Υπόθεση C-692/23, AVR-Afvalverwerking BV κατά NV BAR-Afvalbeheer κ.λπ, Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση C-692/23, AVR-Afvalverwerking BV κατά NV BAR-Afvalbeheer κ.λπ, Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026
Υπόθεση C-692/23, AVR-Afvalverwerking BV κατά NV BAR-Afvalbeheer κ.λπ, Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 15ης Ιανουαρίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Δημόσιες συμβάσεις – Οδηγία 2014/24/ΕΕ – Άρθρο 12, παράγραφος 3 – Δημόσια σύμβαση που αποτελεί αντικείμενο απευθείας ανάθεσης σε νομικό πρόσωπο το οποίο ελέγχουν από κοινού οι αναθέτουσες αρχές – Προϋποθέσεις – Όριο δραστηριοτήτων του ελεγχόμενου προσώπου τις οποίες αυτό ασκεί στο πλαίσιο της εκτέλεσης καθηκόντων που του έχουν αναθέσει οι αναθέτουσες αρχές – Άρθρο 12, παράγραφος 5 – Συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών των θυγατρικών του ομίλου η μητρική εταιρία του οποίου είναι το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο – Λογιστική νομοθεσία της Ένωσης – Οδηγία 2013/34/ΕΕ – Άρθρα 22 και 24 – Κατάρτιση ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων »

Στην υπόθεση C-692/23,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Gerechtshof Den Haag (εφετείο Χάγης, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Νοεμβρίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης

AVR-Afvalverwerking BV

κατά

NV BAR-Afvalbeheer,

Gemeente Barendrecht,

Gemeente Albrandswaard,

Gemeente Ridderkerk,

NV Irado,

Afvalsturing Friesland NV,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sah?n, πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan (εισηγητή), Δ. Γρατσία και B. Smulders, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος

γραμματέας: A. Lamote, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Φεβρουαρίου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η AVR-Afvalverwerking BV, εκπροσωπούμενη από τους P. F. C. Heemskerk και E. L. Vos, advocaten,

–        οι NV BAR-Afvalbeheer, Gemeente Barendrecht, Gemeente Albrandswaard και Gemeente Ridderkerk, εκπροσωπούμενοι από την L. Bozkurt, advocate,

–        η NV Irado, εκπροσωπούμενη από τον D. B. Zieren, advocaat,

–        η Afvalsturing Friesland NV, εκπροσωπούμενη από τους L. E. J. Korsten και M. van Wanroij, advocaten,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino και την G. Palmieri, επικουρούμενους από τον M. Cherubini και την C. Colelli, avvocati dello Stato,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch και την J. Schmoll,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους A. Biolan, L. Malferrari και G. Wils,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Απριλίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', και του άρθρου 12, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65, και διορθωτικό ΕΕ 2016, L 135, σ. 120).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της AVR-Afvalverwerking BV (στο εξής: AVR) και, αφετέρου, της NV BAR-Afvalbeheer (στο εξής: BAR), του Gemeente Barendrecht (Δήμου Barendrecht, Κάτω Χώρες), του Gemeente Albrandswaard (Δήμου Albrandswaard, Κάτω Χώρες), του Gemeente Ridderkerk (Δήμου Ridderkerk, Κάτω Χώρες) (στο εξής, από κοινού: δήμοι BAR), της Irado NV και της Afvalsturing Friesland NV (στο εξής: AF), με αντικείμενο δημόσιες συμβάσεις συλλογής και επεξεργασίας των οικιακών υπολειμματικών αποβλήτων των δήμων BAR, οι οποίες ανατέθηκαν απευθείας σε νομικά πρόσωπα τα οποία ελέγχουν από κοινού οι αναθέτουσες αρχές.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2013/34/ΕΕ

3        Η αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 182, σ. 19), έχει ως εξής:

«Οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις θα πρέπει να παρουσιάζουν τις δραστηριότητες της μητρικής επιχείρησης και των θυγατρικών της ως ενιαίας οικονομικής οντότητας (ομίλου). Οι επιχειρήσεις που ελέγχονται από τη μητρική επιχείρηση πρέπει να θεωρούνται θυγατρικές επιχειρήσεις. Ο έλεγχος θα πρέπει να βασίζεται στην κατοχή της πλειοψηφίας των δικαιωμάτων ψήφου, αλλά έλεγχος μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση συμφωνιών με μετόχους ή εταίρους. Σε ορισμένες περιστάσεις, η μητρική επιχείρηση μπορεί να ασκεί πραγματικό έλεγχο ακόμη και όταν κατέχει τη μειοψηφία των μετοχών ή και καμία μετοχή της θυγατρικής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν οι επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται σε έλεγχο, αλλά υπάγονται σε ενιαία διαχείριση ή έχουν κοινό διοικητικό, διευθυντικό ή εποπτικό όργανο, να περιλαμβάνονται σε ενιαίες οικονομικές καταστάσεις.»

4        Το άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34 φέρει τον τίτλο «Η απαίτηση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων» και ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη επιβάλλουν σε κάθε επιχείρηση που διέπεται από την εθνική τους νομοθεσία, την υποχρέωση να καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης αν η επιχείρηση αυτή (μητρική επιχείρηση):

α)      έχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων σε άλλη επιχείρηση (θυγατρική επιχείρηση)

β)      έχει δικαίωμα να διορίζει ή να ανακαλεί την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου άλλης επιχείρησης (θυγατρικής επιχείρησης), και είναι ταυτόχρονα μέτοχος ή εταίρος της επιχείρησης αυτής

γ)      έχει το δικαίωμα να ασκεί κυριαρχική επιρροή σε μια επιχείρηση (θυγατρική επιχείρηση), της οποίας είναι μέτοχος ή εταίρος, βάσει σύμβασης που έχει συνάψει με την επιχείρηση αυτή ή σύμφωνα με την ιδρυτική της πράξη ή τις καταστατικές διατάξεις, και εφόσον το δίκαιο από το οποίο διέπεται η θυγατρική αυτή επιχείρηση επιτρέπει την υπαγωγή της σε παρόμοιες συμβάσεις ή διατάξεις.

Τα κράτη μέλη μπορούν να μην απαιτούν από τη μητρική επιχείρηση να είναι μέτοχος ή εταίρος της θυγατρικής της επιχείρησης. Τα κράτη μέλη το δίκαιο των οποίων δεν προβλέπει τέτοιες συμβάσεις ή καταστατικές διατάξεις δεν υποχρεούνται να εφαρμόσουν τη διάταξη αυτή ή

δ)      είναι μέτοχος ή εταίρος μιας επιχείρησης, και:

i)      η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου της επιχείρησης αυτής (θυγατρικής επιχείρησης) κατά τη διάρκεια της χρήσης καθώς και κατά την προηγούμενη χρήση και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών, προήλθε από διορισμούς που οφείλονταν αποκλειστικά στην άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου της μητρικής επιχείρησης ή

ii)      ελέγχει μόνη της, δυνάμει συμφωνίας που έχει συνάψει με άλλους μετόχους ή εταίρους της επιχείρησης αυτής (θυγατρικής επιχείρησης), την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή εταίρων της επιχείρησης αυτής. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν ειδικότερες διατάξεις σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της συμφωνίας.

Τα κράτη μέλη επιβάλλουν τουλάχιστον τη ρύθμιση που αναφέρεται στο ανωτέρω σημείο ii). Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτήσουν την εφαρμογή του σημείου i) από την προϋπόθεση ότι τα δικαιώματα ψήφου αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 20 % του συνόλου.

Ωστόσο, το σημείο i) δεν εφαρμόζεται όταν ένας τρίτος έχει απέναντι στην επιχείρηση αυτή τα δικαιώματα που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) ή γ).

2.      Επιπλέον των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από κάθε επιχείρηση που διέπεται από το εθνικό τους δίκαιο να καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης, εάν:

α)      η επιχείρηση αυτή (μητρική επιχείρηση) έχει την εξουσία να ασκεί, ή πράγματι ασκεί, κυριαρχική επιρροή ή έλεγχο σε άλλη επιχείρηση (θυγατρική επιχείρηση) ή

β)      η επιχείρηση αυτή (μητρική επιχείρηση) και η άλλη επιχείρηση (θυγατρική επιχείρηση) υπάγονται στην ενιαία διεύθυνση της μητρικής επιχείρησης.

3.      Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχεία α), β) και δ), στα δικαιώματα ψήφου, διορισμού ή ανάκλησης που έχει η μητρική επιχείρηση προστίθενται τα δικαιώματα κάθε άλλης θυγατρικής επιχείρησης, καθώς και τα δικαιώματα κάθε άλλου προσώπου που ενεργεί στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης ή άλλης θυγατρικής επιχείρησης.

4.      Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχεία α), β) και δ), από τα δικαιώματα της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, αφαιρούνται τα δικαιώματα που απορρέουν από:

α)      τις μετοχές ή τα μερίδια που κατέχονται για λογαριασμό άλλου προσώπου εκτός της μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης, ή

β)      τις μετοχές ή τα μερίδια:

i)      που κατέχονται για εγγύηση, εφόσον τα δικαιώματα αυτά ασκούνται σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί, ή

ii)      που κατέχονται για ασφάλεια δανείων που χορηγήθηκαν στα πλαίσια συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα της χορήγησης δανείων, εφόσον τα δικαιώματα ψήφου ασκούνται προς όφελος του παρέχοντος την εγγύηση.

5.      Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχεία α) και δ), από το σύνολο των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή εταίρων της θυγατρικής επιχείρησης αφαιρούνται τα δικαιώματα ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές ή μερίδια που κατέχονται είτε από την ίδια την επιχείρηση είτε από θυγατρικές της επιχειρήσεις είτε από πρόσωπο που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό των επιχειρήσεων αυτών.

6.      Με την επιφύλαξη του άρθρου 23 παράγραφος 9, η μητρική επιχείρηση και όλες οι θυγατρικές της επιχειρήσεις υπόκεινται σε ενοποίηση ανεξάρτητα από την έδρα των θυγατρικών αυτών επιχειρήσεων.

[...]»

5        Το άρθρο 23 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ προβλέπει, σύμφωνα με τον τίτλο του, απαλλαγές από την υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων και ενοποιημένης έκθεσης διαχείρισης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 22.

6        Το άρθρο 24 της οδηγίας περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον τίτλο του, σύνολο κανόνων που διέπουν την κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.

 H οδηγία 2014/24

7        Οι αιτιολογικές σκέψεις 31 και 32 της οδηγίας 2014/24 έχουν ως εξής:

«(31)      Υπάρχει σοβαρή νομική ασάφεια σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ φορέων του δημόσιου τομέα θα πρέπει να καλύπτονται από τους κανόνες περί δημοσίων προμηθειών. Η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερμηνεύεται διαφορετικά από τα διάφορα κράτη μέλη, ακόμα και από τις διάφορες αναθέτουσες αρχές. Κατά συνέπεια, κρίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί σε ποιες περιπτώσεις οι συμβάσεις που συνάπτονται εντός του δημόσιου τομέα δεν υπόκεινται στην εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων προμηθειών.

Η εν λόγω αποσαφήνιση θα πρέπει να βασίζεται στις αρχές που έχουν διατυπωθεί στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι σε μια συμφωνία είναι οι ίδιοι δημόσιες αρχές δεν αποκλείει από μόνο του την εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων προμηθειών. Εντούτοις, η εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων προμηθειών δεν πρέπει να παρεμποδίζει το δικαίωμα των δημόσιων αρχών να εκτελούν τα καθήκοντα παροχής δημόσιων υπηρεσιών που τους ανατίθενται χρησιμοποιώντας ίδιους πόρους, συνεργαζόμενες, ενδεχομένως, με άλλες δημόσιες αρχές.

Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι τυχόν εξαιρούμενες συνεργασίες μεταξύ δημοσίων φορέων δεν θα προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού έναντι των ιδιωτικών οικονομικών φορέων, εφόσον θέτουν τον ιδιωτικό πάροχο υπηρεσιών σε πλεονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών.

(32)      Οι δημόσιες συμβάσεις που ανατίθενται σε ελεγχόμενα νομικά πρόσωπα δεν θα πρέπει να υπόκεινται στην εφαρμογή των διαδικασιών που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, εάν η αναθέτουσα αρχή ασκεί στο εν λόγω πρόσωπο έλεγχο ανάλογο εκείνου που ασκεί επί των δικών της υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο εκτελεί ποσοστό άνω του 80 % των δραστηριοτήτων του κατά την εκτέλεση των συμβάσεων που του ανατίθενται από την ελέγχουσα αναθέτουσα αρχή ή από άλλα νομικά πρόσωπα ελεγχόμενα από την εν λόγω αναθέτουσα αρχή, ανεξαρτήτως του ωφελούμενου από την εκτέλεση των συμβάσεων.

Η εξαίρεση δεν θα πρέπει να επεκτείνεται σε καταστάσεις όπου υπάρχει άμεση συμμετοχή ιδιωτικού οικονομικού φορέα στο κεφάλαιο του ελεγχόμενου νομικού προσώπου εφόσον, σε αυτές τις περιπτώσεις, η ανάθεση δημόσιας σύμβασης χωρίς διαγωνισμό θα παρέχει στον ιδιωτικό οικονομικό φορέα με κεφαλαιακή συμμετοχή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο αδικαιολόγητο πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών του. Ωστόσο, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των δημόσιων φορέων με υποχρεωτική ιδιότητα μέλους, όπως των οργανισμών που είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση ή άσκηση ορισμένων δημόσιων υπηρεσιών, αυτό δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η συμμετοχή συγκεκριμένων ιδιωτικών οικονομικών φορέων στο κεφάλαιο του ελεγχόμενου νομικού προσώπου καθίσταται υποχρεωτική μέσω διάταξης του εθνικού δικαίου, σύμφωνο με τις Συνθήκες, υπό την προϋπόθεση ότι η συμμετοχή αυτή είναι δεν προβλέπει ελέγχους και αποκλεισμούς και δεν συνεπάγεται αποφασιστική επιρροή στις αποφάσεις του ελεγχόμενου νομικού προσώπου. Θα πρέπει να διευκρινιστεί περαιτέρω ότι το αποφασιστικό στοιχείο είναι μόνο η άμεση ιδιωτική συμμετοχή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο. Κατά συνέπεια, όταν υπάρχει ιδιωτική κεφαλαιακή συμμετοχή στην ελέγχουσα αναθέτουσα αρχή ή αρχές, αυτό δεν αποκλείει την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο, χωρίς την εφαρμογή των διαδικασιών της παρούσας οδηγίας, διότι οι εν λόγω συμμετοχές δεν επηρεάζουν αρνητικά τον ανταγωνισμό μεταξύ ιδιωτικών οικονομικών φορέων.

Επίσης, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι αναθέτουσες αρχές, όπως οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου, οι οποίες μπορούν να έχουν ιδιωτική κεφαλαιακή συμμετοχή, θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν την εξαίρεση για την οριζόντια συνεργασία. Κατά συνέπεια, όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις όσον αφορά την οριζόντια συνεργασία, η σχετική εξαίρεση θα πρέπει να επεκταθεί στις εν λόγω αναθέτουσες αρχές, όταν η σύμβαση συνάπτεται αποκλειστικά μεταξύ αναθετουσών αρχών.»

8        Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας φέρει τον τίτλο «Δημόσιες συμβάσεις μεταξύ φορέων του δημοσίου τομέα» και ορίζει στις παραγράφους 3 και 5 τα εξής:

«3.      Μια αναθέτουσα αρχή που δεν ασκεί έλεγχο κατά την έννοια της παραγράφου 1 σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου μπορεί, εντούτοις, να αναθέσει δημόσια σύμβαση στο εν λόγω νομικό πρόσωπο χωρίς να εφαρμόσει τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις:

α)      η αναθέτουσα αρχή ασκεί από κοινού με άλλες αναθέτουσες αρχές έλεγχο επί του εν λόγω νομικού προσώπου ανάλογο εκείνου που ασκούν επί των δικών τους υπηρεσιών

β)      περισσότερο από το 80 % των δραστηριοτήτων του εν λόγω νομικού προσώπου διεξάγεται κατά την εκτέλεση καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί από τις ελέγχουσες αναθέτουσες αρχές ή άλλα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τις ίδιες αναθέτουσες αρχές και

γ)      δεν υπάρχει άμεση συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο εξαιρουμένων των μορφών συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων χωρίς δυνατότητα ελέγχου ή δικαιώματος αρνησικυρίας που απαιτούνται από εθνικές νομοθετικές διατάξεις σύμφωνες με τις Συνθήκες και δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο.

[...]

5.      Για τον προσδιορισμό του ποσοστού των δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 και στο στοιχείο γ) της παραγράφου 4, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος συνολικός κύκλος εργασιών ή άλλο ενδεδειγμένο μέτρο βάσει δραστηριοτήτων, όπως το κόστος που βαρύνει το συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο ή αναθέτουσα αρχή όσον αφορά τις υπηρεσίες, τις προμήθειες και τα έργα κατά την τριετία που προηγείται της ανάθεσης της σύμβασης.

[...]»

 Το ολλανδικό δίκαιο

9        Τα άρθρα 22 έως 24 της οδηγίας 2013/34 μεταφέρθηκαν στην ολλανδική έννομη τάξη με τις διατάξεις του βιβλίου 2 του Burgerlijk Wetboek (αστικού κώδικα), το οποίο φέρει τον τίτλο «Νομικά πρόσωπα».

10      Η οδηγία 2014/24 μεταφέρθηκε στην ολλανδική έννομη τάξη με τον Aanbestedingswet (νόμο περί δημοσίων συμβάσεων), της 1ης Νοεμβρίου 2012 (Stb. 2012, αριθ. 542), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος περί δημοσίων συμβάσεων).

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

11      Το 1995 οι δήμοι της επαρχίας Friesland (Κάτω Χώρες) ίδρυσαν την AF ως κοινό μη κερδοσκοπικό φορέα επεξεργασίας αποβλήτων. Μετά την ημερομηνία αυτή μέτοχοι του φορέα έγιναν και άλλοι ολλανδικοί δήμοι, εκτός της εν λόγω επαρχίας.

12      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η AF είναι επικεφαλής ομίλου θυγατρικών εταιριών, ορισμένες εκ των οποίων δραστηριοποιούνται σε τομέα που δεν σχετίζεται με την εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στην AF ή στις θυγατρικές της από τους δήμους μετόχους της.

13      Σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση περί μεταφοράς των άρθρων 22 έως 24 της οδηγίας 2013/34 στο εσωτερικό δίκαιο, η AF καταρτίζει ενοποιημένους ετήσιους λογαριασμούς οι οποίοι, σύμφωνα με την εθνική αυτή ρύθμιση, περιλαμβάνουν τα δικά της χρηματοοικονομικά στοιχεία και εκείνα των θυγατρικών της, των λοιπών εταιριών του ομίλου και άλλων νομικών προσώπων επί των οποίων έχει την εξουσία να ασκεί έλεγχο ή οι οποίες υπάγονται στην ενιαία διεύθυνσή της. Ένα στοιχείο των ενοποιημένων ετήσιων λογαριασμών είναι ο λογαριασμός αποτελεσμάτων χρήσης, στον οποίο η AF ενσωματώνει, από πλευράς εσόδων, τον ενοποιημένο κύκλο εργασιών των οντοτήτων αυτών, εξαιρουμένων των μεταξύ τους συναλλαγών.

14      Επιπροσθέτως, η AF εκμεταλλεύεται η ίδια χώρο υγειονομικής ταφής αποβλήτων (στο εξής: χώρος υγειονομικής ταφής) για λογαριασμό των δήμων της επαρχίας Friesland. Στον χώρο υγειονομικής ταφής αποβλήτων αποτίθενται μη οικιακά υπολειμματικά απόβλητα, μεταξύ άλλων, βιομηχανικά απόβλητα και απόβλητα προερχόμενα από δημοτικά έργα, όπως είναι η αποκατάσταση του εδάφους στο πλαίσιο της κατασκευής κτιρίων ή η αφαίρεση του αμιάντου.

15      Το 2000 τρεις δήμοι της επαρχίας Νότιας Ολλανδίας (Κάτω Χώρες) ίδρυσαν την Irado με σκοπό, μεταξύ άλλων, την υλοποίηση της διαχείρισης των αποβλήτων τους. Το 2017 η Irado έγινε μέτοχος της AF και, από την 1η Ιανουαρίου 2017, της ανέθεσε την επεξεργασία των οικιακών υπολειμματικών αποβλήτων που συλλέγει στους τρεις αυτούς δήμους της επαρχίας Νότιας Ολλανδίας.

16      Οι δήμοι BAR βρίσκονται επίσης στην επαρχία αυτή. Το 2015 ίδρυσαν την BAR για να διασφαλίσουν την διαχείριση των αποβλήτων τους.

17      Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2019 καθένας από τους δήμους BAR είχε συνάψει συμφωνία με διάφορες εταιρίες επεξεργασίας αποβλήτων και, βάσει των συμφωνιών αυτών, η AVR, εμπορική εταιρία που ειδικεύεται στον συγκεκριμένο τομέα, επεξεργαζόταν τα οικιακά υπολειμματικά απόβλητα των δήμων αυτών, εν μέρει ως υπεργολάβος.

18      Το 2019 οι δήμοι BAR αποφάσισαν ότι η BAR θα αποκτούσε συμμετοχή στην Irado και ότι η Irado θα αναλάμβανε τη συλλογή και την επεξεργασία των οικιακών υπολειμματικών αποβλήτων τους.

19      Στις 13 Δεκεμβρίου 2019 η Irado και η AF συνήψαν σύμβαση για την παράδοση, τη μεταφορά και την επεξεργασία των οικιακών υπολειμματικών αποβλήτων των δήμων BAR από την 1η Ιανουαρίου 2020.

20      Στις 20 Δεκεμβρίου 2019 η BAR και η Irado συνήψαν σύμβαση παροχής υπηρεσιών η οποία αφορούσε επίσης την επεξεργασία των υπολειμματικών οικιακών αποβλήτων των δήμων BAR.

21      Στις 31 Δεκεμβρίου 2019 η BAR έγινε μέτοχος της Irado.

22      Η AVR άσκησε αγωγή ενώπιον του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης, Κάτω Χώρες), με την οποία ζητούσε την ακύρωση ή, επικουρικώς, τη λύση ή την απαγόρευση εκτέλεσης των συμβάσεων που μνημονεύονται στις σκέψεις 19 και 20 της παρούσας αποφάσεως μεταξύ της BAR και της Irado καθώς και μεταξύ της Irado και της AF, για τον λόγο ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια αναθέτουσα αρχή μπορεί, όταν ασκεί από κοινού με άλλες αναθέτουσες αρχές έλεγχο επί του οικείου νομικού προσώπου, να προβαίνει σε απευθείας ανάθεση δημόσιας σύμβασης στο εν λόγω νομικό πρόσωπο. Με την αγωγή αυτή ζήτησε επίσης από το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) να διατάξει τη διενέργεια διαγωνισμού για τις επίμαχες συμβάσεις, εφόσον οι δήμοι BAR εξακολουθούσαν να επιθυμούν την ανάθεση των συμβάσεων αυτών.

23      Μετά την απόρριψη της αγωγής της από το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης), η AVR άσκησε έφεση ενώπιον του Gerechtshof Den Haag (εφετείου Χάγης), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

24      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η σύμβαση που ανατέθηκε από την BAR στην Irado και η σύμβαση που ανατέθηκε από την Irado στην AF εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, στην προβλεπόμενη από την οδηγία 2014/24 υποχρέωση διεξαγωγής διαγωνισμού, εκτός αν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο απευθείας ανάθεσης λόγω του ελέγχου που ασκεί η αναθέτουσα αρχή, από κοινού με άλλες αναθέτουσες αρχές, επί του αναδόχου νομικού προσώπου.

25      Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, πρέπει, μεταξύ άλλων, να εκτιμηθεί αν η AF πληροί, στο πλαίσιο της σχέσης της με τις αναθέτουσες αρχές που την ελέγχουν, την προϋπόθεση του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, κατά την οποία πάνω από το 80 % των δραστηριοτήτων του ελεγχόμενου νομικού προσώπου πρέπει να ασκούνται στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί από τις αναθέτουσες αρχές οι οποίες το ελέγχουν, το δε ποσοστό αυτό καθορίζεται, εν προκειμένω, βάσει του κριτηρίου του κύκλου εργασιών.

26      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι εναγόμενοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι, στο μέτρο που οι ανωτέρω διατάξεις μνημονεύουν ρητώς τις δραστηριότητες του νομικού προσώπου στο οποίο ανατίθεται η δημόσια σύμβαση, ο κρίσιμος κύκλος εργασιών δεν μπορεί παρά να είναι ο κύκλος εργασιών του ίδιου του νομικού προσώπου.

27      Αντιθέτως, η AVR ισχυρίζεται ότι πρέπει να συνεκτιμηθεί ο κύκλος εργασιών του ομίλου στον οποίο ανήκει το οικείο νομικό πρόσωπο, δεδομένου ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να ληφθεί υπόψη η οικονομική πραγματικότητα. Στην αντίθετη περίπτωση, νομικό πρόσωπο ελεγχόμενο από αναθέτουσες αρχές θα μπορούσε να παραβιάσει την απαίτηση του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, διαχωρίζοντας τεχνητά τις δραστηριότητές του, ώστε να ασκεί το ίδιο, εντός του ομίλου, περισσότερο από το 80 % των δραστηριοτήτων του προς όφελος των αναθετουσών αρχών, ενώ παράλληλα μία ή περισσότερες εταιρίες του ίδιου ομίλου δραστηριοποιούνται στην ελεύθερη αγορά.

28      Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ποιος είναι ο κύκλος εργασιών που πρέπει να ληφθεί υπόψη, όταν το ποσοστό των δραστηριοτήτων που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές καθορίζεται βάσει του κριτηρίου του κύκλου εργασιών και όταν το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο είναι επικεφαλής ομίλου, προκειμένου να κριθεί κατά πόσον πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας αυτής.

29      Συναφώς, επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, η ως άνω προϋπόθεση πληρούται αν ληφθεί υπόψη μόνον ο κύκλος εργασιών της AF, αλλά τούτο δεν συμβαίνει αν η πλήρωση της προϋπόθεσης αυτής αξιολογηθεί με γνώμονα τον ενοποιημένο κύκλο εργασιών του ομίλου επικεφαλής του οποίου είναι η AF.

30      Τούτου λεχθέντος, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται επίσης στη δυνατότητα, όπως υποστηρίζει και η AVR, να ληφθεί υπόψη, ενδεχομένως, ως κρίσιμος κύκλος εργασιών ο κύκλος εργασιών των οντοτήτων με τις οποίες το ίδιο νομικό πρόσωπο αποτελεί οικονομική ενότητα, κατά την έννοια της «επιχείρησης» στο δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης.

31      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνον ο κύκλος εργασιών του ελεγχόμενου νομικού προσώπου, τότε θα πρέπει να εξεταστεί αν ορθώς, εν προκειμένω, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης έλαβαν υπόψη τον κύκλο εργασιών της AF ο οποίος προέκυψε από τη δική της εκμετάλλευση του χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων.

32      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Gerechtshof Den Haag (εφετείο Χάγης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το κριτήριο δραστηριότητας του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας [2014/24], σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, της ίδιας οδηγίας

την έννοια ότι:

όταν το προβλεπόμενο στις ανωτέρω διατάξεις ποσοστό των δραστηριοτήτων προσδιορίζεται με βάση των κύκλο εργασιών και το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο ανήκει σε όμιλο,

πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον ο κύκλος εργασιών του ίδιου του ελεγχόμενου προσώπου ή ο κύκλος εργασιών όλων των συνδεδεμένων ή μη συνδεδεμένων με τον όμιλο εταιριών, όπως, επί παραδείγματι:

i)      ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών στο πλαίσιο του οποίου, βάσει της εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τις διατάξεις των άρθρων 22 και 24 της οδηγίας 2013/34, ο κύκλος εργασιών του εν λόγω νομικού προσώπου πρέπει να προστίθεται στον κύκλο εργασιών των λοιπών επιχειρήσεων του ομίλου ή

ii)      ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων με τις οποίες το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο αποτελεί ενιαία οικονομική οντότητα κατά την έννοια της επιχείρησης όπως αυτή ορίζεται στο ισχύον ενωσιακό δίκαιο του ανταγωνισμού;

2)      Στην περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον ο κύκλος εργασιών του ίδιου του ελεγχόμενου προσώπου, έχει το παρατιθέμενο στο πρώτο ερώτημα κριτήριο δραστηριότητας

την έννοια ότι:

ο κύκλος εργασιών που παράγεται από τρίτους πρέπει να εκλαμβάνεται ως κύκλος εργασιών προερχόμενος από την εκτέλεση εργασιών που έχουν ανατεθεί στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο από τις ελέγχουσες αναθέτουσες αρχές, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι τρίτοι, κάνοντας χρήση του χώρου υγειονομικής ταφής απορριμμάτων που διαχειρίζεται το εν λόγω νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της ελέγχουσας αναθέτουσας αρχής, αποθέτουν σε αυτόν απόβλητα, λαμβανομένου υπόψη ότι το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο ανταγωνίζεται ταυτόχρονα και ιδιωτικούς παρόχους των ίδιων υπηρεσιών;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

33      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση κατά την οποία ποσοστό άνω του 80 % των δραστηριοτήτων του ελεγχόμενου νομικού προσώπου πρέπει να ασκείται στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων τα οποία του έχουν ανατεθεί από τις αναθέτουσες αρχές που το ελέγχουν, όταν η προϋπόθεση αυτή καθορίζεται βάσει του κριτηρίου του κύκλου εργασιών και το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο είναι η μητρική εταιρία ομίλου, επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη και ο κύκλος εργασιών των λοιπών οντοτήτων που ανήκουν στον όμιλο, ενδεχομένως βάσει του ενοποιημένου κύκλου εργασιών τον οποίο το εν λόγω νομικό πρόσωπο οφείλει να καταρτίσει σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 24 της οδηγίας 2013/34 ή βάσει του συνολικού κύκλου εργασιών των οντοτήτων με τις οποίες το οικείο νομικό πρόσωπο αποτελεί οικονομική ενότητα, κατά την έννοια της «επιχείρησης» στο δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης.

34      Το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/24 αφορά την περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή ασκεί, όχι μόνη της, αλλά από κοινού με άλλες αναθέτουσες αρχές, έλεγχο επί νομικού προσώπου ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου και διευκρινίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου η αναθέτουσα αρχή να μπορεί νομίμως να προβεί στην απευθείας ανάθεση δημόσιας σύμβασης στο εν λόγω νομικό πρόσωπο.

35      Εκ των σωρευτικών προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η δυνατότητα τέτοιας ανάθεσης, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του Δικαστηρίου μόνον όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με το ποσοστό των δραστηριοτήτων τις οποίες το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο πρέπει να ασκεί στο πλαίσιο των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί από τις ελέγχουσες αναθέτουσες αρχές, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας.

36      Ως εκ τούτου, προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει, κατά πρώτον, να καθοριστεί αν για την εκτίμηση του κατά πόσον πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση απαιτείται να ληφθεί υπόψη, πέραν του κύκλου εργασιών του ελεγχόμενου νομικού προσώπου, και ο κύκλος εργασιών των λοιπών οντοτήτων που ανήκουν στον όμιλο μητρική εταιρία του οποίου είναι το εν λόγω νομικό πρόσωπο.

37      Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Sambre & Biesme και Commune de Farciennes, C-383/21 και C-384/21, EU:C:2022:1022, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

38      Πρώτον, όσον αφορά το γράμμα των επίμαχων διατάξεων, παρατηρείται, αφενός, ότι, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, απαιτείται περισσότερο από το 80 % των «δραστηριοτήτων» του ελεγχόμενου νομικού προσώπου να ασκούνται στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων που του ανατίθενται από τις ελέγχουσες αναθέτουσες αρχές ή από άλλα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τις ίδιες αναθέτουσες αρχές.

39      Επομένως, από το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', δεν προκύπτει ότι η προϋπόθεση που προβλέπει η διάταξη αυτή πρέπει κατ’ ανάγκην να εκτιμάται μόνο βάσει των δραστηριοτήτων του ίδιου του ελεγχόμενου νομικού προσώπου.

40      Ειδικότερα, το κριτήριο που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', δεν σχετίζεται με το οικείο νομικό πρόσωπο αυτό καθεαυτό, αλλά με τις δραστηριότητες που ασκεί. Συνεπώς, δεν αποκλείεται οι δραστηριότητες που είναι κρίσιμες προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον πληρούται η προϋπόθεση της ως άνω διάταξης να μπορούν να καλύπτουν τόσο τις δραστηριότητες που ασκούνται άμεσα από το νομικό πρόσωπο όσο και εκείνες που ασκούνται μέσω άλλων οντοτήτων, οι οποίες αποτελούν μέρος του ομίλου μητρική εταιρία του οποίου είναι το ίδιο αυτό νομικό πρόσωπο.

41      Αφετέρου, το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24 προβλέπει ότι το ποσοστό δραστηριοτήτων που μνημονεύεται στο άρθρο 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας αυτής καθορίζεται, μεταξύ άλλων, με βάση τον μέσο συνολικό κύκλο εργασιών, χωρίς να απαιτείται ο κύκλος εργασιών που καθιστά δυνατή την επαρκή αποτύπωση των δραστηριοτήτων αυτών να περιορίζεται στον κύκλο εργασιών που προκύπτει από τις δραστηριότητες του ελεγχόμενου νομικού προσώπου.

42      Επομένως, το γράμμα της ως άνω διάταξης επιβεβαιώνει ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, το σχετικό κριτήριο δεν περιορίζεται στις δραστηριότητες που προσιδιάζουν στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο, αλλά εκτείνεται και σε δραστηριότητες που μπορούν ευρύτερα να συνδεθούν με αυτό. Συνεπώς, αν λαμβάνεται υπόψη το κριτήριο του μέσου συνολικού κύκλου εργασιών για την εκτίμηση αυτή, δυνατότητα την οποία παρέχει το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της ως άνω οδηγίας, ο εν λόγω κύκλος εργασιών πρέπει να καθιστά δυνατή την προσήκουσα αποτύπωση τέτοιων δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου, ο κύκλος εργασιών των λοιπών οντοτήτων που ανήκουν στον όμιλο του οποίου η μητρική εταιρία είναι το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο είναι επίσης κρίσιμος για την ανωτέρω εκτίμηση.

43      Δεύτερον, η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι ως άνω διατάξεις. Ειδικότερα, βάσει των σωρευτικών προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/24, η διάταξη αυτή προβλέπει, στο πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ', ότι δεν πρέπει, καταρχήν, να υπάρχει άμεση συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο.

44      Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 32 της ως άνω οδηγίας αναφέρει ότι, ιδίως στην περίπτωση που μια αναθέτουσα αρχή ασκεί, μαζί με άλλες αναθέτουσες αρχές, έλεγχο επί του οικείου νομικού προσώπου, η εξαίρεση από την εφαρμογή των διαδικασιών που προβλέπει η οδηγία δεν θα πρέπει να επεκτείνεται σε καταστάσεις όπου υπάρχει άμεση συμμετοχή ιδιωτικού οικονομικού φορέα στο κεφάλαιο του ελεγχόμενου νομικού προσώπου εφόσον, σε αυτές τις περιπτώσεις, η ανάθεση δημόσιας σύμβασης χωρίς διαγωνισμό θα παρέχει στον ιδιωτικό οικονομικό φορέα ο οποίος έχει κεφαλαιακή συμμετοχή στο ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο αδικαιολόγητο πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών του.

45      Ως εκ τούτου, βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να εκτιμάται η δυνατότητα απευθείας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται το σύνολο των οντοτήτων τις οποίες αφορά η ανάθεση αυτή. Κατά συνέπεια, πέραν του ζητήματος των σχέσεων μεταξύ του ελεγχόμενου νομικού προσώπου και των αναθετουσών αρχών που ασκούν από κοινού έλεγχο επ’ αυτού, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου δραστηριοποιείται το ίδιο το νομικό πρόσωπο. Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να αγνοηθεί η ύπαρξη ομίλου επικεφαλής του οποίου είναι το εν λόγω νομικό πρόσωπο.

46      Επομένως, η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, επιβεβαιώνει ότι, για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κύκλος εργασιών των οντοτήτων που ανήκουν στον όμιλο του οποίου η μητρική εταιρία είναι το οικείο νομικό πρόσωπο.

47      Τρίτον, οι ανωτέρω εκτιμήσεις επιβεβαιώνονται από το ιστορικό θέσπισης του άρθρου 12, παράγραφος 3, της ως άνω οδηγίας.

48      Ειδικότερα, στο άρθρο 12 της οδηγίας κωδικοποιείται και αποσαφηνίζεται η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την απευθείας ανάθεση δημοσίων συμβάσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Sambre & Biesme και Commune de Farciennes, C-383/21 και C-384/21, EU:C:2022:1022, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49      Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2014/24, μολονότι ο νομοθέτης της Ένωσης επισήμανε ότι υπάρχει σοβαρή νομική ασάφεια σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ φορέων του δημόσιου τομέα θα πρέπει να καλύπτονται από τους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων και, ως εκ τούτου, ότι υπάρχει ανάγκη σχετικής αποσαφήνισης, εντούτοις έκρινε ότι η αποσαφήνιση αυτή πρέπει να βασίζεται στις αρχές που έχουν διατυπωθεί στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου και επομένως δεν θέλησε να διαφοροποιηθεί από τη νομολογία αυτή (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Sambre & Biesme και Commune de Farciennes, C-383/21 και C-384/21, EU:C:2022:1022, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, πριν από την έκδοση της οδηγίας 2014/24, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι, για τους σκοπούς της απευθείας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης σε ελεγχόμενη οντότητα, η οντότητα αυτή πρέπει να πραγματοποιεί ουσιώδες μέρος των δραστηριοτήτων της προς όφελος της αναθέτουσας αρχής ή των αναθετουσών αρχών που την ελέγχουν, όπερ πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων της συγκεκριμένης υπόθεσης, τόσο των ποιοτικών όσο και των ποσοτικών (πρβλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2016, Undis Servizi, C-553/15, EU:C:2016:935, σκέψεις 31 και 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

51      Κατά συνέπεια, καθορίζοντας, με το άρθρο 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας, σε 80 % το ποσοστό των δραστηριοτήτων που πρέπει να ασκεί το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων τα οποία του έχουν ανατεθεί από τις αναθέτουσες αρχές που το ελέγχουν, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να αποσαφηνίσει το κριτήριο που περιλαμβάνεται, συναφώς, στη νομολογία του Δικαστηρίου. Εντούτοις, από τις διατάξεις της ίδιας οδηγίας δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε ότι η εκτίμηση που πρέπει να πραγματοποιηθεί συναφώς δεν πρέπει πλέον να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης.

52      Στις περιστάσεις αυτές περιλαμβάνεται το γεγονός ότι το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο είναι η μητρική εταιρία ομίλου και ότι, για την εκτίμηση των δραστηριοτήτων της μητρικής αυτής εταιρίας, πρέπει συνεπώς να λαμβάνονται υπόψη οι δραστηριότητες που η ίδια ασκεί μέσω των άλλων οντοτήτων του ίδιου ομίλου και, ως εκ τούτου, ο κύκλος εργασιών τους εφόσον πρόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24, για το κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη για να καθοριστεί αν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας.

53      Τέταρτον, η ως άνω ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, επιρρωννύεται από τον σκοπό που επιδιώκουν οι διατάξεις αυτές.

54      Συναφώς, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 52 των προτάσεών του, οι εν λόγω διατάξεις αποσκοπούν στην πρόληψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, υπό την έννοια ότι έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν ότι η οδηγία 2014/24 εξακολουθεί να εφαρμόζεται όταν ένα ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο δραστηριοποιείται στην αγορά και, επομένως, ενδέχεται να ανταγωνίζεται άλλες επιχειρήσεις. Ειδικότερα, το γεγονός και μόνον ότι οι αποφάσεις που αφορούν ένα τέτοιο νομικό πρόσωπο υπόκεινται στον έλεγχο του οργανισμού ή των οργανισμών στους οποίους ανήκει δεν αναιρεί κατ’ ανάγκην την ελευθερία δράσης του, εφόσον μπορεί να ασκεί σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητάς του συναλλασσόμενο με άλλους επιχειρηματίες. Αντιθέτως, όταν πληροί τις προϋποθέσεις των ίδιων αυτών διατάξεων, απαλλάσσεται από τις επιταγές της εν λόγω οδηγίας, οι οποίες υπαγορεύονται από την ανάγκη διαφύλαξης του ανταγωνισμού, ο οποίος, στην περίπτωση αυτή, έχει καταστεί άνευ αντικειμένου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2016, Undis Servizi, C-553/15, EU:C:2016:935, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

55      Το γεγονός ότι η οικονομική δραστηριότητα του ελεγχόμενου νομικού προσώπου που αφορά τέτοιους επιχειρηματίες ασκείται απευθείας από το εν λόγω νομικό πρόσωπο ή μέσω των λοιπών οντοτήτων που ανήκουν στον όμιλο του οποίου η μητρική εταιρία είναι το οικείο νομικό πρόσωπο δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την επίτευξη του σκοπού της αποτροπής των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, προκειμένου να καθοριστεί ποιο είναι το μέρος των δραστηριοτήτων που το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο ασκεί υπέρ των ελεγχουσών αναθετουσών αρχών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι δραστηριότητες των λοιπών οντοτήτων του ομίλου η μητρική εταιρία του οποίου είναι το εν λόγω νομικό πρόσωπο και, ως εκ τούτου, ο κύκλος εργασιών τους, όταν πρόκειται για το κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη για να καθοριστεί αν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24.

56      Η ανωτέρω διαπίστωση επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 56 και 57 των προτάσεών του, αφενός, δεν αποκλείεται οι οντότητες που ανήκουν σε όμιλο να μπορούν να επωφεληθούν εμμέσως από την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων χωρίς διαγωνισμό στη μητρική εταιρία του ομίλου, όπερ, κατά τρόπο ανάλογο προς όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, θα είχε ως αποτέλεσμα να τους χορηγηθεί αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους. Αφετέρου, η επίτευξη των σκοπών του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, όπως αυτοί υπομνήσθηκαν στη σκέψη 54 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να εξαρτάται από τη δομή του ομίλου, όπερ θα συνέβαινε αν δεν λαμβάνονταν υπόψη οι δραστηριότητες των λοιπών οντοτήτων που αποτελούν μέρος του ομίλου η μητρική εταιρία του οποίου είναι το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, τούτο θα είχε ως συνέπεια το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο να μπορεί ευχερώς να καταστρατηγήσει την εν λόγω διάταξη και την προϋπόθεση που αυτή επιβάλλει, διαχωρίζοντας τεχνητά τις δραστηριότητές του και αναθέτοντας ορισμένες από αυτές στις εταιρίες του ομίλου του οποίου η μητρική εταιρία είναι το ίδιο.

57      Κατά δεύτερον, πρέπει να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με τον τρόπο καθορισμού του κύκλου εργασιών του ομίλου του οποίου μητρική εταιρία είναι το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η μητρική εταιρία πληροί την προϋπόθεση του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, και, ιδίως, σχετικά με τη σημασία που μπορεί να δοθεί στον ενοποιημένο κύκλο εργασιών που καταρτίζεται κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 2013/34.

58      Συναφώς, από την αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2013/34 προκύπτει ότι οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις θα πρέπει να παρουσιάζουν τις δραστηριότητες της μητρικής επιχείρησης και των θυγατρικών της, οι οποίες αντιστοιχούν στις επιχειρήσεις που ελέγχει η μητρική επιχείρηση ως ενιαία οντότητα.

59      Για τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 22 της ως άνω οδηγίας προβλέπει τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη υποχρεούνται, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 23, να επιβάλλουν σε ορισμένες επιχειρήσεις που διέπονται από το εθνικό τους δίκαιο την υποχρέωση κατάρτισης, μεταξύ άλλων, ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, η οποία αποτελεί το αντικείμενο του άρθρου 24 της εν λόγω οδηγίας.

60      Συναφώς, όπως υπογράμμισε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 62 των προτάσεών του, όταν μια εταιρία υποχρεούται, δυνάμει των διατάξεων αυτών, να καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών που καταρτίζεται στο πλαίσιο αυτό καθιστά δυνατή την πιστή αποτύπωση των δραστηριοτήτων που ασκεί η μητρική εταιρία στο πλαίσιο του ομίλου του οποίου είναι επικεφαλής και παρέχει, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα να εκτιμηθεί προσηκόντως αν η μητρική εταιρία, όταν είναι ανάδοχος της απευθείας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, πληροί την προϋπόθεση του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής.

61      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η AF είναι επικεφαλής ομίλου θυγατρικών και ότι, σύμφωνα με την υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων στην οποία υπόκειται δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί μεταφοράς της οδηγίας 2013/34 στην εσωτερική έννομη τάξη, καταρτίζει, μεταξύ άλλων, ενοποιημένο κύκλο εργασιών ο οποίος περιλαμβάνει τον κύκλο εργασιών των θυγατρικών της.

62      Ως εκ τούτου, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσον είναι ενδεχομένως κρίσιμα άλλα κριτήρια, όπως το κριτήριο της ύπαρξης οικονομικής ενότητας, κατά την έννοια της «επιχείρησης» στο δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης, στο οποίο επίσης παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, δεδομένου ότι, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, μπορεί να διαπιστωθεί, βάσει ενός τέτοιου ενοποιημένου κύκλου εργασιών, ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής.

63      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση κατά την οποία ποσοστό άνω του 80 % των δραστηριοτήτων του ελεγχόμενου νομικού προσώπου πρέπει να ασκείται στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων τα οποία του έχουν ανατεθεί από τις αναθέτουσες αρχές που το ελέγχουν, όταν η προϋπόθεση αυτή καθορίζεται σύμφωνα με το κριτήριο του κύκλου εργασιών και το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο είναι η μητρική εταιρία ομίλου, επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη και ο κύκλος εργασιών των λοιπών οντοτήτων που ανήκουν στον όμιλο, ενδεχομένως βάσει του ενοποιημένου κύκλου εργασιών τον οποίο το εν λόγω νομικό πρόσωπο οφείλει να καταρτίζει σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 24 της οδηγίας 2013/34.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

64      Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.

 Επί του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της παρούσας αποφάσεως

65      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η AF ζήτησε από το Δικαστήριο να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας αποφάσεως σε περίπτωση που κρίνει ότι το άρθρο 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση σχετικά με τις δραστηριότητες του ελεγχόμενου νομικού προσώπου πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένου επίσης υπόψη του κύκλου εργασιών των λοιπών οντοτήτων που ανήκουν στον όμιλο του οποίου η μητρική εταιρία είναι το νομικό πρόσωπο αυτό.

66      Προς στήριξη του αιτήματός της, η AF υποστήριξε ότι η ερμηνεία αυτή ήταν, κατά την άποψή της, απρόβλεπτη και ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να την προβλέψει.

67      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, η ερμηνεία που δίδει το Δικαστήριο σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του παρέχει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, αποσαφηνίζει και εξειδικεύει την έννοια και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, όπως πρέπει ή θα έπρεπε να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται από της θέσεώς του σε ισχύ. Επομένως, ο κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνευθείς κανόνας δικαίου μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια και επί εννόμων σχέσεων που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν πριν από την έκδοση της απόφασης επί του αιτήματος ερμηνείας, εφόσον συντρέχουν κατά τα λοιπά οι προϋποθέσεις για να αχθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου η σχετική με την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα δικαίου διαφορά (απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Towercast, C-449/21, EU:C:2023:207, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

68      Μόνον όλως εξαιρετικώς μπορεί το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν της συμφυούς με την έννομη τάξη της Ένωσης γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας την οποία έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεσθεί διάταξη την οποία έχει ερμηνεύσει το Δικαστήριο προκειμένου να αμφισβητήσει έννομες σχέσεις που έχουν καλόπιστα συναφθεί. Για να αποφασισθεί ένας τέτοιος περιορισμός, είναι αναγκαία η συνδρομή δύο βασικών προϋποθέσεων, συγκεκριμένα δε της καλής πίστης των ενδιαφερομένων και του κινδύνου σοβαρών διαταραχών (απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Towercast, C-449/21, EU:C:2023:207, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

69      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η AF δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει το βάσιμο του αιτήματός της, προβάλλοντας απλώς τον φερόμενο ως απρόβλεπτο χαρακτήρα της ερμηνείας περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 65 της παρούσας αποφάσεως.

70      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν συντρέχει λόγος να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας αποφάσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

71      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 12, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24,

έχει την έννοια ότι:

η προϋπόθεση κατά την οποία ποσοστό άνω του 80 % των δραστηριοτήτων του ελεγχόμενου νομικού προσώπου πρέπει να ασκείται στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων τα οποία του έχουν ανατεθεί από τις αναθέτουσες αρχές που το ελέγχουν, όταν η προϋπόθεση αυτή καθορίζεται σύμφωνα με το κριτήριο του κύκλου εργασιών και το ελεγχόμενο νομικό πρόσωπο είναι η μητρική εταιρία ομίλου, επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη και ο κύκλος εργασιών των λοιπών οντοτήτων που ανήκουν στον όμιλο, ενδεχομένως βάσει του ενοποιημένου κύκλου εργασιών τον οποίο το εν λόγω νομικό πρόσωπο οφείλει να καταρτίζει σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 24 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.