Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 15ης Ιανουαρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Σύμβαση του Aarhus – Οδηγία 2003/4/ΕΚ – Πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες – Έννοιες του “αιτούντος” και της “αίτησης” – Ανώνυμοι αιτούντες ή αιτούντες που χρησιμοποιούν ψευδώνυμα – Δικαίωμα πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες – Πρακτικές ρυθμίσεις – Υποχρέωση των αιτούντων να γνωστοποιούν το πραγματικό τους όνομα και την τρέχουσα πραγματική τους διεύθυνση – Ακυρότητα της αίτησης »
Στην υπόθεση C-129/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το High Court (ανώτερο δικαστήριο, Ιρλανδία) με απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Φεβρουαρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Coillte Cuideachta Ghn?omha?ochta Ainmnithe
κατά
Commissioner for Environmental Information,
παρισταμένων των:
Doe, άγνωστο/-α άτομο/-α, αποκαλούμενο/-α και John ή/και Jane Doe,
Ireland,
Attorney General,
Right to Know CLG,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sah?n, πρόεδρο τμήματος, J. Passer (εισηγητή), E. Regan, Δ. Γρατσία και B. Smulders, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: L. Medina
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Coillte Cuideachta Ghn?omha?ochta Ainmnithe, εκπροσωπούμενη από τον B. Kennedy, SC, τον J. Kenny, BL, την C. McLoughlin και τον N. Michel, solicitors,
– ο Commissioner for Environmental Information, εκπροσωπούμενος από τους D. Fennelly, BL, και G. Fitzgerald, solicitor,
– η Right to Know CLG, εκπροσωπούμενη από τον F. Logue, solicitor,
– η Ιρλανδία και ο Attorney General, εκπροσωπούμενοι από την M. Browne, Chief State Solicitor, την A. Burke, τον A. Joyce και την H. McGuire, επικουρούμενους από την C. Donnelly, SC, και την A. Carroll, BL,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Langrov?, τον M. Smolek και τον J. Vl??il,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τον M. Di Benedetto, avvocato dello stato,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την D. Milanowska και τον M. Noll-Ehlers,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 27ης Μαρτίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 5, του άρθρου 3, παράγραφος 1, του άρθρου 3, παράγραφος 5, στοιχείο γ', του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 41, σ. 26), υπό το πρίσμα της Σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος, η οποία υπογράφηκε στο Aarhus στις 25 Ιουνίου 1998 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005 (ΕΕ 2005, L 124, σ. 1, στο εξής: Σύμβαση του Aarhus).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Coillte Cuideachta Ghn?omha?ochta Ainmnithe (στο εξής: Coillte), εμπορικής επιχείρησης δασοκομίας που ανήκει εν μέρει στο Ιρλανδικό Δημόσιο, και του Commissioner for Environmental Information (Επιτρόπου Περιβαλλοντικών Πληροφοριών, Ιρλανδία, στο εξής: Επίτροπος) σχετικά με απόφαση του τελευταίου με την οποία διαπιστώθηκε ότι η Coillte αδικαιολόγητα έκρινε πλείονες αιτήσεις πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες ως άκυρες.
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
3 Το άρθρο 2 της Σύμβασης του Aarhus, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει στα σημεία 4 και 5 τα εξής:
«4. “Το κοινό”, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική, οι ενώσεις, οργανισμοί ή ομάδες τους.
5. “Το ενδιαφερόμενο κοινό”, το κοινό που επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεασθεί από τη λήψη αποφάσεων για το περιβάλλον, ή έχει συμφέρον από αυτές για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, οι μη κυβερνητικοί οργανισμοί που προωθούν την περιβαλλοντική προστασία και πληρούν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις κατά το εθνικό δίκαιο θεωρείται ότι έχουν συμφέρον.»
4 Το άρθρο 3 της σύμβασης αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές διατάξεις», ορίζει στην παράγραφο 8 τα εξής:
«Κάθε μέρος εξασφαλίζει ότι τα άτομα που ασκούν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης δεν υφίστανται κυρώσεις, ούτε διώκονται, ούτε παρενοχλούνται κατά οποιονδήποτε τρόπο για την ανάμιξή τους. Η παρούσα διάταξη δεν επηρεάζει τις εξουσίες των εθνικών δικαστηρίων να επιδικάζουν εύλογες δαπάνες σε δικαστικές διαδικασίες.»
5 Το άρθρο 4 της εν λόγω σύμβασης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Κάθε μέρος εξασφαλίζει ότι, υπό τους όρους των ακολούθων παραγράφων του παρόντος άρθρου, οι δημόσιες αρχές, ανταποκρινόμενες σε αίτημα για περιβαλλοντικές πληροφορίες, διαθέτουν τις εν λόγω πληροφορίες στο κοινό, εντός του πλαισίου της εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον ζητούνται και υπό τους όρους του στοιχείου β), αντιγράφων των πραγματικών εγγράφων που περιέχουν ή περιλαμβάνουν τις πληροφορίες αυτές:
α) χωρίς να πρέπει να δηλωθεί η ύπαρξη συμφέροντος
β) υπό την ζητούμενη μορφή, εκτός εάν:
i) είναι εύλογο να τις διαθέτει η δημόσια αρχή υπό άλλη μορφή, περίπτωση στην οποία πρέπει να δικαιολογείται η διάθεσή τους υπό αυτή τη μορφή, ή
ii) οι πληροφορίες είναι ήδη διαθέσιμες για το κοινό υπό άλλη μορφή.
2. Οι περιβαλλοντικές πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διατίθενται το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός μηνός από την υποβολή του αιτήματος, εκτός εάν ο όγκος και το σύνθετο των πληροφοριών δικαιολογούν παράταση αυτού του χρονικού διαστήματος έως δύο μήνες από την υποβολή του αιτήματος. Ο αιτών ενημερώνεται για τυχόν παράταση και για την αιτιολόγησή της.
3. Αίτημα για περιβαλλοντικές πληροφορίες δύναται να απορρίπτεται, εάν:
[...]
β) το αίτημα είναι καταφανώς αδικαιολόγητο ή διατυπωμένο με υπέρ το δέον γενικό τρόπο, [...]
[...]».
6 Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της Σύμβασης του Aarhus ορίζει το πεδίο εφαρμογής των κανόνων σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού σε αποφάσεις για ειδικές δραστηριότητες, καθώς και το περιεχόμενο των περιβαλλοντικών πληροφοριών που γνωστοποιούνται στο κοινό σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.
Το δίκαιο της Ένωσης
7 Οι αιτιολογικές σκέψεις 8 και 15 της οδηγίας 2003/4 έχουν ως εξής:
«(8) Είναι απαραίτητο να εξασφαλισθεί ότι οιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα πρόσβασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχονται από τις δημόσιες αρχές ή για λογαριασμό των δημόσιων αρχών, χωρίς να υποχρεούται να επικαλεσθεί οιοδήποτε σχετικό συμφέρον.
[...]
(15) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν τις πρακτικές ρυθμίσεις αποτελεσματικής διάθεσης των πληροφοριών αυτών. Οι ρυθμίσεις αυτές διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες είναι αποτελεσματικά και εύκολα προσιτές και καθίστανται σταδιακά διαθέσιμες στο κοινό μέσω δημόσιων δικτύων τηλεπικοινωνιών, συμπεριλαμβάνοντας προσπελάσιμους από το κοινό καταλόγους δημοσίων αρχών και μητρώα ή καταλόγους περιβαλλοντικών πληροφοριών που τηρούνται από τις αρχές αυτές ή για λογαριασμό τους.»
8 Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχοι», ορίζει τα εξής:
«Οι στόχοι της παρούσας οδηγίας είναι:
α) να κατοχυρώσει το δικαίωμα πρόσβασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχονται από τις δημόσιες αρχές ή για λογαριασμό των δημόσιων αρχών και να καθορίσει τους βασικούς όρους και προϋποθέσεις, καθώς και πρακτικές ρυθμίσεις, άσκησης του ως άνω δικαιώματος και
β) να διασφαλίσει ότι, σε κάθε περίπτωση, οι περιβαλλοντικές πληροφορίες διατίθενται σταδιακά και διαδίδονται στο κοινό προκειμένου να επιτυγχάνεται η ευρύτερη δυνατή συστηματική διάθεση και διάδοση περιβαλλοντικών πληροφοριών στο κοινό. Προς το σκοπό αυτό δίδεται ώθηση στη χρήση ιδίως της τεχνολογίας των τηλεπικοινωνιών μέσω υπολογιστή ή/και στην ηλεκτρονική τεχνολογία, εφόσον υπάρχουν.»
9 Κατά το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί»:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[...]
5) “Αιτών”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ζητεί περιβαλλοντικές πληροφορίες.
6) “Κοινό”: ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική, οι ενώσεις, οι οργανώσεις ή οι όμιλοί τους.»
10 Το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες κατόπιν αίτησης», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, να παρέχουν τις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχονται από τις ίδιες ή για λογαριασμό τους, σε όποιον υποβάλλει σχετική αίτηση και χωρίς ο αιτών να οφείλει να επικαλεσθεί οιοδήποτε συμφέρον.
[...]
5. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι:
[...]
γ) καθορίζονται οι πρακτικές ρυθμίσεις προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το δικαίωμα πρόσβασης στην περιβαλλοντική πληροφόρηση μπορεί να ασκείται αποτελεσματικά, όπως:
– ο καθορισμός των υπευθύνων ενημέρωσης,
– η καθιέρωση και διατήρηση χώρων για την εξέταση των απαιτουμένων πληροφοριών,
– μητρώα ή κατάλογοι περιβαλλοντικών πληροφοριών που κατέχουν οι αρχές αυτές ή τα κέντρα ενημέρωσης, με σαφείς αναφορές για το πού μπορούν να βρεθούν οι πληροφορίες αυτές.
[...]»
11 Το άρθρο 4 της οδηγίας 2003/4, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξαιρέσεις», ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη δυνατότητα απόρριψης αίτησης περιβαλλοντικής πληροφορίας όταν:
[...]
β) η αίτηση είναι προφανώς παράλογη
[...]
5. Η άρνηση παροχής, συνολικά ή εν μέρει, των αιτούμενων πληροφοριών κοινοποιείται στον αιτούντα εγγράφως ή ηλεκτρονικώς, εάν η αίτηση υποβλήθηκε εγγράφως ή εάν ο αιτών το ζητήσει ρητώς, εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή, κατά περίπτωση, στοιχείο β). Η κοινοποίηση πρέπει να αναφέρει τους λόγους της απόρριψης και να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία προσφυγής που προβλέπεται σύμφωνα με το άρθρο 6.»
12 Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προσφυγή στη δικαιοσύνη», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο αιτών, ο οποίος θεωρεί ότι η αίτησή του για παροχή πληροφοριών αγνοήθηκε, απορρίφθηκε αδικαιολόγητα (πλήρως ή εν μέρει), απαντήθηκε πλημμελώς ή δεν αντιμετωπίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 ή 5, έχει δικαίωμα να ασκεί προσφυγή για την επανεξέταση πράξεων ή παραλείψεων της οικείας δημόσιας αρχής από την ίδια ή άλλη δημόσια αρχή ή για διοικητική επανεξέταση από ανεξάρτητη και αμερόληπτη νομίμως συσταθείσα αρχή. Οι σχετικές διαδικασίες είναι ταχύρρυθμες και διεξάγονται ατελώς ή με περιορισμένο κόστος.»
Το ιρλανδικό δίκαιο
13 Οι European Communities (Access to Information on the Environment) Regulations 2007-2018 [κανονιστικές πράξεις των ετών 2007 έως 2018 – Ευρωπαϊκές Κοινότητες (Πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες)] (στο εξής: ιρλανδικοί εθνικοί κανόνες) αποσκοπούν στη μεταφορά της οδηγίας 2003/4 στο ιρλανδικό δίκαιο.
14 Το άρθρο 6 των ιρλανδικών εθνικών κανόνων, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αίτηση παροχής περιβαλλοντικών πληροφοριών», προβλέπει τα εξής:
«(1) Η αίτηση περιβαλλοντικών πληροφοριών πρέπει:
(a) να υποβάλλεται γραπτώς ή σε ηλεκτρονική μορφή
(b) να αναφέρει ότι η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με τους παρόντες κανόνες
(c) να περιέχει το όνομα, τη διεύθυνση και οποιοδήποτε άλλο σχετικό στοιχείο επικοινωνίας του αιτούντος
[...]
(2) Ο αιτών δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί το συμφέρον του προς υποβολή της αίτησης.»
15 Το άρθρο 12 των ιρλανδικών εθνικών κανόνων, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προσφυγή ενώπιον του [Επιτρόπου]», προβλέπει στην παράγραφο 3, μεταξύ άλλων, ότι, όταν απόφαση δημόσιας αρχής με την οποία απορρίπτεται αίτηση παροχής περιβαλλοντικών πληροφοριών έχει επιβεβαιωθεί, εν όλω ή εν μέρει, κατόπιν εσωτερικής επανεξέτασης της απορριπτικής αυτής απόφασης, ο αιτών μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Επιτρόπου κατά της εν λόγω απόφασης.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16 Μεταξύ της 10ης Μαρτίου 2022 και της 7ης Ιουνίου 2022, η Coillte έλαβε 130 αιτήσεις πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες. 97 από τις αιτήσεις αυτές προέρχονταν από ανώνυμους αιτούντες ή αιτούντες που χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα εμπνευσμένα εν γένει από χαρακτήρες ταινιών και είχαν υποβληθεί με πανομοιότυπη ή σχεδόν πανομοιότυπη μορφή, χωρίς να δηλωθεί φυσική διεύθυνση (στο εξής: ανώνυμες ή υπό ψευδώνυμο αιτήσεις).
17 Η Coillte, εκτιμώντας ότι οι ανώνυμες ή υπό ψευδώνυμο αιτήσεις δεν είχαν ως πραγματικό σκοπό τη λήψη περιβαλλοντικών πληροφοριών, αλλά αποτελούσαν μέρος οργανωμένης εκστρατείας που διεξαγόταν για αμφισβητήσιμους λόγους, όπως η διατάραξη της λειτουργίας της, ζήτησε από τους ενδιαφερόμενους αιτούντες να της γνωστοποιήσουν τις τρέχουσες διευθύνσεις τους και να επιβεβαιώσουν ότι, στις αιτήσεις αυτές, είχαν χρησιμοποιήσει τα πραγματικά νόμιμα ονόματά τους.
18 Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία απάντηση, η Coillte απέρριψε, κατ’ ουσίαν, τις ανώνυμες ή υπό ψευδώνυμο αιτήσεις ως άκυρες και, συνεπώς, δεν παρέσχε τις ζητηθείσες περιβαλλοντικές πληροφορίες εντός της οριζόμενης από την εθνική νομοθεσία προθεσμίας.
19 Κατόπιν τούτου, οι ενδιαφερόμενοι αιτούντες ζήτησαν από την Coillte να προβεί σε εσωτερική επανεξέταση των απορριπτικών αυτών αποφάσεων. Η Coillte ζήτησε εκ νέου από τους αιτούντες να της επιβεβαιώσουν ή να δηλώσουν τα νόμιμα ονόματά τους και να της γνωστοποιήσουν τις τρέχουσες διευθύνσεις τους, διευκρινίζοντας ότι δεν απαιτούσε από αυτούς να αναφέρουν τον λόγο των αιτήσεών τους για περιβαλλοντικές πληροφορίες και ότι, εάν δεν παρείχαν τη ζητηθείσα επιβεβαίωση, οι αιτήσεις τους για εσωτερική επανεξέταση θα απορρίπτονταν.
20 Δεδομένου ότι οι πληροφορίες αυτές δεν παρασχέθηκαν, οι αιτήσεις εσωτερικής επανεξέτασης απορρίφθηκαν λόγω ακυρότητας.
21 81 εκ των απορριπτικών αυτών αποφάσεων προσβλήθηκαν με διοικητικές προσφυγές ενώπιον του Επιτρόπου, οι οποίες ασκήθηκαν μεταξύ 13ης Ιουνίου και 4ης Ιουλίου 2022. Επί των 58 πρώτων περιπτώσεων απόρριψης, ο Επίτροπος εξέδωσε, στις 29 Αυγούστου 2022, απόφαση με την οποία διαπίστωσε ότι η Coillte κακώς θεώρησε τις επίμαχες αιτήσεις παροχής περιβαλλοντικών πληροφοριών ως άκυρες βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ', των ιρλανδικών εθνικών κανόνων.
22 Η Coillte άσκησε αναίρεση κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ενώπιον του High Court (ανώτερου δικαστηρίου, Ιρλανδία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
23 Το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι οι ανώνυμες ή υπό ψευδώνυμο αιτήσεις προέρχονταν πιθανώς από μία και μόνον πηγή ή αποτελούσαν μέρος συντονισμένης εκστρατείας, καθώς η υποβολή τους σταμάτησε ξαφνικά κατά την ίδια χρονική στιγμή. Ειδικότερα, ορισμένοι αιτούντες θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιήσει την ανωνυμία για να καταχραστούν σκοπίμως τη διαδικασία πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες προκειμένου να διαταράξουν την ομαλή λειτουργία των δημόσιων αρχών. Το ανωτέρω δικαστήριο φρονεί ότι η Coillte ενήργησε ευλόγως προκειμένου να εξετάσει αν οι σχετικές αιτήσεις ήταν προδήλως καταχρηστικές, δεδομένου του όγκου, της φύσης και της συχνότητας των λοιπών αιτήσεων που υπέβαλε ο ίδιος αιτών, και ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι η γνωστοποίηση του πραγματικού ονόματος και/ή της τρέχουσας πραγματικής διεύθυνσης του αιτούντος μπορεί εμμέσως να οδηγήσει στη συναγωγή συμπερασμάτων ή σε εικασίες, εκ μέρους της δημόσιας αρχής ή άλλου οργάνου ή προσώπου, όσον αφορά το ενδεχόμενο συμφέρον του αιτούντος κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/4.
24 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά τους ιρλανδικούς εθνικούς κανόνες, οι όροι «όνομα» και «διεύθυνση» αναφέρονται, αντιστοίχως, στο πραγματικό όνομα του αιτούντος και στην τρέχουσα πραγματική διεύθυνση στην οποία μπορεί κανείς να επικοινωνήσει με τον αιτούντα. Ως εκ τούτου, εκφράζει αμφιβολίες όσον αφορά, κατ’ ουσίαν, τη συμβατότητα των κανόνων αυτών, όπως ερμηνεύονται στο εσωτερικό δίκαιο, με την οδηγία 2003/4, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της Σύμβασης του Aarhus.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, το High Court (ανώτερο δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Σημαίνει ο όρος “αίτηση” του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/4, υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της [Σύμβασης του Aarhus], μόνον αίτηση η οποία είναι έγκυρη βάσει της οδηγίας [αυτής] και βάσει της νομοθεσίας περί μεταφοράς της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους;
2) Έχει ο όρος “αιτών” του άρθρου 2, σημείο 5, της οδηγίας 2003/4, υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', και/ή του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και/ή 2, και/ή του άρθρου 2, σημείο 5, και του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο β', της [Σύμβασης του Aarhus], την έννοια ότι αναφέρεται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προσδιορίζεται με το πραγματικό του όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική του διεύθυνση, και όχι σε ανώνυμο πρόσωπο ή πρόσωπο με ψευδώνυμο και/ή αιτούντα ο οποίος παρέχει ως στοιχεία επικοινωνίας μόνο διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο δεύτερο ερώτημα, έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, και/ή παράγραφος 5, στοιχείο γ', της οδηγίας 2003/4, υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της [Σύμβασης του Aarhus], την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει τον αιτούντα να γνωστοποιεί το πραγματικό του όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική του διεύθυνση προκειμένου να υποβάλει αίτηση;
4) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο δεύτερο ερώτημα και εν γένει καταφατικής απάντησης στο τρίτο ερώτημα, έχει η οδηγία 2003/4, υπό το πρίσμα του άρθρου 4 της [Σύμβασης του Aarhus], την έννοια ότι, όταν μια δημόσια αρχή σχηματίζει ευλόγως την πεποίθηση ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως αμφιβολία ως προς τη γνησιότητα των στοιχείων που παρέσχε ο αιτών σχετικά με την ταυτότητά του, η δημόσια αρχή δεν δύναται να ζητήσει επιβεβαίωση όσον αφορά το πραγματικό όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική διεύθυνση του αιτούντος, με σκοπό να εξακριβώσει την ταυτότητα του αιτούντος και όχι να προσδιορίσει το συμφέρον του, ακόμη και αν η γνωστοποίηση του πραγματικού ονόματος και/ή της τρέχουσας πραγματικής διεύθυνσης του αιτούντος θα μπορούσε εμμέσως να οδηγήσει στη συναγωγή συμπερασμάτων ή σε εικασίες εκ μέρους της δημόσιας αρχής ή άλλως ως προς το τυχόν συμφέρον του αιτούντος το οποίο μνημονεύεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας;
5) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο δεύτερο ερώτημα και εν γένει καταφατικής απάντησης στο τρίτο ερώτημα, έχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας [2003/4], υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο β', της [Σύμβασης του Aarhus], την έννοια ότι μια δημόσια αρχή δεν δύναται να ζητήσει επιβεβαίωση όσον αφορά το πραγματικό όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική διεύθυνση του αιτούντος, προκειμένου να κρίνει αν μια συγκεκριμένη αίτηση είναι προφανώς παράλογη δεδομένου του όγκου, του είδους και της συχνότητας άλλων αιτήσεων που υποβάλλει ο ίδιος αιτών, και όχι προκειμένου να προσδιορίσει το συμφέρον του αιτούντος, ακόμη και αν η γνωστοποίηση του πραγματικού ονόματος και/ή της τρέχουσας πραγματικής διεύθυνσης του αιτούντος θα μπορούσε εμμέσως να οδηγήσει στη συναγωγή συμπερασμάτων ή σε εικασίες εκ μέρους της δημόσιας αρχής ή άλλως ως προς το τυχόν συμφέρον του αιτούντος το οποίο μνημονεύεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
26 Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ο όρος «αιτών», κατά το άρθρο 2, σημείο 5, της οδηγίας 2003/4, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της Σύμβασης του Aarhus, έχει την έννοια ότι απαιτεί την ταυτοποίηση ενός φυσικού ή νομικού προσώπου με το πραγματικό του όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική του διεύθυνση, και αν, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει τέτοια ταυτοποίηση του αιτούντος.
27 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, τόσο από τις απαιτήσεις της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και από την αρχή της ισότητας συνάγεται ότι οι όροι διάταξης του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύονται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την ερμηνεία δε αυτή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της διάταξης, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας η εν λόγω διάταξη αποτελεί μέρος [βλ. αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1984, Ekro, 327/82, EU:C:1984:11, σκέψη 11, και της 8ης Απριλίου 2025, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (Δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών πράξεων), C-292/23, EU:C:2025:255, σκέψη 51].
28 Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 2, σημείο 5, της οδηγίας 2003/4, η διάταξη αυτή ορίζει ότι ως «αιτών» νοείται «το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ζητεί περιβαλλοντικές πληροφορίες».
29 Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη δεν εξαρτά την ιδιότητα του «αιτούντος» από την ταυτοποίηση του φυσικού ή νομικού προσώπου που ζητεί περιβαλλοντικές πληροφορίες με την αναγραφή του πραγματικού ονόματός του και/ή της τρέχουσας πραγματικής διεύθυνσής του.
30 Τέτοια απαίτηση δεν απορρέει ούτε από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 2, σημείο 5, της οδηγίας 2003/4.
31 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται να παρέχουν τις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχονται από τις ίδιες ή για λογαριασμό τους σε «όποιον υποβάλλει σχετική αίτηση και χωρίς ο αιτών να οφείλει να επικαλεσθεί οιοδήποτε συμφέρον».
32 Βεβαίως, από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το κύρος μιας «αίτησης» προς δημόσια αρχή για πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες οι οποίες κατέχονται από την αρχή αυτή ή για λογαριασμό της εξαρτάται από την απαίτηση να έχει υποβληθεί η εν λόγω αίτηση από «αιτούντα», η δε τελευταία αυτή έννοια αναφέρεται, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 28 της παρούσας απόφασης, σε κάθε «φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ζητεί περιβαλλοντικές πληροφορίες». Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη δεν προβλέπει υποχρέωση του ενδιαφερόμενου αιτούντος να δηλώσει το πραγματικό του όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική του διεύθυνση κατά την υποβολή μιας τέτοιας αίτησης ούτε, κατά συνέπεια, υποχρέωση των κρατών μελών να ζητούν τέτοιες πληροφορίες.
33 Αυτή η απουσία υποχρέωσης των κρατών μελών να ζητούν, βάσει της οδηγίας 2003/4, το πραγματικό όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική διεύθυνση του ενδιαφερόμενου αιτούντος δεν αναιρείται από τους σκοπούς της οδηγίας οι οποίοι διατυπώνονται στο άρθρο 1 αυτής και οι οποίοι συνίστανται, αφενός, στο να κατοχυρωθεί το δικαίωμα πρόσβασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχονται από τις δημόσιες αρχές ή για λογαριασμό των δημόσιων αρχών και να καθοριστούν οι βασικοί όροι και προϋποθέσεις, καθώς και πρακτικές ρυθμίσεις, άσκησης του ως άνω δικαιώματος και, αφετέρου, στο να διασφαλιστεί ότι, σε κάθε περίπτωση, οι περιβαλλοντικές πληροφορίες διατίθενται σταδιακά και διαδίδονται στο κοινό προκειμένου να επιτυγχάνεται η ευρύτερη δυνατή συστηματική διάθεση και διάδοση περιβαλλοντικών πληροφοριών στο κοινό.
34 Η απουσία υποχρέωσης των κρατών μελών να ζητούν το πραγματικό όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική διεύθυνση του ενδιαφερόμενου αιτούντος δεν θέτει, επίσης, υπό αμφισβήτηση τον σκοπό της εν λόγω οδηγίας ο οποίος συνίσταται στην εφαρμογή της Σύμβασης του Aarhus στο δίκαιο της Ένωσης με την πρόβλεψη ενός γενικού καθεστώτος που να εξασφαλίζει ότι κάθε αιτών έχει δικαίωμα πρόσβασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχονται από τις δημόσιες αρχές ή για λογαριασμό των δημόσιων αρχών χωρίς να υποχρεούται να επικαλεστεί οποιοδήποτε σχετικό συμφέρον (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Fish Legal και Shirley, C-279/12, EU:C:2013:853, σκέψη 37, και της 23ης Νοεμβρίου 2023, Right to Know, C-84/22, EU:C:2023:910, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Πράγματι, η επίτευξη των σκοπών αυτών ουδόλως απαιτεί να εξαρτάται η ιδιότητα του «αιτούντος», κατά την έννοια της ίδιας οδηγίας, από την ταυτοποίηση του φυσικού ή νομικού προσώπου που ζητεί περιβαλλοντικές πληροφορίες.
36 Όσον αφορά ειδικότερα τη Σύμβαση του Aarhus, επισημαίνεται ότι, μολονότι το άρθρο 4 της σύμβασης αυτής, το οποίο επαναλαμβάνεται, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 3 της οδηγίας 2003/4, επιβάλλει στις δημόσιες αρχές να διαθέτουν τις πληροφορίες αυτές στο «κοινό», το οποίο ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 4, της εν λόγω σύμβασης ως «ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική, οι ενώσεις, οργανισμοί ή ομάδες τους», ούτε από το εν λόγω άρθρο 4 προκύπτει ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα πρέπει να ταυτοποιούνται όταν υποβάλλουν αίτηση πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες.
37 Τούτου λεχθέντος, η οδηγία 2003/4 δεν επιβάλλει στις δημόσιες αρχές την υποχρέωση να διαθέτουν σε οντότητα που δεν είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο τις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχονται από τις ίδιες ή για λογαριασμό τους. Η οδηγία δεν επιβάλλει, επίσης, στις ανωτέρω αρχές την υποχρέωση, αφού παράσχουν σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, να παράσχουν εκ νέου πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες, εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος, κατόπιν μεγάλου αριθμού πανομοιότυπων αιτήσεων που έχουν υποβληθεί από το φυσικό ή νομικό αυτό πρόσωπο. Πράγματι, τέτοιες αιτήσεις ενδέχεται να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα της πρόσβασης άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων στις περιβαλλοντικές πληροφορίες, δεδομένου ότι οι δημόσιες αρχές δεν διαθέτουν απεριόριστους πόρους.
38 Ως εκ τούτου, ελλείψει διάταξης του δικαίου της Ένωσης που να καθορίζει ακριβέστερα τις πρακτικές ρυθμίσεις πρόσβασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν, στις αντίστοιχες έννομες τάξεις τους, ρυθμίσεις που να διασφαλίζουν ότι οι αιτήσεις πρόσβασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες υποβάλλονται πράγματι από φυσικά και νομικά πρόσωπα και δεν συνιστούν αιτήσεις όπως αυτές που μνημονεύονται στη σκέψη 37 της παρούσας απόφασης. Πάντως, οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες οι οποίες διέπουν παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, East Sussex County Council, C-71/14, EU:C:2015:656, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Εν προκειμένω, οι ιρλανδικοί εθνικοί κανόνες απαιτούν κάθε αίτηση πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες να αναφέρει το πραγματικό όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική διεύθυνση του αιτούντος. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η απαίτηση αυτή έχει ιδίως ως σκοπό να είναι οι εθνικές δημόσιες αρχές σε θέση να εξακριβώσουν αν μια τέτοια αίτηση προέρχεται πράγματι από φυσικό ή νομικό πρόσωπο και να κοινοποιήσουν στο πρόσωπο αυτό τόσο την απόφαση που θα ληφθεί σε απάντηση της αίτησης όσο και, κατά περίπτωση, τις ζητηθείσες πληροφορίες.
40 Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει κανένα στοιχείο που να δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα των ανωτέρω κανόνων με την εν λόγω αρχή.
41 Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, επισημαίνεται ότι η γνωστοποίηση του πραγματικού ονόματος και/ή της τρέχουσας πραγματικής διεύθυνσης του ενδιαφερόμενου αιτούντος δεν καθιστά πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες το οποίο παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, μια ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να απαιτεί να είναι δυνατή η ταυτοποίηση κάθε «αιτούντος», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 5, της οδηγίας 2003/4, από τη δημόσια αρχή προς την οποία απευθύνεται αίτηση πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, με βάση το όνομά του, τη διεύθυνσή του και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο επικοινωνίας.
43 Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται από τους ισχυρισμούς ορισμένων μετεχόντων στη διαδικασία κατά τους οποίους η ταυτοποίηση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει τις οικείες δημόσιες αρχές ή τρίτους σε εικασίες, κατά περίπτωση, βάσει της ταυτότητας ή της διεύθυνσης των ενδιαφερόμενων αιτούντων, σχετικά με το συμφέρον τους να αποκτήσουν πρόσβαση σε περιβαλλοντική πληροφορία. Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα εν λόγω στοιχεία ενδέχεται εμμέσως να οδηγήσουν μια τέτοια αρχή ή τρίτους να συναγάγουν συμπεράσματα σχετικά με το συμφέρον των αιτούντων, από τη σκέψη 31 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν θα επηρέαζε την έκβαση των αιτήσεών τους.
44 Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθέντων λόγων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «αιτών», κατά το άρθρο 2, σημείο 5, της οδηγίας 2003/4, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της Σύμβασης του Aarhus, έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί την ταυτοποίηση ενός φυσικού ή νομικού προσώπου με το πραγματικό του όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική του διεύθυνση, αλλά δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει τέτοια ταυτοποίηση του αιτούντος, τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Ο όρος «αιτών», κατά το άρθρο 2, σημείο 5, της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της Σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος, η οποία υπογράφηκε στο Aarhus στις 25 Ιουνίου 1998 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005,
έχει την έννοια ότι:
δεν απαιτεί την ταυτοποίηση ενός φυσικού ή νομικού προσώπου με το πραγματικό του όνομα και/ή την τρέχουσα πραγματική του διεύθυνση, αλλά δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει τέτοια ταυτοποίηση του αιτούντος, τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.