης ανάλυσης πραγματικών περιστατικών και οικονομικών στοιχείων (πρβλ. απόφαση Caronte & Tourist, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
53 Εξάλλου, για τον καθορισμό των εύλογων χρονικών ορίων των διαδικασιών που διεξάγουν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού με σκοπό την επιβολή κυρώσεων για τις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές, η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν ένα σύστημα προθεσμιών αρκούντως ακριβές, σαφές και προβλέψιμο, ώστε να παρέχεται στο σύνολο των εμπλεκομένων φορέων η δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλουν οι επίμαχοι κανόνες και να λαμβάνουν ως εκ τούτου τα μέτρα τους (απόφαση Caronte & Tourist, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Επιπλέον, κατά τον καθορισμό των διαδικαστικών προθεσμιών για τη διαπίστωση των παραβάσεων και για την επιβολή κυρώσεων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν όχι μόνον γενικούς κανόνες παραγραφής εφαρμοστέους στη διαδικασία επί παραβάσει στο σύνολό της, αλλά και, ενδεχομένως, προθεσμίες που διέπουν τη διεξαγωγή ορισμένων σταδίων της διαδικασίας (πρβλ. απόφαση Caronte & Tourist, σκέψη 51).
55 Όσον αφορά τις προθεσμίες αυτές, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι προθεσμίες αυτές δεν καθορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, αλλά καθορίζονται από τις αρχές αυτές κατά περίπτωση, σε συνάρτηση με την πολυπλοκότητα της εκάστοτε διαδικασίας επί παραβάσει, εφόσον οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις εν λόγω προθεσμίες είναι σύμφωνοι προς τις απαιτήσεις που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 50 έως 53 της παρούσας αποφάσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Caronte & Tourist, σκέψη 51).
56 Όσον αφορά τη δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας περατώσεως της έρευνας την οποία όρισε η εθνική αρχή ανταγωνισμού με την κοινοποίηση των αιτιάσεων, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προκειμένου να εκπληρώσουν αποτελεσματικά την υποχρέωσή τους να εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα του ανταγωνισμού, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού πρέπει να είναι σε θέση να προσδίδουν διαφορετικό βαθμό προτεραιότητας στις καταγγελίες που τους υποβάλλονται, διαθέτοντας, προς τούτο, ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως (απόφαση Caronte & Tourist, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
57 Δεν μπορεί, όμως, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, ανάλογα με την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί σε μία ή σε περισσότερες εν εξελίξει διαδικασίες επί παραβάσει, μια εθνική αρχή ανταγωνισμού να αναγκαστεί να παρατείνει προσωρινά την έρευνα μιας άλλης διαδικασίας επί παραβάσει και, επομένως, την προθεσμία περατώσεως της έρευνας στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.
58 Δεύτερον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 52 της παρούσας αποφάσεως, οι υποθέσεις που εμπίπτουν στο περί ανταγωνισμού δίκαιο της Ένωσης απαιτούν, κατ’ αρχήν, τη διενέργεια πολύπλοκης ανάλυσης των πραγματικών περιστατικών και των οικονομικών στοιχείων. Συνεπώς, σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων με υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας, ενδέχεται να αποδειχθεί αναγκαία η έκδοση πολυάριθμων πράξεων και η λήψη μέτρων έρευνας προκειμένου να διενεργηθεί μια τέτοια ανάλυση, τέτοιου είδους πράξεις και τέτοιου είδους μέτρα επιμηκύνουν δε κατ’ ανάγκην τη διάρκεια της διαδικασίας επί παραβάσει (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, Whiteland Import Export, C-308/19, EU:C:2021:47, σκέψη 56).
59 Τρίτον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ένα εθνικό καθεστώς παραγραφής το οποίο, για εγγενείς σε αυτό λόγους, εμποδίζει συστημικά την επιβολή αποτελεσματικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για παραβιάσεις του περί ανταγωνισμού δικαίου της Ένωσης μπορεί να καταστήσει πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αποτελεσματικότητας εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει προθεσμία παραγραφής της οποίας η εφαρμογή είναι ικανή, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης πολυπλοκότητας των υποθέσεων που εμπίπτουν στο δίκαιο του ανταγωνισμού, να δημιουργήσει συστημικό κίνδυνο ατιμωρησίας για πράξεις που συνιστούν παραβάσεις του δικαίου αυτού (απόφαση Caronte & Tourist, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
60 Υπό το πρίσμα αυτό, η απαγόρευση, για μια εθνική αρχή ανταγωνισμού, παράτασης της προθεσμίας περατώσεως του σταδίου της έρευνας διαδικασίας επί παραβάσει θα μπορούσε να παρεμποδίσει την επιβολή αποτελεσματικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για παραβάσεις του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
61 Πράγματι, μια τέτοια απαγόρευση θα μπορούσε να εμποδίσει την εν λόγω αρχή να διεξαγάγει έρευνα που να καλύπτει όλες τις πτυχές μιας αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικής, υποχρεώνοντάς την να εκδώσει απόφαση βάσει ενδεχομένως ελλιπών στοιχείων, τούτο δε προκειμένου να μην απολέσει τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων στις επιχειρήσεις στις οποίες είχε αρχικώς κοινοποιηθεί η προθεσμία περατώσεως. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να μείνουν ατιμώρητες ορισμένες πράξεις που συνιστούν παραβάσεις των εν λόγω άρθρων και/ή συμπεριφορές ορισμένων άλλων επιχειρήσεων που επίσης συμμετείχαν στις παραβάσεις αυτές, πλην όμως η διαδικασία επί παραβάσει δεν είχε εξαρχής στραφεί εναντίον τους.
62 Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, όταν τούτο κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να είναι σε θέση να επιβάλουν αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για τις παραβιάσεις του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, να παρατείνουν την προθεσμία περατώσεως της έρευνας στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.
63 Εντούτοις, μια τέτοια παράταση της προθεσμίας περατώσεως δεν πρέπει, κατ’ αρχήν, να έχει ως συνέπεια τυχόν υπέρβαση του εύλογου χρονικού διαστήματος εντός του οποίου πρέπει να ολοκληρωθεί το εν λόγω στάδιο της διαδικασίας επί παραβάσει.
64 Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας που τηρήθηκε για την έκδοση πράξεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το σύνολο των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν κάθε υπόθεση και, ειδικότερα, με τα συμφέροντα του διαδίκου που διακυβεύονται στη δίκη, την περιπλοκότητα της υποθέσεως, καθώς και τη συμπεριφορά των διαδίκων (πρβλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, C-334/12 RX-II, EU:C:2013:134, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
65 Τούτου λεχθέντος, ο κατάλογος των κριτηρίων αυτών δεν είναι εξαντλητικός και η εκτίμηση του εύλογου χαρακτήρα της προθεσμίας δεν επιβάλλει συστηματική εξέταση των περιστάσεων της υποθέσεως ενόψει καθενός κριτηρίου όταν η διάρκεια της διαδικασίας παρίσταται δικαιολογημένη ενόψει ενός μόνον κριτηρίου. Έτσι, η περιπλοκότητα της υποθέσεως μπορεί να γίνει δεκτή προς δικαιολόγηση μιας προθεσμίας η οποία κατ’ αρχάς είναι πολύ μεγάλη (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2007, Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής, C-403/04 P και C-405/04 P, EU:C:2007:52, σκέψη 117 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
66 Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι ο εύλογος χαρακτήρας μιας προθεσμίας δεν μπορεί να καθορίζεται με αναφορά σε ένα ακριβές ανώτατο όριο, προσδιοριζόμενο κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πρέπει να εκτιμάται σε κάθε υπόθεση σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υποθέσεως (απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, C-334/12 RX-II, EU:C:2013:134, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
67 Γενικότερα, η παράταση της προθεσμίας για την περάτωση της έρευνας στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει δεν θα πρέπει να συνεπάγεται προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, κατά την άσκηση της διαδικαστικής αυτονομίας του, ένα κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίζει όχι μόνον την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης καθώς και τη δίωξη και καταστολή των παραβάσεων του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, αλλά και την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των δικαιωμάτων άμυνας των επιχειρήσεων τις οποίες αφορούν οι διαδικασίες επί παραβάσει (πρβλ. απόφαση Caronte & Tourist, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
68 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα χρηστής διοίκησης περιλαμβάνει την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Minister van Buitenlandse Zaken, C-225/19 και C-226/19, EU:C:2020:951, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η δε υποχρέωση αυτή αποτελεί επίσης, στο μέτρο που αποσκοπεί στο να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους του εις βάρους του ατομικού μέτρου, το αναγκαίο συμπλήρωμα της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, PI, C-230/18, EU:C:2019:383, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
69 Συνεπώς, πρώτον, η παράταση της προθεσμίας περατώσεως του σταδίου της έρευνας διαδικασίας επί παραβάσει πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου περί της οποίας έγινε λόγος στη σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως και την εξ αυτής απορρέουσα απαίτηση προβλεψιμότητας, να γνωστοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση το συντομότερο δυνατόν και, εν πάση περιπτώσει, πριν από τη λήξη της παραταθείσας προθεσμίας περατώσεως. Επιπλέον, στην απόφαση περί παράτασης πρέπει να ορίζεται η νέα προθεσμία για την περάτωση του εν λόγω σταδίου έρευνας.
70 Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου, από την οποία απορρέει η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επιτάσσει, μεταξύ άλλων, οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς, τα δε αποτελέσματά τους να μπορούν να προβλεφθούν, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες για τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις. Επιπροσθέτως, δικαίωμα επικλήσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχει κάθε ιδιώτης που βρίσκεται σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή, παρέχοντάς του ακριβείς διαβεβαιώσεις, του δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2018, Klohn, C-167/17, EU:C:2018:833, σκέψεις 50 και 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
71 Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Imballagi Piemontesi επικαλείται την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προς υποστήριξη του ότι η AGCM δεν είχε δικαίωμα να παρατείνει την προθεσμία περατώσεως της επίμαχης διαδικασίας έρευνας. Υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει πάντως ότι η εταιρία αυτή έλαβε διαβεβαιώσεις εκ μέρους της αρχής αυτής ως προς το ότι η προθεσμία περατώσεως που είχε οριστεί με την κοινοποίηση των αιτιάσεων δεν μπορούσε να παραταθεί.
72 Δεύτερον, η παράταση της προθεσμίας περατώσεως του σταδίου της έρευνας διαδικασίας επί παραβάσει πρέπει να αιτιολογείται δεόντως με βάση την επέλευση περιστάσεων που κατέστησαν την έρευνα πιο πολύπλοκη από ό,τι είχε προβλέψει η εθνική αρχή ανταγωνισμού κατά τον χρόνο καθορισμού της προθεσμίας αυτής.
73 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η επίμαχη διαδικασία έρευνας ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη και ότι τόσο ο αριθμός των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων όσο και το αντικείμενό της διευρύνθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Τούτο θα μπορούσε να εκληφθεί ως εξήγηση για το ότι η προθεσμία περατώσεως της εν λόγω διαδικασίας παρατάθηκε δις, προκειμένου αφενός να διασφαλιστεί η αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων της AGCM και αφετέρου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα άμυνας τόσο των επιχειρήσεων τις οποίες αφορούσε αρχικώς η ίδια διαδικασία όσο και εκείνων στις οποίες αυτή επεκτάθηκε. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν οι αποφάσεις περί παράτασης της προθεσμίας περατώσεως της επίμαχης διαδικασίας έρευνας ήταν δεόντως αιτιολογημένες λόγω της επελεύσεως τέτοιων περιστάσεων.
74 Τέλος, τρίτον, η παράταση της προθεσμίας περατώσεως του σταδίου έρευνας διαδικασίας επί παραβάσει πρέπει να μπορεί να υπόκειται, σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, σε δικαστικό έλεγχο προκειμένου να εξακριβωθεί αν η απόφαση περί παράτασης της προθεσμίας αυτής και περί καθορισμού νέας προθεσμίας περατώσεως εκδόθηκε τηρουμένων της αρχής της εύλογης προθεσμίας και των δικαιωμάτων άμυνας της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, όπερ συνεπάγεται, ειδικότερα, ότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε εγκαίρως στην εν λόγω επιχείρηση και ότι αιτιολογήθηκε δεόντως λόγω της επέλευσης περιστάσεων που κατέστησαν την έρευνα πιο πολύπλοκη από ό,τι είχε προβλέψει η εθνική αρχή ανταγωνισμού κατά τον χρόνο καθορισμού της παραταθείσας προθεσμίας.
75 Εν προκειμένω, η ύπαρξη ενός τέτοιου δικαστικού ελέγχου φαίνεται να αποδεικνύεται, όπως προκύπτει τόσο από την απόφαση περί παραπομπής όσο και από τις γραπτές παρατηρήσεις της Imballaggi Piemontesi, η οποία αναφέρει ότι προσέβαλε ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων τις δύο αποφάσεις περί παράτασης της προθεσμίας περατώσεως της επίμαχης διαδικασίας έρευνας.
76 Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι, ακόμη και αν, σε δεδομένη περίπτωση, μια τέτοια παράταση παραβιάζει την αρχή της τήρησης εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η παραβίαση της αρχής αυτής είναι ικανή να δικαιολογήσει την ακύρωση απόφασης που εκδίδεται κατά το πέρας διοικητικής διαδικασίας βάσει των άρθρων 101 ή 102 ΣΛΕΕ μόνον εφόσον συνεπάγεται επίσης προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της εμπλεκόμενης επιχείρησης (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, C-31/23 P, EU:C:2024:851, σκέψη 150 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) και ότι, στο πλαίσιο αυτό, η εν λόγω επιχείρηση φέρει το βάρος επαρκούς κατά νόμον αποδείξεως του ότι, συνεπεία της εν λόγω υπερβολικής διάρκειας, δυσχεράνθηκε η άμυνά της κατά των ισχυρισμών της αρχής ανταγωνισμού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ., C-201/09 P και C-216/09 P, EU:C:2011:190, σκέψη 118 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
77 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει πάντως ότι, στη διαφορά της κύριας δίκης, η Imballaggi Piemontesi δεν απέδειξε ότι η παράταση της προθεσμίας περατώσεως της επίμαχης διαδικασίας έρευνας έθιξε την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνάς της.
78 Τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας περατώσεως των διαδικασιών λόγω παραβάσεως των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ τις οποίες διεξάγουν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού εξακολουθεί, εν πάση περιπτώσει, να υπόκειται στο ανώτατο όριο της απόλυτης προθεσμίας παραγραφής της οποίας ο καθορισμός εναπόκειται, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, στα κράτη μέλη (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, Whiteland Import Export, C-308/19, EU:C:2021:47, σκέψη 37).
79 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της γενικής αρχής του δικαιώματος χρηστής διοίκησης, του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της αρχής της αποτελεσματικότητας, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας έχουσας ως αντικείμενο τη διαπίστωση αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικής την οποία διεξάγει εθνική αρχή ανταγωνισμού, δεν προβλέπει ρητώς ότι η προθεσμία περατώσεως της έρευνας που διενεργείται στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, την οποία ορίζει η εν λόγω αρχή με την κοινοποίηση των αιτιάσεων, έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να μπορεί η εν λόγω αρχή να παρατείνει μονομερώς την εν λόγω προθεσμία, με αιτιολογημένες πράξεις οι οποίες υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, όταν συντρέχουν περιστάσεις που συνεπάγονται διεύρυνση του αντικειμένου της εν λόγω διαδικασίας ή του αριθμού των επιχειρήσεων τις οποίες αυτή αφορά, εφόσον η παράταση δεν έχει ως συνέπεια τυχόν υπέρβαση του εύλογου χρονικού διαστήματος εντός του οποίου πρέπει να ολοκληρωθεί η εν λόγω έρευνα.
Επί των δικαστικών εξόδων
80 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της γενικής αρχής του δικαιώματος χρηστής διοίκησης, του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της αρχής της αποτελεσματικότητας,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας έχουσας ως αντικείμενο τη διαπίστωση αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικής την οποία διεξάγει εθνική αρχή ανταγωνισμού, δεν προβλέπει ρητώς ότι η προθεσμία περατώσεως της έρευνας που διενεργείται στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, την οποία ορίζει η εν λόγω αρχή με την κοινοποίηση των αιτιάσεων, έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να μπορεί η εν λόγω αρχή να παρατείνει μονομερώς την εν λόγω προθεσμία, με αιτιολογημένες πράξεις οι οποίες υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, όταν συντρέχουν περιστάσεις που συνεπάγονται διεύρυνση του αντικειμένου της εν λόγω διαδικασίας ή του αριθμού των επιχειρήσεων τις οποίες αυτή αφορά, εφόσον η παράταση δεν έχει ως συνέπεια τυχόν υπέρβαση του εύλογου χρονικού διαστήματος εντός του οποίου πρέπει να ολοκληρωθεί η έρευνα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.