Υπόθεση C-401/25, Elettronica Industriale SpA κατά Ministero delle Imprese e del Made in Italy, Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 16ης Ιουλίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση C-401/25, Elettronica Industriale SpA κατά Ministero delle Imprese e del Made in Italy, Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 16ης Ιουλίου 2026
Υπόθεση C-401/25, Elettronica Industriale SpA κατά Ministero delle Imprese e del Made in Italy, Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 16ης Ιουλίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 16ης Ιουλίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Οδηγία 2002/21/ΕΚ – Άρθρο 9 – Διαχείριση ραδιοφάσματος για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Αρχή της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες – Άρθρο 9α – Επανεξέταση των περιορισμών υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων – Εθνικό μέτρο το οποίο επιβάλλει σε κάτοχο δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων να χρησιμοποιεί τις ραδιοσυχνότητες αυτές σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού προγράμματος κατανομής συχνοτήτων και δεν επιτρέπει την άσκηση διαφορετικών δραστηριοτήτων – Εθνικό μέτρο το οποίο επιβάλλει τη χρήση των εν λόγω ραδιοσυχνοτήτων αποκλειστικά για υπηρεσίες μετάδοσης επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης »

Στην υπόθεση C-401/25,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) με απόφαση της 16ης Ιουνίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Ιουνίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης

Elettronica Industriale SpA

κατά

Ministero delle Imprese e del Made in Italy,

παρισταμένης της:

Autorit? per le Garanzie nelle Comunicazioni (AGCOM),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei, S. Rodin, N. Pi?arra και N. Fenger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos S?nchez-Bordona

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Elettronica Industriale SpA, εκπροσωπούμενη από τον M. Molino, την C. Previti και τον G. Rossi, avvocati,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τους G. Aiello και A. De Curtis, avvocati dello Stato,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις L. Halajov?, J. O?kov? και J. Vl??il,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Conte και O. Gariazzo,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 9 και 9α της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 337, σ. 37) (στο εξής: οδηγία-πλαίσιο), καθώς και των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Elettronica Industriale SpA και του Ministero delle Imprese e del Made in Italy (Υπουργείου Επιχειρήσεων και Made in Italy, Ιταλία) (στο εξής: Υπουργείο) σχετικά με την απόρριψη από το Υπουργείο της αιτήσεως της εταιρίας αυτής για επανεξέταση του περιορισμού των δικαιωμάτων της προς χρήση ραδιοσυχνοτήτων για υπηρεσίες της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία-πλαίσιο

3        Στις αιτιολογικές σκέψεις 18 και 19 της οδηγίας-πλαισίου διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα:

«(18)      Η απαίτηση σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαίτερα υπόψη το επιθυμητό της τεχνολογικής ουδετερότητας των κανονιστικών ρυθμίσεων, δηλαδή ότι με τις ρυθμίσεις ούτε επιβάλλεται ούτε ευνοείται η χρησιμοποίηση συγκεκριμένου είδους τεχνολογίας, δεν αποκλείει τη λήψη ανάλογης μέριμνας για την προώθηση ορισμένων ειδικών υπηρεσιών, οσάκις αυτό δικαιολογείται, παραδείγματος χάριν ψηφιακή τηλεόραση, ως μέσο για την αύξηση της αποτελεσματικότητας του φάσματος.

(19)      Οι ραδιοσυχνότητες είναι βασικό στοιχείο για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ραδιοεπικοινωνιακής βάσης και, στο μέτρο που σχετίζεται με τις εν λόγω υπηρεσίες, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να τις κατανέμουν και να τις παραχωρούν σύμφωνα με εναρμονισμένο σύνολο στόχων και αρχών που διέπουν τη δράση τους και βάσει αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων, λαμβάνοντας υπόψη τα δημοκρατικά, κοινωνικά, γλωσσικά και πολιτισμικά συμφέροντα που συνδέονται με τη χρήση των συχνοτήτων. Είναι σημαντικό η διαχείριση της κατανομής και της παραχώρησης των ραδιοσυχνοτήτων να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν πιο αποδοτικά. [...]»

4        Το άρθρο 2, στοιχείο ιζ', της ως άνω οδηγίας όριζε την έννοια της «κατανομής ραδιοφάσματος» ως τον «καθορισμ[ό] δεδομένης ζώνης συχνοτήτων προς χρήση ενός ή περισσότερων τύπων ραδιοεπικοινωνιακών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, υπό ειδικές συνθήκες».

5        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προέβλεπε τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών σε εθνικό επίπεδο, βάσει των οποίων κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει, όταν θίγεται από απόφαση εθνικής ρυθμιστικής αρχής, δικαίωμα προσφυγής κατά της αποφάσεως ενώπιον οργάνου προσφυγής ανεξάρτητου από τους διαδίκους. Το εν λόγω όργανο προσφυγής, το οποίο μπορεί να είναι δικαστήριο, διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης και ότι υπάρχει αποτελεσματικός μηχανισμός προσφυγής.

[...]»

6        Σύμφωνα με το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας, τα κράτη μέλη έπρεπε να εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονταν στην οδηγία-πλαίσιο και στις ειδικές οδηγίες, οι εθνικές κανονιστικές αρχές λάμβαναν κάθε εύλογο μέτρο με σκοπό, μεταξύ άλλων, την προώθηση του ανταγωνισμού στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τη συμβολή στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και την υποστήριξη των συμφερόντων των πολιτών της Ένωσης.

7        Το άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου όριζε τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους το γεγονός ότι οι ραδιοσυχνότητες αποτελούν δημόσιο αγαθό με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία, εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην επικράτειά τους σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 8α. Εξασφαλίζουν ότι η κατανομή του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και η χορήγηση γενικών αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων αυτών από τις αρμόδιες εθνικές αρχές βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια.

Εφαρμόζοντας το παρόν άρθρο, τα κράτη μέλη τηρούν τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των κανονισμών της [Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ΔΕΤ)] και μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους στόχους δημόσιας ασφάλειας.

[...]

3.      Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι τύποι τεχνολογίας που χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις ζώνες ραδιοσυχνοτήτων που δηλώνονται διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό τους πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.

Τα κράτη μέλη μπορούν, ωστόσο, να προβλέπουν αναλογικούς και αμερόληπτους περιορισμούς όσον αφορά τη χρησιμοποιούμενη για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ραδιοδικτυακή ή ασύρματη τεχνολογία πρόσβασης, εφόσον αυτό απαιτείται:

α)      προς αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών

β)      για την προστασία της δημόσιας υγείας από ηλεκτρομαγνητικά πεδία

γ)      για την εξασφάλιση της τεχνικής ποιότητας της υπηρεσίας

δ)      για την εξασφάλιση της μεγιστοποίησης του μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σε περιπτώσεις όπου η χρήση ραδιοσυχνοτήτων υπάγεται σε γενική άδεια

δ)      για να διαφυλάσσεται η αποτελεσματική χρήση του φάσματος, ή

στ)      για την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την παράγραφο 4.

4.      Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι τύποι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορούν να παρασχεθούν στις ζώνες ραδιοσυχνοτήτων που δηλώνονται διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό τους πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Τα κράτη μέλη μπορούν, ωστόσο, να προβλέπουν αναλογικούς και αμερόληπτους περιορισμούς για τους παρεχόμενους τύπους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της εκπλήρωσης απαίτησης δυνάμει των περί ραδιοεπικοινωνιών κανονισμών της [ΔΕΤ].

Τα μέτρα που απαιτούν να παρέχεται υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ειδική ζώνη διαθέσιμη για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να αιτιολογούνται με βάση την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, όπως ενδεικτικά:

α)      της ασφάλειας της ζωής

β)      της προαγωγής της κοινωνικής, περιφερειακής ή εδαφικής συνοχής

γ)      της αποφυγής αναποτελεσματικής χρήσης ραδιοσυχνοτήτων

δ)      της προαγωγής της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας, π.χ. με την παροχή υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.

Μέτρο που απαγορεύει την παροχή κάθε άλλης υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε συγκεκριμένη ζώνη μπορεί να προβλέπεται μόνον όπου αυτό δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας υπηρεσιών για την ασφάλεια της ζωής. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης κατ’ εξαίρεση να επεκτείνουν το μέτρο αυτό ώστε να διέπει υπηρεσίες για την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος όπως ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.

5.      Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τακτικά την ανάγκη ύπαρξης των περιορισμών που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 και δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα της επανεξέτασης αυτής.

6.      Οι παράγραφοι 3 και 4 εφαρμόζονται στην κατανομή ραδιοφάσματος προς χρήση για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την έκδοση γενικών αδειών και τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που χορηγούνται μετά τις 25 Μαΐου 2011.

Οι κατανομές του φάσματος, οι γενικές άδειες και τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης που υφίσταντο κατά την [25η] Μαΐου 2011 υπόκεινται στο άρθρο 9α.

7.      Με την επιφύλαξη των διατάξεων των ειδικών οδηγιών και λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εθνικών συνθηκών, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν κανόνες για την αποφυγή της αποθεματοποίησης ραδιοφάσματος, ιδίως ορίζοντας αυστηρές προθεσμίες για την πραγματική εκμετάλλευση των δικαιωμάτων χρήσης από τον κάτοχό τους και επιβάλλοντας κυρώσεις, περιλαμβανομένων των οικονομικών κυρώσεων ή της αφαίρεσης των δικαιωμάτων χρήσης, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις προθεσμίες. Οι κανόνες αυτοί θεσπίζονται και εφαρμόζονται κατά αναλογικό, αμερόληπτο και διαφανή τρόπο.»

8        Το άρθρο 9α της ως άνω οδηγίας προέβλεπε τα ακόλουθα:

«1.      Για περίοδο πέντε ετών που αρχίζει στις 25 Μαΐου 2011 τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στους κατόχους δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που είχαν χορηγηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή και εξακολουθούν να ισχύουν για περίοδο πέντε τουλάχιστον ετών μετά την ημερομηνία αυτή να υποβάλουν αίτηση προς την αρμόδια εθνική αρχή για την επανεκτίμηση των περιορισμών των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4.

Η αρμόδια εθνική αρχή, προτού εκδώσει την απόφασή της, γνωστοποιεί στον κάτοχο των δικαιωμάτων την επανεκτίμησή της σχετικά με τους περιορισμούς[, προσδιορίζοντας την έκταση του δικαιώματος μετά την επανεκτίμηση,] και του παρέχει εύλογο χρονικό διάστημα ώστε να αποσύρει την αίτησή του.

Εάν ο κάτοχος των δικαιωμάτων αποσύρει την αίτησή του, το δικαίωμα παραμένει αμετάβλητο έως τη λήξη της ισχύος του ή έως το τέλος της πενταετούς περιόδου, αναλόγως με το ποια ημερομηνία προηγείται.

2.      Μετά την πενταετή περίοδο της παραγράφου 1 τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι το άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4 εφαρμόζεται σε όλες τις εναπομένουσες άδειες/μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης και κατανομές ραδιοσυχνοτήτων που υφίσταντο στις 25 Μαΐου 2011.

3.      Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας τα κράτη μέλη λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα για την προαγωγή θεμιτού ανταγωνισμού.

4.      Τα μέτρα που θεσπίζονται κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν αποτελούν χορήγηση νέων δικαιωμάτων χρήσης και επομένως δεν υπάγονται στις οικείες διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 21)].»

 Η οδηγία 2009/140

9        Οι αιτιολογικές σκέψεις 34 έως 36, 38 και 40 της οδηγίας 2009/140 προέβλεπαν τα ακόλουθα:

«(34)      Η ευελιξία στη διαχείριση του ραδιοφάσματος και η πρόσβαση σε αυτό πρέπει να αυξηθούν, στο πλαίσιο αδειών ουδέτερων από άποψη τεχνολογίας και υπηρεσίας, ώστε οι χρήστες του ραδιοφάσματος να μπορούν να επιλέγουν την εφαρμογή των βέλτιστων τεχνολογιών και υπηρεσιών σε ζώνες συχνοτήτων που έχουν δηλωθεί διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα σχετικά εθνικά σχέδια παραχώρησης συχνοτήτων σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο (εφεξής “αρχές ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες”). Ο διοικητικός καθορισμός τεχνολογιών και υπηρεσιών θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν διακυβεύονται στόχοι γενικού συμφέροντος και θα πρέπει να αιτιολογείται σαφώς και να υπάγεται σε τακτική περιοδική ανασκόπηση.

(35)      Οι περιορισμοί της αρχής της τεχνολογικής ουδετερότητας θα πρέπει να είναι κατάλληλοι και να δικαιολογούνται από την ανάγκη αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών, π.χ. με την επιβολή μάσκας εκπομπών και στάθμης ισχύος, την εξασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας με τον περιορισμό της έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία, την εξασφάλιση της καλής λειτουργίας των υπηρεσιών μέσω κατάλληλου επιπέδου τεχνικής ποιότητας της υπηρεσίας, χωρίς ωστόσο να αίρεται η δυνατότητα χρήσης περισσοτέρων της μιας υπηρεσιών στην αυτή ζώνη συχνοτήτων, την εξασφάλιση κατάλληλου μερισμού του ραδιοφάσματος, ιδίως όπου η χρήση του υπάγεται μόνο σε γενικές άδειες, τη διασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος ή την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.

(36)      Οι χρήστες του ραδιοφάσματος θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να επιλέγουν ελεύθερα τις υπηρεσίες που επιθυμούν να προσφέρουν μέσω του ραδιοφάσματος, με την επιφύλαξη μεταβατικών μέτρων για την προσαρμογή με κεκτημένα δικαιώματα. Εντούτοις, θα πρέπει να επιτρέπεται η λήψη μέτρων όπου απαιτείται η παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας για την κάλυψη σαφώς προσδιορισμένων στόχων γενικού συμφέροντος, όπως η ασφάλεια της ζωής, η ανάγκη προαγωγής της κοινωνικής, περιφερειακής και εδαφικής συνοχής ή η αποφυγή μη αποδοτικής χρήσης ραδιοφάσματος. Οι στόχοι αυτοί περιλαμβάνουν και την προαγωγή της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και την πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία. Εκτός περιπτώσεων που είναι απαραίτητες για την προστασία της ασφάλειας της ζωής ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, προκειμένου για την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος όπως καθορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, οι εξαιρέσεις δεν θα πρέπει να συνεπάγονται αποκλειστική χρήση ορισμένων υπηρεσιών, αλλά να συνιστούν παραχώρηση προτεραιότητας ώστε να μπορούν να συνυπάρχουν στην ίδια ζώνη και άλλες υπηρεσίες ή τεχνολογίες.

[...]

(38)      Καθώς η κατανομή ραδιοφάσματος σε ειδικές τεχνολογίες ή υπηρεσίες αποτελεί εξαίρεση από τις αρχές της ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες και περιορίζει την ελευθερία επιλογής της παρεχόμενης υπηρεσίας ή της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας, κάθε πρόταση τέτοιας κατανομής θα πρέπει να είναι διαφανής και να υπάγεται σε δημόσια διαβούλευση.

[...]

(40)      Για την εισαγωγή της αρχής της ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες και της εμπορευσιμότητας υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ενδέχεται να απαιτηθούν μεταβατικοί κανόνες, περιλαμβανομένων μέτρων για την εξασφάλιση θεμιτού ανταγωνισμού, καθώς το νέο σύστημα ενδέχεται να παρέχει το δικαίωμα σε ορισμένους χρήστες ραδιοφάσματος να ανταγωνισθούν χρήστες ραδιοφάσματος που έχουν αποκτήσει τα σχετικά δικαιώματά τους υπό επαχθέστερους όρους και προϋποθέσεις. Αντιθέτως, όπου έχουν χορηγηθεί δικαιώματα ως παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες ή σύμφωνα με κριτήρια που δεν είναι αντικειμενικά, διαφανή, αναλογικά και αμερόληπτα προκειμένου να επιτευχθούν στόχοι γενικού συμφέροντος, η κατάσταση των κατόχων των εν λόγω δικαιωμάτων δεν θα πρέπει να βελτιώνεται αδικαιολόγητα σε βάρος των νέων ανταγωνιστών τους πέρα από τον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των εν λόγω ή λοιπών συναφών στόχων γενικού συμφέροντος.»

 Το ιταλικό δίκαιο

10      Το άρθρο 14 του decreto legislativo n. 259 – Codice delle comunicazioni elettroniche (νομοθετικού διατάγματος 259 περί κώδικα ηλεκτρονικών επικοινωνιών), της 1ης Αυγούστου 2003 (GURI αριθ. 214, της 15ης Σεπτεμβρίου 2003, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 150), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: κώδικας ηλεκτρονικών επικοινωνιών), προβλέπει στις παραγράφους 4 έως 8 τα εξής:

«4.      Εάν δεν προβλέπεται διαφορετικά στην παράγραφο 2, το [Υπουργείο] και η [Autorit? per le garanzie nelle comunicazioni (ρυθμιστική αρχή επικοινωνιών, Ιταλία) (στο εξής: Αρχή)], στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, μεριμνούν, στο εθνικό πρόγραμμα κατανομής και παραχώρησης ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με το δίκαιο της [Ένωσης], ώστε όλοι οι τύποι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορούν να παρασχεθούν στις ζώνες ραδιοσυχνοτήτων που δηλώνονται διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ωστόσο, το Υπουργείο και η Αρχή μπορούν, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, να προβλέπουν αναλογικούς και αμερόληπτους περιορισμούς για τους παρεχόμενους τύπους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της εκπλήρωσης απαίτησης των κανονισμών ραδιοεπικοινωνιών της ΔΕΤ και των ρυθμίσεων της [Ευρωπαϊκής Διάσκεψης των Ταχυδρομικών και Τηλεπικοινωνιακών Οργανισμών (CEPT)].

5.      Τα μέτρα που απαιτούν την παροχή υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ειδική ζώνη διαθέσιμη για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να αιτιολογούνται με βάση την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνου με το ευρωπαϊκό δίκαιο, όπως, για παράδειγμα, ενδεικτικά:

α)      της ασφάλειας της ζωής

β)      της προαγωγής της κοινωνικής, περιφερειακής ή εδαφικής συνοχής

γ)      της αποφυγής αναποτελεσματικής χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή

δ)      της προαγωγής της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας, π.χ. με την παροχή υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης.

6.      Το Υπουργείο και η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, δύνανται να απαγορεύουν την παροχή κάθε άλλης υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε συγκεκριμένη ζώνη μόνον όταν αυτό δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας υπηρεσιών για την ασφάλεια της ζωής. Μια τέτοια απαγόρευση μπορεί κατ’ εξαίρεση να επεκταθεί για την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος που καθορίζονται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

7.      Το Υπουργείο και η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, επανεξετάζουν τακτικά την ανάγκη ύπαρξης των περιορισμών που αναφέρονται στις παραγράφους 3 έως 6 και δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα της επανεξέτασης αυτής.

8.      Οι παράγραφοι 3 και 4 εφαρμόζονται στην κατανομή ραδιοφάσματος προς χρήση για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την έκδοση γενικών αδειών και τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που παραχωρούνται από την ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της decreto legge n. 34 [(πράξης νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 34)], της 31ης Μαρτίου 2011 [(GURI αριθ. 74, της 31ης Μαρτίου 2011, σ. 1)], η οποία κυρώθηκε, κατόπιν τροποποιήσεων, με τον legge n. 75 [(νόμο 75)], της 26ης Μαΐου 2011 [(GURI αριθ. 122, της 27ης Μαΐου 2011, σ. 2)], όπως τροποποιήθηκε. Οι κατανομές του φάσματος, οι γενικές άδειες και τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης που υφίσταντο κατά το πέρας της προηγούμενης περιόδου υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 14 bis.»

11      Το άρθρο 14 bis του κώδικα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ορίζει τα εξής:

«1.      Έως τις 25 Μαΐου 2016, το Υπουργείο και η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, δύνανται να επιτρέπουν στους κατόχους δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που είχαν χορηγηθεί πριν από την καταληκτική ημερομηνία του άρθρου 14, παράγραφος 8, και τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, να υποβάλουν αίτηση για την επανεξέταση των περιορισμών των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφοι 4 έως 7. Προτού εκδώσουν την απόφασή τους, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, το Υπουργείο και η Αρχή γνωστοποιούν στον κάτοχο των δικαιωμάτων την επανεκτίμησή τους σχετικά με τους περιορισμούς, προσδιορίζοντας την έκταση του δικαιώματος μετά την επανεκτίμηση, και του παρέχουν προθεσμία ώστε να αποσύρει την αίτησή του. Εάν ο κάτοχος των δικαιωμάτων αποσύρει την αίτησή του, το δικαίωμα παραμένει αμετάβλητο έως τη λήξη της ισχύος του ή έως τις 25 Μαΐου 2016, αναλόγως με το ποια ημερομηνία προηγείται.

2.      Μετά τις 25 Μαΐου 2016, το Υπουργείο και η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι το άρθρο 14, παράγραφοι 3 έως 7, εφαρμόζεται σε όλες τις εναπομένουσες γενικές άδειες/μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης και κατανομές ραδιοσυχνοτήτων για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

3.      Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, το Υπουργείο και η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα για την προαγωγή συνθηκών θεμιτού ανταγωνισμού.

4.      Τα μέτρα που θεσπίζονται κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν αποτελούν χορήγηση νέων δικαιωμάτων χρήσης και επομένως δεν υπάγονται στις οικείες διατάξεις του άρθρου 27 του παρόντος κώδικα.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

12      Η Elettronica Industriale, ιταλικός φορέας εκμετάλλευσης δικτύου τηλεπικοινωνιών, είναι κάτοχος δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων για την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση, τα οποία αντιστοιχούν σε πέντε δίκτυα εθνικής εμβέλειας (multiplex) και χορηγήθηκαν από το Υπουργείο στις 28 Ιουνίου 2012.

13      Στις 24 Μαΐου 2016 η ως άνω εταιρία υπέβαλε στο Υπουργείο αίτηση επανεξέτασης του περιορισμού των εν λόγω δικαιωμάτων χρήσης, τα οποία είχαν χορηγηθεί μόνον για υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης για την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση. Η αίτηση αυτή αποσκοπούσε, συγκεκριμένα, στην κατάργηση του περιορισμού.

14      Μετά την απόρριψη της αιτήσεώς της από το Υπουργείο, η ως άνω εταιρία άσκησε προσφυγή για την ακύρωση της απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικού πρωτοδικείου περιφέρειας Λατίου, Ιταλία), προβάλλοντας, ειδικότερα, ότι με την απόρριψη αυτή παραβιάζεται η αρχή της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου.

15      Το ανωτέρω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι τόσο το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου όσο και το άρθρο 14, παράγραφος 4, του κώδικα ηλεκτρονικών επικοινωνιών προβλέπουν ότι η εφαρμογή της αρχής της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον εντός του πλαισίου που καθορίζεται από τα «εθνικά προγράμματα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων». Συναφώς, βάσει του άρθρου 14 bis του ως άνω κώδικα, οι κάτοχοι δικαιωμάτων χρήσης που χορηγήθηκαν πριν από τις 30 Ιουνίου 2012 μπορούν να ζητήσουν επανεξέταση των περιορισμών των δικαιωμάτων τους «σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφοι 4 έως 7 [του εν λόγω κώδικα]», και, κατά συνέπεια, τηρουμένων των προβλεπομένων στο εθνικό πρόγραμμα κατανομής και παραχώρησης συχνοτήτων. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα και νυν εκκαλούσα δεν αμφισβήτησε το πρόγραμμα που ίσχυε κατά τον χρόνο της από 24 Μαΐου 2016 αιτήσεώς της για επανεξέταση, το πρόγραμμα αυτό δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς.

16      Η Elettronica Industriale άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

17      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 14 του κώδικα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο εισήγαγε στο ιταλικό δίκαιο τις αρχές της τεχνολογικής ουδετερότητας και της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες, ορίζει ότι για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορούν να χρησιμοποιούνται όλες οι τεχνολογίες και ότι μπορούν να παρασχεθούν όλοι οι τύποι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εντούτοις μόνον στις ζώνες συχνοτήτων που δηλώνονται διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών από το εθνικό πρόγραμμα κατανομής και παραχώρησης συχνοτήτων σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

18      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης περίπτωση εμπίπτει στο εθνικό πρόγραμμα κατανομής και παραχώρησης συχνοτήτων του έτους 2015, το οποίο προόριζε την παραχώρηση της ζώνης συχνοτήτων 470-790 MHz, κατά κύριο λόγο, για την υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης.

19      Με την αίτηση επανεξέτασης, η Elettronica Industriale ζήτησε τα δικαιώματα χρήσης που κατέχει να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ευρυζωνική χρήση (broadband), σχετική με τις τηλεπικοινωνίες, αντί της χρήσης για ραδιοτηλεοπτική μετάδοση (broadcasting).

20      Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν τα άρθρα 9 και 9α της οδηγίας-πλαισίου καθώς και οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικό μέτρο το οποίο υποχρεώνει τον κάτοχο δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων να χρησιμοποιεί τις οικείες συχνότητες αποκλειστικά για υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, καθότι ο περιορισμός αυτός απορρέει από το γεγονός ότι η χρήση των εν λόγω συχνοτήτων επιβάλλεται από τη διοικητική πράξη με την οποία εγκρίθηκε το εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων.

21      Επομένως, τίθεται το ζήτημα αν, για τους σκοπούς αιτήσεως επανεξέτασης, κατά το άρθρο 9α της οδηγίας-πλαισίου, με αντικείμενο την άσκηση δραστηριοτήτων διαφορετικών από τις προβλεπόμενες στην πράξη με την οποία εγκρίθηκε το πρόγραμμα αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η πράξη αυτή έχει δεσμευτικό χαρακτήρα.

22      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι μια τέτοια αίτηση επανεξέτασης μπορεί, κατά τα φαινόμενα, να γίνει δεκτή μόνον για τα δικαιώματα χρήσης τα οποία ήδη κατέχει ο οικείος οικονομικός φορέας και τα οποία προβλέπονται στο εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων. Επομένως, η απόρριψη της αιτήσεως με την οποία ζητείται η χρήση των δικαιωμάτων για διαφορετική δραστηριότητα, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από τον λόγο και μόνον ότι το ως άνω πρόγραμμα περιλαμβάνει περιορισμούς στη χρήση των εν λόγω δικαιωμάτων.

23      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί το περιεχόμενο των άρθρων 9 και 9α της οδηγίας-πλαισίου προκειμένου να καθοριστεί αν, κατά την επανεξέταση που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο 9α, οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν, προκειμένου να εφαρμόσουν την αρχή της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες, να παρεκκλίνουν από τα προβλεπόμενα στο εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων όταν ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας έχει ζητήσει να τροποποιηθεί ο περιορισμός των δικαιωμάτων χρήσης συχνοτήτων που κατέχει ώστε να του παρασχεθεί η δυνατότητα να ασκεί δραστηριότητες άλλες από εκείνες τις οποίες δικαιούνταν αρχικώς να ασκεί.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιτίθενται τα άρθρα 9 και 9α της [οδηγίας-πλαισίου] και οι διατάξεις της Συνθήκης [ΛΕΕ] σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει σε κάτοχο δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις εν λόγω συχνότητες στο μέτρο που αυτές ορίζονται στο [Piano Nazionale di Ripartizione delle Frequenze (εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων) (PNRF)], ενώ δεν επιτρέπει την άσκηση άλλων δραστηριοτήτων πλην εκείνων των οποίων είναι δικαιούχος ο φορέας εκμετάλλευσης κατά την επανεξέταση, και, κατά συνέπεια, αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει σε κάτοχο δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων να χρησιμοποιεί τις εν λόγω συχνότητες αποκλειστικά για υπηρεσίες ψηφιακής επίγειας τηλεοπτικής μετάδοσης, ρύθμιση η οποία δικαιολογείται από τις εθνικές αρχές απλώς και μόνον βάσει του ισχυρισμού περί ύπαρξης σχετικών δεσμεύσεων οριζόμενων από πράξεις σχεδιασμού του ραδιοφάσματος;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

25      Με το προδικαστικό ερώτημα, ζητείται από το αιτούν δικαστήριο η ερμηνεία των άρθρων 9 και 9α της οδηγίας-πλαισίου καθώς και των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Προκειμένου να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη απάντηση για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, πρέπει να παρασχεθούν οι ακόλουθες διευκρινίσεις.

26      Πρώτον, όσον αφορά τις εν λόγω διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι δεν έχουν, κατ’ αρχήν, εφαρμογή σε περιπτώσεις στις οποίες όλα τα σχετικά στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους (αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2016, Ullens de Schooten, C-268/15, EU:C:2016:874, σκέψη 47, και της 17ης Οκτωβρίου 2024, FA.RO. di YK & C., C-16/23, EU:C:2024:886, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το σύνολο των στοιχείων της διαφοράς της κύριας δίκης περιορίζεται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους, συγκεκριμένα της Ιταλικής Δημοκρατίας, η δε απόφαση αυτή ουδεμία ένδειξη περιέχει από την οποία να προκύπτει ότι το αντικείμενο της διαφοράς αυτής, καίτοι αμιγώς εσωτερικής φύσεως, παρουσιάζει εντούτοις κάποιο συνδετικό στοιχείο με τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, το οποίο θα καθιστούσε την ερμηνεία τους απαραίτητη για την επίλυση της εν λόγω διαφοράς (πρβλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, FA.RO. di YK & C., C-16/23, EU:C:2024:886, σκέψη 41).

28      Επομένως, παρέλκει η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα κατά το μέρος που αφορά την ερμηνεία των διατάξεων αυτών.

29      Δεύτερον, όσον αφορά την ερμηνεία των άρθρων 9 και 9α της οδηγίας-πλαισίου, υπογραμμίζεται, αφενός, ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η εκκαλούσα της κύριας δίκης επικαλείται την αρχή της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες, η οποία προβλέπεται ειδικώς στο άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής.

30      Αφετέρου, το άρθρο 9α, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι για περίοδο πέντε ετών που αρχίζει στις 25 Μαΐου 2011 τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στους κατόχους δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που είχαν χορηγηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή και εξακολουθούν να ισχύουν για περίοδο πέντε τουλάχιστον ετών μετά την ως άνω ημερομηνία να υποβάλουν αίτηση προς την αρμόδια εθνική αρχή για την επανεξέταση των περιορισμών των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφοι 3 και 4, της ίδιας οδηγίας.

31      Επομένως, η προβλεπόμενη στο ως άνω άρθρο 9α δυνατότητα των κατόχων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων να υποβάλουν αίτηση επανεξέτασης αφορά μόνον τους κατόχους δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που είχαν χορηγηθεί πριν από τις 25 Μαΐου 2011.

32      Πλην όμως, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Elettronica Industriale απέκτησε δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων για την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση στις 28 Ιουνίου 2012. Συνεπώς, το άρθρο 9α της οδηγίας-πλαισίου δεν έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.

33      Αντιθέτως, διαπιστώνεται ότι, κατά την ως άνω ημερομηνία της 28ης Ιουνίου 2012, είχε εφαρμογή το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου. Πράγματι, το άρθρο 9, παράγραφος 6, της οδηγίας αυτής ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 4, εφαρμόζεται στα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που χορηγήθηκαν μετά τις 25 Μαΐου 2011.

34      Ως εκ τούτου, από τις 25 Μαΐου 2011, τα κράτη μέλη όφειλαν, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφοι 4 και 6, να εξασφαλίζουν την τήρηση της αρχής της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες καθώς και ότι οι περιορισμοί επί μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων βασίζονται σε σκοπούς γενικού συμφέροντος, σύμφωνους προς την αρχή της αναλογικότητας και μη εισάγοντες διακρίσεις.

35      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, τα κράτη μέλη μεριμνούν για την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών σε εθνικό επίπεδο, βάσει των οποίων κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει, όταν θίγεται από απόφαση εθνικής ρυθμιστικής αρχής, δικαίωμα προσφυγής κατά της αποφάσεως ενώπιον οργάνου προσφυγής ανεξάρτητου από τους διαδίκους.

36      Συνακόλουθα, φορέας εκμετάλλευσης δικτύου τηλεπικοινωνιών, όπως η Elettronica Industriale, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσφύγει κατά αποφάσεως της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, εκδοθείσας βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου, ζητώντας, όπως εν προκειμένω, την άρση των περιορισμών των μεμονωμένων δικαιωμάτων του προς χρήση ραδιοσυχνοτήτων.

37      Υπό τις συνθήκες αυτές, μολονότι η διαφορά της κύριας δίκης έχει ως αντικείμενο αίτηση της Elettronica Industriale για την επανεξέταση των περιορισμών των δικαιωμάτων της προς χρήση ραδιοσυχνοτήτων για την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση, υποβληθείσα από την εταιρία αυτή δυνάμει του άρθρου 14 bis του κώδικα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με το οποίο μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο το άρθρο 9α της οδηγίας-πλαισίου, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη απάντηση για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.

38      Πράγματι, στο μέτρο που το άρθρο 9α, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας παραπέμπει στο άρθρο 9, παράγραφος 4, της ίδιας οδηγίας, αίτηση με αντικείμενο την αμφισβήτηση –βάσει του εθνικού δικαίου περί μεταφοράς του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου στην εσωτερική έννομη τάξη– αποφάσεως της αρμόδιας αρχής, με την οποία επιβάλλονται περιορισμοί στα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και η οποία εκδόθηκε δυνάμει του ως άνω άρθρου 9, παράγραφος 4, έχει, κατ’ ουσίαν, το ίδιο αντικείμενο με αίτηση επανεξέτασης η οποία υποβάλλεται βάσει του εθνικού δικαίου περί μεταφοράς του άρθρου 9α της οδηγίας-πλαισίου στην εσωτερική έννομη τάξη και η οποία βάλλει κατά των εν λόγω περιορισμών.

39      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου.

 Επί της ουσίας

40      Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο το οποίο, επί τη βάσει και μόνον των δεσμεύσεων που προβλέπονται από το εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων, υποχρεώνει τον κάτοχο μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων να χρησιμοποιεί τις συχνότητες αυτές αποκλειστικά για την παροχή υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης για την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση.

41      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί αν και, ενδεχομένως, υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων να επιβάλλει περιορισμούς στα δικαιώματα χρήσης συχνοτήτων όσον αφορά τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που πρέπει να παρέχονται μέσω των συχνοτήτων αυτών. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει να καθοριστεί αν, και υπό ποιες προϋποθέσεις, ένα τέτοιο πρόγραμμα πρέπει να έχει υποχρεωτική ισχύ, υπό την έννοια ότι συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την απόρριψη αιτήματος για άρση των περιορισμών.

42      Κατά πρώτον, σύμφωνα με πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 20ής Νοεμβρίου 2025, Lolach, C-327/24, EU:C:2025:901, σκέψη 27).

43      Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας-πλαισίου, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι τύποι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορούν να παρασχεθούν «στις ζώνες ραδιοσυχνοτήτων που δηλώνονται διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό τους πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων» σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης.

44      Από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η απόφαση των κρατών μελών ως προς τις ζώνες συχνοτήτων που είναι διαθέσιμες για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών λαμβάνεται στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος κατανομής συχνοτήτων. Συναφώς, τα κράτη μέλη πρέπει, κατ’ αρχήν, να επιτρέπουν τη δυνατότητα παροχής όλων των τύπων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω των ως άνω ζωνών συχνοτήτων, ώστε να διασφαλίζεται η εκ μέρους τους τήρηση της αρχής της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες.

45      Τούτου δοθέντος, το άρθρο 9, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας-πλαισίου παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να προβλέπουν αναλογικούς και μη εισάγοντες διακρίσεις περιορισμούς για τους παρεχόμενους τύπους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της εκπλήρωσης απαίτησης δυνάμει των κανονισμών ραδιοεπικοινωνιών της ΔΕΤ. Η ευχέρεια αυτή συνιστά περιορισμό της αρχής της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες, υπό την έννοια ότι οι ζώνες συχνοτήτων που κατανέμονται σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνον για ορισμένους από τους ως άνω τύπους υπηρεσιών.

46      Υπό τις συνθήκες αυτές, από το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου προκύπτει ότι η αναφορά στα εθνικά προγράμματα κατανομής συχνοτήτων, η οποία περιλαμβάνεται στο πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, υποδηλώνει ότι οι περιορισμοί, τους οποίους η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν, μπορούν να περιλαμβάνονται στα ως άνω προγράμματα. Ως εκ τούτου, όταν τα κράτη μέλη εγκρίνουν τα εν λόγω προγράμματα, μπορούν να προβλέπουν όχι μόνον τις διαθέσιμες ζώνες συχνοτήτων αλλά, ενδεχομένως, και τους περιορισμούς στη χρήση των εν λόγω ζωνών συχνοτήτων όσον αφορά τους τύπους υπηρεσιών που μπορούν να παρασχεθούν στις ζώνες αυτές.

47      Περαιτέρω, το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου επιβεβαιώνει τη γραμματική ερμηνεία που εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη.

48      Πράγματι, το άρθρο 9, παράγραφος 6, της οδηγίας-πλαισίου προβλέπει ότι οι παράγραφοι 3 και 4 του εν λόγω άρθρου 9 εφαρμόζονται στην κατανομή ραδιοφάσματος προς χρήση για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών καθώς και στις γενικές άδειες και τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που χορηγούνται μετά τις 25 Μαΐου 2011.

49      Σύμφωνα δε με τον ορισμό που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, στοιχείο ιζ', της ως άνω οδηγίας, ως «κατανομή ραδιοφάσματος» νοείται «ο καθορισμός δεδομένης ζώνης συχνοτήτων προς χρήση ενός ή περισσότερων τύπων ραδιοεπικοινωνιακών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, υπό ειδικές συνθήκες».

50      Επομένως, στο μέτρο που το εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων έχει ως αντικείμενο ακριβώς την κατανομή ραδιοφάσματος, μέσω του προγράμματος αυτού τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι μια συγκεκριμένη ζώνη συχνοτήτων μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον για έναν τύπο υπηρεσιών ραδιοεπικοινωνιών, με συνέπεια τον περιορισμό της αρχής της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες.

51      Τέλος, όσον αφορά τον σκοπό της οδηγίας-πλαισίου, αυτός συνίσταται, όπως προκύπτει από το άρθρο 8 της οδηγίας, στην προώθηση του ανταγωνισμού ως προς την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στη συμβολή στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και στην προώθηση των συμφερόντων των πολιτών της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2025, Cairo Network κ.λπ., C-764/23 έως C-766/23, EU:C:2025:691, σκέψη 96).

52      Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην επικράτειά τους, σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το ως άνω άρθρο 8. Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι η κατανομή του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και η χορήγηση γενικών αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων αυτών από τις αρμόδιες εθνικές αρχές βασίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά, διαφανή, τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις και έχουν αναλογικό χαρακτήρα.

53      Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας-πλαισίου αναφέρει ότι, οσάκις αυτό δικαιολογείται, μπορούν να ληφθούν μέτρα αναλογικού χαρακτήρα για την προώθηση ορισμένων ειδικών υπηρεσιών, όπως, παραδείγματος χάριν, η ψηφιακή τηλεόραση, ως μέσο για την αποδοτικότερη χρήση του ραδιοφάσματος. Στην αιτιολογική σκέψη 19 της οδηγίας αυτής διευκρινίζεται επιπλέον ότι η διαχείριση της κατανομής και της παραχώρησης των ραδιοσυχνοτήτων πρέπει να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν πιο αποδοτικά.

54      Ο σκοπός που συνίσταται στην ανάγκη αποδοτικής διαχείρισης των ραδιοσυχνοτήτων, όπως επιτάσσεται από το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, μπορεί να δικαιολογήσει την απόφαση κράτους μέλους να επιβάλει περιορισμούς, κατά την κατανομή του ραδιοφάσματος στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος κατανομής συχνοτήτων, στους τύπους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που μπορούν να παρασχεθούν.

55      Επομένως, από την εξέταση του γράμματος και του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου, καθώς και του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία αυτή, προκύπτει ότι, όταν τα κράτη μέλη εγκρίνουν τα εθνικά προγράμματα κατανομής συχνοτήτων, μπορούν να προβλέπουν όχι μόνον τις διαθέσιμες ζώνες συχνοτήτων, αλλά και, ενδεχομένως, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των προϋποθέσεων που θέτει η διάταξη αυτή, τους περιορισμούς στη χρήση των εν λόγω ζωνών συχνοτήτων όσον αφορά τον τύπο των υπηρεσιών που μπορούν να παρασχεθούν στις ζώνες αυτές.

56      Βάσει του ανωτέρω συμπεράσματος, πρέπει να καθοριστεί, κατά δεύτερον, αν και υπό ποιες προϋποθέσεις ένα τέτοιο εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων πρέπει να έχει υποχρεωτική ισχύ, υπό την έννοια ότι αίτημα για άρση των περιορισμών των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που έχουν χορηγηθεί σε φορέα εκμετάλλευσης δικτύου τηλεπικοινωνιών, όπως η Elettronica Industriale, οι οποίοι επιβάλλονται στην παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πρέπει να απορρίπτεται λόγω του ότι οι περιορισμοί αυτοί επιβλήθηκαν με το ως άνω πρόγραμμα.

57      Όπως επισημάνθηκε από την Ιταλική και την Τσεχική Κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να διασφαλιστεί πλήρως η αποτελεσματικότητα της προβλεπόμενης στο άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου δυνατότητας των κρατών μελών να απαιτούν, στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος κατανομής συχνοτήτων, την παροχή υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε συγκεκριμένη ζώνη συχνοτήτων, το πρόγραμμα αυτό πρέπει κατ’ ανάγκην να έχει υποχρεωτική ισχύ.

58      Πράγματι, αφενός, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 9, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, όταν ένα εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων απαιτεί να παρέχεται υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ειδική ζώνη διαθέσιμη για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η απαίτηση αυτή πρέπει να αιτιολογείται με βάση τη διασφάλιση της εκπλήρωσης σκοπού γενικού συμφέροντος.

59      Εάν, όμως, η απόφαση εθνικής ρυθμιστικής αρχής για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης συχνοτήτων μπορούσε να αντιβαίνει προς την εν λόγω απαίτηση, με το να επιτρέπει, για παράδειγμα, την παροχή ενός τύπου υπηρεσιών σε ζώνη συχνοτήτων προοριζόμενη από το οικείο εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων για άλλον τύπο υπηρεσιών, τότε θα υπήρχε ο κίνδυνος να μην μπορεί να διασφαλιστεί η εκπλήρωση του σκοπού γενικού συμφέροντος ο οποίος δικαιολογεί τη θέσπιση του μέτρου με το εν λόγω πρόγραμμα.

60      Αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας-πλαισίου, κατά την εφαρμογή του άρθρου αυτού, τα κράτη μέλη τηρούν τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των κανονισμών ραδιοεπικοινωνιών της ΔΕΤ. Συναφώς, το άρθρο 9, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν αναλογικούς και μη εισάγοντες διακρίσεις περιορισμούς για τους παρεχόμενους τύπους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της εκπλήρωσης απαίτησης επιβαλλόμενης από τους ως άνω κανονισμούς.

61      Επομένως, εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων το οποίο εφαρμόζει απαίτηση απορρέουσα από τις ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες πρέπει κατ’ ανάγκην να έχει υποχρεωτική ισχύ.

62      Τέλος, όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να επιβάλλει, μέσω εθνικού προγράμματος κατανομής συχνοτήτων, περιορισμούς στην παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε συγκεκριμένη διαθέσιμη ζώνη συχνοτήτων, υπενθυμίζεται ότι οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου, ήτοι να αιτιολογούνται με βάση τη διασφάλιση της εκπλήρωσης σκοπού γενικού συμφέροντος, να έχουν αναλογικό χαρακτήρα και να μην εισάγουν διακρίσεις.

63      Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό πρόγραμμα κατανομής και παραχώρησης συχνοτήτων του έτους 2015, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στη διαφορά της κύριας δίκης, «προ[όριζε] την παραχώρηση της ζώνης 470-790 Mhz, κατά κύριο λόγο, στην υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης» και ότι η αίτηση επανεξέτασης που υπέβαλε η Elettronica Industriale βάσει του άρθρου 14 bis του κώδικα ηλεκτρονικών επικοινωνιών απορρίφθηκε με αιτιολογία, κατ’ ουσίαν, την παραπομπή στο πρόγραμμα αυτό και τη διαπίστωση ότι η εταιρία αυτή, καίτοι είχε τη δυνατότητα, δεν προσέβαλε τη διοικητική πράξη με την οποία εγκρίθηκε το εν λόγω πρόγραμμα.

64      Συναφώς, μολονότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν το κύρος του προβλεπόμενου από το ίδιο πρόγραμμα περιορισμού των υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης εξακολουθεί να μπορεί να αμφισβητηθεί από την Elettronica Industriale στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν ο περιορισμός αυτός πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου, εντούτοις το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, μπορεί, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που μπορεί να του είναι χρήσιμα κατά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των διαφόρων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2025, Cairo Network κ.λπ., C-764/23 έως C-766/23, EU:C:2025:691, σκέψη 102 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

65      Υπό το πρίσμα αυτό, πρώτον, επισημαίνεται ότι, εάν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι ο εν λόγω περιορισμός αποσκοπεί, όπως υποστηρίζει κατ’ ουσίαν η Ιταλική Κυβέρνηση, στη διασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος ή στην αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών κατά την παροχή υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης άλλων φορέων εκμετάλλευσης –εθνικών και εντός άλλων κρατών μελών–, θα ήταν δικαιολογημένο, υπό την επιφύλαξη της εξακρίβωσης από το αιτούν δικαστήριο ότι ο εν λόγω περιορισμός είναι αναλογικός και δεν εισάγει διακρίσεις, οι κάτοχοι δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, στη ζώνη των 470-790 MHz, να μπορούν να χρησιμοποιούν τις συχνότητες αυτές μόνον για τις προβλεπόμενες υπηρεσίες.

66      Δεύτερον, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 35 και 36 της παρούσας αποφάσεως, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου προκύπτει ότι φορέας εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακού δικτύου, όπως η εκκαλούσα της κύριας δίκης, ο οποίος είναι κάτοχος μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης συχνοτήτων και επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τα δικαιώματα αυτά σε ζώνη συχνοτήτων για την παροχή υπηρεσιών πλην εκείνων που προβλέπονται για την εν λόγω ζώνη συχνοτήτων από το εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων, πρέπει να διαθέτει μέσα έννομης προστασίας που να του παρέχουν τη δυνατότητα να προσβάλει τη διοικητική πράξη με την οποία εγκρίθηκε το πρόγραμμα αυτό.

67      Εντούτοις, υπενθυμίζεται συναφώς ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν υποχρεώνει, κατ’ αρχήν, τα κράτη μέλη να καθιερώνουν, ενώπιον των εθνικών τους δικαιοδοτικών οργάνων, άλλα μέσα ένδικης προστασίας από εκείνα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να εξασφαλισθεί η προάσπιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης. Η κατάσταση είναι διαφορετική μόνον εάν από την οικονομία της επίμαχης εθνικής έννομης τάξης προκύπτει ότι δεν υφίσταται κανένα μέσο ένδικης προστασίας που να καθιστά δυνατή, έστω και παρεμπιπτόντως, τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης ή, επίσης, αν το μόνο μέσο πρόσβασης στη δικαιοσύνη είναι να αναγκαστούν οι πολίτες να παραβιάσουν τον νόμο (απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, Orsz?gos Idegenrend?szeti F?igazgat?s?g D?l-alf?ldi Region?lis Igazgat?s?g, C-924/19 PPU και C-925/19 PPU, EU:C:2020:367, σκέψη 143 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

68      Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ύπαρξη μέσων ένδικης προστασίας σύμφωνων προς τη νομολογία αυτή, με τα οποία η Elettronica Industriale μπόρεσε να προσβάλει τη διοικητική πράξη με την οποία εγκρίθηκε το εθνικό πρόγραμμα κατανομής και παραχώρησης συχνοτήτων. Συναφώς, διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί ότι η εταιρία αυτή είχε το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά του ως άνω προγράμματος και δεν την άσκησε εμπρόθεσμα ή την άσκησε ανεπιτυχώς, το δίκαιο της Ένωσης δεν απαιτεί να έχει η εν λόγω εταιρία τη δυνατότητα να προβάλει την ακυρότητα των σχετικών διατάξεων του εν λόγω προγράμματος στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.

69      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο το οποίο, επί τη βάσει και μόνον των δεσμεύσεων που προβλέπονται από το εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων, υποχρεώνει τον κάτοχο μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων να χρησιμοποιεί τις συχνότητες αυτές αποκλειστικά για την παροχή υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης για την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση.

 Επί των δικαστικών εξόδων

70      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο το οποίο, επί τη βάσει και μόνον των δεσμεύσεων που προβλέπονται από το εθνικό πρόγραμμα κατανομής συχνοτήτων, υποχρεώνει τον κάτοχο μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων να χρησιμοποιεί τις συχνότητες αυτές αποκλειστικά για την παροχή υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης για την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.