Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 16ης Ιουλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Πειθαρχικές κυρώσεις στον τομέα του αθλητισμού – Προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως ορισμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων, επιβληθείσα από εθνική αθλητική ένωση σε δύο διοικητικά στελέχη επαγγελματικού ποδοσφαιρικού συλλόγου – Παράβαση συνιστάμενη στην υποβολή ή έγκριση ψευδών δηλώσεων οικονομικών και λογιστικών στοιχείων – Εσωτερική αγορά – Άρθρα 45 και 56 ΣΛΕΕ – Εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Δικαιολόγηση – Θεμιτός σκοπός γενικού συμφέροντος – Σύννομη διεξαγωγή των αθλητικών διοργανώσεων – Τήρηση της αρχής της αναλογικότητας – Καθορισμός των κυρώσεων – Ύπαρξη διαφανών, αντικειμενικών, μη ενεχόντων διακρίσεις, αναλογικού χαρακτήρα και δυνάμενων να ελεγχθούν κριτηρίων – Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής – Ύπαρξη ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου – Εθνική νομοθεσία βάσει της οποίας επιτρέπεται στο αρμόδιο δικαστήριο, προς τον σκοπό του παρεμπίπτοντος ελέγχου της νομιμότητας των ως άνω κυρώσεων, να επιδικάζει αποζημίωση στα πρόσωπα εις βάρος των οποίων επιβλήθηκαν οι κυρώσεις, όχι όμως και να ακυρώνει τις εν λόγω κυρώσεις ή να αναστέλλει την ισχύ τους »
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-424/24 και C-425/24,
με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικό πρωτοδικείο περιφέρειας Λατίου, Ιταλία) με αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 2024, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 17 Ιουνίου 2024, στο πλαίσιο των δικών
ZD (C-424/24),
MI (C-425/24)
κατά
Federazione Italiana Giuoco Calcio (FIGC),
Comitato Olimpico Nazionale Italiano (CONI),
Procura federale presso la Federazione Italiana Giuoco Calcio (FIGC) (C-424/24),
Collegio di garanzia dello sport presso il Comitato Olimpico Nazionale Italiano (CONI) (C-424/24),
Corte federale d’appello presso la Federazione Italiana Giuoco Calcio (FIGC) (C-424/24),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sah?n, πρόεδρο τμήματος, J. Passer (εισηγητή), Δ. Γρατσία, B. Smulders και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: E. Sartori, διοικητική υπάλληλος
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Σεπτεμβρίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο ZD, εκπροσωπούμενος από τους V. Angiolini, G. Gomitoni και S. Invernizzi, avvocati,
– ο MI, εκπροσωπούμενος από τον N. Paolantonio, avvocato,
– η Federazione Italiana Giuoco Calcio (FIGC), εκπροσωπούμενη από τον G. Viglione, avvocato,
– η Comitato Olimpico Nazionale Italiano (CONI), εκπροσωπούμενη από τους A. Angeletti, S. Fidanzia και A. Gigliola, avvocati,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τους M. Cherubini και L. D’Ascia, avvocati dello Stato,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. Alves και P. Barros da Costa,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους S. Baches Opi, G. Conte και F. Ronkes Agerbeek,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 6 και 19 ΣΕΕ, των άρθρων 45, 49, 56, 101 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και των άρθρων 47 έως 49 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Οι ως άνω αιτήσεις υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών, εκ των οποίων, η πρώτη, μεταξύ, αφενός, του ZD και, αφετέρου, της Federazione Italiana Giuoco Calcio (Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας) (FIGC), της Comitato Olimpico Nazionale Italiano (Ιταλικής Εθνικής Ολυμπιακής Επιτροπής) (CONI), του Procura federale presso la Federazione Italiana Giuoco Calcio (υπεύθυνου για την άσκηση πειθαρχικής διώξεως οργάνου της FIGC, στο εξής: υπεύθυνο για την άσκηση πειθαρχικής διώξεως όργανο της ομοσπονδίας), του Collegio di garanzia dello sport presso il Comitato Olimpico Nazionale Italiano (Συμβουλίου Φιλάθλου Πνεύματος και Αθλητικής Δεοντολογίας της CONI, στο εξής: Συμβούλιο Φιλάθλου Πνεύματος και Αθλητικής Δεοντολογίας) και του Corte federale d’appello presso la Federazione Italiana Giuoco Calcio (δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου της FIGC, στο εξής: δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου της ομοσπονδίας), η δε δεύτερη, μεταξύ, αφενός, του MI και, αφετέρου, της FIGC και της CONI, σχετικά με αποφάσεις με τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της ομοσπονδίας επέβαλε στους ZD και MI κύρωση συνιστάμενη σε προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων εντός της FIGC.
Το νομικό πλαίσιο
Το ιταλικό δίκαιο
Το Σύνταγμα
3 Το άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, του Costituzione della Repubblica Italiana (Συντάγματος της Ιταλικής Δημοκρατίας, στο εξής: Σύνταγμα) ορίζει τα εξής:
«Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ελεύθερα και χωρίς να απαιτείται άδεια ενώσεις, για την επιδίωξη σκοπών που δεν απαγορεύονται από την ποινική νομοθεσία.»
4 Το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως προβλέπει τα ακόλουθα:
«Κάθε πρόσωπο δύναται να προσφεύγει ενώπιον δικαστηρίου για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και των εννόμων συμφερόντων του.»
5 Το άρθρο 103, πρώτο εδάφιο, του Συντάγματος ορίζει τα εξής:
«Το Consiglio di stato [(Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία)] και τα λοιπά διοικητικά δικαστήρια είναι αρμόδια να διασφαλίζουν την προστασία των εννόμων συμφερόντων έναντι της δημόσιας διοίκησης και, σε συγκεκριμένους τομείς που καθορίζονται από τον νόμο, των δικαιωμάτων των ιδιωτών.»
6 Το άρθρο 113 του Συντάγματος ορίζει τα ακόλουθα:
«Κατά των πράξεων της δημόσιας διοίκησης χωρεί πάντοτε ένδικη προστασία των δικαιωμάτων και των εννόμων συμφερόντων ενώπιον των τακτικών ή διοικητικών δικαστηρίων. Η εν λόγω ένδικη προστασία δεν αποκλείεται ούτε περιορίζεται σε συγκεκριμένα ένδικα βοηθήματα ή σε συγκεκριμένες κατηγορίες πράξεων. Ο νόμος καθορίζει τα δικαιοδοτικά όργανα τα οποία δύνανται να ακυρώνουν τις πράξεις της δημόσιας διοίκησης στις περιπτώσεις και με τα αποτελέσματα που προβλέπει ο νόμος.»
Ο κώδικας διοικητικής δικονομίας
7 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του codice del processo amministrativo (κώδικα διοικητικής δικονομίας) ορίζει τα εξής:
«Τα διοικητικά δικαστήρια εγγυώνται πλήρη και αποτελεσματική προστασία, σύμφωνα με τις αρχές του Συντάγματος και του ευρωπαϊκού δικαίου.»
8 Το άρθρο 30, παράγραφος 6, του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα ακόλουθα:
«Τα διοικητικά δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάζουν αγωγές αποζημιώσεως για ζημίες οι οποίες οφείλονται στην προσβολή εννόμων συμφερόντων ή, στους τομείς της αποκλειστικής δικαιοδοσίας τους, δικαιωμάτων των ιδιωτών.»
9 Κατά το άρθρο 133, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα:
«Εκτός εάν προβλέπεται άλλως από τον νόμο, τα διοικητικά δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάζουν:
[...]
z) τις ένδικες διαφορές που έχουν ως αντικείμενο πράξεις της [CONI] ή των αθλητικών ομοσπονδιών, οι οποίες δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των οργάνων της αθλητικής δικαιοσύνης, με εξαίρεση τις ένδικες διαφορές που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ εταιριών, ενώσεων και αθλητών.
[...]»
Ο νόμος 280/2003
10 Τα άρθρα 1 έως 3 της decreto-legge n. 220 – Disposizioni urgenti in materia di giustizia sportiva (πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 220, περί επειγουσών διατάξεων στον τομέα της αθλητικής δικαιοσύνης), της 19ης Αυγούστου 2003 (GURI αριθ. 192, της 20ής Αυγούστου 2003, σ. 4), η οποία κυρώθηκε, κατόπιν τροποποιήσεων, με τον legge n. 280 (νόμο 280), της 17ης Οκτωβρίου 2003 (GURI αριθ. 243, της 18ης Οκτωβρίου 2003, σ. 4) (στο εξής: νόμος 280/2003), ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 1 – Γενικές Αρχές
1. Η [Ιταλική] Δημοκρατία αναγνωρίζει και προάγει την αυτονομία του εθνικού αθλητικού δικαίου ως έκφρασης του διεθνούς αθλητικού δικαίου το οποίο υπάγεται στην αρμοδιότητα της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.
2. Οι σχέσεις μεταξύ του αθλητικού δικαίου και του δικαίου της [Ιταλικής] Δημοκρατίας ρυθμίζονται βάσει της αρχής της αυτονομίας, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες υποκειμενικές καταστάσεις που συνδέονται με την αθλητική έννομη τάξη παρουσιάζουν σπουδαιότητα για την έννομη τάξη της [Ιταλικής] Δημοκρατίας.
Άρθρο 2 – Αυτονομία της αθλητικής έννομης τάξεως
1. Κατ’ εφαρμογήν των αρχών του άρθρου 1, υπάγεται στην αθλητική έννομη τάξη η ρύθμιση των ακόλουθων ζητημάτων:
a) η τήρηση και η εφαρμογή των κανονιστικών, οργανωτικών και καταστατικών διατάξεων της εθνικής αθλητικής έννομης τάξεως και των κλάδων της με σκοπό να διασφαλίζεται η ομαλή διεξαγωγή των αθλητικών δραστηριοτήτων
b) οι συμπεριφορές που εμπίπτουν στον τομέα του πειθαρχικού δικαίου, καθώς και η επιβολή και η εκτέλεση των σχετικών αθλητικών πειθαρχικών κυρώσεων.
2. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, οι σύλλογοι, οι ενώσεις, τα μέλη και τα συνδεδεμένα μέλη οφείλουν να προσφεύγουν στα όργανα της αθλητικής δικαιοσύνης, κατά τις διατάξεις του καταστατικού και των κανονισμών της [CONI] και των αθλητικών ομοσπονδιών [...]
[...]
Άρθρο 3 – Κανόνες δικαιοδοσίας και μεταβατικές διατάξεις
1. Κατόπιν εξαντλήσεως των βαθμών δικαιοδοσίας της αθλητικής δικαιοσύνης και με την επιφύλαξη της δικαιοδοσίας των τακτικών δικαστηρίων επί διαφορών σχετικών με τις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ συλλόγων, ενώσεων και αθλητών, κάθε άλλη διαφορά η οποία έχει ως αντικείμενο πράξεις της [CONI] ή των αθλητικών ομοσπονδιών και η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαιοδοτικών οργάνων της αθλητικής δικαιοσύνης δυνάμει του άρθρου 2, διέπεται από τον κώδικα διοικητικής δικονομίας, με την επιφύλαξη, σε κάθε περίπτωση, των διατάξεων ενδεχόμενων ρητρών διαιτησίας που περιέχονται στα καταστατικά και τους κανονισμούς της [CONI] και των αθλητικών ομοσπονδιών, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2 [...]
[...]».
Ο κώδικας αθλητικής δικαιοσύνης της FIGC
11 Η ρύθμιση δυνάμει της οποίας επιβλήθηκαν οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών κυρώσεις είναι ο codice di giustizia sportiva della FIGC (κώδικας αθλητικής δικαιοσύνης της FIGC).
12 Κατά το άρθρο του 2, παράγραφος 1, ο ανωτέρω κώδικας εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στα «διοικητικά στελέχη» που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα του αθλητισμού.
13 Το άρθρο 4 του εν λόγω κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υποχρεωτικός χαρακτήρας των γενικών διατάξεων», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα πρόσωπα που μνημονεύονται στο άρθρο 2 υποχρεούνται να τηρούν το καταστατικό, τον κώδικα, τους εσωτερικούς οργανωτικούς κανόνες της FIGC και τους λοιπούς κανόνες της ομοσπονδίας, καθώς και τις αρχές της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας σε κάθε σχέση που άπτεται της αθλητικής δραστηριότητας.
2. Σε περίπτωση παραβάσεως των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, επιβάλλονται οι κυρώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία a), b), c) και g), καθώς και στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία a), b), c), d), f), g) και h).
[...]»
14 Μεταξύ των κυρώσεων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο f), μνημονεύεται ο «αποκλεισμός για ορισμένο χρονικό διάστημα από την άσκηση καθηκόντων εντός της FIGC, με δυνατότητα επέκτασης της ισχύος της κυρώσεως στο επίπεδο της [Union des associations europ?ennes de football (Ένωσης Ευρωπαϊκών Ποδοσφαιρικών Ομοσπονδιών) (UEFA)]».
15 Το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κώδικα αθλητικής δικαιοσύνης της FIGC, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παραβάσεις σε οικονομικά και διαχειριστικά θέματα», ορίζει τα εξής:
«Συνιστά διοικητική παράβαση η μη προσκόμιση, η αλλοίωση ή η παραποίηση ή πλαστογράφηση, ακόμη και εν μέρει, των εγγράφων που ζητούν τα δικαιοδοτικά όργανα της αθλητικής δικαιοσύνης, η Commissione di Vigilanza sulle Societ? di Calcio Professionistiche [(Επιτροπή Εποπτείας των Συλλόγων Επαγγελματικού ποδοσφαίρου)] και τα λοιπά εποπτικά όργανα της FIGC, καθώς και οι οργανισμοί που είναι αρμόδιοι για τη χορήγηση των αδειών UEFA και FIGC, ή η παροχή ψευδών, ελλιπών ή αποσπασματικών πληροφοριών. Συνιστούν επίσης διοικητική παράβαση οι συμπεριφορές που αποσκοπούν, εν πάση περιπτώσει, στην καταστρατήγηση των ομοσπονδιακών κανονισμών περί διαχειριστικών και οικονομικών θεμάτων, καθώς και η μη εκτέλεση των σχετικών αποφάσεων των αρμόδιων οργάνων της ομοσπονδίας. Με την επιφύλαξη της επιβολής αυστηρότερων κυρώσεων που προβλέπονται από τον κανονισμό της UEFA σχετικά με τη χορήγηση αδειών ή από άλλους ειδικούς κανόνες, καθώς και αυστηρότερων κυρώσεων που μπορούν να επιβληθούν για τις λοιπές πράξεις που μνημονεύονται στο παρόν άρθρο, στην εταιρία που τελεί τις πράξεις οι οποίες μνημονεύονται στην παρούσα παράγραφο επιβάλλεται η κύρωση προστίμου με προειδοποίηση.»
Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
16 Οι ZD και MI είναι, αντιστοίχως, πρώην πρόεδρος και πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Juventus Football Club SpA, ήτοι επαγγελματικού ποδοσφαιρικού συλλόγου εδρεύοντος στην Ιταλία (στο εξής: Juventus). Δεν αμφισβητείται ότι, υπό την εν λόγω ιδιότητα, ήταν «διοικητικά στελέχη» ασκούντα επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα του αθλητισμού, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κώδικα αθλητικής δικαιοσύνης της FIGC.
17 Η FIGC είναι ένωση ιδιωτικού δικαίου η οποία εδρεύει στην Ιταλία. Σκοπός της είναι η προώθηση και ρύθμιση του επαγγελματικού και ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου στο εν λόγω κράτος μέλος. Η FIGC είναι μέλος της F?d?ration internationale de football association (Διεθνούς Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, στο εξής: FIFA) και της UEFA.
18 Η CONI αποτελεί οργανισμό δημοσίου δικαίου εδρεύοντα στην Ιταλία. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η CONI είναι υπεύθυνη για τον συντονισμό των δραστηριοτήτων των διαφόρων ιταλικών αθλητικών ενώσεων και ομοσπονδιών.
19 Την 1η Απριλίου 2022, το υπεύθυνο για την άσκηση πειθαρχικής διώξεως όργανο της ομοσπονδίας, ήτοι το όργανο της FIGC το οποίο είναι αρμόδιο να ασκεί πειθαρχικές διώξεις, κίνησε ενώπιον του Tribunale federale nazionale presso la Federazione Italiana Giuoco Calcio, sezione disciplinare (πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου της FIGC, πειθαρχικό τμήμα, Ιταλία, στο εξής: πρωτοβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της ομοσπονδίας) πειθαρχική διαδικασία κατά πλειόνων ιταλικών επαγγελματικών συλλόγων ποδοσφαίρου, μεταξύ των οποίων καταλεγόταν και η Juventus, καθώς και κατά πλειόνων διοικητικών στελεχών τους, στα οποία προσαπτόταν παραβίαση των αρχών της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας, οι οποίες διαλαμβάνονται στα άρθρα 4 και 31 του κώδικα αθλητικής δικαιοσύνης της FIGC. Ειδικότερα, από το ως άνω όργανο προσαπτόταν στους ZD και MI, κατ’ ουσίαν, ότι μετείχαν στη διαμόρφωση ενός συστήματος πλασματικών υπεραξιών, ύψους μεγαλύτερου των 60 εκατομμυρίων ευρώ, καθόσον καταχώρισαν ή ενέκριναν στις οικονομικές καταστάσεις και στους ισολογισμούς της Juventus για τα έτη 2020 και 2021 εγγραφές με τις οποίες εμφάνιζαν ως ανεξάρτητες πράξεις ένα σύνολο μεταγραφών ποδοσφαιριστών, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για πράξεις ανταλλαγής, με σκοπό να αποφευχθεί η εφαρμογή του ισχύοντος για τις συγκεκριμένες πράξεις διεθνούς λογιστικού προτύπου και, εν τέλει, να δηλωθούν αποτελέσματα και περιουσιακά στοιχεία υψηλότερης αξίας από τα πραγματικά αποτελέσματα και περιουσιακά στοιχεία των συλλόγων που μετείχαν στο εν λόγω σύστημα.
20 Με απόφαση της 22ας Απριλίου 2022, το πρωτοβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της ομοσπονδίας, ήτοι το όργανο της FIGC το οποίο είναι αρμόδιο, μεταξύ άλλων, για την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, εξέδωσε απόφαση με την οποία αθώωσε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα κατά των οποίων είχε ασκηθεί δίωξη.
21 Το υπεύθυνο για την άσκηση πειθαρχικής διώξεως όργανο της ομοσπονδίας άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου της ομοσπονδίας.
22 Με απόφαση της 27ης Μαΐου 2022 το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της ομοσπονδίας επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου.
23 Στις 24 Νοεμβρίου 2022 το υπεύθυνο για την άσκηση πειθαρχικής διώξεως όργανο της ομοσπονδίας έλαβε από την procura della Repubblica presso il tribunale di Torino (εισαγγελία πλημμελειοδικών Τορίνου, Ιταλία), αντίγραφο του φακέλου ποινικής διαδικασίας η οποία είχε κινηθεί παραλλήλως από την εν λόγω εισαγγελική αρχή σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορούσε η πειθαρχική δίωξη που μνημονεύεται στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως. Κατόπιν της παραλαβής των εν λόγω εγγράφων, το υπεύθυνο για την άσκηση πειθαρχικής διώξεως όργανο της ομοσπονδίας εκτίμησε ότι το περιεχόμενό τους δικαιολογούσε την υποβολή αιτήσεως μερικής αναθεωρήσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου της ομοσπονδίας.
24 Τον Ιανουάριο του 2023 το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της ομοσπονδίας εξέδωσε απόφαση με την οποία έκανε δεκτή την προμνημονευθείσα αίτηση μερικής αναθεωρήσεως. Με την εν λόγω απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο επέβαλε, μεταξύ άλλων, στους ZD και MI πειθαρχική κύρωση συνιστάμενη σε απαγόρευση ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο πλαίσιο της FIGC για χρονικό διάστημα 24 μηνών, συνοδευόμενη από αίτημα επεκτάσεως της ισχύος της στο επίπεδο της UEFA και της FIFA. Η ισχύς της συγκεκριμένης απαγορεύσεως, η οποία καταλάμβανε, στην πράξη, την άσκηση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας στον τομέα αρμοδιότητας της FIGC, ήτοι το επαγγελματικό ή ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο στην Ιταλία, επεκτάθηκε εν συνεχεία σε παγκόσμιο επίπεδο από την πειθαρχική επιτροπή της FIFA.
25 Οι ZD και MI προσέβαλαν την ως άνω απόφαση ενώπιον του Συμβουλίου Φιλάθλου Πνεύματος και Αθλητικής Δεοντολογίας.
26 Με απόφαση της 8ης Μαΐου 2023 το συμβούλιο φιλάθλου πνεύματος και αθλητικής δεοντολογίας απέρριψε τις προσφυγές που είχαν ασκήσει οι ZD και MI, αντιστοίχως.
27 Στις 25 Μαΐου 2023 εκδόθηκε διάταξη περί παύσεως της ποινικής διώξεως όσον αφορά τη μνημονευθείσα στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως ποινική διαδικασία.
28 Εν συνεχεία, οι ZD και MI άσκησαν ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικού πρωτοδικείου περιφέρειας Λατίου, Ιταλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, προσφυγή κατά των αποφάσεων που εξέδωσαν διαδοχικώς το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της ομοσπονδίας και το Συμβούλιο Φιλάθλου Πνεύματος και Αθλητικής Δεοντολογίας, κατά το μέρος που οι εν λόγω αποφάσεις τους αφορούν.
29 Με τις αποφάσεις περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, κατά πρώτον, ότι, με τις αντίστοιχες προσφυγές τους, οι ZD και MI ζητούν την αναστολή ισχύος και την ακύρωση της πειθαρχικής κυρώσεως που τους επέβαλε το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της ομοσπονδίας, ενώ επικουρικώς και μόνον ζητούν την αποκατάσταση της ζημίας την οποία ισχυρίζονται ότι υφίστανται λόγω της συγκεκριμένης κυρώσεως. Εντούτοις, κατ’ εφαρμογήν της ισχύουσας ιταλικής νομοθεσίας, όπως έχει ερμηνευθεί από το Corte costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ιταλία), το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται, όπως επισημαίνει, να απορρίψει τις δύο προσφυγές ως «απαράδεκτες λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας», κατά το μέρος που με αυτές προβάλλεται αίτημα αναστολής της ισχύος και ακυρώσεως της επίμαχης πειθαρχικής κυρώσεως.
30 Συγκεκριμένα, με δύο αποφάσεις, της 7ης Φεβρουαρίου 2011 και της 17ης Απριλίου 2019, το Corte costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο) έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι τα άρθρα 2 και 3 του νόμου 280/2003 έχουν την έννοια ότι αναθέτουν «στα όργανα της αθλητικής δικαιοσύνης» (στο εξής: δικαιοδοτικά όργανα της αθλητικής δικαιοσύνης), μεταξύ των οποίων καταλέγονται το πρωτοβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της ομοσπονδίας, το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της ομοσπονδίας και το Συμβούλιο Φιλάθλου Πνεύματος και Αθλητικής Δεοντολογίας, αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση των αιτήσεων αναστολής ισχύος και ακυρώσεως των πειθαρχικών κυρώσεων που επιβάλλονται στα νομικά ή φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι μέλη ή συνδεδεμένα μέλη των διαφόρων ιταλικών αθλητικών ενώσεων και ομοσπονδιών. Τα εθνικά διοικητικά δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία, δυνάμει του άρθρου 133, παράγραφος 1, στοιχείο z), του κώδικα διοικητικής δικονομίας, να επιλαμβάνονται διαφορών με αντικείμενο πράξεις της CONI και των ιταλικών αθλητικών ενώσεων και ομοσπονδιών μη υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των δικαιοδοτικών οργάνων της αθλητικής δικαιοσύνης, στις οποίες περιλαμβάνονται οι προσφυγές με τις οποίες πρόσωπα στα οποία έχουν επιβληθεί τέτοιες πειθαρχικές κυρώσεις ζητούν από διοικητικό δικαστήριο, «κατόπιν εξαντλήσεως των βαθμών δικαιοδοσίας της αθλητικής δικαιοσύνης», παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας των εν λόγω κυρώσεων, προκειμένου να τύχουν δικαστικής προστασίας δυνάμενης να λάβει τη μορφή χρηματικής αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της προκληθείσας στα πρόσωπα αυτά ζημίας.
31 Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αποφάσεις, το Corte costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο) βασίζει την ερμηνεία των διαφόρων επίμαχων διατάξεων του νόμου 280/2003 και του κώδικα διοικητικής δικονομίας στη διαπίστωση ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι αποτέλεσμα «εύλογης σταθμίσεως», στην οποία προέβη ο Ιταλός νομοθέτης, στο πλαίσιο του άρθρου 1 του νόμου 280/2003, μεταξύ, αφενός, της αρχής της αποτελεσματικής και πλήρους δικαστικής προστασίας, που κατοχυρώνεται στα άρθρα 24, 103 και 113 του Συντάγματος, και, αφετέρου, της αναγκαιότητας διασφαλίσεως της αυτονομίας της αθλητικής έννομης τάξεως, που κατοχυρώνεται στα άρθρα 2 και 18 του Συντάγματος. Επομένως, κατά το αιτούν δικαστήριο, η ένδικη προστασία των ενδιαφερομένων διασφαλίζεται με αποτελεσματικό τρόπο από την «αθλητική δικαιοσύνη», η οποία συνιστά ειδική έκφανση της «δικαιοσύνης των συλλογικών ενώσεων», όσον αφορά τις νομικές καταστάσεις, όπως οι απορρέουσες από την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, οι οποίες έχουν σημασία για την «τομεακή έννομη τάξη» την οποία συνιστά η «αθλητική έννομη τάξη», αλλά όχι και για τη «γενική έννομη τάξη». Συγχρόνως, η αποτελεσματική ένδικη προστασία της «υποκειμενικής νομικής κατάστασης» των εν λόγω προσώπων σε σχέση με τη «γενική έννομη τάξη» εξακολουθεί να διασφαλίζεται από τα εθνικά διοικητικά δικαστήρια.
32 Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως για την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, προκειμένου να αποφανθεί τόσο επί του παραδεκτού όσο και επί του βασίμου των προσφυγών που άσκησαν ενώπιόν του οι ZD και MI.
33 Τέλος, κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το αν ο νόμος 280/2003 είναι σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης για τρεις κατηγορίες λόγων.
34 Συναφώς, διερωτάται, κατ’ αρχάς, μήπως ο προμνημονευθείς νόμος αντιβαίνει στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και στο άρθρο 47 του Χάρτη. Συγκεκριμένα, ο νόμος 280/2003 υποχρεώνει τα πρόσωπα στα οποία εθνικές αθλητικές ενώσεις και ομοσπονδίες έχουν επιβάλει πειθαρχικές κυρώσεις οι οποίες ενδέχεται να έχουν σοβαρές επιπτώσεις, όπως είναι οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών απαγορεύσεις ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων, να προσφεύγουν στα δικαιοδοτικά όργανα της αθλητικής δικαιοσύνης προκειμένου να επιτύχουν την ακύρωση των κυρώσεων αυτών. Συνακόλουθα, στερεί από τα εν λόγω πρόσωπα τη δυνατότητα να προσφεύγουν προς τούτο σε δικαιοδοτικά όργανα, κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, τα οποία παρέχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, διαθέτουν δε όλες τις αναγκαίες εξουσίες για να διασφαλίζουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία των ιδιωτών, ακόμη και προσωρινή. Σε επίπεδο ακόμη πιο θεμελιώδες, στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ ενδέχεται να αντιβαίνει η εκ μέρους του Corte costituzionale (Συνταγματικού Δικαστηρίου) στάθμιση μεταξύ της κατά το Σύνταγμα απαιτήσεως περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αφενός, και της αρχής της αυτονομίας της αθλητικής έννομης τάξεως, αφετέρου. Συγκεκριμένα, η προμνημονευθείσα στάθμιση έχει ενδεχομένως ως συνέπεια να στερεί από τους μεν ιδιώτες μέρος του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας το οποίο τους παρέχεται βάσει του δικαίου της Ένωσης, από το δε αρμόδιο εθνικό δικαστήριο μέρος των εξουσιών που απαιτούνται για τη διασφάλιση του σεβασμού του εν λόγω δικαιώματος. Μολονότι, όμως, μια τέτοια στάθμιση είναι θεμιτή στην περίπτωση ζητημάτων αμιγώς αθλητικού χαρακτήρα τα οποία δεν εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, δεν ισχύει κατ’ ανάγκην το ίδιο στην περίπτωση πειθαρχικών κυρώσεων που επιβάλλονται σε σχέση με την άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων συνδεόμενων με τον αθλητισμό, οι οποίες, ως τέτοιες, εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, το οποίο κατισχύει του εθνικού δικαίου και της πιθανής ερμηνείας του εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων, ακόμη και συνταγματικών.
35 Εν συνεχεία, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επί του ζητήματος αν επιτρέπεται η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, όπως των επίμαχων στις υποθέσεις των κύριων δικών, στην περίπτωση παραβάσεως συνιστάμενης σε «παράβαση των αρχών, της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας», κατά τα άρθρα 4 και 31 του κώδικα αθλητικής δικαιοσύνης της FIGC. Συγκεκριμένα, διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν μια τέτοια παράβαση, η οποία, κατ’ αυτό, πρέπει να θεωρείται «ποινικού χαρακτήρα» κατά την έννοια της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πληροί τις απαιτήσεις εκ της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή άνευ νόμου» που κατοχυρώνεται στο άρθρο 49 του Χάρτη.
36 Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν τέτοιες πειθαρχικές κυρώσεις και, ευρύτερα, η ύπαρξη και η άσκηση της εξουσίας επιβολής τους στα πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία εθνικής αθλητικής ενώσεως ή ομοσπονδίας, όπως είναι η FIGC, πρέπει να εξετάζονται με γνώμονα τις ελευθερίες κυκλοφορίας που κατοχυρώνονται στα άρθρα 45, 49 και 56 ΣΛΕΕ, καθώς και τους κανόνες περί ανταγωνισμού που θεσπίζονται με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, κατόπιν αιτήματος της προμνημονευθείσας ομοσπονδίας, η ισχύς των επίμαχων πειθαρχικών κυρώσεων είναι δυνατόν να επεκταθεί σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο διά της UEFA και της FIFA. Επιπλέον, οι κυρώσεις αυτές έχουν αποδεδειγμένα αντίκτυπο στην άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των διοικητικών στελεχών εις βάρος των οποίων επιβλήθηκαν και, συνακόλουθα, στις οικονομικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων που διευθύνουν τα εν λόγω πρόσωπα, όπως εν προκειμένω της Juventus.
37 Υπό τις ως άνω συνθήκες, στην υπόθεση C-424/24, το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικό πρωτοδικείο περιφέρειας Λατίου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα τα άρθρα 6 και 19 ΣΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του [Χάρτη] και του άρθρου 6 της [Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ)], σε σχέση με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αντιτίθενται σε εσωτερική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή του άρθρου 2 του νόμου 280/2003, όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, η οποία, μετά την εξάντληση των μέσων ένδικης προστασίας ενώπιον των εθνικών αθλητικών δικαιοδοτικών οργάνων, αποκλείει την προσφυγή σε δικαστική προστασία συνιστάμενη στην εξουσία του εθνικού δικαστηρίου (εν προκειμένω, διοικητικού δικαστηρίου) να ακυρώσει την αθλητική πειθαρχική κύρωση και τα μελλοντικά αποτελέσματά της, καθώς και να αναστείλει, ως συντηρητικό μέτρο, τα αποτελέσματα της κύρωσης, περιορίζοντας τοιουτοτρόπως την εξουσία του εθνικού δικαστηρίου στην επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης, εφόσον διαπιστώνεται ότι η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας υπήρξε όντως παράνομη;
2) Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα τα άρθρα 6 και 19 ΣΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 47, 48 και 49 του Χάρτη και των άρθρων 6 και 7 της ΕΣΔΑ, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της νομιμότητας των κανόνων περί κυρώσεων και της δίκαιης δίκης, αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 2 του νόμου 280/2003, όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, η οποία, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αυτοτέλειας της αθλητικής έννομης τάξης όπως κατοχυρώνεται στην εθνική νομοθεσία και έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, επιτρέπει στα [δικαιοδοτικά] όργανα της αθλητικής έννομης τάξης να επιβάλουν σε διοικητικό στέλεχος αθλητικής εταιρίας πειθαρχική κύρωση απαγόρευσης άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας, λόγω παράβασης εσωτερικής διάταξης της [FIGC (άρθρο 4, παράγραφος 1, του κώδικα αθλητικής δικαιοσύνης της FIGC)], η οποία προβλέπει, με γενική και αόριστη διατύπωση, ότι όλα τα μέλη και τα διοικητικά στελέχη υποχρεούνται να τηρούν, πέραν του καταστατικού και άλλων κανόνων της αθλητικής ομοσπονδίας, τις αρχές της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας;
3) Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα τα άρθρα 45, 49, 56, 101 και 102 ΣΛΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη, αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 2 του νόμου 280/2003, η οποία επιτρέπει την επιβολή, εκ μέρους των αθλητικών οργάνων, πειθαρχικής ποινής με την οποία απαγορεύεται, σε κορυφαίο διοικητικό στέλεχος αθλητικού συλλόγου διεθνούς επιπέδου, η άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας για χρονικό διάστημα 24 μηνών σε εθνικό και διεθνές επίπεδο;»
38 Υπό όμοιες συνθήκες, στην υπόθεση C-425/24, το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικό πρωτοδικείο περιφέρειας Λατίου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα τα άρθρα 6 και 19 ΣΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του [Χάρτη] και του άρθρου 6 της [ΕΣΔΑ], αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 2 [του νόμου 280/2003], όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, η οποία, μετά την εξάντληση των μέσων ένδικης προστασίας ενώπιον των εθνικών αθλητικών δικαιοδοτικών οργάνων, περιορίζει την αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (εν προκειμένω, διοικητικού δικαστηρίου), όσον αφορά τις αθλητικές κυρώσεις πειθαρχικού χαρακτήρα, αποκλειστικά και μόνον στην ενδεχόμενη επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης, αποκλείοντας την εξουσία του να ακυρώσει και τη δυνατότητά του να αναστείλει, ως συντηρητικό μέτρο, τα αποτελέσματα των κυρώσεων;
2) Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της νομιμότητας των κανόνων περί κυρώσεων και της δίκαιης δίκης, το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα τα άρθρα 6 και 19 ΣΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 47, 48 και 49 του Χάρτη και των άρθρων 6 και 7 της ΕΣΔΑ, αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 2 [του νόμου 280/2003], όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, η οποία επιτρέπει στα [δικαιοδοτικά] όργανα της αθλητικής έννομης τάξης να επιβάλουν σε διοικητικό στέλεχος αθλητικής εταιρίας πειθαρχική κύρωση απαγόρευσης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, λόγω παράβασης εσωτερικής διάταξης της [FIGC (άρθρο 4, παράγραφος 1, του κώδικα αθλητικής δικαιοσύνης της FIGC)], η οποία προβλέπει, με γενική και αόριστη διατύπωση, ότι όλα τα μέλη και τα διοικητικά στελέχη αθλητικών εταιριών υποχρεούνται να τηρούν, πέραν του καταστατικού και των λοιπών κανόνων της αθλητικής ομοσπονδίας, τις αρχές της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας;
3) Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα τα άρθρα 45, 49, 56, 101 και 102 ΣΛΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 2 [του νόμου 280/2003], η οποία επιτρέπει την επιβολή, εκ μέρους των αθλητικών οργάνων, πειθαρχικής κύρωσης με την οποία απαγορεύεται, σε διοικητικό στέλεχος αθλητικού συλλόγου η άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας για χρονικό διάστημα 24 μηνών σε εθνικό και διεθνές επίπεδο;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
39 Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο καθεμιάς από τις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις έχει ως σκοπό να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί του ζητήματος του σύμφωνου με το δίκαιο της Ένωσης χαρακτήρα εθνικής νομοθεσίας με την οποία καθορίζονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα για τη διασφάλιση της δικαστικής προστασίας των ιδιωτών έναντι των κυρώσεων που δύναται να τους επιβάλλει εθνική αθλητική ένωση ή ομοσπονδία.
40 Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλονται στο Δικαστήριο σε καθεμιά από τις εν λόγω συνεκδικαζόμενες υποθέσεις έχουν ως σκοπό να παρασχεθεί στο αιτούν δικαστήριο η δυνατότητα να αποφανθεί επί του ζητήματος του σύμφωνου με το δίκαιο της Ένωσης χαρακτήρα της ως άνω εθνικής νομοθεσίας, καθόσον βάσει αυτής επιτρέπεται, κατ’ αρχάς, σε τέτοια ένωση ή ομοσπονδία να επιβάλλει κυρώσεις αυτού του είδους.
41 Λαμβανομένου υπόψη του αντίστοιχου αντικειμένου τους, πρέπει να δοθεί απάντηση κατά πρώτον και από κοινού στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, εν συνεχεία δε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο των ως άνω υποθέσεων.
Επί του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκαν στις υποθέσεις C-424/24 και C-425/24
42 Με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε στις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το δίκαιο της Ένωσης και ειδικότερα το άρθρο 6 και το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ, τα άρθρα 45, 49, 56, 101 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 47 του Χάρτη, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 48 και 49 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, βάσει της οποίας επιτρέπεται σε εθνική αθλητική ένωση ή ομοσπονδία, λαμβανομένης υπόψη της νομικής αυτονομίας την οποία της αναγνωρίζει το εσωτερικό δίκαιο, να επιβάλλει σε αθλητικά διοικητικά στελέχη κύρωση συνιστάμενη σε προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων υπαγόμενων στη δικαιοδοσία της εν λόγω ενώσεως ή ομοσπονδίας λόγω ψευδών δηλώσεων οικονομικών και λογιστικών στοιχείων οι οποίες υποβλήθηκαν κατά παράβαση των αρχών της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας, που οφείλουν να τηρούν τα εν λόγω διοικητικά στελέχη βάσει ρυθμίσεως την οποία είναι αρμόδια να εφαρμόζει η συγκεκριμένη ένωση ή ομοσπονδία.
Επί του παραδεκτού
43 Λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο, καθώς και των γραπτών και προφορικών παρατηρήσεων που υπέβαλαν στο Δικαστήριο οι διάδικοι των κύριων δικών, οι ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπενθυμίζεται, κατά πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξειδικεύει, στην ίδια την απόφαση περί παραπομπής, το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης και να παρέχει τις αναγκαίες εξηγήσεις όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους επέλεξε τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητεί την ερμηνεία, καθώς και τη σχέση η οποία, κατά το εν λόγω δικαστήριο, υφίσταται μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και της εθνικής νομοθεσίας που έχει εφαρμογή στη διαφορά της οποίας αυτό έχει επιληφθεί (απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2025, Anesar-CV κ.λπ., C-718/23 έως C-721/23 και C-60/24, EU:C:2025:797, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Οι ως άνω απαιτήσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς και οι οποίες αφορούν το περιεχόμενο αποφάσεως περί παραπομπής μνημονεύονται ρητώς στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει να γνωρίζει και να τηρεί σχολαστικώς το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο της συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Οι εν λόγω απαιτήσεις υπενθυμίζονται, περαιτέρω, και στα σημεία 13, 15 και 16 των συστάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικά με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ 2019, C 380, σ. 1), τα οποία περιλαμβάνονται πλέον στα σημεία 13, 15 και 16 των συστάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικά με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ C, C/2024/6008).
45 Οι συγκεκριμένες σωρευτικές απαιτήσεις ισχύουν μετ’ επιτάσεως στους τομείς που χαρακτηρίζονται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις, όπως είναι ο τομέας του ανταγωνισμού (αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA, C-650/22, EU:C:2024:824, σκέψη 63).
46 Εν προκειμένω όμως, στις αποφάσεις περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο δεν εξηγεί επαρκώς ούτε τους λόγους για τους οποίους ζητεί από το Δικαστήριο την ερμηνεία των άρθρων 49, 101 και 102 ΣΛΕΕ ούτε τη σχέση την οποία θεωρεί ότι υφίσταται μεταξύ, αφενός, της ελευθερίας εγκαταστάσεως, της απαγορεύσεως των συμπράξεων και της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως, οι οποίες κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, στα εν λόγω τρία άρθρα, και, αφετέρου, της εφαρμοστέας στις υπό κρίση διαφορές εθνικής νομοθεσίας ως προς την οποία υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα. Ειδικότερα, οι αποφάσεις περί παραπομπής δεν καθιστούν αντιληπτούς τους λόγους για τους οποίους οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στα προσφεύγοντα στις υποθέσεις των κύριων δικών διοικητικά στελέχη θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο, αφενός, στη δυνατότητα των ποδοσφαιρικών συλλόγων στους οποίους ασκούσαν ή θα μπορούσαν να ασκούν τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους τα εν λόγω στελέχη να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από την Ιταλική Δημοκρατία και, αφετέρου, στη δυνατότητα των συλλόγων αυτών να ανταγωνίζονται μεταξύ τους.
47 Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο δεν εκθέτει με τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι πρέπει να εξετασθεί αν το άρθρο 2 του νόμου 280/2003 είναι σύμφωνο με το άρθρο 6 ΣΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 47 έως 49 του Χάρτη. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο δεν εξηγεί τη σχέση που θεωρεί ότι υφίσταται μεταξύ των ως άνω διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και της εφαρμοστέας στις διαφορές των κύριων δικών εθνικής νομοθεσίας.
48 Ως προς τα δύο προμνημονευθέντα ζητήματα, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δεν πληρούν, επομένως, τις απαιτήσεις του άρθρου 94, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας.
49 Κατά συνέπεια, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υπό κρίση συνεκδικαζομένων υποθέσεων είναι απαράδεκτα κατά το μέρος με το οποίο αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 49, 101 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 6 ΣΕΕ, υπό το πρίσμα των άρθρων 47 έως 49 του Χάρτη.
50 Κατά δεύτερον, οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, την ελευθερία εγκαταστάσεως, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων δεν έχουν εφαρμογή σε καταστάσεις στις οποίες όλα τα σχετικά στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους, με την επιφύλαξη ορισμένων ειδικών περιπτώσεων κατά τις οποίες από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να αποδειχθεί ότι η ζητούμενη προδικαστική ερμηνεία είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς λόγω υπάρξεως ενός συνδετικού στοιχείου μεταξύ του αντικειμένου ή των περιστάσεων της διαφοράς αυτής και των άρθρων 45, 49, 56 ή 63 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με όσα επιτάσσει το άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA, C-650/22, EU:C:2024:824, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
51 Εν προκειμένω, πάντως, οι διαφορές των κύριων δικών δεν αφορούν καταστάσεις στις οποίες όλα τα σχετικά στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους, κατά την έννοια της προμνημονευθείσας νομολογίας, και οι οποίες, ως εκ τούτου, στερούνται διασυνοριακού χαρακτήρα, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν, ιδίως, οι καθών των κύριων δικών, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Πράγματι, από τα στοιχεία τα οποία εκτίθενται στις αποφάσεις περί παραπομπής και τα οποία υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 14 και 24 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι οι κυρώσεις προσωρινής απαγορεύσεως ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων που επιβλήθηκαν εις βάρος των προσφευγόντων των κύριων δικών διοικητικών στελεχών, στον τομέα που υπάγεται στην αρμόδια εθνική αθλητική ομοσπονδία, ήτοι τη FIGC, συνοδεύονταν, βάσει των εξουσιών που κατέχει η εν λόγω ομοσπονδία, από αιτήματα προκειμένου η ισχύς τους να επεκταθεί στο επίπεδο της UEFA και της FIFA. Ως εκ τούτου, λαμβανομένων υπόψη του ίδιου του περιεχομένου και της φύσεώς τους, οι εν λόγω κυρώσεις μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στην εκ μέρους των ως άνω διοικητικών στελεχών άσκηση της ελευθερίας κυκλοφορίας, είτε υπό την ιδιότητα των εργαζομένων που απολαύουν της εφαρμογής του άρθρου 45 ΣΛΕΕ είτε υπό την ιδιότητα των παρόχων υπηρεσιών που απολαύουν της εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Κατά τα λοιπά, από τις δικογραφίες των υποθέσεων την οποία έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η FIFA δέχθηκε εν συνεχεία το αίτημα που της είχε υποβληθεί από την εν λόγω ομοσπονδία.
52 Συνεπώς, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υπό κρίση συνεκδικαζομένων υποθέσεων είναι παραδεκτά κατά το μέρος με το οποίο αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 45 και 56 ΣΛΕΕ.
53 Τέλος, κατά τρίτον, λαμβανομένων υπόψη των αντίστοιχων αντικειμένων των εν λόγω δευτέρου και τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, αφενός, και του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, αφετέρου, όπως αυτά διευκρινίσθηκαν στις σκέψεις 39 και 40 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, κατά το οποίο «[τ]α κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», είναι κρίσιμο μόνον για την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
54 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν τα άρθρα 45 και 56 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, βάσει της οποίας επιτρέπεται σε εθνική αθλητική ένωση ή ομοσπονδία, λαμβανομένης υπόψη της νομικής αυτονομίας την οποία της αναγνωρίζει το εσωτερικό δίκαιο, να επιβάλλει σε αθλητικά διοικητικά στελέχη κύρωση συνιστάμενη σε προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων υπαγόμενων στη δικαιοδοσία της συγκεκριμένης ενώσεως ή ομοσπονδίας λόγω ψευδών δηλώσεων οικονομικών και λογιστικών στοιχείων οι οποίες υποβλήθηκαν κατά παράβαση των αρχών της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας, που οφείλουν να τηρούν τα εν λόγω διοικητικά στελέχη βάσει ρυθμίσεως την οποία είναι αρμόδια να εφαρμόζει η συγκεκριμένη ένωση ή ομοσπονδία.
Επί της ουσίας
– Επί της εφαρμογής των θεμελιωδών ελευθεριών κυκλοφορίας στην περίπτωση των αθλητικών ενώσεων και ομοσπονδιών
55 Λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υπό κρίση συνεκδικαζομένων υποθέσεων και του αντικειμένου της εθνικής νομοθεσίας που μνημονεύεται στα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα, υπενθυμίζεται, κατά πρώτον, ότι απαιτείται σεβασμός των θεμελιωδών ελευθεριών κυκλοφορίας τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη ΛΕΕ όχι μόνον από τις εθνικές δημόσιες αρχές, αλλά και στη περίπτωση κατά την οποία φορέας, ένωση ή άλλο νομικό πρόσωπο μη διεπόμενο από το εθνικό δημόσιο δίκαιο διαθέτει νομική αυτονομία ή εξουσία βάσει της οποίας δύναται να επιβάλει σε ιδιώτες όρους οι οποίοι θίγουν την άσκηση των εν λόγω ελευθεριών (πρβλ. αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2000, Ferlini, C-411/98, EU:C:2000:530, σκέψη 50, και της 13ης Ιουνίου 2019, TopFit και Biffi, C-22/18, EU:C:2019:497, σκέψη 39). Πράγματι, η κατάργηση, μεταξύ των κρατών μελών, των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών θα υπονομευόταν, εάν η κατάργηση των φραγμών κρατικής προελεύσεως ήταν δυνατόν να εξουδετερώνεται από εμπόδια απορρέοντα από την άσκηση τέτοιας νομικής αυτονομίας ή εξουσίας (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, Bosman, C-415/93, EU:C:1995:463, σκέψη 83, και της 13ης Ιουνίου 2019, TopFit και Biffi, C-22/18, EU:C:2019:497, σκέψη 38).
56 Ειδικότερα, οι διεπόμενες από το ιδιωτικό δίκαιο εθνικές ή διεθνείς αθλητικές ενώσεις και ομοσπονδίες οφείλουν να τηρούν τα άρθρα 45 και 56 ΣΛΕΕ στην περίπτωση κατά την οποία θεσπίζουν κανόνες με σκοπό τη ρύθμιση της μισθωτής εργασίας ή της παροχής υπηρεσιών εκ μέρους επαγγελματιών ή ημιεπαγγελματιών αθλητών, καθώς και, ευρύτερα, κανόνες οι οποίοι, μολονότι δεν ρυθμίζουν τυπικώς την εν λόγω εργασία ή παροχή υπηρεσιών, έχουν άμεσο αντίκτυπο σε αυτή (αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA, C-650/22, EU:C:2024:824, σκέψη 77). Οι ως άνω ενώσεις και ομοσπονδίες οφείλουν επίσης να τηρούν τις προμνημονευθείσες διατάξεις σε περίπτωση κατά την οποία θεσπίζουν κανόνες με σκοπό τη ρύθμιση της μισθωτής εργασίας ή της παροχής υπηρεσιών από άλλες κατηγορίες προσώπων, πλην των αθλητών, τα οποία πάντως ασκούν οικονομικές δραστηριότητες συνδεόμενες με τον αθλητισμό, όπως συμβαίνει, εν προκειμένω, στην περίπτωση διοικητικών στελεχών όπως είναι οι προσφεύγοντες των κύριων δικών.
57 Το ζήτημα αν οι εθνικές αθλητικές ενώσεις που είναι αντιστοίχως αρμόδιες να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν την επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών ρύθμιση διέπονται από το εσωτερικό δημόσιο δίκαιο, όπως φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση της CONI, ή από το εσωτερικό ιδιωτικό δίκαιο, όπως φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση της FIGC, στερείται, επομένως, σημασίας τόσο για τη ζητούμενη από το αιτούν δικαστήριο ερμηνεία των άρθρων 45 και 56 ΣΛΕΕ όσο για την εφαρμογή των εν λόγω άρθρων στην οποία πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, υπό το πρίσμα της ανωτέρω ερμηνείας, στο πλαίσιο των διαφορών των κύριων δικών.
58 Στερείται επίσης σημασίας, τόσο ως προς την εν λόγω ερμηνεία όσο και ως την ως άνω εφαρμογή, το γεγονός ότι η νομική αυτονομία που διαθέτουν οι αθλητικές ενώσεις και ομοσπονδίες αναγνωρίζεται από το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύουν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Πράγματι, ανεξαρτήτως της νομικής σημασίας που αποδίδει το προμνημονευθέν δίκαιο στη συγκεκριμένη αναγνώριση, αυτή δεν μπορεί επ’ ουδενί να έχει ως έννομο ή πρακτικό αποτέλεσμα να απαλλάσσει τις ενώσεις και ομοσπονδίες από την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών ελευθεριών κυκλοφορίας που προβλέπονται στη Συνθήκη ΛΕΕ, λαμβανομένου υπόψη του λόγου υπάρξεως της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως.
59 Κατά συνέπεια, τόσο υφισταμένης τέτοιας αναγνωρίσεως όσο και ελλείψει αυτής, οι ως άνω εθνικές αθλητικές ενώσεις, μολονότι διαθέτουν νομική αυτονομία που τους παρέχει τη δυνατότητα να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν ορισμένους κανόνες, όπως είναι οι κανόνες που αφορούν την οργάνωση της διεξαγωγής διοργανώσεων στο αντίστοιχο άθλημά τους, την ομαλή διεξαγωγή των εν λόγω διοργανώσεων και τη συμμετοχή των αθλητών σε αυτές, οι κανόνες περί υποχρεωτικής προσφυγής στη διαιτησία ή, ακόμη, οι κανόνες με σκοπό τη συλλογική ρύθμιση της παροχής μισθωτής εργασίας και της παροχής υπηρεσιών από πρόσωπα υποκείμενα στη δικαιοδοσία τους, δεν μπορούν, ασκώντας την ως άνω αυτονομία, να περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης στους ιδιώτες (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C-600/23, EU:C:2025:617, σκέψη 95).
– Επί της υπάρξεως εμποδίου στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών
60 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την ενδεχόμενη ύπαρξη εμποδίου στις θεμελιώδεις ελευθερίες κυκλοφορίας που προβλέπονται στη Συνθήκη ΛΕΕ, από πάγια νομολογία προκύπτει, αφενός, ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει άμεσο αποτέλεσμα, απαγορεύει κάθε μέτρο, είτε αυτό βασίζεται στην ιθαγένεια είτε εφαρμόζεται ανεξαρτήτως ιθαγένειας, το οποίο ενδέχεται να αποβεί δυσμενές για τους πολίτες της Ένωσης που επιθυμούν να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα εντός κράτους μέλους άλλου από το κράτος μέλος καταγωγής τους, εμποδίζοντάς τους ή αποθαρρύνοντάς τους να εγκαταλείψουν το δεύτερο (αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Royal Antwerp Football Club, C-680/21, EU:C:2023:1010, σκέψη 136 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA, C-650/22, EU:C:2024:824, σκέψη 86).
61 Αφετέρου, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία παροχής υπηρεσιών τόσο υπέρ των παρόχων όσο και υπέρ των αποδεκτών των υπηρεσιών, αντιτίθεται σε κάθε μέτρο, ακόμη και αν εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις, το οποίο δύναται να παρεμποδίσει την άσκηση της ελευθερίας αυτής απαγορεύοντας, παρακωλύοντας ή καθιστώντας λιγότερο ελκυστική τη δραστηριότητα των εν λόγω παρόχων υπηρεσιών εντός κρατών μελών διαφορετικών από εκείνα στα οποία είναι εγκατεστημένοι (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 247 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
62 Εν προκειμένω, τα επίμαχα στις υποθέσεις των κύριων δικών μέτρα συνίστανται, όπως προκύπτει από τη διατύπωση των υποβληθέντων από το αιτούν δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων και από όσα αυτό εκθέτει, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, σε δύο κυρώσεις περί απαγορεύσεως ασκήσεως, για χρονικό διάστημα 24 μηνών, επαγγελματικών δραστηριοτήτων υπαγόμενων στη δικαιοδοσία εθνικής αθλητικής ομοσπονδίας έχουσας ως σκοπό την προώθηση και τη ρύθμιση του επαγγελματικού και ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου, οι οποίες συνοδεύονται από αιτήματα επεκτάσεως της ισχύος τους σε επίπεδο FIFA και UEFA και οι οποίες επιβλήθηκαν σε δύο διοικητικά στελέχη ποδοσφαιρικού συλλόγου που παραβίασαν τις αρχές της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας τις οποίες οφείλουν να τηρούν βάσει της ρυθμίσεως την οποία είναι αρμόδια να εφαρμόζει η εν λόγω ομοσπονδία, υποβάλλοντας ή εγκρίνοντας ψευδείς δηλώσεις οικονομικών και λογιστικών στοιχείων.
63 Επισημαίνεται συναφώς ότι, καθόσον η νομική αυτονομία της οποίας απολαύουν νομικά πρόσωπα όπως οι καθών στις υποθέσεις των κύριων δικών εθνική αθλητική ένωση και ομοσπονδία παρέχει στα εν λόγω νομικά πρόσωπα τη δυνατότητα να θεσπίζουν ορισμένο αριθμό κανόνων, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, κανόνων με σκοπό τη συλλογική ρύθμιση της παροχής μισθωτής εργασίας και της παροχής υπηρεσιών εκ μέρους προσώπων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία των εν λόγω νομικών προσώπων, οι οποίοι μνημονεύονται στη σκέψη 59 της παρούσας αποφάσεως, είναι επίσης θεμιτό για τα εν λόγω νομικά πρόσωπα να θεσπίζουν παρεπόμενες διατάξεις έχουσες ως σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των ανωτέρω κανόνων, ειδικότερα δε διατάξεις προβλέπουσες την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεως των συγκεκριμένων κανόνων. Κατά συνέπεια, η θέσπιση τέτοιων διατάξεων δεν μπορεί να θεωρείται, αφ’ εαυτής, αντίθετη προς τα άρθρα 45 και 56 ΣΛΕΕ (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψεις 145 και 146 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
64 Αντιθέτως, η δυνάμει τέτοιων διατάξεων επιβολή κυρώσεως σε ιδιώτη σε συγκεκριμένη περίπτωση είναι δυνατόν, αναλόγως της φύσεως και του περιεχομένου της κυρώσεως, τόσο από νομικής όσο και από πρακτικής απόψεως, να παρεμποδίζει τη θεμελιώδη ελευθερία κυκλοφορίας της οποίας απολαύει ο εν λόγω ιδιώτης, είτε πρόκειται για την κατά το άρθρο 45 ΣΛΕΕ ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων είτε για την κατά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Το αυτό ισχύει, ειδικότερα, στην περίπτωση κυρώσεως όπως είναι οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών απαγορεύσεις ασκήσεως ορισμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων, οι οποίες μπορούν να καταστούν από την UEFA και τη FIFA εφαρμοστέες στο σύνολο των κρατών μελών, λαμβανομένου υπόψη του υποβληθέντος στις προμνημονευθείσες αθλητικές συνομοσπονδίες αιτήματος επεκτάσεως της ισχύος των κυρώσεων σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.
65 Πράγματι, μια τέτοια κύρωση δεν έχει απλώς ως δυνητική συνέπεια αλλά σαφώς ως σκοπό να απαγορεύσει στο πρόσωπο εις βάρος του οποίου επιβλήθηκε την άσκηση της οικείας επαγγελματικής δραστηριότητας, και, ως εκ τούτου, της οικονομικής δραστηριότητάς του, όχι μόνον στο κράτος μέλος προελεύσεώς του, αλλά και σε άλλες χώρες, περιλαμβανομένου και του συνόλου των λοιπών κρατών μελών.
66 Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών κυρώσεις δύνανται να παρεμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων ή την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εκ μέρους των διοικητικών στελεχών εις βάρος των οποίων επιβλήθηκαν, αναλόγως του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο τα εν λόγω στελέχη δύνανται να ασκούν επαγγελματικές δραστηριότητες σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Ιταλικής Δημοκρατίας.
– Επί της υπάρξεως ενδεχόμενης δικαιολογήσεως
67 Τέλος, κατά τρίτον, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι μέτρα μη κρατικής προελεύσεως μπορούν να γίνουν δεκτά, μολονότι ενδέχεται να παρακωλύουν θεμελιώδη ελευθερία κυκλοφορίας την οποία κατοχυρώνει η Συνθήκη ΛΕΕ, εφόσον αποδεικνύεται, πρώτον, ότι η λήψη τους δικαιολογείται από την επιδίωξη συμβατού με την εν λόγω Συνθήκη θεμιτού σκοπού γενικού συμφέροντος και, ως εκ τούτου, μη αμιγώς οικονομικής φύσεως, και, δεύτερον, ότι τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, στοιχείο που συνεπάγεται ότι πρέπει να είναι κατάλληλα να διασφαλίσουν την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού και να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου. Όσον αφορά ειδικότερα την προϋπόθεση περί καταλληλότητας των εν λόγω μέτρων, υπενθυμίζεται ότι αυτά μπορούν να θεωρηθούν κατάλληλα για την επίτευξη του προβαλλόμενου σκοπού μόνον εφόσον υπαγορεύονται πράγματι από μέριμνα για την επίτευξή του κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό (αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 251, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA, C-650/22, EU:C:2024:824, σκέψη 95).
68 Όπως και στην περίπτωση μέτρων κρατικής προελεύσεως, απόκειται σε αυτόν που έλαβε τα επίμαχα μη κρατικά μέτρα να αποδείξει ότι πληρούνται σωρευτικώς οι δύο ως άνω προϋποθέσεις (αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 252, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA, C-650/22, EU:C:2024:824, σκέψη 96).
69 Εν προκειμένω, απόκειται, επομένως, στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών κυρώσεις πληρούν τις ως άνω σωρευτικές προϋποθέσεις, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προέβαλαν και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν οι διάδικοι. Λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω επιχειρημάτων και αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο είναι, πάντως, σε θέση να παράσχει τα ακόλουθα στοιχεία.
70 Όσον αφορά, πρώτον, την ύπαρξη ενός ή πλειόνων συμβατών με τη Συνθήκη ΛΕΕ θεμιτών σκοπών γενικού συμφέροντος, επισημαίνεται ότι αυτή πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη, εφόσον παρίσταται ανάγκη, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του αθλήματος που υπάγεται στην αρμοδιότητα της ένωσης ή ομοσπονδίας που θέσπισε την επίμαχη ρύθμιση (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψεις 105 και 106), καθώς και των σκοπών που επιδιώκει η εν λόγω ένωση ή ομοσπονδία, όπως προκύπτουν από το καταστατικό της ή, κατά περίπτωση, των ειδικών αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί από τη δημόσια εξουσία (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA, C-650/22, EU:C:2024:824, σκέψεις 99 και 100).
71 Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών κυρώσεις επιβλήθηκαν στα προσφεύγοντα στις εν λόγω υποθέσεις διοικητικά στελέχη επειδή αυτά είχαν παραβιάσει τις αρχές της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας τις οποίες οφείλουν να τηρούν ως διοικητικά στελέχη που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα του ποδοσφαίρου, μετέχοντας στη διαμόρφωση ενός συστήματος πλασματικών υπεραξιών και, ειδικότερα, υποβάλλοντας ή εγκρίνοντας δηλώσεις οικονομικών και λογιστικών στοιχείων με τις οποίες ένα σύνολο μεταγραφών ποδοσφαιριστών παρουσιαζόταν ψευδώς ως ανεξάρτητες πράξεις, ενώ επρόκειτο στην πραγματικότητα για ανταλλαγές, προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή του ισχύοντος διεθνούς λογιστικού προτύπου και, εν τέλει, να δηλωθούν αποτελέσματα και περιουσιακά στοιχεία μεγαλύτερης αξίας από τα πραγματικά αποτελέσματα και περιουσιακά στοιχεία του συλλόγου που διοικούσαν.
72 Συναφώς, όπως παρατήρησε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας, στα σημεία 67 και 68 των προτάσεών του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι κανόνες που έχουν ως σκοπό να διασφαλίζουν, επ’ απειλή επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων, ότι πράγματι τηρούνται οι ισχύοντες για τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους οικονομικοί και λογιστικοί κανόνες, καθώς και ότι οι δηλώσεις οικονομικών και λογιστικών στοιχείων τις οποίες υποβάλλουν ή τις οποίες εγκρίνουν τα διοικητικά στελέχη των συλλόγων είναι ακριβείς και αληθείς μπορούν να θεωρούνται επιδιώκοντες τον θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της σύννομης διεξαγωγής αθλητικών διοργανώσεων όπως είναι οι ποδοσφαιρικές (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA, C-650/22, EU:C:2024:824, σκέψεις 100 και 101, και της 30ής Απριλίου 2026, CD Tondela κ.λπ., C-133/24, EU:C:2026:361, σκέψη 96).
73 Πράγματι, οι ως άνω διοργανώσεις έχουν ως χαρακτηριστικό γνώρισμα, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι, ακόμη και αν δικαίωμα συμμετοχής σε αυτές έχουν μόνον ομάδες οι οποίες έχουν επιτύχει ορισμένες αθλητικές επιδόσεις, η δε διεξαγωγή τους στηρίζεται στην αναμέτρηση και τον σταδιακό αποκλεισμό των ομάδων αυτών και, ως εκ τούτου, στην αθλητική αξία, η εύρυθμη λειτουργία, η βιωσιμότητα και η επιτυχία τους στηρίζονται επίσης στη διατήρηση ορισμένης αθλητικής και οικονομικής ισορροπίας και στη διασφάλιση σε ορισμένο βαθμό ίσων ευκαιριών μεταξύ των επαγγελματικών ποδοσφαιρικών συλλόγων που μετέχουν σε αυτές, λαμβανομένης υπόψη της σχέσεως αλληλεξαρτήσεως που τους συνδέει (πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2026, CD Tondela κ.λπ., C-133/24, EU:C:2026:361, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
74 Η εν λόγω οικονομική ισορροπία, όμως, και, εν τέλει, η αθλητική ισορροπία και η σύννομη διεξαγωγή των αθλητικών διοργανώσεων στην οποία συμβάλλει η προμνημονευθείσα ισορροπία θα ήταν δυνατόν να νοθεύονταν ή και να έπαυαν να υφίστανται αν διοικητικά στελέχη ασκούντα επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα του ποδοσφαίρου είχαν τη δυνατότητα να επιδεικνύουν ατιμωρητί συμπεριφορές σχετικές με τα λογιστικά και οικονομικά στοιχεία όπως αυτές που περιγράφονται στις σκέψεις 19 και 71 της παρούσας αποφάσεως. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση κατά την οποία, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, τέτοιες συμπεριφορές σχετικές με τα οικονομικά και λογιστικά στοιχεία αφορούν μεταγραφές ποδοσφαιριστών, δηλαδή πράξεις που έχουν άμεσο αντίκτυπο στη σύνθεση των ομάδων, η οποία αποτελεί μία από τις βασικές παραμέτρους των διοργανώσεων στο πλαίσιο των οποίων αναμετρώνται οι σύλλογοι επαγγελματικού ποδοσφαίρου (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Royal Antwerp Football Club, C-680/21, EU:C:2023:1010, σκέψη 61, και της 30ής Απριλίου 2026, CD Tondela κ.λπ., C-133/24, EU:C:2026:361, σκέψη 33).
75 Όσον αφορά, δεύτερον, την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, επισημαίνεται ότι η θέσπιση διατάξεων που καθιστούν δυνατή την επιβολή κυρώσεων όπως των επίμαχων στις υποθέσεις των κύριων δικών αποτελεί, αυτή καθεαυτήν, πρόσφορο μέσο για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού που μνημονεύεται στη σκέψη 72 της παρούσας αποφάσεως.
76 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην ειδικότερη περίπτωση της θεσπίσεως διατάξεων που καθιστούν δυνατή την επιβολή κυρώσεων όπως είναι οι απαγορεύσεις ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο πλαίσιο της FIGC για ορισμένο χρονικό διάστημα, οι οποίες είναι δυνατόν να επιβληθούν σε διοικητικά στελέχη όπως τα προσφεύγοντα στις υποθέσεις των κύριων δικών και τις οποίες η ρύθμιση της CONI χαρακτηρίζει συγκεκριμένα ως «αποκλεισμό για ορισμένο χρονικό διάστημα από τη FIGC, με δυνατότητα να ζητηθεί επέκταση της ισχύος του σε επίπεδο [UEFA]», λόγω συμπεριφορών όπως είναι οι μνημονευόμενες στις σκέψεις 71 και 74 της παρούσας αποφάσεως, τις οποίες η ρύθμιση χαρακτηρίζει ως «διοικητική παράβαση» «σε οικονομικά και διαχειριστικά θέματα», όπως προκύπτει από τις σκέψεις 12 έως 15 της παρούσας αποφάσεως.
77 Απόκειται συναφώς στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει αν η θέσπιση διατάξεων που καθιστούν δυνατή την επιβολή κυρώσεων όπως αυτών που διαλαμβάνονται στις δύο προηγούμενες σκέψεις της παρούσας αποφάσεως ανταποκρίνεται πράγματι στη μέριμνα για την επίτευξη κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό του σκοπού ο οποίος μνημονεύεται στη σκέψη 72 της παρούσας αποφάσεως. Προς τούτο, το αιτούν δικαστήριο οφείλει, ειδικότερα, να διακριβώσει αν οι διάφορες κυρώσεις που είναι δυνατόν να επιβληθούν σε περίπτωση τέτοιας «διοικητικής παραβάσεως σε οικονομικά και διαχειριστικά θέματα» αποτελούν συνεπές και πλήρες καθεστώς που καθιστά δυνατό όχι μόνο να παύσουν οι διαφόρων κατηγοριών συμπεριφορές που ενδέχεται να συνιστούν τέτοια παράβαση, όπως είναι η μη προσκόμιση εγγράφων, η εν μέρει προσκόμιση εγγράφων, η προσκόμιση μη σχετικών ή παραπλανητικών εγγράφων ή, ακόμη, η προσκόμιση νοθευμένων εγγράφων, αλλά και να προλαμβάνουν την επανάληψη τέτοιων συμπεριφορών.
78 Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να διακριβώσει, αφενός, ότι ο καθορισμός των εν λόγω κυρώσεων, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, διέπεται από διαφανή, αντικειμενικά και μη ενέχοντα διακρίσεις κριτήρια (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 257, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA, C-650/22, EU:C:2024:824, σκέψη 111).
79 Αφετέρου, τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να διασφαλίζουν ότι είναι δυνατόν να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων που χαρακτηρίζουν κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της φύσεως, της διάρκειας και της σοβαρότητας της διαπιστωθείσας παραβάσεως. Κατά συνέπεια, το όργανο το οποίο είναι επιφορτισμένο με την κατά περίπτωση εφαρμογή των κριτηρίων και με τον ως άνω καθορισμό πρέπει να διαθέτει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως, του οποίου η χρήση πρέπει να είναι δυνατόν να αποτελεί η ίδια αντικείμενο ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου, από εθνικό δικαστήριο, με γνώμονα τα ίδια κριτήρια και το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 151, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA, C-650/22, EU:C:2024:824, σκέψεις 106 και 111 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
80 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκαν στις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 45 και 56 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, βάσει της οποίας επιτρέπεται σε εθνική αθλητική ένωση ή ομοσπονδία, λαμβανομένης υπόψη της νομικής αυτονομίας την οποία της αναγνωρίζει το εσωτερικό δίκαιο, να επιβάλλει σε αθλητικά διοικητικά στελέχη κύρωση συνιστάμενη σε προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων υπαγόμενων στη δικαιοδοσία της συγκεκριμένης ενώσεως ή ομοσπονδίας λόγω ψευδών δηλώσεων οικονομικών και λογιστικών στοιχείων οι οποίες υποβλήθηκαν κατά παράβαση των αρχών της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας, που οφείλουν να τηρούν τα εν λόγω διοικητικά στελέχη βάσει ρυθμίσεως την οποία είναι αρμόδια να εφαρμόζει η συγκεκριμένη ένωση ή ομοσπονδία, υπό την προϋπόθεση ότι:
– με τη θέσπιση των διατάξεων βάσει των οποίων η ίδια ένωση ή ομοσπονδία έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τέτοια κύρωση επιδιώκεται η επίτευξη ενός ή πλειόνων συμβατών με τη Συνθήκη ΛΕΕ θεμιτών σκοπών γενικού συμφέροντος, μη αμιγώς οικονομικής φύσεως, και ότι
– οι εν λόγω διατάξεις είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας, στοιχείο που προϋποθέτει ότι είναι κατάλληλες για την κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό επίτευξη του ως άνω σκοπού ή σκοπών, ο δε κατά περίπτωση καθορισμός των κυρώσεων που επιβάλλονται βάσει αυτών διέπεται από διαφανή, αντικειμενικά και μη ενέχοντα διακρίσεις κριτήρια, τα οποία καθιστούν δυνατό να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων και τα οποία είναι δυνατόν να αποτελέσουν το αντικείμενο ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε στις υποθέσεις C-424/24 και C-425/24
81 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα δε το άρθρο 6 και το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήριο, η οποία περιορίζει τις εξουσίες του εθνικού δικαστηρίου που καλείται να ελέγξει κύρωση επιβληθείσα από εθνική αθλητική ένωση ή ομοσπονδία, «κατόπιν εξαντλήσεως των βαθμών δικαιοδοσίας της εθνικής αθλητικής δικαιοσύνης», επιτρέποντας μόνον την επιδίκαση αποζημιώσεως εφόσον το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι η κύρωση επιβλήθηκε παρανόμως, αποκλειομένων των εξουσιών, αφενός, λήψεως προσωρινών μέτρων μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας και, αφετέρου, ακυρώσεως της επίμαχης κυρώσεως και παύσεως των αποτελεσμάτων της.
82 Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι, για λόγους αντίστοιχους με εκείνους που παρατίθενται στις σκέψεις 47 έως 49 της παρούσας αποφάσεως, το υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο κατά το μέρος που αφορά το άρθρο 6 ΣΕΕ. Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί απάντηση με γνώμονα αποκλειστικώς το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, υπενθυμιζομένου ότι το δεύτερο αυτό άρθρο πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη για την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 20ής Απριλίου 2021, Repubblika, C-896/19, EU:C:2021:311, σκέψεις 44 και 45, και της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C-600/23, EU:C:2025:617, σκέψη 70).
83 Προς τούτο απαιτείται, κατ’ αρχάς, να διευκρινισθεί το περιεχόμενο της υποχρεώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, να διασφαλίζουν, εν γένει, αποτελεσματική δικαστική προστασία των ιδιωτών σε περίπτωση κατά την οποία όργανο το οποίο εμπίπτει στο δικαιοδοτικό σύστημά τους καλείται, στο πλαίσιο ασκήσεως των αρμοδιοτήτων του, να ελέγξει, με γνώμονα τα δίκαιο της Ένωσης και ως «δικαστήριο» κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, κυρώσεις επιβληθείσες στους εν λόγω ιδιώτες από αθλητικές ενώσεις ή ομοσπονδίες. Εν συνεχεία, πρέπει να διευκρινισθούν τα κριτήρια βάσει των οποίων είναι δυνατόν να καθορισθεί το εθνικό δικαστήριο που είναι αρμόδιο να διενεργήσει τον εν λόγω έλεγχο, ιδίως στην ειδική περίπτωση κατά την οποία, όπως εν προκειμένω, ένα τέτοιο εθνικό δικαστήριο καλείται να ασκήσει τον συγκεκριμένο έλεγχο «κατόπιν εξαντλήσεως των βαθμών δικαιοδοσίας της εθνικής αθλητικής δικαιοσύνης».
Επί του εύρους του δικαστικού ελέγχου των κυρώσεων που επιβάλλονται σε ιδιώτες από αθλητικές ενώσεις και ομοσπονδίες
84 Βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, επιβάλλεται στα κράτη μέλη η υποχρέωση να προβλέπουν τα αναγκαία ένδικα βοηθήματα και μέσα για να διασφαλίζεται ο σεβασμός του δικαιώματος των ιδιωτών σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Η μνημονευόμενη στην εν λόγω διάταξη αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που παρέχονται στους ιδιώτες βάσει του δικαίου της Ένωσης αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης που απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και κατοχυρώνεται ιδίως στο άρθρο 47 του Χάρτη, από το οποίο προκύπτει ότι κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο τελευταίο εκ των μνημονευόμενων άρθρων (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Randstad Italia, C-497/20, EU:C:2021:1037, σκέψεις 56 και 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 16ης Οκτωβρίου 2025, PROFIL-COPY 2002, C-510/24, EU:C:2025:795, σκέψη 38).
85 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, κατά πρώτον, ότι, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, οι ιδιώτες οι οποίοι υποστηρίζουν, στο πλαίσιο διαφοράς η οποία συνδέεται με την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας στο έδαφος της Ένωσης, ότι πράξη, μέτρο ή συμπεριφορά θίγει τα δικαιώματα ή τις ελευθερίες που τους παρέχονται βάσει του δικαίου της Ένωσης πρέπει να διαθέτουν μέσο ένδικης προστασίας το οποίο να τους παρέχει τη δυνατότητα να προσβάλλουν την πράξη, το μέτρο ή τη συμπεριφορά λαμβανομένου υπόψη του συγκεκριμένου δικαιώματος, είτε άμεσα είτε παρεμπιπτόντως, και να τυγχάνουν του εκ μέρους εθνικού δικαστηρίου ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου της πράξεως, του μέτρου ή της συμπεριφοράς λαμβανομένου υπόψη του εν λόγω δικαιώματος (πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C-600/23, EU:C:2025:617, σκέψεις 75, 76 και 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
86 Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 55 και 56 της παρούσας αποφάσεως, οι ιδιώτες πρέπει επομένως να διαθέτουν τέτοιο μέσο, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που υποστηρίζουν, στο πλαίσιο διαφοράς η οποία συνδέεται με την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας στο έδαφος της Ένωσης, ότι κύρωση η οποία τους επιβλήθηκε από αθλητική ένωση ή ομοσπονδία παραβίασε μία ή πλείονες εκ των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες αναγνωρίζει υπέρ αυτών το δίκαιο της Ένωσης, όπως εν προκειμένω, την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C-600/23, EU:C:2025:617, σκέψεις 71 και 108).
87 Κατά δεύτερον, η απαίτηση περί ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν στους ιδιώτες στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, προϋποθέτει, κατ’ αρχάς, ότι το εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου οι ιδιώτες δύνανται να προσβάλουν κύρωση επιβληθείσα από αθλητική ένωση ή ομοσπονδία πρέπει, κατ’ αρχήν, να είναι αρμόδιο να εξετάζει όλα τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που είναι κρίσιμα για την επίλυση της αχθείσας ενώπιόν του διαφοράς, έχοντας προηγουμένως ζητήσει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί παντός ζητήματος σχετικού με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως του δικαίου της Ένωσης, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C-600/23, EU:C:2025:617, σκέψεις 75, 77 και 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
88 Ειδικότερα, το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δύναται να ελέγχει το βάσιμο ως προς το δίκαιο της Ένωσης, αφενός μεν, των νομικών και πραγματικών λόγων βάσει των οποίων επιβλήθηκε η κύρωση στον συγκεκριμένο ιδιώτη (πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C-600/23, EU:C:2025:617, σκέψεις 86 και 101), αφετέρου δε, της ίδιας της κυρώσεως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 79 της παρούσας αποφάσεως. Ο δεύτερος αυτός έλεγχος είναι δυνατόν να αφορά ο ίδιος, σε συνάρτηση με τους λόγους που πρέπει να εξετάσει το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, τις συνθήκες υπό τις οποίες επιβλήθηκε η εν λόγω κύρωση, την αιτιολογία και τον καθορισμό της.
89 Εν συνεχεία, το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί απλώς να διαπιστώσει, ενδεχομένως, την ύπαρξη παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, αλλά πρέπει, κατ’ αρχήν, να μπορεί επίσης να συναγάγει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του και σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις, όλες τις επιβεβλημένες έννομες συνέπειες σε περίπτωση τέτοιας διαπιστώσεως, ούτως ώστε να μην εξακολουθήσει να υφίσταται η επίμαχη παραβίαση (πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C-600/23, EU:C:2025:617, σκέψεις 102 και 103).
90 Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία προβάλλεται παραβίαση μίας ή πλειόνων θεμελιωδών ελευθεριών κυκλοφορίας που προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ, το ως άνω δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα, κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιώτη, όχι μόνον να διαπιστώνει τη συγκεκριμένη παραβίαση και να υποχρεώνει τον υπαίτιο σε αποκατάσταση της προκληθείσας στον εν λόγω ιδιώτη ζημίας, αλλά και να διατάσσει να παύσει η συμπεριφορά που συνιστά την εν λόγω παραβίαση ή, προκειμένου περί πράξεως, να ακυρώνει την επίμαχη πράξη (πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C-600/23, EU:C:2025:617, σκέψη 104 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
91 Τούτο ισχύει, ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία το μέτρο που ενέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης συνιστά κύρωση όπως είναι η επιβληθείσα σε ιδιώτη απαγόρευση ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ακύρωση της πράξεως με την οποία επιβάλλεται η κύρωση, στο μέτρο που απαιτείται προκειμένου να παύσουν να υφίστανται στην έννομη τάξη η επίμαχη κύρωση καθώς και τα αποτελέσματά της, είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του ενδιαφερόμενου ιδιώτη, καθόσον του επιτρέπει να έχει εκ νέου τη δυνατότητα ασκήσεως των ελευθεριών του και, ως εκ τούτου, των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του, δυνατότητα την οποία θα εξακολουθούσε να στερείται ελλείψει τέτοιας ακυρώσεως.
92 Τέλος, το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο πρέπει να διαθέτει την εξουσία να διατάσσει προσωρινά μέτρα μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως. Πράγματι, ελλείψει τέτοιας δυνατότητας, δεν μπορεί να διασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της εν λόγω αποφάσεως (πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C-600/23, EU:C:2025:617, σκέψεις 105 και 106 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
93 Βεβαίως, σε περίπτωση κατά την οποία η ανακατανομή ζώνης συχνοτήτων έπρεπε να πραγματοποιηθεί πριν από ορισμένη ημερομηνία σύμφωνα με πράξη του παράγωγου δικαίου της Ένωσης και κατά την οποία η ακύρωση πράξεων σχετικών με την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων, οι οποίες είχαν εκδοθεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές προκειμένου να καταστεί δυνατή η εν λόγω ανακατανομή, ήταν δυνατόν να θίξει όχι μόνον τους επιδιωκόμενους από τον νομοθέτη της Ένωσης σκοπούς γενικού συμφέροντος, αλλά και τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας, αφενός, τα αποτελέσματα των προσφυγών που ασκούνται από οικονομικούς φορείς κατά τέτοιων πράξεων περιλαμβάνουν μόνον την επιδίκαση χρηματικής αποζημιώσεως και, αφετέρου, τα ασφαλιστικά μέτρα που μπορούν να διαταχθούν εν αναμονή της εξετάσεως της προσφυγής περιλαμβάνουν μόνον καταβολή προσωρινής αποζημιώσεως (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2025, Cairo Network κ.λπ. (C-764/23 έως C-766/23, EU:C:2025:691, σκέψεις 73 έως 86).
94 Ωστόσο, η κατάσταση των προσώπων στα οποία αθλητική ένωση ή ομοσπονδία επέβαλε κύρωση αντιβαίνουσα στις ελευθερίες κυκλοφορίας που αναγνωρίζονται υπέρ των προσώπων αυτών βάσει του δικαίου της Ένωσης δεν συνιστά τέτοια περίπτωση. Το επιχείρημα το οποίο προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και κατά το οποίο τυχόν ακύρωση των κυρώσεων που επιβλήθηκαν στους προσφεύγοντες των κύριων δικών μπορούσε να συνεπάγεται την ακύρωση κυρώσεων οι οποίες είχαν τη μορφή βαθμών ποινής στο πλαίσιο του εθνικού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος και οι οποίες επιβλήθηκαν στον ποδοσφαιρικό σύλλογο που απασχολούσε τους εν λόγω προσφεύγοντες, με αποτέλεσμα να προκληθεί μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας ως προς την τελική κατάταξη του συγκεκριμένου πρωταθλήματος, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Αρκεί συναφώς η επισήμανση ότι τα υποβληθέντα στις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις προδικαστικά ερωτήματα αφορούν αποκλειστικώς την κατάσταση των προσφευγόντων και όχι εκείνην του ποδοσφαιρικού συλλόγου στον οποίον ασκούσαν τις δραστηριότητές τους ή τη νομιμότητα κυρώσεων που είχαν ενδεχομένως επιβληθεί στον εν λόγω σύλλογο.
Επί του καθορισμού του εθνικού δικαστηρίου το οποίο είναι αρμόδιο για τον έλεγχο των κυρώσεων που επιβάλλονται σε ιδιώτες από αθλητικές ενώσεις και ομοσπονδίες
95 Κατά πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι η οργάνωση της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων της συστάσεως, της συνθέσεως, των αρμοδιοτήτων και της λειτουργίας των εθνικών δικαστηρίων, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, εντούτοις, κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως από το άρθρο 19 ΣΕΕ [αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C-204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 44].
96 Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 84 της παρούσας αποφάσεως, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη καθιερώνουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ο σεβασμός του δικαιώματος των ιδιωτών σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, στα κράτη μέλη απόκειται να προβλέπουν σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων καθώς και διαδικασιών δυνάμενων να διασφαλίσουν τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο στους εν λόγω τομείς (αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto ?owicz και Prokurator Generalny, C-558/18 και C-563/18, EU:C:2020:234, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 34).
97 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ τυγχάνει ιδίως εφαρμογής στην περίπτωση κάθε εθνικού οργάνου δυνάμενου να αποφαίνεται, ως «δικαστήριο», κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, επί ζητημάτων απτομένων της ερμηνείας ή της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και εμπιπτόντων, επομένως, σε τομείς που διέπονται από το εν λόγω δίκαιο (αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto ?owicz και Prokurator Generalny, C-558/18 και C-563/18, EU:C:2020:234, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 36).
98 Τα κράτη μέλη οφείλουν, επομένως, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, να διασφαλίζουν ότι τα όργανα τα οποία, ως «δικαστήρια» κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, καλούνται να αποφανθούν επί ζητημάτων που αφορούν την εφαρμογή ή την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και τα οποία, ως εκ τούτου, εντάσσονται στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης πληρούν όλες τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία [πρβλ. αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C-430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 47].
99 Μεταξύ των ως άνω απαιτήσεων καταλέγεται, πρώτον, η απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαιοδοτικών οργάνων, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη με την αποστολή του δικαστή, αποτελεί δε ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, που είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας του συνόλου των δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης και για την προάσπιση των κοινών αξιών των κρατών μελών οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, ιδίως δε της αξίας του κράτους δικαίου [αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών), C-791/19, EU:C:2021:596, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 49].
100 Η εν λόγω απαίτηση περί ανεξαρτησίας περιλαμβάνει δύο πτυχές. Η πρώτη, εξωτερική, πτυχή προϋποθέτει ότι το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους [αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου), C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982, σκέψη 121, και της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 50].
101 Η δεύτερη πτυχή, εσωτερικής φύσεως, είναι παρεμφερής προς την έννοια της «αμεροληψίας» και συναρτάται προς την τήρηση ίσων αποστάσεων ως προς τους διαδίκους και τα αντιπαρατιθέμενα συμφέροντά τους σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς. Η πτυχή αυτή επιτάσσει την τήρηση αντικειμενικότητας και την απουσία κάθε συμφέροντος ως προς την επίλυση της διαφοράς πέραν της αυστηρής εφαρμογής των κανόνων δικαίου [αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου), C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982, σκέψη 122, και της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 51].
102 Οι ως άνω εγγυήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας απαιτούν την ύπαρξη κανόνων, ιδίως όσον αφορά τη σύνθεση του οικείου οργάνου, ώστε οι πολίτες να μην έχουν καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη στεγανότητα του οργάνου έναντι των εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων [αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου), C-585/18, C-624/18 και C-625/18, EU:C:2019:982, σκέψη 123, και της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 52].
103 Συναφώς, επιβάλλεται οι δικαστές να προφυλάσσονται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις δυνάμενες να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία τους. Οι κανόνες οι οποίοι διέπουν το καθεστώς των δικαστών και την άσκηση του λειτουργήματός τους πρέπει, ειδικότερα, να καθιστούν δυνατό να αποκλεισθεί όχι μόνον οποιαδήποτε άμεση άσκηση επιρροής, υπό τη μορφή εντολών, αλλά και πιο έμμεσες μορφές άσκησης επιρροής δυνάμενες να κατευθύνουν τις αποφάσεις των οικείων δικαστών, ούτως ώστε να μην προκαλείται η εντύπωση ότι οι δικαστές δεν είναι ανεξάρτητοι ή αμερόληπτοι, η οποία θα μπορούσε να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη που πρέπει να εμπνέει η δικαιοσύνη στους πολίτες στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ενός κράτους δικαίου [αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών), C-791/19, EU:C:2021:596, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 53].
104 Μολονότι η «εξωτερική» πτυχή της ανεξαρτησίας αφορά κατ’ πρωτίστως την προάσπιση της ανεξαρτησίας των δικαιοδοτικών οργάνων έναντι της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας σύμφωνα με την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ενός κράτους δικαίου, η εν λόγω πτυχή πρέπει, πάντως, να νοηθεί ως αφορώσα και την προστασία των δικαστών έναντι παρεμβάσεων, πιέσεων ή ασκήσεως άμεσης ή πιο έμμεσης επιρροής, επί παραδείγματι όσον αφορά τον διορισμό τους ή την εξέταση των υποθέσεων που τους έχουν ανατεθεί, οι οποίες προέρχονται ενδεχομένως από άλλες εξωτερικές πηγές, όπως είναι, εν προκειμένω, οι αθλητικές ενώσεις και ομοσπονδίες των οποίων ορισμένες πράξεις ή δραστηριότητες ενδέχεται τα δικαιοδοτικά όργανα της αθλητικής δικαιοσύνης να κληθούν να ελέγξουν.
105 Δεύτερον, λαμβανομένων υπόψη των άρρηκτων δεσμών που υφίστανται μεταξύ των εγγυήσεων περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας των δικαστών καθώς και της προσβάσεως σε δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ απαιτεί επίσης την ύπαρξη δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Η φράση αυτή, η οποία απηχεί, μεταξύ άλλων, την αρχή του κράτους δικαίου, αφορά όχι μόνον τη νομική βάση της ίδιας της υπάρξεως του οικείου δικαστηρίου, αλλά και τη σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού σε κάθε υπόθεση (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
106 Με τη χρήση της φράσεως «που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως» επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αφεθεί η οργάνωση του δικαστικού συστήματος στη διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας και να διασφαλισθεί ότι ο τομέας αυτός θα διέπεται από νόμο. Επιπλέον, σε χώρες όπου το δίκαιο αποτυπώνεται σε κώδικες, η οργάνωση του δικαστικού συστήματος δεν μπορεί να καταλείπεται ούτε στη διακριτική ευχέρεια των δικαστικών αρχών, στοιχείο το οποίο δεν αποκλείει, πάντως, την αναγνώριση σε αυτές ορισμένης εξουσίας ερμηνείας της σχετικής εθνικής νομοθεσίας (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
107 Κατά μείζονα λόγο, η οργάνωση του δικαστικού συστήματος δεν είναι δυνατόν να καταλείπεται στη διακριτική ευχέρεια επαγγελματικών οργάνων, ακόμη και ιδιωτικού δικαίου, μολονότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι τέτοιες επαγγελματικές οργανώσεις μπορούν να αποτελούν «δικαστήρια», κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, εφόσον πληρούν τις απαιτήσεις που έχουν τεθεί με τη σχετική νομολογία (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1981, Broekmeulen, 246/80, EU:C:1981:218, σκέψεις 3, 4, 9 και 17, και της 13ης Ιανουαρίου 2022, Minister Sprawiedliwo?ci, C-55/20, EU:C:2022:6, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Προκειμένου τέτοιες επαγγελματικές οργανώσεις ή ορισμένα όργανα συσταθέντα στο πλαίσιό τους να θεωρούνται δικαστήρια απαιτείται, ως εκ τούτου, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη, η σύνθεση και η οργάνωσή τους να έχουν προηγούμενως προβλεφθεί με νόμο.
108 Επιπλέον, η έννοια του «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως» παραπέμπει στην ύπαρξη οργάνου το οποίο χαρακτηρίζεται από τον δικαιοδοτικό του ρόλο, ήτοι την επίλυση, βάσει κανόνων δικαίου και κατόπιν οργανωμένης διαδικασίας, κάθε ζητήματος που εμπίπτει στην αρμοδιότητά του. Επομένως, ένα τέτοιο όργανο, πέραν της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των μελών του, πρέπει να πληροί και άλλες προϋποθέσεις, ειδικότερα δε την προϋπόθεση που αφορά τις εγγυήσεις τις οποίες παρέχει η διαδικασία που ακολουθείται ενώπιόν του (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
109 Μεταξύ των ανωτέρω εγγυήσεων καταλέγεται η αρχή της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική δικαστική προστασία. Η εν λόγω αρχή επιτάσσει, μεταξύ άλλων, να μπορούν οι διάδικοι να συζητούν κατ’ αντιμωλίαν επί του συνόλου των πραγματικών και νομικών στοιχείων που έχουν καθοριστική σημασία για την έκβαση της διαδικασίας (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C-554/21, C-622/21 και C-727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
110 Τρίτον, το οικείο όργανο πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, να είναι σε θέση να ασκεί ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο επί των πράξεων, των μέτρων ή των συμπεριφορών που καλείται να εξετάσει στο πλαίσιο ασκήσεως των αρμοδιοτήτων του, όπως συνάγεται από τις σκέψεις 87 έως 92 της παρούσας αποφάσεως.
111 Κατά δεύτερον, η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως πλέον κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 82 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη για την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, δεν αφορά το δικαίωμα προσβάσεως σε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά απλώς το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο (αποφάσεις της 28ης Ιουλίου 2011, Samba Diouf, C-69/10, EU:C:2011:524, σκέψη 69, της 17ης Ιουλίου 2014, S?nchez Morcillo και Abril Garc?a, C-169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 36, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Scuola europea di Varese, C-431/22, EU:C:2023:1021, σκέψη 93).
112 Κατά συνέπεια, μολονότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ούτως ώστε να βελτιώνεται η αποτελεσματική δικαστική προστασία των ιδιωτών, είτε εν γένει είτε σε ειδικό τομέα, δεν τους επιβάλλει πάντως να πράττουν κάτι τέτοιο.
113 Τέλος, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 111 της παρούσας αποφάσεως, επισημαίνεται, κατά τρίτον, ότι, σε περίπτωση όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών, μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι κανένα από τα όργανα τα οποία επεμβαίνουν στους διάφορους «βαθμούς δικαιοδοσίας της εθνικής αθλητικής δικαιοσύνης» και τα οποία μνημονεύονται από το αιτούν δικαστήριο στα προδικαστικά ερωτήματά του δεν πληροί σωρευτικώς τις προϋποθέσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, όπως αυτές υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 98 έως 110 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει το αιτούν δικαστήριο, βάσει του δικαίου της Ένωσης, να δύναται να ασκήσει ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο, κατά την έννοια που διευκρινίσθηκε με τις σκέψεις 87 έως 92 της παρούσας αποφάσεων, επί των κυρώσεων τις οποίες δύνανται να επιβάλλουν οι αθλητικές ενώσεις και ομοσπονδίες στους ιδιώτες.
114 Πράγματι, εάν αποδεικνυόταν τουλάχιστον ότι το δικαιοδοτικό όργανο της αθλητικής δικαιοσύνης το οποίο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό πληροί τις ως άνω σωρευτικές απαιτήσεις και ότι, ως εκ τούτου, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «δικαστήριο» που παρέχει τα απαιτούμενα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, εάν η υπόσταση, η σύνθεση και η οργάνωσή του έχουν προηγουμένως καθορισθεί με νόμο, εάν ασκεί πράγματι δικαιοδοτικό έργο, εάν η ενώπιόν του διαδικασία παρέχει τις επιβεβλημένες εγγυήσεις, ειδικότερα δε εκείνες που αφορούν τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και την τήρηση της αρχής της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως, και εάν είναι σε θέση να ασκεί ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο, ενδεχομένως υποβάλλοντας στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τότε θα υπήρχε μέσο ένδικης προστασίας που να διασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία των ιδιωτών, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 101 των προτάσεών του.
115 Κατά συνέπεια, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει εάν τουλάχιστον το δικαιοδοτικό όργανο της αθλητικής δικαιοσύνης το οποίο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό πληροί όντως τις εν λόγω σωρευτικές απαιτήσεις, λαμβανομένων υπόψη των ακόλουθων στοιχείων.
116 Όσον αφορά, πρώτον, τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, διαπιστώνεται ότι, μολονότι οι διάδικοι των κύριων δικών και ορισμένες από τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις αναφέρθηκαν επί μακρόν στις εν λόγω απαιτήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο τις μνημόνευσε μόνον κατά τρόπο όλως παρεμπίπτοντα και περιστασιακό στις αποφάσεις του περί παραπομπής. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία ώστε να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του δευτέρου παροχή ενδείξεων στο πρώτο ως προς το ζήτημα αυτό. Ως εκ τούτου, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν πληρούνται οι ως άνω απαιτήσεις, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 99 έως 104 της παρούσας αποφάσεως.
117 Όσον αφορά, δεύτερον, την απαίτηση βάσει της οποίας τα επίμαχα όργανα πρέπει να έχουν προηγουμένως συσταθεί νομίμως, διαπιστώνεται, αφενός, ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι πληρούται απλώς και μόνον επειδή η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών εθνική νομοθεσία ορίζει ότι τα οικεία πρόσωπα «οφείλουν να προσφεύγουν στα [δικαιοδοτικά] όργανα της αθλητικής δικαιοσύνης, κατά τις διατάξεις των καταστατικού και των κανονισμών της [CONI] και των αθλητικών ομοσπονδιών». Πράγματι, βάσει μιας τέτοιας γενικού χαρακτήρα συλλήβδην μνείας των καταστατικών και των κανονισμών των οικείων εθνικών αθλητικών ενώσεων και ομοσπονδιών δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, πέραν απλώς της νόμιμης βάσεως για τη σύσταση των οικείων οργάνων, η σύνθεσή τους, η οργάνωσή τους, το δικαιοδοτικό έργο τους και οι εγγυήσεις που διέπουν την ενώπιόν τους διαδικασία προβλέπονται με νόμο, ούτως ώστε να μην καταλείπονται στη διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας, της δικαστικής εξουσίας ή, κατά μείζονα λόγο, των ίδιων των εθνικών αθλητικών ενώσεων και ομοσπονδιών.
118 Απόκειται επομένως στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν τα διάφορα εν λόγω στοιχεία προβλέπονται με νόμο άλλον από την εθνική νομοθεσία σχετικά με την οποία υποβάλλει τα προδικαστικά ερωτήματα. Διευκρινίζεται συναφώς ότι, μολονότι ρύθμιση θεσπισθείσα από εθνική αθλητική ένωση ή ομοσπονδία δεν συνιστά, αυτή καθεαυτήν, τέτοιον νόμο, λαμβανομένων υπόψη της προελεύσεως και της φύσεώς της, τούτο δεν αποκλείει κατ’ ανάγκην ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τη συγκεκριμένη ιδιότητα σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως σε αυτή της εγκρίσεως βάσει νόμου, υπό τις προσήκουσες προϋποθέσεις.
119 Αφετέρου, εφόσον τηρείται η απαίτηση που μνημονεύεται στις δύο προηγούμενες σκέψεις της παρούσας αποφάσεως, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει αν τα επίμαχα όργανα ασκούν πράγματι δικαιοδοτικό έργο, εν αντιθέσει, επί παραδείγματι, με το πειθαρχικό. Εάν τούτο συμβαίνει, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει, επιπλέον, αν το συγκεκριμένο έργο ασκείται στο πλαίσιο διαδικασίας παρέχουσας όλες τις εγγυήσεις που απαριθμούνται στις σκέψεις 108 και 109 της παρούσας αποφάσεως.
120 Όσον αφορά, τρίτον, τον δικαστικό έλεγχο που δύνανται να ασκούν τέτοια όργανα στην περίπτωση κυρώσεων όπως των επίμαχων στις υποθέσεις των κύριων δικών, ελλείψει στοιχείων στις δικογραφίες που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο και ενδείξεων στις αποφάσεις περί παραπομπής, απόκειται, επίσης, αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν ο έλεγχος αυτός πληροί τις απαιτήσεις που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 87 έως 92 της παρούσας αποφάσεως.
121 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, η οποία περιορίζει τις εξουσίες του εθνικού δικαστηρίου που καλείται να ελέγξει κύρωση επιβληθείσα από εθνική αθλητική ένωση ή ομοσπονδία, «κατόπιν εξαντλήσεως των βαθμών δικαιοδοσίας της εθνικής αθλητικής δικαιοσύνης», επιτρέποντας μόνον την επιδίκαση αποζημιώσεως εφόσον το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι η κύρωση επιβλήθηκε παρανόμως, αποκλειομένων των εξουσιών, αφενός, λήψεως προσωρινών μέτρων μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως και, αφετέρου, ακυρώσεως της επίμαχης κυρώσεως και παύσεως των αποτελεσμάτων της, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το όργανο της «εθνικής αθλητικής δικαιοσύνης» το οποίο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό:
– αποτελεί «δικαστήριο», κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, το οποίο παρέχει τα απαιτούμενα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας,
– έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, όσον αφορά την υπόσταση, τη σύνθεση και την οργάνωσή του,
– ασκεί δικαιοδοτικό έργο,
– ενώπιόν του ακολουθείται διαδικασία παρέχουσα τις επιβεβλημένες εγγυήσεις, ιδίως δε εκείνες που αφορούν τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και την τήρηση της αρχής της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως,
– είναι σε θέση να ασκεί, προηγουμένως, ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο της ως άνω κυρώσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
122 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Τα άρθρα 45 και 56 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, βάσει της οποίας επιτρέπεται σε εθνική αθλητική ένωση ή ομοσπονδία, λαμβανομένης υπόψη της νομικής αυτονομίας την οποία της αναγνωρίζει το εσωτερικό δίκαιο, να επιβάλλει σε αθλητικά διοικητικά στελέχη κύρωση συνιστάμενη σε προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων υπαγόμενων στη δικαιοδοσία της συγκεκριμένης ενώσεως ή ομοσπονδίας λόγω ψευδών δηλώσεων οικονομικών και λογιστικών στοιχείων οι οποίες υποβλήθηκαν κατά παράβαση των αρχών της πίστης, της ευπρέπειας και της εντιμότητας, που οφείλουν να τηρούν τα εν λόγω διοικητικά στελέχη βάσει ρυθμίσεως την οποία είναι αρμόδια να εφαρμόζει η συγκεκριμένη ένωση ή ομοσπονδία, υπό την προϋπόθεση ότι:
– με τη θέσπιση των διατάξεων βάσει των οποίων η ίδια ένωση ή ομοσπονδία έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τέτοια κύρωση επιδιώκεται η επίτευξη ενός ή πλειόνων συμβατών με τη Συνθήκη ΛΕΕ θεμιτών σκοπών γενικού συμφέροντος, μη αμιγώς οικονομικής φύσεως, και ότι
– οι εν λόγω διατάξεις είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας, στοιχείο που προϋποθέτει ότι είναι κατάλληλες για την κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό επίτευξη του ως άνω σκοπού ή σκοπών, ο δε κατά περίπτωση καθορισμός των κυρώσεων που επιβάλλονται βάσει αυτών διέπεται από διαφανή, αντικειμενικά και μη ενέχοντα διακρίσεις κριτήρια, τα οποία καθιστούν δυνατό να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων και τα οποία είναι δυνατόν να αποτελέσουν το αντικείμενο ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου.
2) Το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, η οποία περιορίζει τις εξουσίες του εθνικού δικαστηρίου που καλείται να ελέγξει κύρωση επιβληθείσα από εθνική αθλητική ένωση ή ομοσπονδία, «κατόπιν εξαντλήσεως των βαθμών δικαιοδοσίας της εθνικής αθλητικής δικαιοσύνης», επιτρέποντας μόνον την επιδίκαση αποζημιώσεως εφόσον το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι η κύρωση επιβλήθηκε παρανόμως, αποκλειομένων των εξουσιών, αφενός, λήψεως προσωρινών μέτρων μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως και, αφετέρου, ακυρώσεως της επίμαχης κυρώσεως και παύσεως των αποτελεσμάτων της, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το όργανο της «εθνικής αθλητικής δικαιοσύνης» το οποίο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό:
– αποτελεί «δικαστήριο», κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, το οποίο παρέχει τα απαιτούμενα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας,
– έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, όσον αφορά την υπόσταση, τη σύνθεση και την οργάνωσή του,
– ασκεί δικαιοδοτικό έργο,
– ενώπιόν του ακολουθείται διαδικασία παρέχουσα τις επιβεβλημένες εγγυήσεις, ιδίως δε εκείνες που αφορούν τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και την τήρηση της αρχής της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως,
– είναι σε θέση να ασκεί, προηγουμένως, ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο της ως άνω κυρώσεως.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.