Υπόθεση C-77/24, NM και OU κατά TE, Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση C-77/24, NM και OU κατά TE, Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026
Υπόθεση C-77/24, NM και OU κατά TE, Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 15ης Ιανουαρίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές – Κανονισμός (ΕΚ) 864/2007 – Άρθρο 4, παράγραφος 1 – Πεδίο εφαρμογής – Αδικοπρακτική ευθύνη οργάνου εταιρίας η οποία παρέχει υπηρεσίες διαδικτυακών τυχερών παιγνίων χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη άδεια – Αγωγή για την επιστροφή περιουσιακών απωλειών λόγω συμμετοχής σε τυχερά παίγνια – Τόπος επέλευσης της ζημίας »

Στην υπόθεση C-77/24 [Wunner] (i),

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) με απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Φεβρουαρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

NM,

OU

κατά

TE,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Biltgen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πρώτου τμήματος, I. Ziemele, S. Gervasoni και N. Fenger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Ν. Αιμιλίου

γραμματέας: I. Ill?ssy, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Φεβρουαρίου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        οι OU και NM, εκπροσωπούμενοι από τον C. Leitgeb, Rechtsanwalt,

–        ο TE, εκπροσωπούμενος από τον O. Peschel, Rechtsanwalt,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Hribar και τον F. Koppensteiner,

–        η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη M. Jacobs και τον M. Van Regemorter, επικουρούμενους από τους R. Verbeke και P. Vlaemminck, advocaten,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. M?ller και A. Sahner,

–        η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Buhagiar, επικουρούμενη από τους J. Baldacchino, advocate at law, και D. Sarmiento Ram?rez-Escudero, abogado,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους L. Hohenecker και W. Wils,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', και του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II») (ΕΕ 2007, L 199, σ. 40).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των NM και OU, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστών μαλτέζικης εταιρίας τυχερών παιγνίων, αφενός, και του TE, προσώπου που έχει την κατοικία του στην Αυστρία, αφετέρου, με αντικείμενο την επιστροφή περιουσιακών απωλειών τις οποίες υπέστη ο τελευταίος λόγω της συμμετοχής του σε τυχερά παίγνια προσφερόμενα από την εν λόγω εταιρία στην Αυστρία χωρίς αυτή να διαθέτει την απαιτούμενη δυνάμει της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους άδεια.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Ο κανονισμός Ρώμη II

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 6, 7, 14 και 16 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ διαλαμβάνουν τα εξής:

«(6)      Η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει, για τη βελτίωση της δυνατότητας πρόβλεψης της έκβασης των διαφορών, της ασφάλειας του εφαρμοστέου δικαίου και της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων, ότι οι κανόνες περί σύγκρουσης δικαίων που ισχύουν στα κράτη μέλη ορίζουν ως εφαρμοστέο το αυτό εθνικό δίκαιο ανεξαρτήτως του κράτους ενώπιον των δικαστηρίων του οποίου ασκείται η αγωγή.

(7)      Το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής και οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να συνάδουν προς τον κανονισμό [(ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1),] και προς τα νομοθετήματα σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές.

[...]

(14)      Η απαίτηση ασφάλειας δικαίου και η ανάγκη απονομής της δικαιοσύνης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αποτελούν ουσιώδη στοιχεία του χώρου δικαιοσύνης. Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους καταλληλότερους συνδετικούς παράγοντες για την επίτευξη των στόχων αυτών. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός καθορίζει τον γενικό κανόνα, αλλά και συγκεκριμένους κανόνες και, σε ορισμένες διατάξεις, “ρήτρες διαφυγής”, που καθιστούν δυνατή την παρέκκλιση από τους εν λόγω κανόνες εφόσον είναι σαφές από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης ότι η αδικοπραξία/το αδίκημα συνδέεται προφανώς στενότερα με άλλη χώρα. Έτσι, αυτό το σύνολο κανόνων συνιστά εύκαμπτο πλαίσιο κανόνων σύγκρουσης νόμων. [...]

[...]

(16)      Η ύπαρξη ενιαίων κανόνων αναμένεται να βελτιώσει την προβλεψιμότητα των δικαστικών αποφάσεων και να εξασφαλίσει εύλογη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του φερομένου ως υπαιτίου και του ζημιωθέντος. Η σύνδεση με τη χώρα στην οποία επήλθε η άμεση ζημία (lex loci damni) εξισορροπεί κατά δίκαιο τρόπο τα συμφέροντα του φερομένου ως υπαιτίου και του ζημιωθέντος, και επίσης αντικατοπτρίζει τον σύγχρονο τρόπο προσέγγισης του ζητήματος της αστικής ευθύνης καθώς και την ανάπτυξη των συστημάτων αντικειμενικής ευθύνης.»

4        Το άρθρο 1 του κανονισμού Ρώμη II, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα ακόλουθα:

«1.      Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου, σε περίπτωση που περιλαμβάνουν σύγκρουση δικαίων. Δεν εφαρμόζεται, ιδίως, σε φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ούτε στην ευθύνη του κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας (“acta iure imperii”).

2.      Εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού:

[...]

δ)      οι εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από το δίκαιο των εταιρειών και άλλων ενώσεων ή νομικών προσώπων όσον αφορά θέματα όπως η ίδρυση, με εγγραφή στο μητρώο ή κατ’ άλλον τρόπο, η ικανότητα δικαίου, η εσωτερική λειτουργία ή η εκκαθάριση εταιρειών και άλλων ενώσεων ή νομικών προσώπων, καθώς και από την προσωπική ευθύνη των εταίρων και των οργάνων για τις υποχρεώσεις της εταιρείας ή άλλων ενώσεων και νομικών προσώπων και από την προσωπική ευθύνη των ελεγκτών [έναντι] μιας εταιρείας ή των οργάνων της κατά τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων

[...]».

5        Το κεφάλαιο II του εν λόγω κανονισμού αφορά τις αδικοπραξίες. Το επιγραφόμενο «Γενικός κανόνας» άρθρο 4 του κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο αυτό, ορίζει τα εξής:

«1.      Το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.

2.      Ωστόσο, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν, κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής.

3.      Εάν, από το σύνολο των περιστάσεων, συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 ή 2, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία.»

6        Στο κεφάλαιο V του κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνει τους «[κ]οινούς κανόνες», περιέχεται το άρθρο 15, το οποίο επιγράφεται «Περιεχόμενο του εφαρμοστέου δικαίου» και κατά το οποίο:

«Το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές δυνάμει του παρόντος κανονισμού διέπει ιδίως:

α)      τη βάση και την έκταση της ευθύνης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των προσώπων που δύνανται να φέρουν ευθύνη για τις πράξεις τους

[...]

ζ)      την ευθύνη για πράξεις τρίτου

[...]».

 Ο κανονισμός 1215/2012

7        Το άρθρο 7 του κανονισμού 1215/2012 προβλέπει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

[...]

2)      ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός

[...]».

 Το αυστριακό δίκαιο

8        Το άρθρο 1301 του Allgemeinenes B?rgerliches Gesetzbuch (Γενικού Αστικού Κώδικα) έχει ως ακολούθως:

«Για παρανόμως προκληθείσα ζημία μπορεί να ευθύνονται περισσότερα πρόσωπα, εφόσον συνετέλεσαν στην πρόκλησή της από κοινού, άμεσα ή έμμεσα, παραπλανώντας, απειλώντας, δίδοντας εντολή, συνδράμοντας, αποκρύπτοντας πληροφορίες κ.λπ. ή ακόμη και μόνο λόγω παραλείψεως συμμόρφωσης προς την ειδική υποχρέωση αποτροπής της ζημίας.»

9        Το άρθρο 1311 του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Το τυχαίο γεγονός επηρεάζει μόνο εκείνον στην περιουσία ή στο πρόσωπο του οποίου επέρχεται. Αν, όμως, το γεγονός αυτό οφείλεται σε υπαιτιότητα άλλου, ή αν ο υπαίτιος παρέβη διάταξη νόμου η οποία αποσκοπεί στην πρόληψη τυχαίας ζημίας [...], ευθύνεται για οποιαδήποτε βλάβη η οποία διαφορετικά δεν θα είχε επέλθει.»

10      Το άρθρο 3 του Gl?cksspielgesetz (νόμου περί τυχερών παιγνίων, στο εξής: GSpG) ορίζει τα ακόλουθα:

«Εφόσον στον παρόντα νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, το δικαίωμα διεξαγωγής τυχερών παιγνίων ανήκει αποκλειστικά στο Αυστριακό κράτος (μονοπώλιο τυχερών παιγνίων).»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

11      Η εταιρία Titanium Brace Marketing Limited (στο εξής: TBM), η οποία τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας και της οποίας διαχειριστές ήταν οι NM και OU, εκμεταλλευόταν ένα διαδικτυακό καζίνο από την έδρα της στη Μάλτα, μέσω του οποίου προσέφερε παίγνια προσβάσιμα σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά. Ήταν κάτοχος άδειας διεξαγωγής τυχερών παιγνίων δυνάμει του μαλτέζικου δικαίου αλλά δεν διέθετε αντίστοιχη άδεια δυνάμει του GSpG.

12      Κατά το χρονικό διάστημα από τις 14 Νοεμβρίου 2019 έως τις 3 Απριλίου 2020, ο TE, ο οποίος συμμετείχε σε διαδικτυακά τυχερά παίγνια μέσω του ιστοτόπου της TBM, υπέστη απώλεια από τη συμμετοχή του στα παίγνια συνολικού ύψους 18 547,67 ευρώ.

13      Για να μπορέσει να συμμετέχει στα διαδικτυακά τυχερά παίγνια μέσω του ιστοτόπου της TBM, ο TE αποδέχθηκε τους γενικούς όρους της εταιρίας αυτής και, στο πλαίσιο αυτό, δημιούργησε, ως είθισται, «λογαριασμό παίκτη». Ο TE μετέφερε χρήματα από τον αυστριακό τραπεζικό λογαριασμό του σε τραπεζικό λογαριασμό που άνοιξε σε μαλτέζικη τράπεζα, προκειμένου να τροφοδοτεί χρηματικά τον λογαριασμό παίκτη. Επρόκειτο για λογαριασμό σε μετρητά τηρούμενο από την TBM, ο οποίος ανοίχθηκε για τον ΤΕ και αποτελούσε διακριτό στοιχείο της εταιρικής της περιουσίας. Κατά τη συμμετοχή σε τυχερό παίγνιο, το ποσό που χρησιμοποιούνταν για τον σκοπό αυτόν χρεωνόταν από τον λογαριασμό παίκτη και, σε περίπτωση που αυτός κέρδιζε, πιστωνόταν στον λογαριασμό παίκτη.

14      Θεωρώντας ότι, ελλείψει άδειας χορηγηθείσας στην TBM δυνάμει του αυστριακού δικαίου, η σύμβαση περί τυχερών παιγνίων είναι άκυρη, ο ΤΕ ζήτησε από τους NM και OU, ενώπιον του Landesgericht f?r Zivilrechtssachen Wien (πρωτοβάθμιου περιφερειακού δικαστηρίου αστικών υποθέσεων Βιέννης, Αυστρία), να του επιστρέψουν την περιουσιακή απώλεια που υπέστη, ερείδοντας το αίτημά του στην αδικοπρακτική ευθύνη τους. Ο ΤΕ εκτιμά, συναφώς, ότι η παρέμβαση στο αυστριακό μονοπώλιο τυχερών παιγνίων συνιστά παράβαση προστατευτικών διατάξεων του νόμου (Schutzgesetz) και ότι οι NM και OU ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα λόγω του ότι η εταιρία TBM προσέφερε παράνομα τυχερά παίγνια στην Αυστρία.

15      Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, οι NM και OU προέβαλαν ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του, ισχυριζόμενοι ότι ο ΤΕ δεν μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012. Ειδικότερα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, η απόφαση ως προς το εάν η TBM έπρεπε να αποσυρθεί από την αυστριακή αγορά, στην οποία είχε ήδη εδραιώσει τη θέση της, δεν ανήκε στους ίδιους. Επιπλέον, αυτοί δεν ελάμβαναν αποφάσεις στρατηγικού χαρακτήρα για την επιχείρηση. Κατ’ αυτούς, τόσο ο τόπος του γενεσιουργού της ζημίας γεγονότος όσο και ο τόπος της ζημίας βρίσκονται στη Μάλτα. Εφαρμοστέο δεν είναι το ουσιαστικό δίκαιο της Αυστρίας αλλά της Μάλτας, το οποίο δεν προβλέπει ευθύνη των οργάνων της εταιρίας έναντι των πιστωτών της.

16      Το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του ΤΕ λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας. Την πρωτόδικη απόφαση εξαφάνισε κατ’ έφεση το Oberlandesgericht Wien (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Βιέννης, Αυστρία), το οποίο έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των αυστριακών δικαστηρίων δυνάμει του άρθρου 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012.

17      Επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως ασκηθείσας από τους NM και OU, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, εκτιμά ότι για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των αυστριακών δικαστηρίων προϋποτίθεται, κατ’ αρχάς, να είναι εφαρμοστέα σύμφωνα με τον κανονισμό Ρώμη ΙΙ η εθνική διάταξη στην οποία μπορεί να βασιστεί το αίτημα του ΤΕ. Στο πλαίσιο αυτό, διερωτάται ως προς το πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού.

18      Σε περίπτωση που η αγωγή της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του τόπου επέλευσης της ζημίας, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, ο οποίος θα μπορούσε να είναι είτε ο τόπος από όπου ο ΤΕ μετέφερε τα χρήματα από τον τραπεζικό λογαριασμό του στον λογαριασμό παίκτη, ήτοι η Αυστρία, είτε ο τόπος όπου βρίσκεται ο λογαριασμός παίκτη, ήτοι η Μάλτα. Εάν ως αρχική ζημία μπορεί να θεωρηθεί μόνον η οριστική απώλεια της αξίωσης για καταβολή πιστωτικού υπολοίπου στον λογαριασμό παίκτη, ο τόπος επέλευσης της ζημίας θα μπορούσε να βρίσκεται στη Μάλτα, όπου γίνεται διαχείριση του λογαριασμού, στον τόπο κατοικίας του ΤΕ, στον τόπο όπου ευρίσκονται τα κύρια περιουσιακά στοιχεία του ή και αλλού.

19      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του [κανονισμού Ρώμη ΙΙ] την έννοια ότι αναφέρεται σε αξιώσεις αποζημιώσεως κατά οργάνου εταιρίας τις οποίες πιστωτής της εταιρίας στηρίζει σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας για φερόμενη παράβαση προστατευτικών διατάξεων νόμου (όπως των διατάξεων της νομοθεσίας περί τυχερών παιγνίων) από το εν λόγω όργανο;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού την έννοια ότι ο τόπος όπου επήλθε η ζημία την οποία αφορά αγωγή με αντικείμενο αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας στρεφομένη κατά οργάνου εταιρίας παροχής διαδικτυακών τυχερών παιγνίων χωρίς άδεια στην Αυστρία, για απώλειες από τα τυχερά παίγνια, προσδιορίζεται με βάση

α)      τον τόπο από τον οποίο ο παίκτης μεταφέρει χρήματα από τον τραπεζικό λογαριασμό του στον λογαριασμό παίκτη που τηρεί η εταιρία,

β)      τον τόπο στον οποίο η εταιρία τηρεί τον λογαριασμό παίκτη και στον οποίο μεταφέρονται οι καταβολές του παίκτη, τα κέρδη, οι απώλειες και οι πριμοδοτήσεις,

γ)      τον τόπο από τον οποίο ο παίκτης τοποθετεί τα στοιχήματά του, μέσω του εν λόγω λογαριασμού παίκτη, τα οποία τελικώς οδηγούν σε απώλειες,

δ)      τον τόπο κατοικίας του παίκτη, ως τόπο στον οποίο υφίσταται η απαίτησή του για καταβολή του πιστωτικού υπολοίπου του στον λογαριασμό παίκτη,

ε)      τον τόπο όπου βρίσκεται η κύρια περιουσία του;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

20      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού Ρώμη II έχει την έννοια ότι αγωγή λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης στρεφόμενη κατά των διαχειριστών εταιρίας για παράβαση απαγόρευσης η οποία επιβάλλεται από εθνική νομοθεσία και καταλαμβάνει την προσφορά τυχερών παιγνίων στο κοινό χωρίς την κατοχή σχετικής άδειας εμπίπτει στην κατηγορία των εξωσυμβατικών ενοχών που απορρέουν από το δίκαιο των εταιριών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής.

21      Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, αυτός εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου, σε περίπτωση που περιλαμβάνουν σύγκρουση δικαίων.

22      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, όμως, εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του «οι εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από το δίκαιο των εταιρειών και άλλων ενώσεων ή νομικών προσώπων όσον αφορά θέματα όπως η ίδρυση, με εγγραφή στο μητρώο ή κατ’ άλλον τρόπο, η ικανότητα δικαίου, η εσωτερική λειτουργία ή η εκκαθάριση εταιρειών και άλλων ενώσεων ή νομικών προσώπων, καθώς και από την προσωπική ευθύνη των εταίρων και των οργάνων για τις υποχρεώσεις της εταιρείας ή άλλων ενώσεων και νομικών προσώπων και από την προσωπική ευθύνη των ελεγκτών [έναντι] μιας εταιρείας ή των οργάνων της κατά τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων».

23      Επισημαίνεται ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ 2008, L 177, σ. 6), περιέχει παρόμοια εξαίρεση στο άρθρο του 1, παράγραφος 2, στοιχείο στ', σε σχέση με την οποία το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αφορά αποκλειστικώς τις οργανικές πτυχές των εταιριών, ενώσεων και νομικών προσώπων (πρβλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Verein f?r Konsumenteninformation, C-272/18, EU:C:2019:827, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24      Ωστόσο, αφού η προσωπική ευθύνη των εταίρων και των διαχειριστών, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για τις υποχρεώσεις της εταιρίας, της ένωσης ή του νομικού προσώπου, όπως και η προσωπική ευθύνη των ελεγκτών έναντι της εταιρίας ή των οργάνων της κατά τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού Ρώμη II, δεν αποτελούν οργανικές πτυχές των εν λόγω εταιριών, ενώσεων και νομικών προσώπων, το περιεχόμενο της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτήν εξαίρεσης θα πρέπει να διευκρινιστεί με την εφαρμογή ενός λειτουργικού κριτηρίου (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2022, BMA Nederland, C-498/20, EU:C:2022:173, σκέψη 53).

25      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 30 των προτάσεών του, ελλείψει παραπομπής σε οιοδήποτε εθνικό δίκαιο, η κατηγορία των «εξωσυμβατικών ενοχών που απορρέουν από το δίκαιο των εταιριών» πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκεται με τον κανόνα αυτόν και κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα του κανονισμού Ρώμη ΙΙ (πρβλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2011, Koelzsch, C-29/10, EU:C:2011:151, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Δεδομένου ότι ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η εξαίρεση αυτή έγκειται στη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να διατηρηθούν υπό το ενιαίο καθεστώς του lex societatis οι πτυχές για τις οποίες υφίσταται συγκεκριμένη λύση που προκύπτει από τη σύνδεσή τους με τη λειτουργία και τη δράση εταιρίας, ένωσης ή νομικού προσώπου, θα πρέπει να εξακριβώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν η εξωσυμβατική υποχρέωση των εταίρων, των διαχειριστών ή των ελεγκτών στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού Ρώμη II υφίσταται για λόγους που άπτονται αμιγώς του εταιρικού δικαίου ή αν υφίσταται για λόγους που δεν έχουν σχέση με το δίκαιο αυτό (απόφαση της 10ης Μαρτίου 2022, BMA Nederland, C-498/20, EU:C:2022:173, σκέψη 54).

27      Επομένως, η ευθύνη των εταιρικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης των διαχειριστών, η οποία απορρέει από παράβαση υποχρέωσης επιβαλλόμενης ως εκ της συστάσεως του οργάνου ή ως εκ του διορισμού τους σε εταιρικό όργανο και συνδεόμενης με τη διαχείριση, την εκμετάλλευση και τη λειτουργία της εταιρίας, πρέπει να θεωρηθεί ως απορρέουσα από το δίκαιο των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Στον αντίποδα, η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτήν εξαίρεση δεν μπορεί να καλύπτει την ευθύνη διαχειριστή εταιρίας η οποία απορρέει από υποχρέωση ευρισκόμενη εκτός του εταιρικού βίου.

28      Ωσαύτως, όσον αφορά ειδικότερα την παράβαση του καθήκοντος επιμελείας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι πρέπει να γίνει διάκριση αναλόγως του αν πρόκειται για το ειδικό καθήκον επιμελείας το οποίο απορρέει από τη σχέση μεταξύ του οργάνου και της εταιρίας και δεν εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Ρώμη ΙΙ ή για το γενικό καθήκον επιμελείας erga omnes, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2022, BMA Nederland, C-498/20, EU:C:2022:173, σκέψη 55).

29      Όσον αφορά την επίμαχη στην κύρια δίκη αγωγή, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι αυτή αποσκοπεί στο να θεμελιωθεί η ευθύνη των NM και OU λόγω της φερόμενης παράβασης, εκ μέρους εταιρίας της οποίας είναι διαχειριστές, της απαγόρευσης που επιβάλλει ο GSpG σε κάθε πρόσωπο να προσφέρει στο κοινό τυχερά παίγνια χωρίς να διαθέτει σχετική άδεια.

30      Ως εκ τούτου, και χωρίς να προδικάζεται ο χαρακτηρισμός άλλων αγωγών που ενδέχεται να ασκηθούν κατά των διαχειριστών αυτών λόγω παράβασης καθήκοντος που υπέχουν έναντι της εταιρίας, συμπεραίνεται ότι η στοιχειοθέτηση της ευθύνης των NM και OU λόγω φερόμενης παράβασης γενικής απαγόρευσης προσφοράς διαδικτυακών τυχερών παιγνίων χωρίς την κατοχή σχετικής άδειας δεν εμπίπτει στην κατηγορία των εξωσυμβατικών ενοχών που απορρέουν από το δίκαιο των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού Ρώμη II. Μια τέτοια αγωγή δεν αφορά τη σχέση μεταξύ μιας εταιρίας και των διαχειριστών της.

31      Εξάλλου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 38 των προτάσεών του, το ζήτημα αν η εν λόγω εξωσυμβατική ενοχή πρέπει να καταλογιστεί στους διαχειριστές της εταιρίας ή στην ίδια την εταιρία δεν καθορίζεται από τη lex societatis, αλλά από το εφαρμοστέο στο ζημιογόνο γεγονός δίκαιο, στο μέτρο που το δίκαιο αυτό καθορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού Ρώμη II, μεταξύ άλλων, υπό το στοιχείο α', τη βάση και την έκταση της ευθύνης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των προσώπων που δύνανται να φέρουν ευθύνη για τις πράξεις τους καθώς και, υπό το στοιχείο ζ', την ευθύνη για πράξεις τρίτου.

32      Πράγματι, από το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ προκύπτει ότι πρέπει κατ’ αρχάς να προσδιοριστεί το εφαρμοστέο δίκαιο σε ένα νομικό γεγονός, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να προσδιοριστεί το περιεχόμενο των εφαρμοστέων δυνάμει του δικαίου αυτού κανόνων (πρβλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Lazar, C-350/14, EU:C:2015:802, σκέψη 28).

33      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού Ρώμη II έχει την έννοια ότι αγωγή λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης στρεφόμενη κατά των διαχειριστών εταιρίας για παράβαση απαγόρευσης η οποία επιβάλλεται από εθνική νομοθεσία και καταλαμβάνει την προσφορά τυχερών παιγνίων στο κοινό χωρίς την κατοχή σχετικής άδειας δεν εμπίπτει στην κατηγορία των εξωσυμβατικών ενοχών που απορρέουν από το δίκαιο των εταιριών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

34      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως για περιουσιακές απώλειες από τη συμμετοχή σε διαδικτυακά τυχερά παίγνια προσφερόμενα από εταιρία σε κράτος μέλος στο οποίο αυτή δεν διέθετε την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια, η ζημία την οποία υπέστη παίκτης πρέπει να θεωρηθεί ότι επήλθε στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του.

35      Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II, από τις επιταγές τόσο της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι το γράμμα διατάξεως του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κανονικά να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο, με βάση όχι μόνον το κείμενο της διάταξης αυτής, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει η νομοθεσία της οποίας αποτελεί μέρος (πρβλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Lazar, C-350/14, EU:C:2015:802, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36      Σύμφωνα με τον γενικό κανόνα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα.

37      Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 6, 14 και 16 του κανονισμού Ρώμη II, σκοπός της ύπαρξης ενιαίου κανόνα σύγκρουσης νόμων είναι, μεταξύ άλλων, η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, ανεξαρτήτως της χώρας ενώπιον των δικαστηρίων της οποίας ασκείται η αγωγή, καθώς και η βελτίωση της προβλεψιμότητας των δικαστικών αποφάσεων και η εξασφάλιση εύλογης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων του φερομένου ως υπαιτίου και του ζημιωθέντος.

38      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 48 των προτάσεών του, ως ζημία ορίζεται η προσβολή του ζημιωθέντος ή του προστατευομένου εννόμου συμφέροντός του.

39      Από τη νομολογία σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας προκύπτει ότι ο τόπος επελεύσεως της ζημίας μπορεί να διαφοροποιείται αναλόγως της φύσεως του δικαιώματος που φέρεται ότι προσβλήθηκε και ότι το γεγονός ότι μια ζημία επέρχεται σε συγκεκριμένο κράτος μέλος εξαρτάται από την προϋπόθεση το δικαίωμα το οποίο φέρεται ότι προσβλήθηκε να προστατεύεται στο κράτος μέλος αυτό (πρβλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Pinckney, C-170/12, EU:C:2013:635, σκέψεις 32 και 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40      Σύμφωνα με την απαίτηση περί συνεκτικής εφαρμογής, η οποία διαλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού Ρώμη II, η ως άνω νομολογία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και για τους σκοπούς της ερμηνείας του εν λόγω κανονισμού (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2022, BMA Nederland, C-498/20, EU:C:2022:173, σκέψεις 59 και 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο τόπος επελεύσεως της ζημίας είναι εκείνος στον οποίο εκδηλώνεται με συγκεκριμένο τρόπο η προβαλλόμενη ζημία (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2021, Vereniging van Effectenbezitters, C-709/19, EU:C:2021:377, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Αφενός, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το προβαλλόμενο ζημιογόνο γεγονός συνίσταται σε προσβολή των συμφερόντων του TE που προστατεύονται νομικώς από την ισχύουσα στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του απαγόρευση της προσφοράς διαδικτυακών τυχερών παιγνίων στο κοινό χωρίς την κατοχή σχετικής άδειας.

43      Αφετέρου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 61 και 69 των προτάσεών του, η προβαλλόμενη από τον TE ζημία εκδηλώθηκε συγκεκριμένα λόγω της συμμετοχής του, ενόσω ήταν στην Αυστρία, σε διαδικτυακά τυχερά παίγνια που προσφέρονται κατά παράβαση απαγόρευσης ισχύουσας στο εν λόγω κράτος μέλος. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ζημία επήλθε στην Αυστρία.

44      Λαμβανομένης υπόψη της ίδιας της φύσεως των διαδικτυακών τυχερών παιγνίων, η οποία δεν καθιστά δυνατό τον ευχερή εντοπισμό συγκεκριμένου υλικού τόπου όπου αυτά διεξήχθησαν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα παίγνια αυτά έλαβαν χώρα στον τόπο της συνήθους διαμονής του παίκτη.

45      Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 64 των προτάσεών του, ότι η συμπεριφορά της TBM και των διαχειριστών της, οι οποίοι, από την κατοικία τους στη Μάλτα, προσέφεραν τυχερά παίγνια σε πρόσωπα που έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε άλλο κράτος μέλος, συνιστά απλώς το γενεσιουργό γεγονός της προβαλλόμενης από τον ΤΕ ζημίας.

46      Από τη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει όμως ότι το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός δεν αποτελεί κρίσιμο συνδετικό στοιχείο για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II.

47      Ομοίως, όσον αφορά την περιουσιακή ζημία που φέρεται να υπέστη ο ΤΕ, όπως αυτή αποτυπώνεται στον λογαριασμό παίκτη που δημιουργήθηκε ειδικά για να καταστεί δυνατή η συμμετοχή του σε διαδικτυακά τυχερά παίγνια, ή ακόμη και στον ατομικό τραπεζικό λογαριασμό του TE από τον οποίο τροφοδοτούνταν χρηματικά ο λογαριασμός παίκτη τον οποίο τηρούσε, επισημαίνεται ότι η περιουσιακή αυτή απομείωση αποτελεί απλώς έμμεση συνέπεια της προβαλλόμενης ζημίας η οποία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς του καθορισμού του εφαρμοστέου δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II δικαίου, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως.

48      Ο προσδιορισμός του τόπου της συνήθους διαμονής του παίκτη, από όπου μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός συμμετείχε στα διαδικτυακά τυχερά παίγνια, ως τόπου επελεύσεως της προβαλλόμενης ζημίας, συνάδει προς τον σκοπό της προβλεψιμότητας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 37 της παρούσας αποφάσεως, δεδομένου ότι τόσο η TBM όσο και οι διαχειριστές της μπορούσαν ευλόγως να αναμένουν ότι, αφ’ ης στιγμής προσέφεραν διαδικτυακά τυχερά παίγνια σε πρόσωπα διαμένοντα σε άλλο κράτος μέλος, στο οποίο δεν πληρούσαν τις νόμιμες προδιαγραφές για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, τα πρόσωπα αυτά συμμετέχουν στα εν λόγω τυχερά παίγνια και υφίστανται, ως εκ τούτου, προσβολή των νομικώς προστατευομένων συμφερόντων τους.

49      Ο προσδιορισμός του τόπου επελεύσεως της ζημίας κατ’ αυτόν τον τρόπο επιρρωννύεται από τη σχετική με το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012 νομολογία του Δικαστηρίου.

50      Πράγματι, στο πλαίσιο του καθορισμού της έννοιας του «τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012, δεν αναφέρεται ο τόπος κατοικίας του ενάγοντος όπου βρίσκεται το επίκεντρο της περιουσίας του για τον λόγο και μόνον ότι ο ενάγων υπέστη στον τόπο αυτόν οικονομική ζημία συνεπεία της σημειωθείσας εντός άλλου κράτους μέλους απώλειας ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του, εκτός αν ο τόπος αυτός αποτελεί όντως τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός ή τον τόπο επελεύσεως της ζημίας (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2021, Vereniging van Effectenbezitters, C-709/19, EU:C:2021:377, σκέψεις 28 και 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

51      Εν προκειμένω, οι απαιτήσεις αυτές συνηγορούν επίσης υπέρ του καθορισμού του τόπου της συνήθους διαμονής του παίκτη ως τόπου επελεύσεως της προβαλλόμενης ζημίας, ούτως ώστε να υφίσταται αντιστοιχία μεταξύ του εφαρμοστέου δικαίου και της διεθνούς δικαιοδοσίας.

52      Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι το δίκαιο που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II μπορεί να παραμεριστεί υπέρ του εφαρμοστέου σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού δικαίου αν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στην παράγραφο 1.

53      Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού Ρώμη II, σκοπός ενός τέτοιου «κανόνα διαφυγής» είναι να παράσχει στο επιληφθέν δικαστήριο τη δυνατότητα να χειριστεί με τη δέουσα ευελιξία την εκάστοτε διαφορετική περίπτωση προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι εκείνο που συνδέεται στενότερα με το ζημιογόνο γεγονός.

54      Εντούτοις, καθόσον πρόκειται για κανόνα που εισάγει παρέκκλιση, αυτός πρέπει να ερμηνεύεται στενά, το δε δίκαιο που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II πρέπει να μην τυγχάνει εφαρμοστέο μόνον κατ’ εξαίρεση, ήτοι όταν, βάσει σφαιρικής αναλύσεως των περιστάσεων της υποθέσεως, το ζημιογόνο γεγονός συνδέεται προδήλως στενότερα με χώρα άλλη από εκείνη στην οποία επήλθε η ζημία, ώστε να διασφαλίζεται η προβλεψιμότητα και η ασφάλεια δικαίου που επιδιώκει ο κανονισμός αυτός.

55      Μολονότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού Ρώμη II, ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία, πρέπει εντούτοις να διευκρινιστεί ότι η ύπαρξη τέτοιας σχέσης δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να αποκλειστεί η εφαρμογή του εφαρμοστέου δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1 ή 2, δικαίου ούτε και παρέχει δυνατότητα αυτόματης εφαρμογής του δικαίου της σύμβασης στην εξωσυμβατική ενοχή, δεδομένου ότι το επιληφθέν δικαστήριο διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το εάν υφίσταται σημαντικός δεσμός μεταξύ της εξωσυμβατικής ενοχής και της χώρας της οποίας το δίκαιο διέπει την προϋπάρχουσα σχέση (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2022, BMA Nederland, C-498/20, EU:C:2022:173, σκέψεις 63 έως 65).

56      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως για περιουσιακές απώλειες από τη συμμετοχή σε διαδικτυακά τυχερά παίγνια προσφερόμενα από εταιρία σε κράτος μέλος στο οποίο αυτή δεν διέθετε την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια, η ζημία την οποία υπέστη παίκτης πρέπει να θεωρηθεί ότι επήλθε στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του.

 Επί των δικαστικών εξόδων

57      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές,

έχει την έννοια ότι:

αγωγή λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης στρεφόμενη κατά των διαχειριστών εταιρίας για παράβαση απαγόρευσης η οποία επιβάλλεται από εθνική νομοθεσία και καταλαμβάνει την προσφορά τυχερών παιγνίων στο κοινό χωρίς την κατοχή σχετικής άδειας δεν εμπίπτει στην κατηγορία των εξωσυμβατικών ενοχών που απορρέουν από το δίκαιο των εταιριών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής.

2)      Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 864/2007

έχει την έννοια ότι:

στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως για περιουσιακές απώλειες από τη συμμετοχή σε διαδικτυακά τυχερά παίγνια προσφερόμενα από εταιρία σε κράτος μέλος στο οποίο αυτή δεν διέθετε την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια παραχώρησης, η ζημία την οποία υπέστη παίκτης πρέπει να θεωρηθεί ότι επήλθε στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.


i      Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.