Υπόθεση C-822/24, bluechip Computer Aktiengesellschaft κατά Zentralstelle f?r private ?berspielungsrechte (ZP?), Απόφαση του Δικαστηρίου (όγδοο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση C-822/24, bluechip Computer Aktiengesellschaft κατά Zentralstelle f?r private ?berspielungsrechte (ZP?), Απόφαση του Δικαστηρίου (όγδοο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026
Υπόθεση C-822/24, bluechip Computer Aktiengesellschaft κατά Zentralstelle f?r private ?berspielungsrechte (ZP?), Απόφαση του Δικαστηρίου (όγδοο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 15ης Ιανουαρίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικά δικαιώματα – Εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας – Οδηγία 2001/29/ΕΚ – Άρθρο 2 – Δικαίωμα αναπαραγωγής – Άρθρο 5 – Εξαιρέσεις και περιορισμοί – Δίκαιη αποζημίωση σε περίπτωση αντιγραφής για ιδιωτική χρήση – Εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την καταβολή τέτοιας αποζημίωσης από τους κατασκευαστές, εισαγωγείς και διανομείς υποθεμάτων εγγραφής τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αναπαραγωγή και προορίζονται για επαγγελματίες τελικούς αγοραστές – Υποχρέωση συνοδευόμενη από μαχητό τεκμήριο χρήσης των εν λόγω υποθεμάτων για ιδιωτική αντιγραφή – Επιτρεπτό »

Στην υπόθεση C-822/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) με απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Δεκεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

bluechip Computer Aktiengesellschaft

κατά

Zentralstelle f?r private ?berspielungsrechte (ZP?),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, S. Rodin και N. Fenger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η bluechip Computer Aktiengesellschaft, εκπροσωπούμενη από τη M. Kianfar και τον J. Sch?fer, Rechtsanw?lte,

–        η Zentralstelle f?r private ?berspielungsrechte (ZP?), εκπροσωπούμενη από τον D. K?gel, Rechtsanwalt,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. M?ller, M. Hellmann και A. Sahner,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την B. Dourthe και τον B. Herbaut,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από την V. Pilloni, procuratore dello Stato, και τον D. G. Pintus, avvocato dello Stato,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Csoknyai και M. Z. Feh?r,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. K. Bulterman και τον J. M. Hoogveld,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch και την J. Schmoll,

–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Alves, την P. Barros da Costa και τον M. Martins da Cruz,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον G. von Rintelen και την J. Samnadda,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10).

2        Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Zentralstelle f?r private ?berspielungsrechte (στο εξής: ZP?) και της bluechip Computer Aktiengesellschaft (στο εξής: bluechip) σχετικά με την καταβολή ποσού για τη χρηματοδότηση της εύλογης αμοιβής λόγω δημιουργίας αντιγράφων για ιδιωτική χρήση.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 31, 35 και 38 της οδηγίας 2001/29 έχουν ως εξής:

«(31)      Πρέπει να διατηρηθεί μια ισορροπία περί τα δικαιώματα και τα συμφέροντα μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών δικαιούχων, καθώς και μεταξύ αυτών και των χρηστών προστατευομένων αντικειμένων[. Ο]ι ισχύουσες στα κράτη μέλη εξαιρέσεις και περιορισμοί στα δικαιώματα πρέπει να επανεξεταστούν υπό το πρίσμα του νέου ηλεκτρονικού περιβάλλοντος[. Ο]ι υφιστάμενες διαφορές ως προς τις εξαιρέσεις και τους περιορισμούς ορισμένων πράξεων που υπόκεινται σε άδεια του δικαιούχου θίγουν άμεσα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων[. Ο]ι εν λόγω διαφορές είναι πολύ πιθανό να επιδεινωθούν με την ανάπτυξη της εκμετάλλευσης των έργων πέρα από τα σύνορα και των διασυνοριακών δραστηριοτήτων[. Γ]ια να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, οι εν λόγω εξαιρέσεις και περιορισμοί θα πρέπει να εναρμονισθούν περισσότερο[. Ο] βαθμός της εναρμόνισής τους θα πρέπει να εξαρτηθεί από τις επιπτώσεις τους στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

[...]

(35)      Σε ορισμένες περιπτώσεις εξαιρέσεων ή περιορισμών, οι δικαιούχοι θα πρέπει να λαμβάνουν δίκαιη και επαρκή αποζημίωση για τη χρήση των προστατευόμενων έργων ή λοιπών προστατευομένων αντικειμένων τους[. Κ]ατά τον καθορισμό της μορφής, των λεπτομερειών καταβολής και του ενδεχόμενου ύψους αυτής της δίκαιης αποζημίωσης, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες κάθε περίπτωσης[. Γ]ια την αξιολόγηση των στοιχείων αυτών, πολύτιμο κριτήριο αποτελεί η πιθανή ζημία των δικαιούχων από τη συγκεκριμένη πράξη[. Ό]ταν στους δικαιούχους έχει ήδη καταβληθεί αμοιβή σε κάποια άλλη μορφή, λ.χ. ως τμήμα των τελών εκδόσεως αδείας, πιθανόν να μην οφείλεται ειδική ή χωριστή πληρωμή[. Γ]ια τον καθορισμό του ύψους της δίκαιης αποζημίωσης θα πρέπει να λαμβάνεται πλήρως υπόψη ο βαθμός χρήσης των μέτρων τεχνολογικής προστασίας που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία[. Σ]ε ορισμένες περιπτώσεις όπου η ζημία του δικαιούχου θα ήταν ασήμαντη, πιθανόν να μην προκύπτει υποχρέωση πληρωμής.

[...]

(38)      Θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν εξαίρεση ή περιορισμό από το δικαίωμα αναπαραγωγής, ενδεχομένως με εύλογη αποζημίωση, για ορισμένα είδη αναπαραγωγής ακουστικού, οπτικού και οπτικοακουστικού υλικού για ιδιωτική χρήση[. Η] εξαίρεση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει την καθιέρωση ή τη διατήρηση συστημάτων αμοιβής για την αποζημίωση των δικαιούχων[. Α]κόμη και αν οι διαφορές στα συστήματα αμοιβής επηρεάζουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η ύπαρξη των εν λόγω διαφορών όσον αφορά την αναλογική ιδιωτική αναπαραγωγή δεν θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας[. Η] ψηφιακή ιδιωτική αντιγραφή αναμένεται να διαδοθεί περισσότερο και να έχει μεγαλύτερη οικονομική σημασία[. Σ]υνεπώς, θα πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη οι διαφορές μεταξύ ψηφιακής και αναλογικής ιδιωτικής αντιγραφής και να γίνεται κάποια διάκριση μεταξύ αυτών.»

4        Το άρθρο 2 της οδηγίας 2001/29, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα αναπαραγωγής», ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν, την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει:

α)      στους δημιουργούς, όσον αφορά τα έργα τους,

β)      στους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα των ερμηνειών ή εκτελέσεών τους,

γ)      στους παραγωγούς φωνογραφημάτων, όσον αφορά τα φωνογραφήματά τους,

δ)      στους παραγωγούς της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης ταινιών σε φορέα, όσον αφορά το πρωτότυπο και τα αντίγραφα των ταινιών τους,

ε)      στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, που μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής αναμετάδοσης.»

5        Το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/29, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξαιρέσεις και περιορισμοί», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς από το δικαίωμα αναπαραγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 2 στις ακόλουθες περιπτώσεις:

[...]

β)      αναπαραγωγές σε οποιοδήποτε μέσο που πραγματοποιούνται από φυσικό πρόσωπο για ιδιωτική χρήση και για μη άμεσους ή έμμεσους εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν δίκαιη αποζημίωση που συνεκτιμά την εφαρμογή ή όχι των τεχνολογικών μέτρων του άρθρου 6 στο συγκεκριμένο έργο ή άλλο υλικό,

[...]».

 Το γερμανικό δίκαιο

6        Το άρθρο 53 του Gesetz ?ber Urheberrecht und verwandte Schutzrechte – Urheberrechtsgesetz (νόμου περί του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων), της 9ης Σεπτεμβρίου 1965 (BGBl. 1965 I, σ. 1273), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: UrhG), το οποίο έφερε τον τίτλο «Αναπαραγωγές για ιδιωτική και κάθε άλλη προσωπική χρήση», προέβλεπε τα εξής:

«(1)      Η ιδιωτική αντιγραφή ενός έργου που πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο για ιδιωτική χρήση σε οποιοδήποτε μέσο είναι νόμιμη υπό την προϋπόθεση ότι τα αντίγραφα δεν χρησιμοποιούνται, άμεσα ή έμμεσα, για κερδοσκοπικούς σκοπούς και ότι το πρωτότυπο δεν έχει προδήλως παραχθεί ή διατεθεί σε κοινή χρήση παρανόμως. [...]

[...]»

7        Το άρθρο 54 του UrhG, το οποίο έφερε τον τίτλο «Υποχρέωση καταβολής αμοιβής», όριζε τα εξής:

«(1)      Εάν, λόγω της φύσεως ενός έργου, αναμένεται ότι αυτό θα αναπαραχθεί σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφοι 1 έως 3, ο δημιουργός του δικαιούται να αξιώσει εύλογη αμοιβή από τον κατασκευαστή συσκευών και υποθεμάτων εγγραφής, κατάλληλων προς χρήση αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με άλλες συσκευές, υποθέματα εγγραφής ή εξαρτήματα για τέτοιου είδους αναπαραγωγές.

(2)      Η αξίωση της παραγράφου 1 αποσβέννυται κατά το μέτρο που μπορεί να αναμένεται, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, ότι οι συσκευές ή τα υποθέματα εγγραφής δεν θα χρησιμοποιηθούν για αναπαραγωγές οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου.»

8        Το άρθρο 54b του UrhG, το οποίο έφερε τον τίτλο «Υποχρέωση καταβολής αμοιβής στον διανομέα ή τον εισαγωγέα», όριζε τα εξής:

«(1)      Εις ολόκληρον ευθύνη με τον κατασκευαστή φέρει και όποιος κατ’ επάγγελμα εισάγει ή επανεισάγει ή εμπορεύεται τις συσκευές ή τα υποθέματα εγγραφής στο έδαφος επί του οποίου εφαρμόζεται ο παρών νόμος.

[...]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

9        Η ZP? είναι ένωση γερμανικών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων, οι οποίοι νομιμοποιούνται να αξιώνουν αμοιβή βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας για την αναπαραγωγή ηχητικών ή οπτικοακουστικών έργων. Η bluechip είναι εταιρία η οποία κατασκευάζει, εισάγει και διανέμει προσωπικούς υπολογιστές, φορητούς υπολογιστές και σταθμούς εργασίας με ενσωματωμένο σκληρό δίσκο.

10      Η ZP? άσκησε αγωγή με την οποία ζητούσε κατ’ ουσίαν να υποχρεωθεί η bluechip να καταβάλει, για κάθε είδος συσκευής που τέθηκε σε κυκλοφορία μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2014 και 31ης Δεκεμβρίου 2017, ποσό για τη χρηματοδότηση της εύλογης αμοιβής που προβλέπεται στο άρθρο 54 του UrhG, το ύψος του οποίου καθορίζεται βάσει των τιμολογίων που προβλέπονται στις συλλογικές συμβάσεις τις οποίες συνήψε προς τούτο με οργανώσεις στις οποίες μετέχουν επαγγελματίες του τομέα των τηλεπικοινωνιών και των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών.

11      Το Oberlandesgericht (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο, Γερμανία), αποφαινόμενο εν μέρει επί της διαφοράς, έκρινε με απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2023 ότι, δεδομένου ότι οι συσκευές που πωλούσε η bluechip σε επαγγελματίες τελικούς αγοραστές μπορούσαν τεχνικώς να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία ιδιωτικών αντιγράφων έργων προστατευόμενων από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, έπρεπε να τεκμαρθεί μαχητώς ότι θα δημιουργούνταν τέτοια αντίγραφα και ότι, ως εκ τούτου, ένα νομικό πρόσωπο όπως η bluechip όφειλε να καταβάλει βάσει των άρθρων 54 και 54b του UrhG ποσό για τη χρηματοδότηση της οφειλόμενης στους δημιουργούς εύλογης αμοιβής ως αντάλλαγμα για την αντιγραφή.

12      Αφού διαπίστωσε ότι η bluechip δεν είχε προσκομίσει στοιχεία ικανά να ανατρέψουν το εν λόγω τεκμήριο, το Oberlandesgericht (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο) υποχρέωσε τη bluechip, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στην ZP?, για κάθε τύπο συσκευής που πωλήθηκε ή τέθηκε σε κυκλοφορία στη Γερμανία μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2014 και της 31ης Δεκεμβρίου 2017, τη σχετική αμοιβή, υπολογιζόμενη με βάση τα προβλεπόμενα στις προαναφερθείσες συλλογικές συμβάσεις τιμολόγια, εκτός και αν η bluechip αποδείκνυε, μεταξύ άλλων, ότι οι οικείες συσκευές προορίζονται προδήλως για άλλες χρήσεις και όχι για ιδιωτική αντιγραφή και ότι στην πράξη και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων η δημιουργία τέτοιων αντιγράφων ήταν ελάχιστης κλίμακας.

13      Η bluechip άσκησε αναίρεση (Revision) κατά της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

14      Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29, το οποίο μεταφέρθηκε στο γερμανικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 54 του UrhG, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις και περιορισμούς σε σχέση με το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής έργων, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 2 της οδηγίας υπέρ των κατόχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να προβλέπουν τέτοιες εξαιρέσεις και περιορισμούς σε περιπτώσεις αναπαραγωγής έργων από φυσικά πρόσωπα για ιδιωτική χρήση και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί, υπό την προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν δίκαιη αποζημίωση.

15      Το αιτούν δικαστήριο, υπενθυμίζοντας ότι, όσον αφορά τα υποθέματα εγγραφής που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τέτοιες αναπαραγωγές, σε περίπτωση που υφίστανται πρακτικές δυσχέρειες που σχετίζονται με τον προσδιορισμό μιας τέτοιας ιδιωτικής χρήσης και την ταυτοποίηση του τελικού χρήστη, η δίκαιη αποζημίωση μπορεί να ζητηθεί από κατασκευαστές, εισαγωγείς ή διανομείς οι οποίοι, όπως η bluechip, έχουν τη δυνατότητα να μετακυλίσουν την επιβάρυνση στους τελικούς αγοραστές, εκτιμά ότι στους τελικούς αγοραστές μπορούν, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνονται τόσο φυσικά όσο και νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν παραγγείλει τέτοια υποθέματα εγγραφής για επαγγελματικούς ή εμπορικούς σκοπούς. Συγκεκριμένα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα εν λόγω υποθέματα εγγραφής να χρησιμοποιηθούν σε επαγγελματικό ή εμπορικό πλαίσιο για τη δημιουργία αντιγράφων ιδιωτικής χρήσης ή τα ως άνω φυσικά ή νομικά πρόσωπα να αντικαταστήσουν τα υποθέματα αυτά με νέα, κατά το πέρας της περιόδου φορολογικής απόσβεσης, και να τα πωλήσουν στην αγορά μεταχειρισμένων συσκευών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για ιδιωτική αντιγραφή από τους αγοραστές.

16      Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της ύπαρξης τέτοιων πρακτικών δυσχερειών, το γεγονός ότι δεν επιβάλλεται στους κατασκευαστές, εισαγωγείς ή διανομείς, όπως είναι η bluechip, η υποχρέωση καταβολής δίκαιης αποζημίωσης δεν καθιστά δυνατή ούτε τη διασφάλιση της αποκατάστασης της ζημίας που υπέστησαν οι δικαιούχοι λόγω της δημιουργίας αντιγράφων ιδιωτικής χρήσης ούτε και, κατά συνέπεια, την αποτελεσματική είσπραξη της αποζημίωσης αυτής. Το αιτούν δικαστήριο κλίνει προς την άποψη ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι είναι δυνατόν να τεκμαρθεί μαχητώς ότι υποθέματα εγγραφής όπως αυτά που πωλεί η bluechip χρησιμοποιούνται για ιδιωτικούς σκοπούς και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29, και, ως εκ τούτου, είναι δυνατόν να ζητηθεί η καταβολή δίκαιης αποζημίωσης από τους εν λόγω κατασκευαστές, εισαγωγείς ή διανομείς.

17      Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, προκειμένου να κριθεί αν οφείλεται η επίμαχη στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του αμοιβή, οι πωλητές υποθεμάτων εγγραφής τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ιδιωτική αναπαραγωγή δύνανται να αποδείξουν ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αποκλείεται τα εν λόγω υποθέματα να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία αντιγράφων ή ότι είναι τουλάχιστον απίθανο να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό αυτόν σε σημαντικό βαθμό. Προς τούτο, οι πωλητές μπορούν, μεταξύ άλλων, να προσκομίσουν έγγραφη βεβαίωση με την οποία ο επαγγελματίας τελικός αγοραστής δηλώνει ότι θα χρησιμοποιήσει το υπόθεμα εγγραφής που αγόρασε αποκλειστικά στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του.

18      Η επιβολή της υποχρέωσης στους πωλητές, όπως είναι η bluechip, να καταβάλουν τη δίκαιη αποζημίωση, σε συνδυασμό με το μαχητό τεκμήριο της ιδιωτικής χρήσης των υποθεμάτων εγγραφής που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αναπαραγωγή, θα ήταν εξάλλου σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως τόσο όσον αφορά τον προσδιορισμό των προσώπων που οφείλουν να καταβάλουν την αποζημίωση όσο και όσον αφορά τη μορφή, τη διαδικασία καταβολής και το ύψος της αποζημίωσης αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζουν ότι το εν λόγω τεκμήριο δεν συνεπάγεται υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης σε περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι πρόδηλο ότι η τελική χρήση των οικείων υποθεμάτων εγγραφής δεν εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29.

19      Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της πιθανής ύπαρξης νομολογιακών αποκλίσεων όσον αφορά την ερμηνεία της διάταξης αυτής στη Γερμανία και την Αυστρία, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης είναι αναγκαία η ερμηνεία της εν λόγω διάταξης από το Δικαστήριο.

20      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Είναι συμβατή με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29 εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους κατασκευαστές, εισαγωγείς ή διανομείς που πωλούν μέσα αποθήκευσης σε επαγγελματίες τελικούς αγοραστές (νομικά ή φυσικά πρόσωπα τα οποία παραγγέλλουν –κατά τρόπο αναγνωρίσιμο από τον κατασκευαστή, τον εισαγωγέα ή τον διανομέα– ως τελικοί χρήστες για εμπορικούς σκοπούς) να καταβάλουν αμοιβή για τη χρηματοδότηση της δίκαιης αποζημιώσεως για την εξαίρεση από το δικαίωμα αναπαραγωγής αναφορικά με αναπαραγωγές για ιδιωτική χρήση, εκτός αν αποδείξουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, ότι στην πράξη με τις συσκευές αυτές πραγματοποιήθηκαν πάντως ή πραγματοποιούνται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ελάχιστες αναπαραγωγές έργου από φυσικό πρόσωπο για ιδιωτική χρήση σε οποιοδήποτε υπόθεμα εγγραφής;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

21      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνικό κανόνα κατά τον οποίο οι κατασκευαστές, εισαγωγείς και διανομείς υποθεμάτων εγγραφής τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αναπαραγωγή έργων υποχρεούνται να καταβάλλουν την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή δίκαιη αποζημίωση σε περίπτωση πώλησης τέτοιων υποθεμάτων σε επαγγελματίες τελικούς αγοραστές, εκτός αν οι κατασκευαστές, εισαγωγείς ή διανομείς αποδείξουν ότι τα υποθέματα εγγραφής δεν θα χρησιμοποιηθούν από φυσικά πρόσωπα για σκοπούς αναπαραγωγής για ιδιωτική χρήση και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί ή ότι θα χρησιμοποιηθούν για τους προαναφερθέντες σκοπούς σε τέτοια κλίμακα ώστε να θεωρηθεί ότι η ζημία που θα προκληθεί στους δικαιούχους θα είναι ασήμαντη.

22      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 2001/29, τα κράτη μέλη παρέχουν στους δικαιούχους των δικαιωμάτων της εν λόγω διάταξης το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει, των έργων τους, των εγγεγραμμένων σε υλικό φορέα ερμηνειών ή εκτελέσεών τους, των φωνογραφημάτων τους, του πρωτοτύπου και των αντιγράφων των ταινιών τους, καθώς και της υλικής ενσωμάτωσης των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών τους.

23      Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29 ορίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς σε σχέση με το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 2 της οδηγίας, όταν πρόκειται για αναπαραγωγές σε οποιοδήποτε μέσο πραγματοποιούμενες από φυσικό πρόσωπο για ιδιωτική χρήση και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί, υπό τον όρο ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν δίκαιη αποζημίωση για την καταβολή της οποίας συνεκτιμάται η εφαρμογή ή μη εφαρμογή των τεχνολογικών μέτρων του άρθρου 6 της ίδιας οδηγίας επί του προστατευόμενου έργου ή άλλου αντικειμένου.

24      Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29, επιτρέπεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν την καταβολή δίκαιης αποζημίωσης μόνον αν ο εξοπλισμός, η συσκευή ή το υπόθεμα αναπαραγωγής χρησιμοποιείται από «φυσικά πρόσωπα», ως τελικούς χρήστες, για την πραγματοποίηση αναπαραγωγών «για ιδιωτική χρήση και για μη άμεσους ή έμμεσους εμπορικούς σκοπούς». Επομένως, το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την ιδιότητα του τελικού χρήστη καθώς και από τον σκοπό της χρήσης (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan B?ndkopi, C-463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 83).

25      Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 35 και 38 της οδηγίας 2001/29, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας εκφράζει τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να θεσπίσει ειδικό σύστημα αποζημίωσης του οποίου η εφαρμογή ενεργοποιείται από την ύπαρξη ζημίας εις βάρος των δικαιούχων, η οποία δημιουργεί, κατ’ αρχήν, υποχρέωση «αποζημιώσεώς» τους. Πράγματι, η δημιουργία αντιγράφου από φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί ως ιδιώτης πρέπει να θεωρείται ως πράξη επιζήμια για τον φορέα των οικείων δικαιωμάτων, εφόσον πραγματοποιείται χωρίς να έχει προηγουμένως να ζητηθεί η άδειά του. Εντούτοις, ουδόλως είναι αναγκαίο τα πρόσωπα αυτά να προβαίνουν πράγματι σε αναπαραγωγές για ιδιωτικούς σκοπούς, δεδομένου ότι ευλόγως τεκμαίρεται ότι επωφελούνται πλήρως από το γεγονός ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα αναπαραγωγής τίθενται στη διάθεσή τους, δεδομένου ότι το γεγονός αυτό αρκεί, λόγω των δυνατοτήτων που προσφέρει ο εν λόγω εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα όσον αφορά την αναπαραγωγή έργων, για να δικαιολογηθεί η καταβολή της δίκαιης αποζημίωσης που προβλέπεται υπέρ των δικαιούχων. Το Δικαστήριο διευκρίνισε συναφώς ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν μαχητό τεκμήριο κατά το οποίο ο εν λόγω εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα διατίθενται σε φυσικά πρόσωπα για ιδιωτική χρήση (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ., C-521/11, EU:C:2013:515, σκέψη 43, της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan B?ndkopi, C-463/12, EU:C:2015:144, σκέψεις 24 και 25, της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, Ametic, C-263/21, EU:C:2022:644, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 23ης Νοεμβρίου 2023, Seven.One Entertainment Group, C-260/22, EU:C:2023:900, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Επομένως, κατά πάγια νομολογία, η δίκαιη αποζημίωση καθώς και, συνακόλουθα, το σύστημα στο οποίο στηρίζεται και το ύψος της πρέπει να συνδέονται με τη ζημία που προκαλείται στους δικαιούχους λόγω της δημιουργίας ιδιωτικών αντιγράφων. Συγκεκριμένα, κάθε δίκαιη αποζημίωση που δεν συνδέεται με τη ζημία που προκαλείται στους δικαιούχους λόγω της προαναφερθείσας δημιουργίας ιδιωτικών αντιγράφων δεν θα ήταν συμβατή με την απαίτηση που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2001/29, κατά την οποία πρέπει να διατηρείται η δέουσα ισορροπία μεταξύ των δικαιούχων και των χρηστών προστατευόμενων αντικειμένων (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Seven.One Entertainment Group, C-260/22, EU:C:2023:900, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι, προκειμένου να μην απολέσει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29 την πρακτική αποτελεσματικότητά του, πρέπει να θεωρηθεί ότι επιβάλλει υποχρέωση επιτεύξεως συγκεκριμένου αποτελέσματος στα κράτη μέλη τα οποία θεσπίζουν την εξαίρεση της ιδιωτικής αντιγραφής, υπό την έννοια ότι τα κράτη αυτά υποχρεούνται να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την πραγματική είσπραξη της δίκαιης αποζημιώσεως που προορίζεται για την αποκατάσταση της ζημίας των δικαιούχων (απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, EGEDA κ.λπ., C-470/14, EU:C:2016:418, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28      Στο μέτρο που οι διατάξεις της οδηγίας 2001/29 δεν προσδιορίζουν περαιτέρω τα διάφορα στοιχεία του συστήματος δίκαιης αποζημίωσης τη θέσπιση του οποίου επιβάλλει, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για τη διαμόρφωση των στοιχείων αυτών. Ειδικότερα, στα κράτη μέλη εναπόκειται να προσδιορίζουν ποιος είναι υπόχρεος να καταβάλει αυτήν τη δίκαιη αποζημίωση, καθώς και τη μορφή, τη διαδικασία καταβολής και το ενδεχόμενο ύψος της εν λόγω αποζημίωσης (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, Ametic, C-263/21, EU:C:2022:644, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Κατά τον καθορισμό της μορφής, της διαδικασίας καταβολής και του ενδεχόμενου ύψους της δίκαιης αποζημίωσης, τα κράτη μέλη οφείλουν, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 35 της οδηγίας 2001/29, να λαμβάνουν υπόψη τις συνθήκες κάθε περίπτωσης και, ιδίως, την πιθανή ζημία των δικαιούχων (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Seven.One Entertainment Group, C-260/22, EU:C:2023:900, σκέψη 36).

29      Λαμβανομένων υπόψη των πρακτικών δυσχερειών που ενέχει ο εντοπισμός των ιδιωτών χρηστών και η επιβολή σε αυτούς της υποχρέωσης να αποζημιώσουν τους φορείς του αποκλειστικού δικαιώματος αναπαραγωγής για τη ζημία που τους προκαλούν, επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν, για τη χρηματοδότηση της δίκαιης αποζημίωσης, «τέλος ιδιωτικής αντιγραφής», η καταβολή του οποίου επιβάλλεται πριν από τη δημιουργία αντιγράφων για ιδιωτική χρήση, όχι εις βάρος των εν λόγω ιδιωτών, αλλά εις βάρος των προσώπων, περιλαμβανομένων και των νομικών προσώπων, που διαθέτουν εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα αναπαραγωγής και οι οποίοι, ως εκ τούτου, θέτουν, από νομικής ή πραγματικής απόψεως, στη διάθεση ιδιωτών τον εξοπλισμό αυτόν. Στο πλαίσιο του ως άνω συστήματος, εκείνοι που υποχρεούνται να καταβάλουν το τέλος ιδιωτικής αντιγραφής είναι τα πρόσωπα που διαθέτουν τον εν λόγω εξοπλισμό, τις συσκευές και τα υποθέματα. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να επιβάλουν άνευ διακρίσεως το τέλος ιδιωτικής αντιγραφής ως προς τα υποθέματα εγγραφής που είναι κατάλληλα για την αναπαραγωγή, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως κατά την οποία η τελική χρήση τους δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις τις οποίες αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29 (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2016, EGEDA κ.λπ., C-470/14, EU:C:2016:418, σκέψεις 32 και 33, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, Ametic, C-263/21, EU:C:2022:644, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30      Εφόσον το εν λόγω σύστημα παρέχει στους οφειλέτες τη δυνατότητα να μετακυλίουν το ποσό του τέλους ιδιωτικής αντιγραφής στην τιμή διαθέσεως τέτοιου εξοπλισμού, συσκευών ή υποθεμάτων, το τέλος αυτό επιβαρύνει εν τέλει τον ιδιώτη χρήστη ο οποίος καταβάλλει την τιμή αυτή, και τούτο σύμφωνα με την «ισορροπία» η οποία, κατά την αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2001/29, πρέπει να επιτυγχάνεται μεταξύ των συμφερόντων των φορέων του αποκλειστικού δικαιώματος αναπαραγωγής και των συμφερόντων των χρηστών των προστατευόμενων αντικειμένων (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, Ametic, C-263/21, EU:C:2022:644, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31      Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι, όταν τα κράτη μέλη επιλέγουν χρηματοδότηση αυτού του είδους η οποία δικαιολογείται από πρακτικές δυσκολίες, όπως η αδυναμία ταυτοποίησης των ιδιωτών τελικών χρηστών, πρέπει να προβλέπουν, υπέρ των πραγματικών οφειλετών της αποζημίωσης, είτε πρόκειται για τους κατασκευαστές, εισαγωγείς ή διανομείς εξοπλισμού, συσκευών ή υποθεμάτων αναπαραγωγής είτε για τελικούς χρήστες, σύστημα απαλλαγής ή, ελλείψει αυτού, δικαίωμα επιστροφής όταν η αποζημίωση δεν οφείλεται, όπως συμβαίνει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που ο εξοπλισμός, οι συσκευές ή τα υποθέματα παρέχονται σε μη φυσικά πρόσωπα, για σκοπούς προδήλως ξένους προς τη δημιουργία αντιγράφων για ιδιωτική χρήση (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ., C-521/11, EU:C:2013:515, σκέψη 31, της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan B?ndkopi, C-463/12, EU:C:2015:144, σκέψεις 45, 47, 50 και 53, της 9ης Ιουνίου 2016, EGEDA κ.λπ., C-470/14, EU:C:2016:418, σκέψεις 36 και 40, της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, Microsoft Mobile Sales International κ.λπ., C-110/15, EU:C:2016:717, σκέψεις 34 και 36, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, Ametic, C-263/21, EU:C:2022:644, σκέψη 39).

32      Το προβλεπόμενο κατά τα ανωτέρω δικαίωμα επιστροφής πρέπει να είναι αποτελεσματικό και να μην καθιστά υπερβολικά δυσχερή την επιστροφή του καταβληθέντος τέλους. Συναφώς, το περιεχόμενο, η αποτελεσματικότητα, η διαθεσιμότητα και η απλότητα της ασκήσεως του δικαιώματος επιστροφής καθώς και ο βαθμός στον οποίον είναι γνωστό το δικαίωμα αυτό πρέπει να καθιστούν δυνατή την άμβλυνση των ενδεχόμενων ανισορροπιών που δημιουργεί το σύστημα τέλους ιδιωτικής αντιγραφής προς αντιμετώπιση των διαπιστωθεισών πρακτικών δυσχερειών (αποφάσεις της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, Microsoft Mobile Sales International κ.λπ., C-110/15, EU:C:2016:717, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, Ametic, C-263/21, EU:C:2022:644, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

33      Τέλος, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέπουν, σε ορισμένες περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που επέλεξαν να θεσπίσουν δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29 και τηρουμένης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, απαλλαγή από την καταβολή της δίκαιης αποζημίωσης όταν η προκληθείσα στους δικαιούχους ζημία είναι ασήμαντη, ενώ ο καθορισμός του ορίου κάτω από το οποίο η ζημία χαρακτηρίζεται ως ασήμαντη εμπίπτει στο περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών (πρβλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Seven.One Entertainment Group, C-260/22, EU:C:2023:900, σκέψεις 38 έως 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

34      Το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του συνόλου της εν λόγω νομολογίας.

35      Εν προκειμένω, από τις διευκρινίσεις του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση, όπως έχει ερμηνευθεί από τα εθνικά δικαστήρια, προβλέπει ότι η δίκαιη αποζημίωση οφείλεται από τους κατασκευαστές, τους εισαγωγείς ή τους διανομείς οι οποίοι, όπως η bluechip, πωλούν υποθέματα εγγραφής δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν για την αναπαραγωγή έργων (στο εξής: υποθέματα εγγραφής) σε επαγγελματίες τελικούς αγοραστές, είτε πρόκειται για νομικά είτε για φυσικά πρόσωπα. Από τις διευκρινίσεις του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει επίσης, κατ’ ουσίαν, ότι τα υποθέματα που αγοράζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο από τους επαγγελματίες τελικούς αγοραστές δεν αποκλείεται να χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις πλην αυτής που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29, ήτοι να μην προορίζονται «για ιδιωτική χρήση και για μη άμεσους ή έμμεσους εμπορικούς σκοπούς» ή να εξυπηρετούν τέτοια χρήση και τέτοιους σκοπούς σε περιορισμένη κλίμακα.

36      Σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 29 και 31 έως 33 της παρούσας αποφάσεως, η δίκαιη αποζημίωση μπορεί να επιβαρύνει τους πωλητές υποθεμάτων εγγραφής σε μια τέτοια περίπτωση μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, ένα τέτοιο σύστημα πρέπει να δικαιολογείται όταν υπάρχουν πρακτικές δυσχέρειες, όπως είναι οι δυσχέρειες προσδιορισμού των τελικών χρηστών και του σκοπού της χρήσης των αναπαραγωγών που πραγματοποιούνται με τη βοήθεια των υποθεμάτων αυτών. Δεύτερον, όταν αποδεικνύεται ότι οι τελικοί χρήστες χρησιμοποιούν τα υποθέματα εγγραφής για σκοπούς προδήλως διαφορετικούς από εκείνους της δημιουργίας αντιγράφων για ιδιωτική χρήση ή ότι, τουλάχιστον, προκαλούν ασήμαντη μόνο ζημία στους δικαιούχους κατά τη χρήση των υποθεμάτων εγγραφής για ιδιωτικούς σκοπούς και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί, οι πωλητές πρέπει να απαλλάσσονται από την καταβολή της δίκαιης αποζημίωσης ή, εφόσον δεν απαλλάσσονται, να απολαύουν αποτελεσματικού δικαιώματος επιστροφής το οποίο να είναι οργανωμένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε η επιστροφή της δίκαιης αποζημίωσης να μην καθίσταται υπερβολικά δυσχερής.

37      Το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει επομένως να εξακριβώσει αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ρύθμιση πληροί τις δύο ως άνω προϋποθέσεις, διευκρινιζομένου ότι το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί προδικαστικής παραπομπής, μπορεί να παράσχει διευκρινίσεις προκειμένου να καθοδηγήσει το εθνικό δικαστήριο στην απόφασή του (απόφαση της 5ης Μαΐου 2022, Victorinox, C-179/21, EU:C:2022:353, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

38      Όσον αφορά, πρώτον, την ύπαρξη πρακτικών δυσχερειών όσον αφορά τον εντοπισμό των τελικών χρηστών και τον προσδιορισμό του σκοπού της χρήσης των αναπαραγωγών που πραγματοποιούνται με τη βοήθεια υποθεμάτων εγγραφής όπως τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης, διαπιστώνεται ότι τέτοιου είδους πρακτικές δυσχέρειες υφίστανται όταν τα υποθέματα πωλούνται σε επαγγελματίες τελικούς αγοραστές.

39      Πράγματι, από την ιδιότητα και μόνον του «επαγγελματία τελικού αγοραστή» δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα υποθέματα εγγραφής ουδέποτε θα χρησιμοποιηθούν από φυσικά πρόσωπα για ιδιωτική χρήση και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29, και ότι, ως εκ τούτου, ουδέποτε θα προκληθεί στους δικαιούχους ζημία η οποία δεν θα είναι ασήμαντη.

40      Αφενός, παρατηρείται ότι, εν προκειμένω, οι επαγγελματίες τελικοί αγοραστές περιλαμβάνουν τόσο φυσικά όσο και νομικά πρόσωπα που παραγγέλλουν υποθέματα εγγραφής για εμπορικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς. Πάντως, ακόμη και όταν τα εν λόγω υποθέματα αποκτώνται από νομικά πρόσωπα, μπορούν, κατ’ αρχήν, να χρησιμοποιηθούν μόνον από τα φυσικά πρόσωπα στα οποία διατίθενται. Επομένως, οι τελικοί χρήστες υποθεμάτων εγγραφής τα οποία αγοράστηκαν από επαγγελματίες τελικούς αγοραστές μπορούν να είναι, σε όλες τις περιπτώσεις, μόνον φυσικά πρόσωπα, διευκρινιζομένου ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν οφείλεται δίκαιη αποζημίωση, δεν έχει σημασία αν δεν έχουν αποκτήσει τα υποθέματα τα ίδια τα φυσικά πρόσωπα που χρησιμοποιούν τα υποθέματα αυτά ή αν τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα δεν είναι κύριοι των υποθεμάτων. Πράγματι, η δίκαιη αποζημίωση οφείλεται και όταν φυσικά πρόσωπα είναι σε θέση να αναπαράγουν προστατευόμενα έργα από μέσο που ανήκει σε τρίτο ή με τη βοήθεια μέσου που ανήκει σε τρίτο (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan B?ndkopi, C-463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 91).

41      Αφετέρου, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, ευλόγως τεκμαίρεται ότι τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα, είτε είναι αγοραστές και τελικοί χρήστες είτε είναι απλώς τελικοί χρήστες λόγω του ότι τίθενται στη διάθεσή τους υποθέματα εγγραφής από τον επαγγελματία τελικό αγοραστή, επωφελούνται πλήρως από τα υποθέματα αυτά, μεταξύ άλλων για τους σκοπούς της ιδιωτικής αναπαραγωγής καθώς και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί. Το Δικαστήριο έχει κρίνει συναφώς ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία καθιερώνει τέτοιο τεκμήριο εφόσον αυτό είναι μαχητό (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ., C-521/11, EU:C:2013:515, σκέψεις 43 και 45).

42      Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά τον χρόνο της πώλησης υποθεμάτων εγγραφής σε επαγγελματίες τελικούς αγοραστές μπορεί να είναι δύσκολο να καθοριστεί αν το φυσικό πρόσωπο στη διάθεση του οποίου θα τεθούν τα εν λόγω υποθέματα –είτε επειδή τα αγόρασε το ίδιο για εμπορικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς είτε διότι τέθηκαν στη διάθεσή του στο πλαίσιο της εργασίας του από τον επαγγελματία τελικό αγοραστή– θα τα χρησιμοποιήσει μόνο για σκοπούς προδήλως διαφορετικούς από εκείνους της δημιουργίας αντιγράφων για ιδιωτική χρήση ή αν θα τα χρησιμοποιήσει και για ιδιωτικούς σκοπούς καθώς και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί, σε κλίμακα η οποία δεν θα θεωρηθεί ότι προκαλεί ασήμαντη ζημία στους δικαιούχους.

43      Ειδικότερα, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα υποθέματα εγγραφής να χρησιμοποιούνται από φυσικά πρόσωπα σε επαγγελματικό πλαίσιο κατά έναν τέτοιο τρόπο και για τέτοιους σκοπούς, σε μη αμελητέα κλίμακα ή, πριν από τη λήξη της μέσης διάρκειας ζωής τους, για παράδειγμα κατά το πέρας της φορολογικής περιόδου απόσβεσής τους, να τίθενται στη διάθεση φυσικών προσώπων, τα οποία στη συνέχεια θα τα χρησιμοποιήσουν για ιδιωτικούς σκοπούς και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί. Επιπλέον, οι αυτοαπασχολούμενοι, ως φυσικά πρόσωπα τα οποία πραγματοποιούν παραγγελίες για εμπορικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς, μπορούν να χρησιμοποιούν υποθέματα εγγραφής όπως τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε ιδιωτικό πλαίσιο.

44      Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, υφίστανται εν προκειμένω πρακτικές δυσχέρειες όσον αφορά τον προσδιορισμό του σκοπού της χρήσης των υποθεμάτων εγγραφής από τα φυσικά πρόσωπα για τα οποία προορίζονται.

45      Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, αν οι κατασκευαστές, εισαγωγείς και διανομείς υποθεμάτων εγγραφής δυνάμενων να χρησιμοποιηθούν για αναπαραγωγή, όπως η bluechip, μπορούν να απαλλαχθούν από την καταβολή της δίκαιης αποζημίωσης εφόσον αποδείξουν ότι τα υποθέματα εγγραφής θα χρησιμοποιηθούν από φυσικά πρόσωπα για άλλους σκοπούς, πλην του προβλεπόμενου στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29, ή αν μπορεί τουλάχιστον να τους επιστραφεί η αποζημίωση που κατέβαλαν αχρεωστήτως, σε περίπτωση που ένα τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο μπορεί να παρασχεθεί μόνο μετά την πράξη της πώλησης και την καταβολή της αποζημίωσης.

46      Συναφώς, η ως άνω διάταξη δεν αντιτίθεται σε σύστημα είσπραξης αποζημίωσης για ιδιωτική αντιγραφή, όπως είναι το μνημονευόμενο από το αιτούν δικαστήριο, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ο κατασκευαστής, εισαγωγέας ή διανομέας πρέπει να προσκομίζει έγγραφη βεβαίωση του επαγγελματία τελικού αγοραστή με την οποία αυτός δηλώνει, κατ’ ουσίαν, ότι τα υποθέματα εγγραφής θα χρησιμοποιηθούν για σκοπούς προδήλως ξένους προς τη δημιουργία αντιγράφων για ιδιωτική χρήση ή ότι θα χρησιμοποιηθούν για ιδιωτικούς σκοπούς και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί, σε κλίμακα η οποία μπορεί να προκαλέσει ασήμαντη μόνο ζημία στους δικαιούχους. Φαίνεται, επομένως, ότι ένας πωλητής όπως η bluechip μπορεί ευχερώς να απαλλαγεί από την καταβολή της δίκαιης αποζημιώσεως.

47      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι τέτοιες μονομερείς δηλώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την απαλλαγή αυτή, εφόσον στο οικείο κράτος μέλος υφίσταται δυνατότητα ελέγχου, από τον επιφορτισμένο με τη διαχείριση της δίκαιης αποζημιώσεως φορέα, της ακρίβειας των δηλώσεων, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική είσπραξη της αποζημίωσης (πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, Ametic, C-263/21, EU:C:2022:644, σκέψεις 42 και 70).

48      Επιπλέον, εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει σύστημα απαλλαγής από την καταβολή της δίκαιης αποζημιώσεως μέσω της προσκόμισης τέτοιας βεβαίωσης πρέπει εν πάση περιπτώσει να προβλέπει, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως, δικαίωμα επιστροφής της αχρεωστήτως καταβληθείσας αποζημιώσεως, το οποίο πρέπει να είναι αποτελεσματικό και να μην οργανώνεται κατά τρόπο ο οποίος δυσχεραίνει υπέρμετρα την επιστροφή της αποζημίωσης.

49      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνικό κανόνα κατά τον οποίο οι κατασκευαστές, εισαγωγείς και διανομείς υποθεμάτων εγγραφής τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αναπαραγωγή έργων υποχρεούνται να καταβάλλουν την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή δίκαιη αποζημίωση σε περίπτωση πώλησης τέτοιων υποθεμάτων σε επαγγελματίες τελικούς αγοραστές, εκτός αν οι κατασκευαστές, εισαγωγείς ή διανομείς αποδείξουν ότι τα υποθέματα εγγραφής δεν θα χρησιμοποιηθούν από φυσικά πρόσωπα για σκοπούς αναπαραγωγής για ιδιωτική χρήση και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί ή ότι θα χρησιμοποιηθούν για τους προαναφερθέντες σκοπούς σε τέτοια κλίμακα ώστε να θεωρηθεί ότι η ζημία που θα προκληθεί στους δικαιούχους θα είναι ασήμαντη.

 Επί των δικαστικών εξόδων

50      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνικό κανόνα κατά τον οποίο οι κατασκευαστές, εισαγωγείς και διανομείς υποθεμάτων εγγραφής τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αναπαραγωγή έργων υποχρεούνται να καταβάλλουν την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή δίκαιη αποζημίωση σε περίπτωση πώλησης τέτοιων υποθεμάτων σε επαγγελματίες τελικούς αγοραστές, εκτός αν οι κατασκευαστές, εισαγωγείς ή διανομείς αποδείξουν ότι τα υποθέματα εγγραφής δεν θα χρησιμοποιηθούν από φυσικά πρόσωπα για σκοπούς αναπαραγωγής για ιδιωτική χρήση και για σκοπούς οι οποίοι δεν είναι άμεσα ή έμμεσα εμπορικοί ή ότι θα χρησιμοποιηθούν για τους προαναφερθέντες σκοπούς σε τέτοια κλίμακα ώστε να θεωρηθεί ότι η ζημία που θα προκληθεί στους δικαιούχους θα είναι ασήμαντη.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.