Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 15ης Ιανουαρίου 2026 (*)
« Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) – Αιτιάσεις περί ηθικής παρενόχλησης κατά τη διάρκεια περιόδων αναρρωτικής άδειας – Απόρριψη της αίτησης αρωγής και του αιτήματος αποζημιώσεως – Κίνηση της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας – Προσφυγή ακυρώσεως και αγωγή αποζημιώσεως – Παραδεκτό – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αντιφατική αιτιολογία – Παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων »
Στην υπόθεση C-75/24 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2024,
XH, εκπροσωπούμενη από τον P. Nowak, adwokat,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος στην αναιρετική διαδικασία είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη αρχικώς από την I. Melo Sampaio και τον L. Vernier και στη συνέχεια από τον L. Vernier,
καθής-εναγομένη πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sah?n (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan, Δ. Γρατσία και B. Smulders, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαΐου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η XH ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Νοεμβρίου 2023, XH κατά Επιτροπής (T-613/21, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2023:739), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή-αγωγή της με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως D/374/20 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 2020, περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής της (στο εξής: απόφαση περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής), και της αποφάσεως Ares(2021) 3466486 της Επιτροπής, της 21ης Μαΐου 2021, περί συγκλήσεως της επιτροπής αναπηρίας (στο εξής: απόφαση περί κινήσεως διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας), και, αφετέρου, την καταβολή αποζημίωσης για τη βλάβη που υπέστη η αναιρεσείουσα.
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 11α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης (στο εξής: ΚΥΚ), προβλέπει τα εξής:
«1. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του και εκτός αντιθέτου διατάξεως, ο υπάλληλος δεν απασχολείται σε καμία υπόθεση στην οποία έχει, άμεσα ή έμμεσα, προσωπικό συμφέρον, ιδίως οικογενειακό ή οικονομικό, φύσεως ικανής να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του.
2. Ο υπάλληλος ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συμβαίνει να απασχοληθεί με υπόθεση όπως η προαναφερόμενη, ενημερώνει αμέσως σχετικά την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα και δύναται, ιδίως, να απαλλάσσει τον υπάλληλο από τον χειρισμό της υποθέσεως αυτής.
3. Ο υπάλληλος δεν δύναται να διατηρεί ή να αποκτά, αμέσως ή εμμέσως, στις επιχειρήσεις που υπόκεινται στον έλεγχο του οργάνου στο οποίο ανήκει ή σχετίζονται με το εν λόγω όργανο, συμφέροντα τέτοιας φύσεως και σημασίας που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.»
3 Το άρθρο 12 του ΚΥΚ ορίζει τα ακόλουθα:
«Ο υπάλληλος απέχει από κάθε πράξη ή συμπεριφορά που μπορούν να θίξουν την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός του.»
4 Το άρθρο 12α του ΚΥΚ έχει ως εξής:
«1. Ο υπάλληλος απέχει από κάθε μορφή ηθικής ή σεξουαλικής παρενόχλησης.
2. Ο υπάλληλος που υπήρξε θύμα ηθικής ή σεξουαλικής παρενόχλησης δεν υφίσταται καμία επιβλαβή συνέπεια εκ μέρους του οργάνου. Ο υπάλληλος που έχει δώσει αποδείξεις για ηθική ή σεξουαλική παρενόχληση δεν υφίσταται καμία επιβλαβή συνέπεια εκ μέρους του οργάνου, υπό τον όρο ότι έχει ενεργήσει εντίμως.
3. Ως “ηθική παρενόχληση”, νοείται η καταχρηστική επί ορισμένο χρονικό διάστημα διαγωγή που εκδηλώνεται κατά τρόπο επαναληπτικό ή συστηματικό με είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις που γίνονται με πρόθεση και θίγουν την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου.
4. Ως “σεξουαλική παρενόχληση”, νοείται μια συμπεριφορά γενετήσιου περιεχομένου, μη επιθυμητή από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται και η οποία έχει ως στόχο ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειάς του ή τη δημιουργία ενός εκφοβιστικού, εχθρικού, υβριστικού ή ενοχλητικού περιβάλλοντος. Η σεξουαλική παρενόχληση αντιμετωπίζεται ως διάκριση βάσει του φύλου.»
5 Το άρθρο 21 του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
«Ο υπάλληλος, ανεξάρτητα από τη θέση του στην ιεραρχία, έχει την υποχρέωση να επικουρεί και να συμβουλεύει τους ανωτέρους του. Είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί.
Ο υπάλληλος ο επιφορτισμένος με τη λειτουργία μιας υπηρεσίας είναι υπεύθυνος έναντι των προϊσταμένων του για την εξουσία η οποία του έχει παρασχεθεί και για την εκτέλεση των διαταγών που δίδει. Η προσωπική ευθύνη των υφισταμένων του δεν τον απαλλάσσει από τις ευθύνες που τον βαρύνουν.»
6 Το άρθρο 24 του ΚΥΚ προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η [Ευρωπαϊκή] Ένωση παρέχει βοήθεια στον υπάλληλο, ιδίως σε περίπτωση διώξεως των δραστών απειλών, προσβολών, εξυβρίσεων ή αποπειρών εναντίον του προσώπου και της περιουσίας είτε του ιδίου είτε των μελών της οικογενείας του, λόγω της ιδιότητάς του ή των καθηκόντων του.
Η Ένωση επανορθώνει αλληλεγγύως τις ζημίες που έχουν προκληθεί στην περίπτωση αυτή στον υπάλληλο στο μέτρο που ο τελευταίος δεν είναι, εκ δόλου ή βαρείας αμελείας, υπαίτιος των ζημιών αυτών και εφόσον δεν έχει δυνηθεί να επιτύχει επανόρθωση από το δράστη.»
7 Το άρθρο 59 του ΚΥΚ έχει ως εξής:
«1. Ο υπάλληλος που αποδεικνύει ότι κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω ασθενείας ή ατυχήματος απολαύει αναρρωτικής αδείας.
Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος πρέπει, το συντομότερο δυνατόν, να απευθύνει κοινοποίηση στο όργανο στο οποίο ανήκει για την αδυναμία παροχής υπηρεσιών, προσδιορίζοντας συγχρόνως τον τόπο όπου ευρίσκεται. [...]
Ο υπάλληλος δύναται, ανά πάσα στιγμή, να υποχρεωθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση που διοργανώνεται από το όργανο. Εάν, εξ υπαιτιότητος του υπαλλήλου, η εξέταση αυτή δεν μπορέσει να πραγματοποιηθεί, η απουσία του θεωρείται αδικαιολόγητη από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχει λάβει χώρα η εξέταση.
Εάν το πόρισμα της εξέτασης είναι ότι ο υπάλληλος είναι ικανός να εκτελέσει τα καθήκοντά του, η απουσία του, με την επιφύλαξη του επομένου εδαφίου, θεωρείται αδικαιολόγητη από την ημερομηνία της εξέτασης.
[...]
4. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να προσφύγει στην επιτροπή αναπηρίας για την περίπτωση υπαλλήλου του οποίου το σύνολο αναρρωτικών αδειών υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες κατά τη διάρκεια περιόδου τριών ετών.
[...]»
8 Το άρθρο 60 του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
«Εκτός από περίπτωση ασθενείας ή ατυχήματος, ο υπάλληλος δεν δύναται να απουσιάσει χωρίς προηγούμενη άδεια από τον ιεραρχικά ανώτερό του. Με την επιφύλαξη της ενδεχομένης εφαρμογής των προβλεπομένων πειθαρχικών διατάξεων, κάθε παράτυπη απουσία που έχει δεόντως διαπιστωθεί καταλογίζεται στη διάρκεια της ετησίας αδείας του ενδιαφερομένου. Σε περίπτωση εξαντλήσεως της αδείας αυτής ο υπάλληλος στερείται του δικαιώματος επί των αποδοχών του για την αντίστοιχη περίοδο.
Όταν υπάλληλος επιθυμεί να διέλθει το χρόνο της αναρρωτικής αδείας του σε τόπο διάφορο από τον τόπο τοποθετήσεώς του, υποχρεούται να λάβει προηγουμένως την άδεια της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής.»
9 Το άρθρο 90 του ΚΥΚ προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό δύναται να προσφύγει στην αρμόδια για διορισμούς αρχή ζητώντας της να λάβει απόφαση περί αυτού. Η αρχή κοινοποιεί την αιτιολογημένη απόφαση της στον ενδιαφερόμενο εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της ημέρας υποβολής της αιτήσεως. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής η έλλειψη απαντήσεως στην αίτηση σημαίνει σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας δύναται να υποβληθεί αίτημα κατά την έννοια της επομένης παραγράφου.
2. Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό δύναται να υποβάλει στην αρμόδια για διορισμούς αρχή αίτημα κατά οιασδήποτε πράξεως η οποία θίγει τα συμφέροντά του, τόσο στην περίπτωση που η εν λόγω αρχή έχει ήδη λάβει απόφαση όσο και όταν παρέλειψε να λάβει μέτρο που επιβάλλεται από τον κανονισμό. [...]»
10 Το παράρτημα II του ΚΥΚ ορίζει στο άρθρο 7 τα εξής:
«Η επιτροπή αναπηρίας συγκροτείται από τρεις ιατρούς που ορίζονται:
– ο πρώτος από το όργανο στο οποίο υπάγεται ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος,
– ο δεύτερος από τον ενδιαφερόμενο,
– ο τρίτος με κοινή συμφωνία των δύο ιατρών που έχουν ορισθεί κατ’ αυτό τον τρόπο.
Σε περίπτωση απουσίας του ενδιαφερομένου υπαλλήλου ορίζεται αυτεπαγγέλτως ιατρός από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ελλείψει συμφωνίας για το διορισμό του τρίτου ιατρού μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την ημέρα διορισμού του δεύτερου ιατρού, ο τρίτος ιατρός διορίζεται αυτεπάγγελτα από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά από πρωτοβουλία ενός από τα ενδιαφερόμενα μέλη.»
Το ιστορικό της διαφοράς
11 Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως.
12 Η αναιρεσείουσα είναι υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).
13 Έως τις 16 Ιουνίου 2020 η αναιρεσείουσα κατείχε θέση ερευνήτριας στην πρώην μονάδα A της OLAF. Εντός της εν λόγω μονάδας, η αναιρεσείουσα, ως επικεφαλής ερευνήτρια, εξέταζε ειδικότερα τρεις εν εξελίξει υποθέσεις, ήτοι τις υποθέσεις E, F και G.
14 Στις 16 Ιουνίου 2020 τέθηκε σε εφαρμογή εσωτερική αναδιοργάνωση στην OLAF. Η αναιρεσείουσα, μετά την εν λόγω αναδιοργάνωση και λαμβανομένων υπόψη των προτιμήσεων που είχε εκφράσει η ίδια, τοποθετήθηκε, από την ως άνω ημερομηνία, σε νέα μονάδα εντός της OLAF, τη μονάδα B.
15 Στο διάστημα από τις 2 έως τις 22 Ιουνίου 2020 η αναιρεσείουσα βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια λόγω χειρουργικής επέμβασης. Μέσω έγκρισης στο ηλεκτρονικό σύστημα διαχείρισης του προσωπικού της Επιτροπής με την ονομασία «Sysper 2», χορηγήθηκε παράταση της εν λόγω αναρρωτικής άδειας για συνεχές χρονικό διάστημα από τις 23 Ιουνίου έως τις 31 Οκτωβρίου 2020, και ειδικότερα την πρώτη φορά στις 23 Ιουνίου 2020 για το διάστημα από την ημερομηνία αυτή έως τις 10 Ιουλίου 2020, τη δεύτερη φορά στις 14 Ιουλίου 2020 για το διάστημα από τις 11 έως τις 31 Ιουλίου 2020, την τρίτη φορά στις 4 Αυγούστου 2020 για το διάστημα από την 1η έως τις 31 Αυγούστου 2020, την τέταρτη φορά την 1η Σεπτεμβρίου 2020 για το διάστημα από την ημερομηνία αυτή έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2020 και την πέμπτη φορά την 1η Οκτωβρίου 2020 για το διάστημα από την ημερομηνία αυτή έως τις 31 Οκτωβρίου 2020.
16 Στις 2 Ιουνίου 2020 η αναιρεσείουσα απέστειλε στα μέλη της μονάδας A μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο περιείχε έκθεση ανασκόπησης της υπόθεσης E. Με το εν λόγω μήνυμα, η αναιρεσείουσα επισήμαινε ότι βρισκόταν μεν σε αναρρωτική άδεια, πλην όμως, προληπτικώς και προς αποφυγή καθυστερήσεων, παρέμενε συνδεδεμένη και διαθέσιμη για κάθε επικοινωνία σχετικά με τις τρεις ως άνω υποθέσεις.
17 Στις 8 Ιουνίου 2020 μέλος της μονάδας A απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην αναιρεσείουσα και στην προϊσταμένη της μονάδας A. Το εν λόγω μήνυμα αφορούσε τις υποθέσεις E, F και G και περιείχε παρατηρήσεις και προτάσεις για τα επόμενα στάδια της έρευνας. Η προϊσταμένη της μονάδας A απάντησε ότι λόγω της αναρρωτικής άδειας της αναιρεσείουσας, το εν λόγω μέλος έπρεπε να απευθυνθεί στη μέλλουσα προϊσταμένη της μονάδας C (στο εξής: προϊσταμένη της μονάδας C), προκειμένου να πληροφορηθεί αν η προϊσταμένη της μονάδας C επιθυμούσε να περατωθούν οι οικείες υποθέσεις πριν από την αναδιοργάνωση της 16ης Ιουνίου 2020 ή αν επιθυμούσε να αναμείνει την επιστροφή της αναιρεσείουσας από την αναρρωτική άδειά της, η οποία θα ήταν μεταγενέστερη της ημερομηνίας αναδιοργάνωσης. Στη συνέχεια, το εν λόγω μέλος της μονάδας Α απέστειλε στην προϊσταμένη της μονάδας C μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με κοινοποίηση προς την αναιρεσείουσα και την προϊσταμένη της μονάδας A. Η αναιρεσείουσα απάντησε στο μήνυμα αυτό αναφέροντας ότι ευελπιστούσε ότι όλες οι υποθέσεις θα μπορούσαν να περατωθούν το συντομότερο δυνατόν λαμβανομένων υπόψη της αναδιοργάνωσης της OLAF και της αναρρωτικής άδειάς της. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα διευκρίνισε ότι μολονότι βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, ήταν διατεθειμένη να λάβει τις τελικές προτάσεις σχετικά με τις εν λόγω υποθέσεις, προκειμένου να οριστικοποιηθούν.
18 Στις 8 Ιουνίου 2020 η αναιρεσείουσα απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε συνάδελφο ο οποίος είχε τον ρόλο «προσώπου εμπιστοσύνης». Με το εν λόγω μήνυμα η αναιρεσείουσα γνωστοποίησε στο πρόσωπο αυτό το περιεχόμενο των επικοινωνιών που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 17 της παρούσας αποφάσεως και ζήτησε συμβουλές σχετικά με την κατάστασή της.
19 Την ίδια ημέρα γραμματέας της μονάδας A (στο εξής: γραμματέας της μονάδας A) απέστειλε στην αναιρεσείουσα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σχετικά με την αλλαγή του γραφείου της λόγω της εσωτερικής αναδιοργάνωσης της OLAF που μνημονεύθηκε στη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως. Με το εν λόγω μήνυμα, η γραμματέας της μονάδας Α ρώτησε την αναιρεσείουσα εάν, λαμβανομένης υπόψη της αναρρωτικής άδειάς της η οποία θα διαρκούσε έως τις 22 Ιουνίου 2020, η αναιρεσείουσα επέτρεπε σε τρίτο να προετοιμάσει τη μεταφορά των προσωπικών αντικειμένων της πριν από την ως άνω ημερομηνία. Η αναιρεσείουσα απάντησε αυθημερόν ότι προτιμούσε να επιληφθεί σχετικώς η ίδια.
20 Στις 9 Ιουνίου 2020 η προϊσταμένη της μονάδας C απάντησε στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 17 της παρούσας αποφάσεως. Στην απάντησή της, η προϊστάμενη της μονάδας C επισήμανε ότι, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, η περάτωση των επίμαχων υποθέσεων πριν από τις 16 Ιουνίου 2020 θα ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής. Διευκρίνισε δε ότι η περάτωση της υπόθεσης E έως τα μέσα Ιουλίου ήταν ρεαλιστικό ενδεχόμενο.
21 Στις 23 Ιουνίου 2020 η προϊσταμένη της μονάδας C απέστειλε στην αναιρεσείουσα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προκειμένου να συζητήσουν το σχέδιο τελικής έκθεσης στην υπόθεση E. Με το εν λόγω μήνυμα, η προϊσταμένη της μονάδας C ζήτησε από την αναιρεσείουσα να της τηλεφωνήσει, εφόσον μπορούσε. Αυθημερόν η προϊσταμένη της μονάδας C απέστειλε στην αναιρεσείουσα πρόσκληση για να συμμετάσχει σε τηλεδιάσκεψη την επομένη, ήτοι στις 24 Ιουνίου 2020. Η αναιρεσείουσα απάντησε στο μήνυμα αυτό την επομένη, 24 Ιουνίου, επισημαίνοντας ότι εξακολουθούσε να τελεί σε αναρρωτική άδεια και ότι η συγκεκριμένη πρόσκληση συνέπιπτε με ιατρικό ραντεβού. Προσέθεσε ότι θα ήταν, πάντως, διαθέσιμη καθ’ όλη τη διάρκεια της επόμενης ημέρας για να συζητήσει τηλεφωνικώς την οικεία υπόθεση.
22 Στις 23 Ιουνίου 2020 η αναιρεσείουσα απέστειλε στο πρόσωπο εμπιστοσύνης μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο περιείχε την πρόσκληση της προϊσταμένης της μονάδας C στην τηλεδιάσκεψη. Με το εν λόγω μήνυμα, η αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι έπρεπε να μεταβεί στο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειάς της και ότι η εν λόγω πρόσκληση υπερέβαινε τις δυνατότητές της και ήταν αντίθετη προς τους κανόνες. Η αναιρεσείουσα ζήτησε από το πρόσωπο εμπιστοσύνης να «αναφέρει τη συμπεριφορά αυτή ως ηθική παρενόχληση».
23 Στις 30 Ιουνίου 2020 η γραμματέας της μονάδας A απέστειλε στην αναιρεσείουσα δεύτερο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο τη ρώτησε αν είχε λάβει απόφαση σχετικά με τη μεταφορά του γραφείου της.
24 Την 1η Ιουλίου 2020 η προϊσταμένη της μονάδας C απέστειλε στην αναιρεσείουσα δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με τα οποία της έθετε ερωτήσεις σχετικά με την υπόθεση E. Η αναιρεσείουσα απάντησε στα μηνύματα στις 6 Ιουλίου 2020.
25 Την 1η Αυγούστου 2020 η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτηση αρωγής ενώπιον της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), δυνάμει των άρθρων 24, 59 και 60 του ΚΥΚ. Με την αίτηση αρωγής, η αναιρεσείουσα υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που είχε λάβει κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειάς της συνιστούσαν αιτήματα, εκ μέρους των προϊσταμένων ή του προσωπικού της OLAF, να εργαστεί ή να μεταβεί πάραυτα στο γραφείο της για να προετοιμάσει τη μεταφορά των προσωπικών αντικειμένων της, τα οποία θεωρούσε ότι αποσκοπούσαν στη διακοπή ή τον τερματισμό της αναρρωτικής άδειάς της.
26 Στις 26 Αυγούστου 2020 η προϊσταμένη της μονάδας C απέστειλε στην αναιρεσείουσα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο περιείχε νέο σχέδιο τελικής έκθεσης στην υπόθεση E. Στο εν λόγω μήνυμα, η προϊσταμένη της μονάδας C ρώτησε την αναιρεσείουσα, αφενός, αν ενέκρινε το περιεχόμενο της έκθεσης και, αφετέρου, αν μπορούσε να πραγματοποιήσει μια εξακρίβωση στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (ΕΓΔΕ). Η αναιρεσείουσα απάντησε ότι εξακολουθούσε να τελεί σε αναρρωτική άδεια. Με δεύτερο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η προϊσταμένη της μονάδας C διευκρίνισε ότι είχε αποστείλει το πρώτο μήνυμα ώστε η αναιρεσείουσα να ασχοληθεί με το ζήτημα κατά την επιστροφή της. Η αναιρεσείουσα της απάντησε στις 28 Αυγούστου 2020 διευκρινίζοντας ότι δεν θεωρούσε αναγκαία την αναμονή της επιστροφής της προκειμένου να οριστικοποιηθούν οι σχετικές εκθέσεις.
27 Στις 31 Αυγούστου 2020 η προϊσταμένη της μονάδας C απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην αναιρεσείουσα, στο οποίο της εξέθεσε ότι, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου φόρτου εργασίας της οικείας ομάδας έρευνας, δεν μπορούσε να αναθέσει τις τρεις υπό εξέταση υποθέσεις σε άλλον επικεφαλής ερευνητή και ότι, επομένως, στηριζόταν στην αναιρεσείουσα για την περάτωση των εν λόγω υποθέσεων, κατά την επιστροφή από την αναρρωτική άδειά της, όπως είχαν συμφωνήσει. Αυθημερόν η προϊσταμένη της μονάδας C απέστειλε στην αναιρεσείουσα άλλα δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία περιείχαν τροποποιημένο σχέδιο τελικής έκθεσης στην υπόθεση F και νέο σχέδιο τελικής έκθεσης στην υπόθεση G, αντιστοίχως. Στα δύο εν λόγω μηνύματα, η προϊσταμένη της μονάδας C διευκρίνισε ότι η αναιρεσείουσα θα έπρεπε να ασχοληθεί με τα ζητήματα αυτά μόνον όταν θα επέστρεφε από την αναρρωτική άδειά της.
28 Στις 6 Σεπτεμβρίου 2020 η αναιρεσείουσα απάντησε ότι η αναρρωτική άδειά της είχε παραταθεί και ότι οι υπό εξέταση υποθέσεις μπορούσαν να περατωθούν χωρίς τη συμμετοχή της.
29 Στις 7 Σεπτεμβρίου 2020 η αναιρεσείουσα υπέγραψε ηλεκτρονικά δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων σχετικά με την υπόθεση G στο λογισμικό διαχείρισης περιεχομένου (OCM) της OLAF.
30 Στις 8 Σεπτεμβρίου 2020 η προϊστάμενη της μονάδας C ενημέρωσε την αναιρεσείουσα ότι είχε διορίσει νέο ερευνητή, ο οποίος δεν μιλούσε τη γλώσσα διαδικασίας, σε δύο από τις τρεις υπό εξέταση υποθέσεις. Επιπλέον, η προϊσταμένη της μονάδας C αναφέρθηκε σε διαβούλευση για την περάτωση, χωρίς συμμετοχή της αναιρεσείουσας, της τρίτης υπόθεσης, ήτοι της υπόθεσης G. Η προϊσταμένη της μονάδας C ζήτησε από την αναιρεσείουσα να της αποστείλει τις ελλείπουσες πληροφορίες σχετικά με την τρίτη ως άνω υπόθεση στην περίπτωση που η αναιρεσείουσα επέστρεφε, εν τω μεταξύ, από την αναρρωτική άδειά της.
31 Στις 11 Σεπτεμβρίου 2020 η αναιρεσείουσα έλαβε από συνάδελφο της μονάδας C μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο αυτός τη συνεχάρη για την επιτυχία της στο πλαίσιο υπόθεσης που είχε εξετασθεί από το Γενικό Δικαστήριο.
32 Στις 17 Σεπτεμβρίου 2020 η αναιρεσείουσα έλαβε, εκ μέρους του ίδιου συναδέλφου, ένα ακόμη μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο περιείχε υπερσύνδεσμο πρόσβασης στην απόφαση που είχε εκδώσει το Γενικό Δικαστήριο.
33 Στις 18 Σεπτεμβρίου 2020 η προϊσταμένη της μονάδας C απέστειλε στην αναιρεσείουσα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο της επισήμανε ότι έλαβε γνώση της δήλωσης σύγκρουσης συμφερόντων. Επιπλέον, προκειμένου να λάβει απόφαση σχετικά με την εν λόγω δήλωση, ζήτησε από την αναιρεσείουσα συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την υπό εξέταση σύγκρουση συμφερόντων. Η αναιρεσείουσα απάντησε στο εν λόγω αίτημα στις 20 Σεπτεμβρίου 2020.
34 Στις 25 Σεπτεμβρίου 2020 η προϊσταμένη της μονάδας C απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην αναιρεσείουσα για να την ενημερώσει ότι της είχε αφαιρεθεί η τελευταία εκκρεμής υπόθεσή της λόγω της ως άνω κατάστασης σύγκρουσης συμφερόντων. Επομένως, η προϊσταμένη της μονάδας C διαπίστωσε ότι η αναιρεσείουσα δεν χειριζόταν πλέον υποθέσεις εντός της εν λόγω μονάδας.
35 Στις 28 Οκτωβρίου 2020 ο προϊστάμενος της μονάδας HR.AMC.5 της Επιτροπής απέστειλε στην ιατρική υπηρεσία του θεσμικού αυτού οργάνου σημείωμα με το οποίο ζήτησε την κίνηση διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας σε σχέση με την αναιρεσείουσα. Το αίτημα αυτό στηρίχθηκε στο γεγονός ότι στο διάστημα από τον Νοέμβριο του 2017 έως τον Οκτώβριο του 2020, ήτοι σε περίοδο τριών ετών, οι σωρευτικές αναρρωτικές άδειες που είχε λάβει η αναιρεσείουσα είχαν διάρκεια που υπερέβαινε τους δώδεκα μήνες.
36 Στις 4 Δεκεμβρίου 2020 η ΑΔΑ εξέδωσε την απόφαση περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής της αναιρεσείουσας η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως.
37 Στις 28 Φεβρουαρίου 2021 η αναιρεσείουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής.
38 Στις 6 Μαΐου 2021 οργανώθηκε τηλεδιάσκεψη μεταξύ, αφενός, της αναιρεσείουσας και, αφετέρου, της Υπηρεσίας Ερευνών και Πειθαρχικών Κυρώσεων (IDOC) και της μονάδας HR.E.2 (Προσφυγές και παρακολούθηση υποθέσεων) της Επιτροπής.
39 Στις 10 Μαΐου 2021 διαβιβάστηκε στην αναιρεσείουσα σύνοψη των επιχειρημάτων που προέβαλε κατά την τηλεδιάσκεψη.
40 Στις 11 Μαΐου 2021 η αναιρεσείουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της σύνοψης και διαβίβασε έγγραφα.
41 Στις 21 Μαΐου 2021 η γενική διευθύντρια της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων και Ασφάλειας της Επιτροπής εξέδωσε την απόφαση περί κινήσεως διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας, με την οποία υπέβαλε την περίπτωση της αναιρεσείουσας στην επιτροπή αναπηρίας και διόρισε έναν ιατρό για να εκπροσωπήσει την Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του παραρτήματος II του ΚΥΚ.
42 Στις 31 Μαΐου 2021 η αναιρεσείουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της αποφάσεως περί κινήσεως διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας.
43 Στις 2 Ιουλίου 2021 η ΑΔΑ εξέδωσε την απόφαση R/138/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής (στο εξής: απόφαση R/138/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης), λόγω έλλειψης αρχής αποδείξεως των αιτιάσεων της αναιρεσείουσας. Επιπλέον, η ΑΔΑ απέρριψε το αποζημιωτικό αίτημα για τη βλάβη που ισχυρίστηκε ότι υπέστη η αναιρεσείουσα.
44 Στις 30 Σεπτεμβρίου 2021 η ΑΔΑ εξέδωσε την απόφαση R/301/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως περί κινήσεως διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας (στο εξής: απόφαση R/301/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης), με την οποία η ΑΔΑ έκρινε ότι η διοικητική ένσταση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της αποφάσεως περί κινήσεως διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας ήταν απαράδεκτη.
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
45 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Σεπτεμβρίου 2021, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή-αγωγή με αίτημα την ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής και της αποφάσεως R/138/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης καθώς και, αφετέρου, της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας και της αποφάσεως R/301/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να της καταβάλει το ποσό των 20 000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη καθώς και να προσκομίσει διάφορα εσωτερικά έγγραφα.
46 H αναιρεσείουσα, προς στήριξη του αιτήματός της για ακύρωση της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας και της αποφάσεως R/301/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης, προέβαλε, κατ’ ουσίαν, έναν λόγο ακυρώσεως ο οποίος αφορούσε την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση των άρθρων 59 και 90 του ΚΥΚ, ερμηνευομένων υπό το πρίσμα των άρθρων 12α και 24 του ΚΥΚ. Προς στήριξη του αιτήματός της για ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής και της αποφάσεως R/138/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης η αναιρεσείουσα προέβαλε τέσσερις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορούσε παράβαση εκ μέρους της Επιτροπής των άρθρων 12α και 24 του ΚΥΚ, παράβαση του καθήκοντος μέριμνας, παράβαση των άρθρων 7 και 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, ο δεύτερος, την εκ μέρους του θεσμικού αυτού οργάνου παράβαση των άρθρων 12α, 24, 59 και 60 του ΚΥΚ, ο τρίτος την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση των άρθρων 59 και 90 του ΚΥΚ, ερμηνευομένων υπό το πρίσμα των άρθρων 12α και 24 του ΚΥΚ, και ο τέταρτος την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη.
47 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το μεν αίτημα για ακύρωση της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας ως απαράδεκτο, το δε αίτημα για ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής ως αβάσιμο.
48 Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αποζημιωτικό αίτημα της αναιρεσείουσας καθώς και τα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων που ζήτησε η αναιρεσείουσα.
49 Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας στο σύνολό της.
Τα αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική διαδικασία
50 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
– να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής καθώς και την απόφαση R/138/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης,
– να ακυρώσει την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας και την απόφαση R/301/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης,
– να επιδικάσει αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστη,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο της αναιρετικής διαδικασίας όσο και της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και,
– σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
51 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
52 Προς στήριξη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, δύο λόγους, οι οποίοι αφορούν, ο μεν πρώτος, το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο απορρίφθηκε το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας, και, ο δεύτερος, το σκεπτικό αυτό κατά το μέρος που απορρίπτει το αίτημα για ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
53 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος υποδιαιρείται, κατ’ ουσίαν, σε πέντε σκέλη, προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο χαρακτήρισε εσφαλμένα την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας ως προπαρασκευαστική πράξη και, επομένως, ως πράξη μη δυνάμενη να προσβληθεί ενώπιόν του.
54 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, μια πράξη μπορεί να χαρακτηριστεί ως «προπαρασκευαστική» μόνον εφόσον δεν έχει αυτοτελές έννομο αποτέλεσμα, ενώ οι πράξεις οι οποίες παράγουν αποτελέσματα που υπερβαίνουν το διαδικαστικό πλαίσιο και μεταβάλλουν ουσιωδώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ενδιαφερομένων υπόκεινται στον δικαστικό έλεγχο του Γενικού Δικαστηρίου.
55 Κατά συνέπεια, στις σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθότι δεν εφάρμοσε τη νομολογία αυτή. Συγκεκριμένα, εάν τούτο είχε συμβεί, δεδομένου ότι η εκ μέρους της Επιτροπής κίνηση της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας είχε ως συνέπεια την οριστική και μη αναστρέψιμη δημοσιοποίηση των δεδομένων που καλύπτονται από το ιατρικό απόρρητο, με αποτέλεσμα να θίγονται τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας, το Γενικό Δικαστήριο θα είχε οπωσδήποτε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη η οποία μεταβάλλει ουσιωδώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας.
56 Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, χαρακτηρίζοντας την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας ως προπαρασκευαστική πράξη, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία και, κατ’ ουσίαν, παρέλειψε να λάβει υπόψη ορισμένες περιστάσεις, καίτοι είναι καθοριστικές.
57 Πρώτον, από πάγια νομολογία, απορρέουσα από την απόφαση της 18ης Μαρτίου 1997, Gu?rin automobiles κατά Επιτροπής (C-282/95 P, EU:C:1997:159, σκέψη 37), προκύπτει ότι η οριστική απόφαση της Επιτροπής απαιτείται, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης, να ληφθεί εντός εύλογης προθεσμίας. Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν συνέχισε τη διαδικασία διαπίστωσης αναπηρίας, η κίνηση της διαδικασίας αυτής δεν ανταποκρινόταν πλέον στον σκοπό της ως προπαρασκευαστική πράξη.
58 Δεύτερον, επί της ουσίας, δεδομένου ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας κατατείνει σε παρενόχληση, η απόφαση αυτή πρέπει να θεωρηθεί πράξη δεκτική προσφυγής.
59 Τρίτον, η αναιρεσείουσα, μολονότι η διαδικασία διαπίστωσης αναπηρίας συνδεόταν άρρηκτα με την αναρρωτική άδειά της, δεν ενημερώθηκε για την κίνηση της διαδικασίας αυτής παρά μόνον στα τέλη Μαΐου του 2021. Η σοβαρή αυτή έλλειψη διαφάνειας εκ μέρους της Επιτροπής δεν ελήφθη υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
60 Τέταρτον, η απόφαση R/301/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης δεν κατέστησε δυνατή την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας σε σχέση την αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα αυτή να παραμένει σε κατάσταση παρατεταμένης αβεβαιότητας κατά παράβαση των άρθρων 90 και 59 του ΚΥΚ.
61 Πέμπτον, οι τελικές αποφάσεις δεν είναι οι μόνες που μπορούν να παραγάγουν ζημιογόνα αποτελέσματα, δεδομένου ότι τα έμμεσα αποτελέσματα ορισμένων πράξεων ή ενεργειών θεσμικού οργάνου της Ένωσης μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες για την κατάσταση του ενδιαφερομένου. Κατά συνέπεια, η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας, ακόμη και αν συνιστούσε προπαρασκευαστική πράξη, θα ήταν δεκτική προσφυγής, διότι έχει αρνητικό αποτέλεσμα για το καθεστώς του ενδιαφερομένου.
62 Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι το άρθρο 59, παράγραφος 4, του ΚΥΚ δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στην Επιτροπή κατά την υποβολή ζητήματος στην επιτροπή αναπηρίας. Στη δε προκειμένη περίπτωση δεν πληρούται η προβλεπόμενη στην ως άνω διάταξη προϋπόθεση για μια τέτοια υποβολή, κατά την οποία το σύνολο αναρρωτικών αδειών του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου πρέπει να υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες κατά τη διάρκεια περιόδου τριών ετών. Ως εκ τούτου, η κίνηση της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, διότι είναι παράνομη, ή ακόμη και εκδοθείσα κατά κατάχρηση εξουσίας.
63 Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία παραλείποντας να εξετάσει τις ειδικές πτυχές της κατάστασής της. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο αρκέστηκε στην εκδοχή των πραγματικών περιστατικών που παρουσιάστηκε από την Επιτροπή, χωρίς να εξετάσει τα κρίσιμα πραγματικά στοιχεία, καίτοι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας στηρίζεται σε εσφαλμένο υπολογισμό των ημερών αναρρωτικής άδειας, κατά τον οποίο δεν ελήφθη υπόψη η πραγματική παρουσία της αναιρεσείουσας στον τόπο εργασίας της.
64 Στο πλαίσιο του πέμπτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσθέτει, προκειμένου να αποδείξει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τις ειδικές πτυχές της κατάστασής της, ότι η έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή σχετικά με την κατάσταση της υγείας της κατόπιν της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας καθώς και η εσφαλμένη διαχείριση από το θεσμικό αυτό όργανο ευαίσθητων ιατρικών δεδομένων συνιστούν προσβολή των δικαιωμάτων σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και προστασίας των δεδομένων της, τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 7 έως 8 του Χάρτη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 59 και 60 του ΚΥΚ.
65 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
66 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος υποδιαιρείται, κατ’ ουσίαν, σε πέντε σκέλη, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 47 και 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
67 Στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, εν προκειμένω, η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας εκδόθηκε βάσει του άρθρου 59, παράγραφος 4, του ΚΥΚ. Πλην όμως, κατά τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, η απόφαση περί παραπομπής του προσφεύγοντος στην επιτροπή αναπηρίας αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη εντασσόμενη στη διαδικασία συνταξιοδότησης, μόνον δε με την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως που ελήφθη κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής μπορεί ο προσφεύγων να προβάλει τον μη σύννομο χαρακτήρα των προγενέστερων πράξεων που συνδέονται στενά με την εν λόγω απόφαση.
68 Το Γενικό Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τη νομολογία αυτή στην υπό κρίση περίπτωση, έκρινε, στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας δεν είναι πράξη με την οποία καθορίζεται οριστικώς η θέση της Επιτροπής, αλλά προπαρασκευαστική πράξη της τελικής αποφάσεως η οποία θα εκδοθεί κατά το πέρας της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας και ότι, κατά συνέπεια, η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας δεν συνιστά βλαπτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
69 Προκειμένου να εκτιμηθεί αν, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως χαρακτήρισε την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας ως προπαρασκευαστική πράξη, πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνησθεί, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, τόσο στο πλαίσιο των ειδικών διαφορών της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης όσο και στο πλαίσιο των γενικών ενδίκων διαφορών, συνιστούν βλαπτικές πράξεις και, συνεπώς, ως τέτοιες, πράξεις δεκτικές προσφυγής μόνον οι αποφάσεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, EUSC κατά KF, C-14/19 P, EU:C:2020:492, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
70 Όπως υπενθύμισε επίσης το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όταν πρόκειται για πράξεις ή αποφάσεις που καταρτίζονται κατόπιν διαδικασίας η οποία περιλαμβάνει πλείονα στάδια, ιδίως κατά το πέρας εσωτερικής διαδικασίας, συνιστούν κατ’ αρχήν πράξεις δεκτικές προσφυγής μόνον τα μέτρα τα οποία καθορίζουν οριστικώς τη θέση του θεσμικού οργάνου κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής και όχι τα ενδιάμεσα μέτρα σκοπός των οποίων είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως (απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1989, Bossi κατά Επιτροπής, 346/87, EU:C:1989:59, σκέψη 23, πρβλ. δε διάταξη της 7ης Απριλίου 2005, Van Dyck κατά Επιτροπής, C-160/04 P, EU:C:2005:207, σκέψη 32).
71 Υπό το πρίσμα των αρχών αυτών πρέπει να εξετασθούν τα πέντε σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
– Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
72 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, αφενός, παραλείποντας να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η εκ μέρους της Επιτροπής κίνηση της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας οδήγησε σε γνωστοποίηση δεδομένων που καλύπτονται από το ιατρικό απόρρητο με αποτέλεσμα να θίγονται τα δικαιώματά της και, αφετέρου, κρίνοντας ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας δεν είναι πράξη η οποία καθορίζει οριστικώς τη θέση της Επιτροπής ως προς την αναιρεσείουσα, αλλά προπαρασκευαστική πράξη της τελικής αποφάσεως η οποία θα εκδοθεί κατά το πέρας της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας. Συγκεκριμένα, κατά την αναιρεσείουσα, μια πράξη μπορεί να χαρακτηριστεί ως «προπαρασκευαστική» μόνον εφόσον δεν παράγει διακριτό έννομο αποτέλεσμα, ενώ οι πράξεις που παράγουν αποτελέσματα τα οποία υπερβαίνουν το διαδικαστικό πλαίσιο και μεταβάλλουν ουσιωδώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ενδιαφερομένων υπόκεινται στον δικαστικό έλεγχο του Γενικού Δικαστηρίου.
73 Συναφώς, πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας, με την οποία θεσμικό όργανο αποφασίζει να υποβάλει την περίπτωση υπαλλήλου σε ιατρική επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, δεν έχει, αυτή καθεαυτήν, κανένα δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα ικανό να θίξει τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου, μεταβάλλοντας ουσιωδώς και, επομένως, κατά τρόπο τουλάχιστον οριστικό, τη νομική κατάσταση του υπαλλήλου αυτού.
74 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την περίσταση ότι η εκ μέρους της Επιτροπής κίνηση της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας φέρεται, εν συνεχεία, να οδήγησε στην οριστική και μη αναστρέψιμη δημοσιοποίηση δεδομένων που καλύπτονται από το ιατρικό απόρρητο.
75 Πράγματι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι μια τέτοια δημοσιοποίηση θα παραβίαζε το ιατρικό απόρρητο, η περίσταση αυτή, η οποία αφορά το βάσιμο της εν λόγω δημοσιοποίησης, δεν συνεπάγεται ωστόσο ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά βλαπτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη απόφαση, αυτή καθεαυτήν, δεν μετέβαλε ουσιωδώς, και επομένως κατά τρόπο τουλάχιστον οριστικό, τη νομική κατάσταση του εν λόγω υπαλλήλου.
76 Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στις σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας δεν συνιστά πράξη βλαπτική για τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
77 Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
– Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
78 Προς στήριξη του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι η υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας είχε ως συνέπεια ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας δεν ανταποκρινόταν πλέον στον σκοπό της ως προπαρασκευαστική πράξη και ότι, ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να τη θεωρήσει ως πράξη βλαπτική και, επομένως, δεκτική προσφυγής.
79 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 69 της παρούσας αποφάσεως, η προϋπόθεση για να μπορεί μια πράξη να θεωρηθεί βλαπτική, συνίσταται στο γεγονός ότι η πράξη αυτή πρέπει να έχει παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση.
80 Πλην όμως, η διάρκεια μιας διαδικασίας, έστω και υπερβολική, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να πρέπει να θεωρηθεί ότι η πράξη με αντικείμενο την κίνηση της διαδικασίας αυτής μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος.
81 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο μη λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια χειρισμού της υπόθεσης από την Επιτροπή όταν εξέτασε αν η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας συνιστούσε πράξη βλαπτική για τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
82 Δεύτερον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η έκδοση της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας κατατείνει σε παρενόχληση, οπότε, προκειμένου να της παρασχεθεί η δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά της, η απόφαση αυτή θα έπρεπε να θεωρηθεί βλαπτική για τα συμφέροντά της.
83 Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι καίτοι, ασφαλώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η κίνηση μιας διαδικασίας να κατατείνει σε παρενόχληση την οποία υφίσταται ο ενδιαφερόμενος και, ως εκ τούτου, να μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο αίτησης αρωγής ή αιτήματος αποζημιώσεως ως κρίσιμο πραγματικό περιστατικό, εντούτοις η περίσταση αυτή δεν συνεπάγεται ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά βλαπτική πράξη. Πράγματι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 69 της παρούσας αποφάσεως, για να χαρακτηριστεί η επίμαχη απόφαση ως βλαπτική πράξη πρέπει να έχει μεταβάλει ουσιωδώς τη νομική κατάσταση του αποδέκτη της και όχι να είναι ικανή να του έχει προκαλέσει βλάβη.
84 Αντιθέτως προς όσα φαίνεται να υπαινίσσεται η αναιρεσείουσα, η ερμηνεία αυτή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν αποκλείει τη δυνατότητα προσώπου το οποίο υπέστη βλάβη λόγω ακριβώς της έκδοσης μιας τέτοιας πράξης να λάβει αποζημίωση για τη βλάβη αυτή. Πράγματι, στην περίπτωση προπαρασκευαστικής πράξης ο ενδιαφερόμενος μπορεί, μεταξύ άλλων, να ασκήσει προσφυγή κατά της πράξης που θα εκδοθεί κατά το πέρας της επίμαχης διαδικασίας και, με την ευκαιρία αυτή, να ζητήσει αποζημίωση για τη βλάβη που προκλήθηκε από την κίνηση της συγκεκριμένης διαδικασίας.
85 Τρίτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη το γεγονός της καθυστερημένης ενημέρωσής της για την κίνηση της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας, ενώ, τέταρτον, κατόπιν της αποφάσεως R/301/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης η αναιρεσείουσα παρέμεινε σε κατάσταση παρατεταμένης αβεβαιότητας, και δη κατά παράβαση των άρθρων 90 και 59 του ΚΥΚ.
86 Εντούτοις, επισημαίνεται ότι η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει για ποιον λόγο το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη τις περιστάσεις αυτές. Η δε αφηρημένη παράθεση και μόνον των λόγων ακυρώσεως στο δικόγραφο της προσφυγής δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 169 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, PNB Banka κατά ΕΚΤ, C-100/23 P, EU:C:2025:610, σκέψη 34).
87 Πέμπτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας συνιστούσε προπαρασκευαστική πράξη, η απόφαση αυτή θα έπρεπε παρά ταύτα να θεωρηθεί ως πράξη δεκτική προσφυγής, διότι έχει αρνητικό αποτέλεσμα για το καθεστώς του ενδιαφερομένου.
88 Το επιχείρημα αυτό, το οποίο συντάσσεται με το δεύτερο επιχείρημα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 83 της παρούσας αποφάσεως, το γεγονός ότι η έκδοση πράξης ενδέχεται να παράγει αρνητικά αποτελέσματα όσον αφορά το καθεστώς του ενδιαφερομένου δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι η πράξη αυτή μετέβαλε ουσιωδώς, ήτοι, ιδίως, κατά τρόπο οριστικό, τη νομική κατάσταση του προσώπου αυτού.
89 Έκτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία χαρακτηρίζοντας την απόφαση αυτή ως προπαρασκευαστική πράξη.
90 Εντούτοις, ο αναιρεσείων που προβάλλει παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου του ισχυρισμού αυτού, να προσδιορίζει επακριβώς τα στοιχεία τα οποία θεωρεί ότι παραμορφώθηκαν και να καταδεικνύει ποια σφάλματα ανάλυσης οδήγησαν, κατά την εκτίμησή του, το Γενικό Δικαστήριο στην παραμόρφωση αυτή (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., C-29/22 P και C-44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψη 148).
91 Ωστόσο, εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα δεν εξηγεί ποια είναι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αφορά ο ισχυρισμός αυτός και με ποιον τρόπο παραμορφώθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο.
92 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων από το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
93 Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως απαράδεκτο και εν μέρει ως αβάσιμο.
– Επί του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
94 Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να κινήσει τη διαδικασία διαπίστωσης αναπηρίας σε σχέση με αυτήν, διότι το σύνολο των αναρρωτικών αδειών της δεν υπερέβαινε τους δώδεκα μήνες για περίοδο τριών ετών, όπως απαιτείται από το άρθρο 59, παράγραφος 4, του ΚΥΚ.
95 Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία, διότι αρκέστηκε στον εσφαλμένο υπολογισμό, εκ μέρους της Επιτροπής, του αριθμού των ημερών αναρρωτικής άδειας που την αφορούσαν, χωρίς να εξετάσει την πραγματική παρουσία στην εργασία της. Στο πλαίσιο του πέμπτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και ότι παρέβη την υποχρέωση προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
96 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 67 και 68 της παρούσας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας δεν συνιστά πράξη βλαπτική για τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Για τον λόγο αυτό, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής.
97 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε επί της ουσίας τη νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως, το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, τα οποία αφορούν όλα την εν λόγω νομιμότητα, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελή.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
98 Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται, κατ’ ουσίαν, σε δώδεκα σκέλη.
99 Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εκ μέρους θεσμικού οργάνου παράβαση σαφούς νομικής διατάξεως αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως και πρέπει να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Γενικό Δικαστήριο. Πλην όμως, στη σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε δεόντως υπόψη τη νομολογία αυτή. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο, εάν το είχε πράξει, θα έπρεπε να διαπιστώσει ότι οι επίμαχες αποφάσεις αντιβαίνουν στα άρθρα 59 και 90 του ΚΥΚ, τα οποία, πέραν του ότι είναι σαφή, θεσπίζουν, συν τοις άλλοις, κανόνες δημοσίας τάξεως.
100 Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν επισήμανε την έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής, η οποία αντιβαίνει στις απαιτήσεις περί διαφάνειας και ευθύνης που προβλέπονται στα άρθρα 59 και 90 του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 41 και 47 του Χάρτη.
101 Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 97 και 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η αναιρεσείουσα μετά την κατάθεση του υπομνήματος απαντήσεως, στοιχεία τα οποία δεν ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της προσφυγής ή του υπομνήματος απαντήσεως. Η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου απόρριψη των εν λόγω στοιχείων αντιβαίνει στα άρθρα 7, 8 και 47 του Χάρτη, καθώς και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).
102 Συναφώς, η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι να καθίσταται δυνατός ο φιλικός διακανονισμός των διαφορών μεταξύ των υπαλλήλων και της Διοίκησης και όχι να περιορίζεται η έκταση του δικαστικού ελέγχου από τον δικαστή της Ένωσης.
103 Με το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, αφενός, ότι η Επιτροπή όφειλε να μην κινήσει τη διαδικασία διαπίστωσης αναπηρίας, δεδομένου ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας αυτής πληροί τα οριζόμενα στο άρθρο 12α του ΚΥΚ κριτήρια της παρενόχλησης.
104 Αφετέρου, η εκτιθέμενη στις σκέψεις 107 και 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συμπεριφορά της προϊσταμένης της μονάδας C αντιβαίνει προς το άρθρο 12 του ΚΥΚ, το οποίο υποχρεώνει τους υπαλλήλους να απέχουν από κάθε πράξη δυνάμενη να θίξει την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στον βαθμό που δεν χαρακτήρισε τη συμπεριφορά αυτή ως ηθική παρενόχληση, κατά την έννοια του άρθρου 12α του ΚΥΚ, και δη παρά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι ενέργειες της προϊσταμένης της ως άνω μονάδας και το σωρευτικό τους αποτέλεσμα.
105 Με το πέμπτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 86 του ΚΥΚ, το οποίο προβλέπει την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων στους υπαλλήλους που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπομένων στα άρθρα 11α, 12 και 12α του ΚΥΚ. Η συμπεριφορά της προϊσταμένης της μονάδας C έπρεπε να οδηγήσει στην κίνηση διαδικασίας έρευνας κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων αυτών.
106 Στο πλαίσιο του έκτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 11α του ΚΥΚ που αφορά τη σύγκρουση συμφερόντων και το άρθρο 59 του ΚΥΚ σχετικά με την αναρρωτική άδεια. Το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίστηκε δεόντως η ανάρμοστη συμπεριφορά του οικείου θεσμικού οργάνου θα μπορούσε επίσης να θίξει το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων, δικαιώματα που κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 1, 7 και 8 του Χάρτη.
107 Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι, στις σκέψεις 107 και 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τα άρθρα 11 και 21 του ΚΥΚ κρίνοντας ανεπαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν την ύπαρξη ηθικής παρενόχλησης. Το γεγονός ότι η προϊσταμένη της μονάδας C επικοινώνησε με την αναιρεσείουσα σχετικά με υπόθεση αμέσως μετά τη δήλωση περί σύγκρουσης συμφερόντων και ενώ η δήλωση αυτή δεν είχε ακόμη εγκριθεί, θα μπορούσε να θεωρηθεί ανάρμοστο.
108 Με το έβδομο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι η απόδειξη της ηθικής παρενόχλησης βαρύνει το θύμα της συμπεριφοράς αυτής, μολονότι το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στις σκέψεις 82 έως 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη νομολογία κατά την οποία, για την εξέταση των ισχυρισμών περί παρενόχλησης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το ιστορικό πλαίσιο στο σύνολό του και κάθε προηγούμενο συμβάν.
109 Το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, στις σκέψεις 78 έως 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την ανάγκη να προσκομίζεται αρχή αποδείξεως της προβαλλόμενης παρενόχλησης αντιβαίνει στην υποχρέωση του οικείου θεσμικού οργάνου να εξετάζει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και να προστατεύει την ευημερία των υπαλλήλων, σύμφωνα με τη διατύπωση της αποφάσεως της 26ης Μαρτίου 2015, CN κατά Κοινοβουλίου (F-26/14, EU:F:2015:22).
110 Με το όγδοο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι της παρεχόταν η δυνατότητα να μην ανταποκριθεί σε αίτημα συνδρομής της προϊσταμένης της μονάδας C. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 21 του ΚΥΚ, το οποίο ορίζει ότι ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση να επικουρεί και να συμβουλεύει τους ανωτέρους του και ότι είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί. Η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει ότι, παράλληλα, η τήρηση της διατάξεως αυτής την οδήγησε να παραβεί το άρθρο 11α του ΚΥΚ, το οποίο δεν επιτρέπει στον υπάλληλο να απασχοληθεί σε υπόθεση στην οποία έχει προσωπικό συμφέρον.
111 Στο πλαίσιο του ενάτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να εξετάσει, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τόσο την άρνηση της Επιτροπής να δεχθεί το αίτημα της αναιρεσείουσας για ευελιξία στην εργασία όσο και τα επανειλημμένα αιτήματα για την παροχή πρόσθετης εργασίας εκτός του πλαισίου των υπηρεσιακών καθηκόντων της, αιτήματα αντίθετα προς τις γενικές συστάσεις της Επιτροπής για την υγεία στην εργασία. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα άρθρα 59 και 60 του ΚΥΚ.
112 Το δέκατο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως αφορά παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, στην οποία φέρεται να προέβη το Γενικό Δικαστήριο.
113 Στο πλαίσιο του σκέλους αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά της γραμματέως της μονάδας Α ήταν απολύτως εύλογη και, αφετέρου, παραμόρφωσε την αντίληψη της αναιρεσείουσας ως προς τη συμπεριφορά αυτή, ήτοι το αίσθημα ότι ενοχλήθηκε κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας. Στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο θεώρησε αποδεδειγμένο το γεγονός ότι η εν λόγω γραμματέας αγνοούσε την ύπαρξη της αναρρωτικής άδειας της αναιρεσείουσας, παραμορφώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα πραγματικά περιστατικά, δεδομένου ότι η γραμματέας αυτή είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει τη διάρκεια της άδειας της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 9 και 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
114 Όσον αφορά τη συμπεριφορά της εν λόγω γραμματέως, η αναιρεσείουσα διευκρινίζει ότι, αντιθέτως προς όσα επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 9, 13, 113 και 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το πρόσωπο αυτό επέδειξε επιμονή και δεν επικοινώνησε μαζί της μόνον δύο φορές κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειάς της. Στις σκέψεις 9, 113 και 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το παράρτημα 5 του δικογράφου της προσφυγής, σχετικά με την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της γραμματέως της μονάδας Α και της αναιρεσείουσας για το ζήτημα της μεταφοράς του γραφείου της τελευταίας. Η αλληλογραφία αυτή αποδεικνύει τον ενεργό ρόλο της ως άνω γραμματέως στις ενέργειες σχετικά με την εν λόγω μεταφορά κατά το χρονικό διάστημα της αναρρωτικής άδειας της αναιρεσείουσας, συμπεριφορά η οποία θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως παρεμβατική. Αντιθέτως προς όσα προκύπτουν από τη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η εν λόγω αλληλογραφία αποδεικνύει ότι η ως άνω γραμματέας τελούσε εν γνώσει της κατάστασης αναρρωτικής άδειας της αναιρεσείουσας.
115 Στις σκέψεις 6, 9, 13, 113 και 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τις σελίδες 313 και 205 των συνημμένων στο δικόγραφο της προσφυγής εγγράφων, τα οποία αποδεικνύουν ότι η αναιρεσείουσα είχε ενημερώσει εκ των προτέρων τους ιεραρχικώς ανωτέρους της για την ανάγκη ιατρικής θεραπείας της, ιδίως με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 12ης Μαΐου 2020. Στις σκέψεις 7, 11, 14, 16 και 17 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το παράρτημα 6 του δικογράφου της προσφυγής όσον αφορά, αντιστοίχως, το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 8ης Ιουνίου 2020, τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 23ης και της 24ης Ιουνίου 2020, την αλληλογραφία μεταξύ της Διοίκησης και της αναιρεσείουσας επί της υπόθεσης E, το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 26ης Αυγούστου 2020, τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 8ης, 26ης, 28ης και 31ης Αυγούστου 2020, καθώς και εκείνο της 6ης Σεπτεμβρίου 2020. Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη το παράρτημα 10 του δικογράφου της προσφυγής, το οποίο αποδεικνύει ότι στις 25 Ιουλίου 2020 η αναιρεσείουσα εξακολουθούσε να είναι επιφορτισμένη με τρεις φακέλους, οι τελικές εκθέσεις των οποίων τελούσαν υπό κατάρτιση. Στις σκέψεις 103, 104 και 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επικεντρώθηκε στη φύση των αιτημάτων που διατύπωσε η προϊσταμένη της μονάδας C προς την αναιρεσείουσα, χωρίς να τα εντάξει στο οικείο πλαίσιο, όπερ θα καταδείκνυε την εμπλοκή της αναιρεσείουσας στην εξέταση πλειόνων υποθέσεων. Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη το παράρτημα 3 του δικογράφου της προσφυγής, το οποίο αφορούσε τον ιατρικό φάκελο της αναιρεσείουσας και επιβεβαίωνε ότι η κατάσταση του δεξιού ποδιού της καθιστούσε αναγκαία τη χειρουργική επέμβαση, καθώς και το παράρτημα 8 του δικογράφου αυτού σχετικά με την παρέμβαση του προσώπου εμπιστοσύνης.
116 Επιπλέον, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που συνδέονται με διαφόρους λόγους ακυρώσεως προβληθέντες με τα δικόγραφά της, παραπέμποντας, στις σκέψεις 3 έως 29 και στις σκέψεις 99 έως 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο γενικό πλαίσιο, στο ύφος και στη φύση της αλληλογραφίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και της διοίκησης της μονάδας της και, ιδίως, μεταξύ αυτής και της προϊσταμένης της μονάδας C. Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι, στις σκέψεις 7, 11, 14, 16 και 17 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το παράρτημα 6 του δικογράφου της προσφυγής, παραλείποντας να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είχε επανειλημμένως υπενθυμίσει στα μέλη της ομάδας της ότι τελούσε σε αναρρωτική άδεια και ότι δεν επιθυμούσε να εμπλακεί στην εργασία της μονάδας κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
117 Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε επίσης να λάβει υπόψη το παράρτημα 10 του δικογράφου της προσφυγής, με αποτέλεσμα να είναι εσφαλμένη η διαπίστωση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η αναιρεσείουσα δεν είχε πλέον υποθέσεις για να χειριστεί εντός της μονάδας της.
118 Με το ενδέκατο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο κακώς έκρινε ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ της προϊσταμένης της μονάδας C και της γραμματέως της μονάδας Α, αφενός, και της αναιρεσείουσας, αφετέρου, ουδόλως οδήγησαν σε διαβίβαση προσωπικών πληροφοριών δυνάμενη να θίξει το δικαίωμα της αναιρεσείουσας στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένως την προστασία της ιδιωτικής ζωής που προβλέπεται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, καθώς και τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συναφώς, από την απόφαση του ΕΔΔΑ της 22ας Φεβρουαρίου 2018, Libert κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2018:0222JUD000058813, § 24 και 25), προκύπτει ότι το επαγγελματικό ή μη πλαίσιο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν καθορίζει αφ’ εαυτού τον αντίκτυπό της στην ιδιωτική ζωή του υποκειμένου των δεδομένων. Καθοριστικής σημασίας είναι η φύση των ίδιων των δεδομένων και ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται με την ιδιωτική ζωή του υποκειμένου των δεδομένων.
119 Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία όλες οι επαγγελματικές δραστηριότητες αποκλείονται αυτομάτως από την προστασία της ιδιωτικής ζωής, αντιβαίνει στο άρθρο 7 του Χάρτη και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.
120 Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με τις αρνητικές και θετικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων κρατών όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, την απαίτηση περί νόμιμου χαρακτήρα της επέμβασης στην ιδιωτική σφαίρα, το περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών αυτών στον συγκεκριμένο τομέα, καθώς και την απαίτηση περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας έναντι της ως άνω επέμβασης.
121 Η διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία το ζήτημα της αναρρωτικής άδειας της αναιρεσείουσας εξετάστηκε στα επίμαχα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μόνον σε επαγγελματικό πλαίσιο και κατά τρόπο αόριστο, αντιφάσκει προς το περιεχόμενο των σκέψεων 6, 11, 12 και 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
122 Το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το οποίο δεν υπήρξε προσβολή του «δικαιώματος στην υγεία» της αναιρεσείουσας, ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, διότι συνιστά παράβαση των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και οι επίμαχες αλληλεπιδράσεις, μολονότι είναι κατά κύριο λόγο επαγγελματικής φύσεως, υπεισήλθαν σαφώς στην προσωπική σφαίρα της αναιρεσείουσας, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την αναρρωτική άδειά της και το «δικαίωμά της στην υγεία». Στις δε σκέψεις 5 έως 7, 9, 11, 12 και 15 έως 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο κατέστησε δυσδιάκριτο τον διαχωρισμό μεταξύ επαγγελματικών και προσωπικών ζητημάτων. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί της την αναζήτησαν κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειάς της, ζητώντας να συμβάλει στη διεκπεραίωση των εκκρεμών υποθέσεων και στη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη μεταφορά των γραφείων, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 6, 7, 9, 11, 16 και 17 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διατάραξε την ομαλή διεξαγωγή της άδειας αυτής και προκάλεσε επέμβαση στην ιδιωτική ζωή της και «στις ανάγκες της από απόψεως υγείας».
123 Με το δωδέκατο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά, κατ’ ουσίαν, αντιφατική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στη σκέψη 100 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο επικεντρώθηκε στο οργανωτικό επίπεδο των υποθέσεων E, F και G, επισημαίνοντας ότι δεν ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα καμία συγκεκριμένη εργασία. Εντούτοις, η επισήμανση αυτή αντιφάσκει προς το περιεχόμενο των σκέψεων 7, 9 και 10 της εν λόγω αποφάσεως, στις οποίες γίνεται λόγος για σημαντικότερο βαθμό εμπλοκής της αναιρεσείουσας.
124 Στη σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, ασφαλώς, με τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 1ης Ιουλίου 2020, η προϊσταμένη της μονάδας C έθεσε ερωτήσεις στην αναιρεσείουσα σχετικά με την υπόθεση E. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, στο μέτρο που η απάντηση στις ερωτήσεις αυτές αναμενόταν μόνον μετά την επιστροφή της αναιρεσείουσας από την αναρρωτική άδειά της, ο αντίκτυπος της επικοινωνίας αυτής στην ιδιωτική της σφαίρα ήταν λιγότερο σημαντικός. Οι εκτιμήσεις αυτές, όμως, αντιφάσκουν προς τη σκέψη 14 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
125 Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο πράγματι αναφέρει, στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την πρόσκληση προς την αναιρεσείουσα για συμμετοχή σε τηλεδιάσκεψη, υπογράμμισε, ωστόσο, στη σκέψη 102 της αποφάσεως αυτής, τον ευγενικό χαρακτήρα της επικοινωνίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και της προϊσταμένης της μονάδας C, σε αντίθεση με τα πραγματικά περιστατικά που μνημονεύονται στις σκέψεις 11 και 12 της εν λόγω αποφάσεως.
126 Ως προς τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 26ης και της 31ης Αυγούστου 2020, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αναιρεσείουσα είχε λάβει νέο κείμενο έκθεσης προς έγκριση, αλλά ότι δεν όφειλε να παράσχει τη ζητηθείσα εργασία παρά μόνον μετά την επιστροφή της από την αναρρωτική άδεια. Ο ισχυρισμός αυτός αντιφάσκει προς τις εκτιμήσεις που αναπτύσσονται στις σκέψεις 16 και 17 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
127 Όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον η προϊσταμένη της μονάδας C τελούσε εν γνώσει των παρατάσεων της αναρρωτικής άδειας της αναιρεσείουσας, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 102 της αποφάσεως αυτής αντιφάσκει προς τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 11, 16 και 18 της εν λόγω αποφάσεως.
128 Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς έκρινε, στις σκέψεις 103 και 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προϊσταμένη της μονάδας C δεν ήταν πλήρως ενήμερη για τις παρατάσεις της αναρρωτικής άδειάς της, ενώ στις σκέψεις 6, 11, 13 και 16 της αποφάσεως αυτής γίνεται μνεία των μηνυμάτων της σχετικά με την κατάσταση της άδειας αυτής.
129 Η μνεία στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περί του ότι ουδεμία συγκεκριμένη ημερομηνία επιστροφής της αναιρεσείουσας από την αναρρωτική άδειά της μνημονευόταν στην ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ αυτής και της προϊσταμένης της μονάδας C καθώς και της γραμματέως της μονάδας Α, αντιφάσκει προς τη διαπίστωση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 18 της αποφάσεως αυτής.
130 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτος, εν μέρει αλυσιτελής και εν μέρει αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
– Επί του πρώτου και του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
131 Προκειμένου να εξετασθούν το πρώτο και το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει, αρχικώς, να υπομνησθεί ότι, στις σκέψεις 97 και 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το επιχείρημα που προέβαλε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα με το υπόμνημα απαντήσεως, κατά το οποίο η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας αποτελούσε στοιχείο που κατέτεινε σε διαρκή παρενόχληση εις βάρος της.
132 Στη σκέψη 98 της αποφάσεως αυτής, στην οποία παραπέμπει η αναιρεσείουσα με το ως άνω πρώτο σκέλος, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα δικόγραφα της αναιρεσείουσας δεν προέκυπτε ότι το επιχείρημα αυτό είχε διατυπωθεί ρητώς με το δικόγραφο της προσφυγής ή ότι συνδέεται με λόγο ακυρώσεως ή επιχείρημα που είχε διατυπωθεί στο δικόγραφο της προσφυγής. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε το επιχείρημα αυτό απαράδεκτο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του.
133 Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως τη μη συμβατότητα των επίμαχων αποφάσεων προς τα άρθρα 59 και 90 του ΚΥΚ, δεδομένου ότι οι κανόνες που περιλαμβάνονται στα άρθρα αυτά είναι δημοσίας τάξεως.
134 Το άρθρο 59 του ΚΥΚ αφορά την αναρρωτική άδεια υπαλλήλου και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις υποβολής, από την ΑΔΑ, υπόθεσης στην επιτροπή αναπηρίας, το δε άρθρο 90 του ΚΥΚ αφορά τη λήψη αποφάσεως από την ΑΔΑ σχετικά με υπάλληλο καθώς και τη δυνατότητα του υπαλλήλου να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά πράξης βλαπτικής για τα συμφέροντά του.
135 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι από τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, και δη από τα άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 76 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η διαφορά καθορίζεται και οριοθετείται κατ’ αρχήν από τους διαδίκους και ότι ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί να αποφαίνεται ultra petita.
136 Μολονότι ορισμένοι λόγοι μπορούν, ή ενδέχεται να πρέπει, να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, όπως η έλλειψη αιτιολογίας ή η ανεπαρκής αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως, η οποία συνιστά ουσιώδη τύπο, εντούτοις λόγος που αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως και άπτεται της παραβίασης των Συνθηκών ή της παράβασης οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ μπορεί, αντιθέτως, να εξετασθεί από τον δικαστή της Ένωσης μόνον εφόσον έχει προβληθεί από τον προσφεύγοντα (απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C-272/12 P, EU:C:2013:812, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
137 Επομένως, δεν μπορεί να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως λόγος ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 59 του ΚΥΚ.
138 Ως προς το άρθρο 90 του ΚΥΚ, η αναιρεσείουσα δεν εξήγησε για ποιον λόγο οι επίμαχες αποφάσεις αντιβαίνουν στη διάταξη αυτή και ποιος ήταν ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως που αφορούσε την εν λόγω διάταξη τον οποίο, κατά την άποψή της, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως. Ως εκ τούτου, το μέρος αυτό της επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας δεν πληροί τις απαιτήσεις που εκτίθενται στη σκέψη 151 της παρούσας αποφάσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
139 Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά πλάνη στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το γράμμα της διατάξεως αυτής, κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
140 Συναφώς, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 132 της παρούσας αποφάσεως, το πρωτοδίκως προβληθέν με το υπόμνημα απαντήσεως επιχείρημα της αναιρεσείουσας, κατά το οποίο η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας αποτελούσε στοιχείο που κατέτεινε σε διαρκή παρενόχληση εις βάρος της, κρίθηκε απαράδεκτο από το Γενικό Δικαστήριο κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως με την αιτιολογία, που εκτίθεται στη σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν στηριζόταν σε νομικά ή πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία και ότι, ως εκ τούτου, συνιστούσε νέο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του.
141 Πλην όμως, η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, στην ως άνω κρίση του, ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.
142 Πράγματι, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα αναφέρθηκε, όπως προκύπτει από τη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην κίνηση της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας, όχι για να προβάλει νέο πραγματικό ή νομικό λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής, αλλά προκειμένου να στηρίξει την ύπαρξη ηθικής παρενόχλησης την οποία προέβαλε με το δικόγραφο της προσφυγής της, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να χαρακτηρίσει το επιχείρημα αυτό ως «νέο ισχυρισμό», κατά την έννοια του άρθρου 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του, χωρίς να παραβεί το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής.
143 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας εκδόθηκε την 21η Μαΐου 2021 και, συνεπώς, μετά την έκδοση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής, η οποία φέρει ημερομηνία 4 Δεκεμβρίου 2020. Πλην όμως, όπως υπενθύμισε και το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τη νομιμότητα αποφάσεως που απορρίπτει αίτηση αρωγής όπως η επίδικη, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξετάσει τη βασιμότητα της αποφάσεως αυτής με βάση τα στοιχεία που είχαν περιέλθει σε γνώση του θεσμικού οργάνου, μεταξύ άλλων από τον αιτούντα την αρωγή, όταν αυτό εξέδωσε την απόφασή του (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1989, Koutchoumoff κατά Επιτροπής, 224/87, EU:C:1989:38, σκέψη 20). Η ως άνω απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας διαπίστωσης αναπηρίας δεν μπορεί, επομένως, να επηρεάσει τη βασιμότητα των εκτιμήσεων του Γενικού Δικαστηρίου.
144 Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, το δε τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.
– Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
145 Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν επισήμανε την έλλειψη αιτιολογίας της επίμαχης αποφάσεως.
146 Συναφώς, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μια πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον έχει εκδοθεί εντός πλαισίου το οποίο είναι γνωστό στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και του παρέχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενό της (πρβλ. αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1983, Seton κατά Επιτροπής, 36/81, 37/81 και 218/81, EU:C:1983:152, σκέψη 48, και της 12ης Νοεμβρίου 1996, Ojha κατά Επιτροπής, C-294/95 P, EU:C:1996:434, σκέψη 18). Συνεπώς, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η αιτιολογία δεν χρειάζεται να είναι εξαντλητική, αλλά αντιθέτως πρέπει να θεωρείται επαρκής όταν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν ουσιώδη σημασία για την οικονομία της αποφάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2023, Casa Regina Apostolorum della Pia Societ? delle Figlie di San Paolo κατά Επιτροπής, C-492/21 P, EU:C:2023:354, σκέψη 49, και της 30ής Ιουνίου 2022, Fakro κατά Επιτροπής, C-149/21 P, EU:C:2022:517, σκέψη 190).
147 Στη σκέψη 73 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, εν προκειμένω, η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν συνεπαγόταν ότι η ΑΔΑ όφειλε να εξετάσει ειδικώς όλα τα έγγραφα που υπέβαλε η αναιρεσείουσα. Το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι από την απόφαση περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής, η οποία συμπληρώθηκε με την απόφαση R/138/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης, δεν προκύπτει παράβαση της υποχρέωσης αυτής, δεδομένου ότι οι πράξεις αυτές είναι επαρκώς αιτιολογημένες και παρείχαν τη δυνατότητα στη μεν αναιρεσείουσα να τις προσβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στο δε δικαιοδοτικό αυτό όργανο να εξετάσει τη νομιμότητά τους.
148 Επομένως, όπως ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 73 της εν λόγω αποφάσεως, η απόφαση περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής και η απόφαση R/138/21 περί απορρίψεως της διοικητικής ένστασης με την οποία συμπληρώθηκε, ήταν επαρκώς αιτιολογημένες, οπότε, συν τοις άλλοις, η αναιρεσείουσα μπόρεσε να προσβάλει τις αποφάσεις αυτές ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το δε δικαιοδοτικό αυτό όργανο μπόρεσε να εξετάσει τη νομιμότητά τους.
149 Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
– Επί του τετάρτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
150 Με το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο μη αναγνωρίζοντας την ύπαρξη ηθικής παρενόχλησης εις βάρος της, κατά την έννοια του άρθρου 12α του ΚΥΚ, ενώ, αφενός, η Επιτροπή όφειλε να μην κινήσει τη διαδικασία διαπίστωσης αναπηρίας και, αφετέρου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι ενέργειες της προϊσταμένης της μονάδας C και το σωρευτικό αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών καταδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας παρενόχλησης.
151 Όσον αφορά, κατά πρώτον, το τμήμα της επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας σχετικά με το γεγονός ότι η Επιτροπή όφειλε να μην κινήσει διαδικασία διαπίστωσης αναπηρίας για την αναιρεσείουσα, πρέπει να κριθεί απαράδεκτο. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι κατά το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, οι προβαλλόμενοι λόγοι και τα προβαλλόμενα νομικά επιχειρήματα προσδιορίζουν με ακρίβεια τα σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου που αμφισβητούνται. Επομένως, κατά πάγια νομολογία, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό, άλλως η αίτηση αναιρέσεως ή ο οικείος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτα (απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, Changmao Biochemical Engineering κατά Επιτροπής, C-123/21 P, EU:C:2023:708, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εν προκειμένω, όμως, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας δεν πληροί τις απαιτήσεις αυτές, καθότι αναφέρεται απλώς στη συμπεριφορά της Επιτροπής, χωρίς να αναφέρεται σε κάποια από τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2023, TUIfly κατά Επιτροπής, C-763/21 P, EU:C:2023:528, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
152 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, το επιχείρημα με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν χαρακτήρισε ως ηθική παρενόχληση την αναφερόμενη στις σκέψεις 107 και 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συμπεριφορά της προϊσταμένης της μονάδας C και ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώθηκε η συμπεριφορά αυτή και το σωρευτικό αποτέλεσμα των ενεργειών της εν λόγω προϊσταμένης, αρκεί η διαπίστωση ότι, στις σκέψεις 99 έως 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε λεπτομερώς την εν λόγω συμπεριφορά, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εντασσόταν, ήτοι, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η προϊσταμένη αυτή δεν γνώριζε τις παρατάσεις της αναρρωτικής άδειας της αναιρεσείουσας.
153 Πάντως, το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε, στη σκέψη 107 της εν λόγω αποφάσεως, ότι ήταν ανάρμοστο εκ μέρους της προϊσταμένης της μονάδας C να επικοινωνήσει με την αναιρεσείουσα προκειμένου να της ζητήσει πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση G την επομένη της υποβολής, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, δήλωσης σύγκρουσης συμφερόντων για την υπόθεση αυτή. Εντούτοις, στη σκέψη 108 της ίδιας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι η συμπεριφορά αυτή της προϊσταμένης της μονάδας C δεν μπορούσε, αφ’ εαυτής, να συνιστά ηθική παρενόχληση, τούτο δε κατά μείζονα λόγο καθότι είχε παρασχεθεί η δυνατότητα στην αναιρεσείουσα να μην ανταποκριθεί στο αίτημα της προϊσταμένης της μονάδας C, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επέμεινε να λάβει τις ζητηθείσες πληροφορίες.
154 Επομένως, το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.
– Επί του πέμπτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
155 Με το πέμπτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έκρινε ότι η συμπεριφορά της προϊσταμένης της μονάδας C έπρεπε να έχει οδηγήσει στην κίνηση διαδικασίας έρευνας προκειμένου να εξακριβωθεί αν το πρόσωπο αυτό παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε από τα άρθρα 11α, 12 και 12α του ΚΥΚ.
156 Σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 151 της παρούσας αποφάσεως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό, άλλως η αίτηση αναιρέσεως ή ο οικείος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτα.
157 Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ούτε ποιες είναι οι σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις οποίες αφορά το πέμπτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ούτε ποια επιρροή ασκεί το ζήτημα της ενδεχόμενης κινήσεως πειθαρχικής διαδικασίας κατά της προϊσταμένης της μονάδας C, ζήτημα που διακρίνεται από εκείνο του ελέγχου της νομιμότητας της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής, το οποίο αποτελεί αντικείμενο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
158 Επομένως, το πέμπτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
– Επί του έκτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
159 Με το έκτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα κατ’ ουσίαν υποστηρίζει, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο, μη προβαίνοντας στη δέουσα αντιμετώπιση της συμπεριφοράς της Επιτροπής, παρέβη τα άρθρα 11α και 59 του ΚΥΚ και προσέβαλε το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 1, 7 και 8 του Χάρτη. Αφετέρου, στις σκέψεις 107 και 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τα άρθρα 11 και 21 του ΚΥΚ διαπιστώνοντας την ανεπάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν την ύπαρξη ηθικής παρενόχλησης, καίτοι η προϊσταμένη της μονάδας C είχε επιδείξει ανάρμοστη συμπεριφορά.
160 Συναφώς, όσον αφορά το πρώτο τμήμα της ως άνω επιχειρηματολογίας, καταλήγει, στην πραγματικότητα, να προσάψει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που του υποβλήθηκαν. Πλην όμως, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων εκείνη στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο και, ιδίως, να επικρίνει τις επιλογές του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της εξέτασης αυτής, όταν αυτό αποφασίζει να στηριχθεί σε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν υποβληθεί στην κρίση του και να μη λάβει υπόψη κάποια άλλα, εκτός αν διαπιστώνεται ότι παραμόρφωσε τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία (πρβλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 22ας Ιουνίου 2023, QN κατά Επιτροπής, C-720/22 P, EU:C:2023:536, σκέψη 32).
161 Όσον αφορά το δεύτερο τμήμα της εν λόγω επιχειρηματολογίας, επισημαίνεται ότι, στη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά της προϊσταμένης της μονάδας C δεν μπορούσε, αφ’ εαυτής, να συνιστά ηθική παρενόχληση. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι στο επίμαχο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου παρασχέθηκε στην αναιρεσείουσα η δυνατότητα να μην ανταποκριθεί στο αίτημα της προϊσταμένης της μονάδας C και ότι, επιπλέον, από τη δικογραφία δεν προέκυπτε ότι η εν λόγω προϊσταμένη επέμεινε να αποκτήσει τις ζητηθείσες πληροφορίες. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2020 η προϊσταμένη της μονάδας C, αφού ενημέρωσε την αναιρεσείουσα ότι το αίτημα περί σύγκρουσης συμφερόντων είχε γίνει δεκτό, της επιβεβαίωσε ότι της αφαιρέθηκε η επίμαχη υπόθεση και ότι, κατά συνέπεια, εντός της μονάδας της η αναιρεσείουσα δεν είχε πλέον εκκρεμείς υποθέσεις.
162 Στο πλαίσιο του έκτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει με τον απαιτούμενο βαθμό ακρίβειας, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 151 της παρούσας αποφάσεως, την πλάνη περί το δίκαιο την οποία ενέχει η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου.
163 Επομένως, το έκτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
– Επί του εβδόμου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
164 Με το έβδομο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς έκρινε ότι με την απόδειξη της παρενόχλησης βαρύνεται το θύμα.
165 Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
166 Πράγματι, στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν η Διοίκηση επιλαμβάνεται, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, αίτησης αρωγής κατά το άρθρο 24 του ΚΥΚ, οφείλει, δυνάμει της υποχρέωσης αρωγής που υπέχει και εφόσον πρόκειται για συμβάν που απάδει προς την τάξη και τη γαλήνη της υπηρεσίας, να επεμβαίνει με όλη την απαιτούμενη ενεργητικότητα. Επιπλέον, η Διοίκηση οφείλει να ανταποκρίνεται με την ταχύτητα και τη μέριμνα που απαιτούνται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ώστε να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά και να συναγάγει, εν γνώσει του θέματος, τις ενδεδειγμένες συνέπειες. Προς τούτο, αρκεί ο υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού, που ζητεί την προστασία του θεσμικού οργάνου στο οποίο εργάζεται, να προσκομίσει αρχή αποδείξεως ως προς το υποστατό των επιθέσεων που υποστηρίζει ότι υφίσταται. Όταν υφίστανται τέτοια στοιχεία, το εν λόγω θεσμικό όργανο οφείλει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, διενεργώντας ιδίως διοικητική έρευνα, προκειμένου να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η καταγγελία, σε συνεργασία με τον καταγγέλλοντα.
167 Στις σκέψεις 80 και 94 της ως άνω αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι όταν, όπως εν προκειμένω, οι αιτιάσεις που περιέχονται στην αίτηση αρωγής αφορούν ηθική παρενόχληση, απόκειται στον αιτούντα την αρωγή να προσκομίσει αρχή αποδείξεως της εν λόγω παρενόχλησης βάσει του ορισμού που περιλαμβάνεται στο άρθρο 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, ήτοι «καταχρηστική[ς] επί ορισμένο χρονικό διάστημα διαγωγή[ς] που εκδηλώνεται κατά τρόπο επαναληπτικό ή συστηματικό με είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις που γίνονται με πρόθεση και θίγουν την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα» του αιτούντος.
168 Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο δεν απέκλεισε, κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αποφάσεως περί απορρίψεως της αίτησης αρωγής, την υποχρέωση του οικείου θεσμικού οργάνου να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, διενεργώντας ιδίως διοικητική έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η καταγγελία.
169 Είναι αληθές ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση αυτή του οικείου θεσμικού οργάνου προϋποθέτει ότι ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού προσκομίζει αρχή αποδείξεως του υποστατού των ενεργειών τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη. Εντούτοις, με την κρίση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Πράγματι, η Διοίκηση δεν μπορεί να υποχρεωθεί να διενεργήσει διοικητική έρευνα βάσει απλών ισχυρισμών υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού (απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023, HV και HW κατά ECDC, C-615/22 P, EU:C:2023:961, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
170 Επομένως, το έβδομο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
– Επί του ογδόου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
171 Προκειμένου να εξετασθεί το όγδοο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, στο οποίο γίνεται λόγος για παράβαση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου του άρθρου 21 του ΚΥΚ, υπενθυμίζεται ότι, στη σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, όσον αφορά τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 26ης και της 31ης Αυγούστου 2020, η προϊσταμένη της μονάδας C είχε φροντίσει να διευκρινίσει ότι η εργασία που ζητούσε δεν χρειαζόταν να εκτελεσθεί παρά μόνον κατά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας της αναιρεσείουσας.
172 Όσον αφορά το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, που αναφέρεται στη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι, με το εν λόγω μήνυμα, είχε παρασχεθεί η δυνατότητα στην αναιρεσείουσα να μην ανταποκριθεί στο αίτημα της προϊσταμένης της μονάδας C.
173 Επισημαίνεται ότι η αναιρεσείουσα δεν εξήγησε, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, τους λόγους για τους οποίους οι ως άνω πραγματικές διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου αντιβαίνουν προς το άρθρο 21 του ΚΥΚ, το οποίο προβλέπει ότι ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση να επικουρεί και να συμβουλεύει τους ανωτέρους του και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί. Η δε αναιρεσείουσα, καίτοι με την αίτηση αναιρέσεως προέβαλε επίσης ότι το αίτημα της προϊσταμένης της μονάδας C την περιήγαγε σε κατάσταση στην οποία θα κατέληγε να παραβεί είτε την υποχρέωσή της εκ του άρθρου 11α του ΚΥΚ να μην απασχοληθεί σε καμία υπόθεση στην οποία είχε, άμεσα ή έμμεσα, «προσωπικό συμφέρον», είτε την υποχρέωσή της εκ του άρθρου 21 του ΚΥΚ να επικουρεί και να συμβουλεύει τους ιεραρχικώς ανωτέρους της, εντούτοις, δεν διευκρίνισε με επαρκή σαφήνεια με ποιον τρόπο η περίσταση αυτή, αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
174 Επομένως, το όγδοο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
– Επί του ενάτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
175 Με το ένατο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει, αφενός, την άρνηση της Επιτροπής να δεχθεί το αίτημά της για ευελιξία στην εργασία και, αφετέρου, τα αιτήματα παροχής πρόσθετης εργασίας εκτός του πλαισίου των υπηρεσιακών καθηκόντων της αναιρεσείουσας, σε αντίθεση με τις γενικές συστάσεις της Επιτροπής όσον αφορά την υγεία κατά την εργασία.
176 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής, η αναιρεσείουσα δεν βάλλει ούτε κατά της άρνησης της Επιτροπής να δεχθεί το αίτημά της για ευελιξία στην εργασία ούτε κατά της μη τήρησης των γενικών συστάσεων της Επιτροπής όσον αφορά την υγεία κατά την εργασία, ως εκ τούτου τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να θεωρηθούν νέα.
177 Πλην όμως, κατά πάγια νομολογία, εάν επιτρεπόταν σε διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου λόγο αναιρέσεως και επιχειρήματα που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα είναι περιορισμένη κατ’ αναίρεση, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από τη διαφορά που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στην αναιρετική διαδικασία, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομικής λύσης που δόθηκε σε σχέση με τους λόγους και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν πρωτοδίκως (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2025, ΟΑ κατά Κοινοβουλίου, C-32/24 P, EU:C:2025:118, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
178 Υπό τις συνθήκες αυτές, το ένατο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
– Επί του δεκάτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
179 Με το δέκατο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε διάφορα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία.
180 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι η προβαλλόμενη παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων. Προϋποθέτει δε ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει υπερβεί προδήλως τα όρια της εύλογης εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων. Συναφώς, δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο μπορεί να τύχει διαφορετικής ερμηνείας από εκείνη που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο. Προς τούτο, εναπόκειται στον αναιρεσείοντα να προσδιορίσει επακριβώς ποια στοιχεία παραμορφώθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο και να αποδείξει τα σφάλματα ανάλυσης τα οποία, κατ’ αυτόν, οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο στην εν λόγω παραμόρφωση (απόφαση της 27ης Μαρτίου 2025, XH κατά Επιτροπής, C-91/23 P, EU:C:2025:219, σκέψεις 28 και 49).
181 Πλην όμως, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, η οποία εκτίθεται στις σκέψεις 113 έως 117 της παρούσας αποφάσεως, είναι, υπό το πρίσμα των ανωτέρω απαιτήσεων, ανεπαρκής για να αποδείξει τις προβαλλόμενες παραμορφώσεις.
182 Επομένως, το δέκατο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
– Επί του ενδεκάτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
183 Με το ενδέκατο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένως την προστασία της ιδιωτικής ζωής, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, καθώς και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Χάρτη, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 118 έως 122 της παρούσας αποφάσεως.
184 Συναφώς, επισημαίνεται ότι τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σχετικά με τη σκέψη 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζονται σε εσφαλμένη παραδοχή, δεδομένου ότι στην ως άνω σκέψη το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η «ιδιωτική ζωή» είναι ευρεία έννοια και δεν υπάρχει κανένας λόγος αρχής που να επιτρέπει τον αποκλεισμό των επαγγελματικών ή εμπορικών δραστηριοτήτων από την έννοια αυτή, κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.
185 Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι στη σκέψη 145 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (απόφαση του ΕΔΔΑ της 22ας Φεβρουαρίου 2018, Libert κατά Γαλλίας, CE:ECHR:2018:0222JUD000058813, § 24 και 25), προκειμένου να μπορεί να συναχθεί ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποστέλλονται από τον τόπο εργασίας εμπίπτουν στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, τα εν λόγω μηνύματα πρέπει να περιέχουν μη επαγγελματικά δεδομένα, ήτοι δεδομένα που αφορούν την ιδιωτική ζωή του οικείου προσώπου.
186 Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο, υπενθυμίζοντας και εφαρμόζοντας τη νομολογία αυτή, δεν κατέστησε το επαγγελματικό πλαίσιο αποφασιστικό κριτήριο.
187 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατά τον οποίο η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το ζήτημα της αναρρωτικής άδειας εξετάστηκε στα επίμαχα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μόνο σε επαγγελματικό πλαίσιο και κατά τρόπο αόριστο, αντιφάσκει προς το περιεχόμενο των σκέψεων 6, 11, 12 και 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός εδράζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, όταν, στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η αναρρωτική άδεια της αναιρεσείουσας εξετάστηκε σε επαγγελματικό πλαίσιο και κατά τρόπο αόριστο, τούτο συνδέεται με την ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ της προϊσταμένης της μονάδας C και της γραμματέως της μονάδας Α, αφενός, και της αναιρεσείουσας, αφετέρου.
188 Πλην όμως, μόνον οι σκέψεις 6 και 11 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορούν τέτοια μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Επιπλέον, όσον αφορά τις σκέψεις αυτές, η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να συνοψίσει το περιεχόμενό τους ή να προσδιορίσει τις συνέπειες που συνάγει εξ αυτών, χωρίς ωστόσο να εξηγεί, με την απαιτούμενη ακρίβεια, για ποιον λόγο οι εν λόγω σκέψεις αντιφάσκουν προς τη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός αυτός να είναι απαράδεκτος.
189 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με τις αρνητικές και θετικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων κρατών όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, την απαίτηση του νόμιμου χαρακτήρα της επέμβασης στην ιδιωτική σφαίρα, το περιθώριο εκτιμήσεως των συμβαλλομένων κρατών ως προς το ζήτημα αυτό, καθώς και την απαίτηση για αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά μιας τέτοιας επέμβασης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι υπερβολικά αόριστος και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
190 Ως προς το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη κρίνοντας, στη σκέψη 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν υπήρξε προσβολή του «δικαιώματός της στην υγεία», αρκεί να υπομνησθεί ότι στη σκέψη αυτή το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 99 έως 115 της ίδιας αποφάσεως, η ΑΔΑ δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όταν έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προσκομίσει αρχή αποδείξεως παρενόχλησης λόγω των υποχρεώσεων παροχής εργασίας ή λόγω του αιτήματος μεταφοράς του γραφείου της κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειάς της.
191 Στην πραγματικότητα, το επιχείρημα αυτό σκοπεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τις πραγματικές εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, οι οποίες, ελλείψει παραμόρφωσης των στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου του Δικαστηρίου.
192 Ως εκ τούτου, το εν λόγω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
193 Συνεπώς, το ενδέκατο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμο και εν μέρει απαράδεκτο.
– Επί του δωδεκάτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
194 Στο πλαίσιο του δωδεκάτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχει πλείονες αντιφάσεις.
195 Κατά πρώτον, στη σκέψη 100 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 8ης και της 9ης Ιουνίου 2020, τα οποία μνημονεύονται στις σκέψεις 17 και 20 της παρούσας αποφάσεως, δεν περιείχαν κανένα αίτημα προς την αναιρεσείουσα για εκτέλεση εργασίας, όπερ, κατά την αναιρεσείουσα, αντιφάσκει προς τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 7, 9 και 10 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
196 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τα ως άνω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 8ης και της 9ης Ιουνίου 2020, τα οποία μνημονεύονται στις σκέψεις 7, 9 και 10 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι τα μηνύματα αυτά περιείχαν τέτοιου είδους αίτημα.
197 Συγκεκριμένα, πρώτον, στη σκέψη 7 της ως άνω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλη, στις 8 Ιουνίου 2020, προς την αναιρεσείουσα και στην προϊσταμένη της μονάδας Α από μέλος της μονάδας A. Ωστόσο, μολονότι το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το εν λόγω μήνυμα, το οποίο αφορούσε τις τρεις υποθέσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως, περιείχε παρατηρήσεις και υποδείξεις για τα επόμενα στάδια εξέτασης των συγκεκριμένων υποθέσεων, η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται ότι το ως άνω μέλος της μονάδας Α ζήτησε από την αναιρεσείουσα, έστω και αν είχε την εξουσία προς τούτο, να εκτελέσει εργασία. Κατά τα λοιπά, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε στη σκέψη 7 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η προϊσταμένη της μονάδας Α είχε απαντήσει στο εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι, λαμβανομένης υπόψη της άδειας της αναιρεσείουσας, το εν λόγω μέλος της μονάδας Α έπρεπε να συμβουλευθεί την προϊσταμένη της μονάδας C, προκειμένου να πληροφορηθεί αν η τελευταία επιθυμούσε να περατώσει τις επίμαχες υποθέσεις πριν από την αναδιοργάνωση της OLAF της 16ης Ιουνίου 2020 ή αν επιθυμούσε να αναμείνει την επιστροφή της αναιρεσείουσας από την αναρρωτική άδειά της, η οποία αναμενόταν μετά την ημερομηνία αυτή.
198 Δεύτερον, στη σκέψη 9 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, στις 8 Ιουνίου 2020, η γραμματέας της μονάδας A απέστειλε στην αναιρεσείουσα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σχετικά με την αλλαγή του γραφείου της λόγω της εσωτερικής αναδιοργάνωσης της OLAF που μνημονεύθηκε στη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως. Στο εν λόγω μήνυμα, η αναιρεσείουσα ερωτάται, ασφαλώς, εάν, λαμβανομένης υπόψη της αναρρωτικής άδειάς της έως τις 22 Ιουνίου 2020, εξουσιοδοτεί τρίτο να οργανώσει τη μεταφορά των προσωπικών αντικειμένων της πριν από την ως άνω ημερομηνία. Εντούτοις, ένα τέτοιο αίτημα για παροχή εξουσιοδότησης δεν μπορεί να εξομοιωθεί με αίτημα προς την αναιρεσείουσα για εκτέλεση εργασίας.
199 Τρίτον, στη σκέψη 10 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, στις 9 Ιουνίου 2020, η προϊσταμένη της μονάδας C απάντησε στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που μνημονεύονται στη σκέψη 7 της αποφάσεως αυτής επισημαίνοντας ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, θεωρούσε λίαν δυσχερή την περάτωση των επίμαχων υποθέσεων πριν από τις 16 Ιουνίου 2020. Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι, και στην περίπτωση αυτή, ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να συνεπάγεται την ύπαρξη αιτήματος προς την αναιρεσείουσα για εκτέλεση εργασίας.
200 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την προβαλλόμενη αντίφαση μεταξύ των σκέψεων 101 και 14 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπενθυμίζεται ότι, στην πρώτη ως άνω σκέψη, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε επί των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 1ης Ιουλίου 2020, τα οποία μνημονεύονται στη σκέψη 14 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και με τα οποία η προϊσταμένη της μονάδας C έθεσε στην αναιρεσείουσα ερωτήσεις σχετικά με την υπόθεση E. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η αλληλογραφία αυτή συνίστατο, βεβαίως, σε αίτημα παροχής πληροφοριών σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση, λόγω της ανάλυσης της έκθεσης που είχε καταρτίσει η αναιρεσείουσα, αλλά ότι η προϊσταμένη της μονάδας C είχε επίσης διευκρινίσει ότι η απάντηση της αναιρεσείουσας αναμενόταν μετά την επιστροφή της από την αναρρωτική άδεια.
201 Οι εκτιμήσεις αυτές του Γενικού Δικαστηρίου ουδόλως αντιφάσκουν προς τη διαπίστωση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 14 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία, αφενός, την 1η Ιουλίου 2020, η προϊσταμένη της μονάδας C απέστειλε στην αναιρεσείουσα δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τα οποία της έθετε ερωτήσεις σχετικά με την υπόθεση E και, αφετέρου, η αναιρεσείουσα απάντησε στις ερωτήσεις αυτές στις 6 Ιουλίου 2020.
202 Κατά τρίτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το ευγενικό ύφος των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που της απευθύνθηκαν, συμπεριλαμβανομένης της πρόσκλησης σε τηλεδιάσκεψη, αντιφάσκει προς τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στις σκέψεις 11 και 12 της ως άνω αποφάσεως.
203 Το επιχείρημα αυτό της αναιρεσείουσας εδράζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της σκέψης 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
204 Στην ως άνω σκέψη 102, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε το ευγενικό ύφος και τον σεβασμό που έδειχναν όλα τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ της προϊσταμένης της μονάδας C και της αναιρεσείουσας, τα οποία μνημονεύονται στις σκέψεις 100 και 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
205 Αφενός, όμως, ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ της διαπίστωσης αυτής και εκείνης που περιλαμβάνεται στις σκέψεις 11 και 12 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, ενώ τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αναφέρονται στις σκέψεις 100 και 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως φέρουν ημερομηνία 8 και 9 Ιουνίου 2020 και 1η Ιουλίου 2020, τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που μνημονεύονται στις σκέψεις 11 και 12 της αποφάσεως αυτής φέρουν ημερομηνία 23 Ιουνίου 2020.
206 Αφετέρου, έστω και αν γίνει δεκτό ότι, στην πραγματικότητα, η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αμφισβητήσει την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αναφέρονται στις σκέψεις 100 και 101 της εν λόγω αποφάσεως προβάλλοντας ως επιχείρημα τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αναφέρονται στις σκέψεις 11 και 12 της ίδιας αποφάσεως, το επιχείρημα αυτό θα πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 160 της παρούσας αποφάσεως, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων εκείνη στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο.
207 Όσον αφορά το επιχείρημα της αναιρεσείουσας κατά το οποίο η μνεία, στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, του ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να εκτελέσει την επίμαχη εργασία παρά μόνον μετά την επιστροφή της από την αναρρωτική άδεια, αντιφάσκει προς τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 16 και 17 της ίδιας αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με το επιχείρημα αυτό, η αναιρεσείουσα βάλλει, στην πραγματικότητα, όχι κατά της σκέψης 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά κατά της σκέψης 104 αυτής, στο μέτρο που στην τελευταία αυτή σκέψη το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 26ης και της 31ης Αυγούστου 2020, η προϊσταμένη της μονάδας C είχε φροντίσει να διευκρινίσει ότι η ζητηθείσα εργασία δεν χρειαζόταν να εκτελεσθεί παρά μόνον κατά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας της αναιρεσείουσας.
208 Πλην όμως, η εκτίμηση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου δεν αντιφάσκει προς τις σκέψεις 16 και 17 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
209 Ασφαλώς, στη σκέψη 16 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η προϊσταμένη της μονάδας C είχε ζητήσει από την αναιρεσείουσα να εγκρίνει το περιεχόμενο ενός νέου σχεδίου τελικής έκθεσης στην υπόθεση E και αν μπορούσε να προβεί σε ορισμένες εξακριβώσεις στο ΕΓΔΕ, όπερ συνιστά αίτημα προς την αναιρεσείουσα για εκτέλεση εργασίας. Εντούτοις, στην ως άνω σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι η προϊσταμένη της μονάδας C είχε διευκρινίσει σε δεύτερο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς την αναιρεσείουσα ότι το μήνυμα της 26ης Αυγούστου 2020, το οποίο περιείχε, προς έγκριση, νέο σχέδιο τελικής έκθεσης σε μία υπόθεση, της είχε αποσταλεί προς εξέταση κατά την επιστροφή της από την αναρρωτική άδεια. Στη δε σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε εν γένει στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 26ης και της 31ης Αυγούστου 2020, χωρίς να επισημαίνει ότι η ως άνω διευκρίνιση είχε δοθεί με το πρώτο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 26ης Αυγούστου 2020.
210 Στη σκέψη 17 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καίτοι το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η προϊσταμένη της μονάδας C είχε αναφέρει, με ένα πρώτο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 31ης Αυγούστου 2020, ότι ανέμενε από την αναιρεσείουσα να περατώσει πλείονες υποθέσεις κατά την επιστροφή από την άδειά της και ότι μολονότι, την ίδια ημέρα, της είχε αποστείλει άλλα δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία περιείχαν, αντιστοίχως, τροποποιημένο σχέδιο τελικής έκθεσης σε μια υπόθεση και νέα τελική έκθεση σε άλλη, η προϊσταμένη μονάδας της μονάδας C είχε διευκρινίσει ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να εξετάσει τα έγγραφα αυτά μόνον κατά την επιστροφή της από την αναρρωτική άδειά της.
211 Κατά τέταρτον, κατά την αναιρεσείουσα, η διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η προϊσταμένη της μονάδας C δεν γνώριζε τις διαδοχικές παρατάσεις της αναρρωτικής άδειάς της, αντιφάσκει προς τις σκέψεις 6, 11, 13, 16 και 18 της αποφάσεως αυτής.
212 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η σκέψη 6 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορά μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε η αναιρεσείουσα στα μέλη της μονάδας Α στις 2 Ιουνίου 2020, χωρίς να αναφέρεται στη σκέψη αυτή ότι η προϊσταμένη της μονάδας C τελούσε σε γνώση της αναρρωτικής άδειας της αναιρεσείουσας.
213 Ούτε, όμως, στη σκέψη 11 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προϊσταμένη της μονάδας C τελούσε εν γνώσει των παρατάσεων της άδειας αυτής. Αντιθέτως, στην ως άνω σκέψη αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα ήταν εκείνη που ενημέρωσε τη συγκεκριμένη υπάλληλο, όταν απάντησε στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της τελευταίας, ότι εξακολουθούσε να τελεί σε αναρρωτική άδεια.
214 Η δε σκέψη 13 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως απλώς αναφέρει ότι η γραμματέας της μονάδας Α απηύθυνε στην αναιρεσείουσα, στις 30 Ιουνίου 2020, νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για να τη ρωτήσει αν είχε λάβει απόφαση σχετικά με τη μεταφορά του γραφείου της.
215 Στη σκέψη 16 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η αναιρεσείουσα, απαντώντας σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της προϊσταμένης της μονάδας C της 26ης Αυγούστου 2020, ήταν εκείνη που την ενημέρωσε για την παράταση της αναρρωτικής άδειάς της.
216 Στη σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απλώς επισήμανε ότι στις 6 Σεπτεμβρίου 2020 η αναιρεσείουσα απάντησε στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της προϊσταμένης της μονάδας C της 31ης Αυγούστου 2020 ότι η αναρρωτική άδειά της είχε παραταθεί και ότι οι επίμαχες υποθέσεις μπορούσαν να περατωθούν χωρίς την παρέμβασή της.
217 Κατά πέμπτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η διαπίστωση, στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία ουδεμία συγκεκριμένη ημερομηνία επιστροφής από την αναρρωτική άδειά της αναφερόταν στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αντηλλάγησαν μεταξύ αυτής και της προϊσταμένης της μονάδας C καθώς και της γραμματέως της μονάδας Α, αντιφάσκει προς το περιεχόμενο της σκέψης 18 της αποφάσεως αυτής.
218 Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, στη σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι στις 6 Σεπτεμβρίου 2020 η αναιρεσείουσα απάντησε στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της προϊσταμένης της μονάδας C της 31ης Αυγούστου 2020 ότι η αναρρωτική άδειά της είχε παραταθεί και ότι οι επίμαχες υποθέσεις μπορούσαν να περατωθούν χωρίς την παρέμβασή της.
219 Εντούτοις, εξ αυτού δεν προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη αναφοράς σε συγκεκριμένη ημερομηνία επιστροφής της αναιρεσείουσας από την αναρρωτική άδειά της.
220 Δεδομένου ότι κανένα από τα διάφορα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα για να υποστηρίξει ότι το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε την απόφασή του κατά τρόπο αντιφατικό δεν είναι βάσιμο, το δωδέκατο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
221 Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
222 Δεδομένου ότι όλοι οι λόγοι που προβλήθηκαν προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως απορρίφθηκαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
223 Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 184 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
224 Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Η XH φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.