Υπόθεση C-45/24, Verein f?r Konsumenteninformation κατά Koninklijke Luchtvaart Maatschappij NV, Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση C-45/24, Verein f?r Konsumenteninformation κατά Koninklijke Luchtvaart Maatschappij NV, Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026
Υπόθεση C-45/24, Verein f?r Konsumenteninformation κατά Koninklijke Luchtvaart Maatschappij NV, Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 15ης Ιανουαρίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Αεροπορικές μεταφορές – Κανονισμός (ΕΚ) 261/2004 – Άρθρο 8, παράγραφος 1 – Επιστροφή του αντιτίμου του εισιτηρίου σε περίπτωση ματαίωσης πτήσης – Προμήθεια που εισπράττει πρόσωπο το οποίο ενεργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ του επιβάτη και του αερομεταφορέα κατά την αγορά του εισιτηρίου – Προϋποθέσεις συνυπολογισμού – Ύψος της προμήθειας το οποίο φέρεται να καθορίστηκε εν αγνοία του αερομεταφορέα – Βάρος αποδείξεως »

Στην υπόθεση C-45/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιανουαρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

Verein f?r Konsumenteninformation

κατά

Koninklijke Luchtvaart Maatschappij NV,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Jarukaitis, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του τετάρτου τμήματος, M. Condinanzi, N. J??skinen (εισηγητή) και R. Frendo, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: R. Norkus

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Verein f?r Konsumenteninformation, εκπροσωπούμενη από τον M. Strohmayer, Rechtsanwalt,

–        η Koninklijke Luchtvaart Maatschappij NV, εκπροσωπούμενη από τους M. Flitsch και D. Wei?, Rechtsanw?lte,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον G. von Rintelen και την N. Yerrell,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιουνίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 295/91 (ΕΕ 2004, L 46, σ. 1 και διορθωτικό ΕΕ 2006, L 365, σ. 89).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Verein f?r Konsumenteninformation (ένωσης για την προστασία των καταναλωτών, Αυστρία) (στο εξής: VKI) και της Koninklijke Luchtvaart Maatschappij NV, αεροπορικής εταιρίας εγκατεστημένης στις Κάτω Χώρες (στο εξής: KLM), με αντικείμενο την επιστροφή, κατόπιν ματαίωσης της πτήσης επιβατών αεροπορικής μεταφοράς, της προμήθειας που οι επιβάτες αυτοί κατέβαλαν στη διαδικτυακή πύλη κρατήσεων του πρακτορείου ταξιδίων Opodo (στο εξής: Opodo), κατά την αγορά των αεροπορικών τους εισιτηρίων στον διαδικτυακό τόπο του πρακτορείου.

 Το νομικό πλαίσιο

3        Κατά την αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 261/2004:

«Η ανάληψη δράσης από την Κοινότητα στο πεδίο των αερομεταφορών θα πρέπει να αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του επιβατικού κοινού. Θα πρέπει εξάλλου να ληφθούν πλήρως υπόψη οι απαιτήσεις προστασίας των καταναλωτών.»

4        Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού επιγράφεται «Αντικείμενο» και προβλέπει, στην παράγραφο 1, στοιχείο β', τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει, υπό τους ακόλουθους προσδιοριζόμενους όρους, τα ελάχιστα δικαιώματα των επιβατών σε περίπτωση:

[...]

β)      ματαίωσης της πτήσης τους.»

5        Το άρθρο 2 του κανονισμού 261/2004 φέρει τον τίτλο «Ορισμοί» και ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοείται ως:

[...]

στ)      “εισιτήριο”, το έγκυρο έγγραφο που παρέχει δικαίωμα μεταφοράς, ή το ισοδύναμό του σε μη έντυπη, π.χ. ηλεκτρονική μορφή, το οποίο έχει εκδοθεί ή εγκριθεί από τον αερομεταφορέα ή τον εξουσιοδοτημένο πράκτορά του

[...]».

6        Το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού φέρει τον τίτλο «Ματαίωση» και προβλέπει, στην παράγραφο 1, στοιχείο α', τα εξής:

«Σε περίπτωση ματαίωσης μιας πτήσης, οι επιβάτες δικαιούνται:

α)      βοήθεια από τον πραγματικό αερομεταφορέα σύμφωνα με το άρθρο 8».

7        Το άρθρο 8 του κανονισμού 261/2004 φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα επιστροφής χρημάτων ή μεταφοράς με άλλη πτήση ή άλλο μεταφορικό μέσο» και προβλέπει, στην παράγραφο 1, στοιχείο α', τα εξής:

«Όταν γίνεται παραπομπή στο παρόν άρθρο, παρέχεται στον επιβάτη η δυνατότητα να επιλέξει:

α)      –      την εντός επτά ημερών επιστροφή, με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3, του πλήρους αντιτίμου του εισιτηρίου του, στην τιμή που το αγόρασε, [...], καθώς επίσης, αν συντρέχει η περίπτωση:

–        πτήση επιστροφής στο αρχικό σημείο αναχώρησής του το νωρίτερο δυνατόν».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

8        Επιβάτες αεροπορικής μεταφοράς αγόρασαν, μέσω της διαδικτυακής πύλης κρατήσεων του Opodo, πρακτορείου ταξιδίων πιστοποιημένου από την International Air Transport Association (Διεθνή Ένωση Αεροπορικών Μεταφορών, IATA) και εξουσιοδοτημένου να εκδίδει αεροπορικά εισιτήρια για την KLM, εισιτήρια για πτήσεις με αναχώρηση από τη Βιέννη (Αυστρία) και με προορισμό τη Λίμα (Περού), μέσω Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες), καθώς και για πτήσεις με αναχώρηση από τη Λίμα με προορισμό τη Βιέννη, μέσω Άμστερνταμ, τις οποίες θα εκτελούσε η KLM στις 19 Αυγούστου 2020 και στις 28 Σεπτεμβρίου 2020 αντιστοίχως. Οι επιβάτες αυτοί κατέβαλαν στο Opodo το συνολικό ποσό των 2 053,48 ευρώ, το οποίο περιελάμβανε την τιμή των εισιτηρίων, που αντιστοιχούσε σε 1 958,34 ευρώ, καθώς και προμήθεια διαμεσολάβησης για την αγορά των εισιτηρίων μέσω της διαδικτυακής πύλης κρατήσεων, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 95,14 ευρώ.

9        Λόγω της ματαίωσης των πτήσεων αυτών, στους επιβάτες επιστράφηκε, από την KLM, το αντίτιμο των εισιτηρίων, όχι όμως και η ως άνω προμήθεια διαμεσολάβησης ύψους 95,14 ευρώ.

10      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, μολονότι η KLM συνεργαζόταν με το Opodo επί τουλάχιστον μία δεκαετία και υπήρχε, κατά τον χρόνο αγοράς των επίμαχων στην κύρια δίκη εισιτηρίων, σύμβαση μεταξύ της KLM και του Opodo, καλούμενη «Global Incentive», η οποία προέβλεπε ορισμένες πριμοδοτήσεις για το Opodo ανάλογα με τον αριθμό των πωληθέντων εισιτηρίων της KLM, ούτε η σύμβαση αυτή ούτε οι συμβάσεις IATA περιείχαν ρύθμιση σχετικά με τη δυνατότητα του Opodo να χρεώνει στους επιβάτες προμήθεια διαμεσολάβησης και σχετικά με το ύψος της προμήθειας αυτής.

11      Η VKI, στην οποία οι επιβάτες της κύριας δίκης εκχώρησαν τις απαιτήσεις τους για επιστροφή του κόστους των αεροπορικών εισιτηρίων, άσκησε αγωγή ενώπιον του Bezirksgericht Schwechat (ειρηνοδικείου Schwechat, Αυστρία) με αίτημα την καταβολή του ποσού των 95,14 ευρώ, πλέον τόκων, από την KLM, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 261/2004, υποστηρίζοντας ότι η επιστροφή του αντιτίμου των εισιτηρίων αυτών έπρεπε να περιλαμβάνει το ποσό της προμήθειας διαμεσολάβησης. Συγκεκριμένα, κατά τη VKI, στο μέτρο που η KLM γνώριζε ότι η εν λόγω προμήθεια καθορίζεται γενικώς από το Opodo, θα ήταν άδικο να μην υποχρεωθεί να επιστρέψει το εν λόγω ποσό, κατά μείζονα λόγο διότι ωφελείται από τη διαμεσολάβηση του Opodo. Επιπροσθέτως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συνυπολογιστεί η προμήθεια στο συνολικό αντίτιμο του αεροπορικού εισιτηρίου που πρέπει να επιστραφεί δυνάμει της ως άνω διάταξης είναι η έγκριση του ακριβούς ποσού της προμήθειας από την KLM.

12      Η KLM ζητεί την απόρριψη της αγωγής της VKI και υποστηρίζει ότι η ίδια αγνοούσε ότι το Opodo χρέωνε προμήθεια διαμεσολάβησης και, κατά μείζονα λόγο, αγνοούσε το ποσό της προμήθειας αυτής. Εν πάση περιπτώσει, η KLM ισχυρίζεται ότι δεν είχε εγκρίνει διαφοροποίηση της τιμής των επίμαχων στην κύρια δίκη αεροπορικών εισιτηρίων. Υποστηρίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, είναι αναγκαία η χορήγηση έγκρισης εκ μέρους της KLM, προκειμένου να έχουν οι επιβάτες της κύριας δίκης τη δυνατότητα να απαιτήσουν επίσης την επιστροφή του ποσού της προμήθειας σε περίπτωση ματαίωσης των οικείων πτήσεων.

13      Με απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2022, το Bezirksgericht Schwechat (ειρηνοδικείο Schwechat) έκανε δεκτή την αγωγή της VKI.

14      Η KLM άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης ενώπιον του Landesgericht Korneuburg (πρωτοδικείου Korneuburg, Αυστρία), το οποίο, με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2023, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή.

15      Η VKI άσκησε αναίρεση ενώπιον του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

16      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, με την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, Harms (C-601/17, EU:C:2018:702), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 261/2004 έχει την έννοια ότι η προμήθεια διαμεσολάβησης πρέπει να περιλαμβάνεται στο ποσό της επιστροφής που πραγματοποιείται βάσει της διάταξης αυτής, εκτός εάν η προμήθεια έχει καθοριστεί εν αγνοία του αερομεταφορέα. Πάντως, κατά το αιτούν δικαστήριο, η εν λόγω εξαίρεση, η οποία αφορά το κατά πόσον ο αερομεταφορέας είχε επίγνωση της ύπαρξης προμήθειας, μπορεί να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως.

17      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ενημερώνεται ο αερομεταφορέας για την ύπαρξη και το ποσό της προμήθειας διαμεσολάβησης καθώς και ως προς το πρόσωπο που φέρει το βάρος απόδειξης της γνώσης σχετικά με την ύπαρξη της προμήθειας.

18      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ένας αερομεταφορέας δεν μπορεί να αγνοεί ότι ένας εξουσιοδοτημένος πράκτορας, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο στ', του κανονισμού 261/2004, ασκεί προφανώς τη δραστηριότητά του προκειμένου να εισπράξει προμήθεια, οπότε ο αερομεταφορέας αυτός δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν γνώριζε το ακριβές ποσό της προμήθειας διαμεσολάβησης, εκτός αν το ποσό αυτό είναι ασυνήθιστα υψηλό, όπερ οφείλει να αποδείξει.

19      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει ο κανονισμός [261/2004], και ιδίως το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', την έννοια ότι η τιμή του εισιτηρίου που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του ποσού που πρέπει να επιστραφεί από τον αερομεταφορέα σε έναν επιβάτη σε περίπτωση ματαίωσης πτήσης περιλαμβάνει και τη διαφορά μεταξύ του ποσού που κατέβαλε ο εν λόγω επιβάτης και εκείνου που έλαβε ο εν λόγω αερομεταφορέας, η οποία αντιστοιχεί σε προμήθεια την οποία εισέπραξε το πρόσωπο το οποίο ενήργησε ως διαμεσολαβητής μεταξύ των δύο τελευταίων, όταν ο αερομεταφορέας γνωρίζει μεν ότι ο διαμεσολαβητής χρεώνει κατά κανόνα προμήθεια (αμοιβή διαμεσολάβησης), πλην όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν γνωρίζει το ύψος της;

2)      Φέρει ο επιβάτης αεροπορικών μεταφορών που ζητεί επιστροφή χρημάτων το βάρος αποδείξεως της απαιτούμενης γνώσης του αερομεταφορέα ή ο αερομεταφορέας πρέπει να αποδείξει ότι δεν είχε τη δέουσα ενημέρωση περί της προμήθειας;»

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

20      Με απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2024, το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στο ένατο τμήμα και αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας, να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Αποφάσισε, επίσης, να εκδικασθεί η υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων του γενικού εισαγγελέα.

21      Κατόπιν αιτήματος του ένατου τμήματος, το οποίο υποβλήθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 60, παράγραφος 3, του κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε εκ νέου, την 1η Απριλίου 2025, την υπό κρίση υπόθεση στο τέταρτο τμήμα και αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Αποφάσισε ότι η υπόθεση θα εκδικασθεί με ανάπτυξη προτάσεων του γενικού εισαγγελέα.

22      Με διάταξη της 28ης Απριλίου 2025, Verein f?r Konsumenteninformation (Προμήθεια που εισπράττει διαμεσολαβητής) (C-45/24, EU:C:2025:287), το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, διέταξε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

23      Στις 19 Ιουνίου 2025, ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

24      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 261/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι η τιμή του εισιτηρίου η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ποσού που ο αερομεταφορέας πρέπει να επιστρέψει σε επιβάτη σε περίπτωση ματαίωσης πτήσης περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ του ποσού που κατέβαλε ο επιβάτης και του ποσού που έλαβε ο αερομεταφορέας, η οποία αντιστοιχεί σε προμήθεια εισπραχθείσα από εταιρία που ενήργησε ως διαμεσολαβητής, χωρίς να απαιτείται ο αερομεταφορέας να γνωρίζει το ακριβές ποσό της προμήθειας.

25      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, χωρίς να αμφισβητεί τυπικώς το παραδεκτό του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, η KLM υποστηρίζει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι είναι αναγκαία η διάκριση των εννοιών «έξοδα διαμεσολάβησης» και «προμήθειες διαμεσολάβησης», οι οποίες χρησιμοποιούνται από το αιτούν δικαστήριο ως συνώνυμα στη διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος. Συγκεκριμένα, ενώ τα «έξοδα διαμεσολάβησης» αντιστοιχούν, κατά την άποψή της, στις αμοιβές που λαμβάνουν τα πρακτορεία ταξιδίων από τους πελάτες τους για τις υπηρεσίες που τους προσφέρουν, οι «προμήθειες διαμεσολάβησης» αφορούν τις αμοιβές που εισπράττουν τα πρακτορεία από τους αερομεταφορείς.

26      Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το αιτούν δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, καθώς και να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να λάβει υπόψη, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτού και των εθνικών δικαστηρίων, το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως αυτό προσδιορίζεται στην απόφαση περί παραπομπής (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, NF?, C-28/23, EU:C:2024:893, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι, αφενός, το πρακτορείο ταξιδίων Opodo, κατά την αγορά των επίμαχων στην κύρια δίκη εισιτηρίων από τον ιστότοπό του, εισέπραξε από τους επιβάτες της υπόθεσης της κύριας δίκης ποσό ύψους 95,14 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε, κατά τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το αιτούν δικαστήριο, στα «έξοδα διαμεσολάβησης (προμήθεια διαμεσολάβησης)».

28      Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί των προμηθειών διαμεσολάβησης, στο πλαίσιο της ερμηνείας της έκτασης του δικαιώματος επιστροφής χρημάτων των επιβατών αεροπορικών μεταφορών δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5 σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 8 του κανονισμού 261/2004, με την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, Harms (C-601/17, EU:C:2018:702).

29      Συναφώς, επισημαίνεται ότι η διάκριση την οποία προβάλλει η KLM μεταξύ «προμήθειας διαμεσολάβησης» και «εξόδων διαμεσολάβησης» με τα οποία βαρύνεται, αντιστοίχως, ο αερομεταφορέας και ο επιβάτης αεροπορικής μεταφοράς στερείται εν πάση περιπτώσει κάθε νομικού περιεχομένου, στο μέτρο που τόσο η υπόθεση της κύριας δίκης όσο και η απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, Harms (C-601/17, EU:C:2018:702) την οποία μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο, αφορούν την επιστροφή του ποσού που εισέπραξε ο διαμεσολαβητής από επιβάτη αεροπορικής μεταφοράς, ήτοι τη διαφορά μεταξύ του ποσού που πλήρωσε ο επιβάτης για το αεροπορικό εισιτήριο και του ποσού που εισέπραξε ο αερομεταφορέας.

30      Όσον αφορά την ουσία του υπό κρίση προδικαστικού ερωτήματος, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 261/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού αυτού, εναπόκειται στον αερομεταφορέα, σε περίπτωση ματαίωσης πτήσης, να παρέχει στους ενδιαφερόμενους επιβάτες βοήθεια που συνίσταται στην εκ μέρους του προσφορά στους εν λόγω επιβάτες, μεταξύ άλλων, της επιστροφής του αντιτίμου του εισιτηρίου τους στην τιμή που το αγόρασαν, καθώς και, κατά περίπτωση, πτήσης επιστροφής στο αρχικό σημείο αναχώρησής τους (απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, Harms, C-601/17, EU:C:2018:702, σκέψη 12).

31      Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι, βάσει του γράμματος του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 261/2004 θεσπίζεται άμεσος σύνδεσμος μεταξύ της έννοιας του «εισιτηρίου» και της έκφρασης «τιμή που το αγόρασε [ο επιβάτης]», λαμβανομένου υπόψη ότι το εισιτήριο μπορεί να αγορασθεί από τους επιβάτες είτε απευθείας από τον αερομεταφορέα είτε μέσω διαμεσολαβητή όπως είναι, μεταξύ άλλων, ένας εξουσιοδοτημένος πράκτορας περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 2, στοιχείο στ', του κανονισμού αυτού (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, Harms, C-601/17, EU:C:2018:702, σκέψη 13).

32      Επί του τελευταίου αυτού σημείου, από τη διατύπωση του άρθρου 2, στοιχείο στ', του κανονισμού 261/2004 προκύπτει ότι «εισιτήριο» συνιστά το έγγραφο ή το ισοδύναμό του σε μη έντυπη μορφή, παραδείγματος χάρη σε ηλεκτρονική μορφή, το οποίο έχει εκδοθεί ή εγκριθεί από έναν αερομεταφορέα ή από έναν πράκτορα που έχει εξουσιοδοτηθεί εκ μέρους ενός τέτοιου αερομεταφορέα. Από τον εν λόγω ορισμό προκύπτει ότι τα διάφορα στοιχεία ενός τέτοιου εισιτηρίου, και μεταξύ αυτών η τιμή του, πρέπει, στην περίπτωση που το εν λόγω εισιτήριο δεν έχει εκδοθεί από τον ίδιο τον αερομεταφορέα, να εγκρίνονται, εν πάση περιπτώσει από αυτόν.

33      Συναφώς, η προμήθεια διαμεσολάβησης, ως συστατικό στοιχείο της τιμής του αεροπορικού εισιτηρίου, πρέπει να θεωρείται αναγκαία και, ως εκ τούτου, «αναπόφευκτη» για να είναι δυνατή η λήψη των προτεινόμενων από τον αερομεταφορέα υπηρεσιών (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2016, Mennens, C-255/15, EU:C:2016:472, σκέψη 36, και της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, Harms, C-601/17, EU:C:2018:702, σκέψη 18).

34      Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα σημεία 19 και 27 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, η αγορά του αεροπορικού εισιτηρίου μέσω διαμεσολαβητή συνιστά «ενιαία πράξη», στο μέτρο που η προμήθεια διαμεσολάβησης αποτελεί μέρος της τιμής του εισιτηρίου, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού αυτού, δεδομένου ότι ο επιβάτης δεν μπορεί να την αγνοήσει κατά την αγορά του εισιτηρίου.

35      Υπό τις συνθήκες αυτές, η είσπραξη της προμήθειας διαμεσολάβησης, ως «αναπόφευκτου» συστατικού στοιχείου της τιμής του αεροπορικού εισιτηρίου, πρέπει να θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από τον αερομεταφορέα και πρέπει, ως εκ τούτου, να επιστραφεί βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 261/2004.

36      Ειδικότερα, εφόσον ο αερομεταφορέας δέχεται να εκδίδει ο διαμεσολαβητής αεροπορικά εισιτήρια στο όνομά του και για λογαριασμό του, μπορεί να υποτεθεί ότι ο αερομεταφορέας γνωρίζει κατ’ ανάγκην την εμπορική πρακτική του διαμεσολαβητή η οποία συνίσταται στην είσπραξη προμήθειας διαμεσολάβησης από τον επιβάτη αεροπορικής μεταφοράς κατά την αγορά αεροπορικού εισιτηρίου, ακόμη και όταν δεν υπάρχει σχετικώς καμία ρητή συμβατική διάταξη, τούτο δε κατά μείζονα λόγο διότι η προμήθεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τιμή του αεροπορικού εισιτηρίου.

37      Εντούτοις, δεν απαιτείται ο αερομεταφορέας να γνωρίζει το ακριβές ποσό της προμήθειας διαμεσολάβησης, προκειμένου ο επιβάτης του οποίου η πτήση ματαιώθηκε να μπορέσει να λάβει την επιστροφή του ποσού αυτού, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 261/2004.

38      Ειδικότερα, ερμηνεία κατά την οποία η επιστροφή του ποσού που κατέβαλε ο επιβάτης αεροπορικής μεταφοράς εξαρτάται από την προηγούμενη γνώση, εκ μέρους του αερομεταφορέα, του ακριβούς ποσού της προμήθειας διαμεσολάβησης θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να επιχειρήσει ο αερομεταφορέας να αρνηθεί την επιστροφή, με την αιτιολογία ότι δεν ενημερώθηκε για το ακριβές ποσό της προμήθειας διαμεσολάβησης. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο επιβάτης θα μπορούσε να υποχρεωθεί να στραφεί κατά του διαμεσολαβητή για να επιτύχει την επιστροφή του αντιτίμου του εισιτηρίου, συμπεριλαμβανομένου του ποσού της προμήθειας διαμεσολάβησης, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 261/2004, με κίνδυνο μια τέτοια διαδικασία να καθυστερήσει την επιστροφή του σχετικού ποσού και να προκαλέσει πρόσθετες, ενδεχομένως δε και δυσανάλογες δαπάνες για τον επιβάτη.

39      Ένα τέτοιο αποτέλεσμα, θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό της διασφάλισης υψηλού επιπέδου προστασίας των επιβατών αεροπορικών μεταφορών, όπως αυτός εκτίθεται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 261/2004, καθώς και προς την απλούστευση των διαδικασιών επιστροφής χρημάτων που θεσπίζει ο κανονισμός.

40      Στο ίδιο πνεύμα, η ως άνω ερμηνεία θα μπορούσε να οδηγήσει τον επιβάτη αεροπορικής μεταφοράς να μην επιλέξει να προσφύγει σε διαμεσολαβητή και να προτιμήσει την πραγματοποίηση κράτησης απευθείας στον αερομεταφορέα, μολονότι η τιμή του αεροπορικού εισιτηρίου που εκδίδει ο διαμεσολαβητής ενδέχεται να είναι οικονομικά ελκυστικότερη για τον επιβάτη.

41      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 261/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι η τιμή του εισιτηρίου η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ποσού που ο αερομεταφορέας πρέπει να επιστρέψει σε επιβάτη σε περίπτωση ματαίωσης πτήσης περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ του ποσού που κατέβαλε ο επιβάτης και του ποσού που έλαβε ο αερομεταφορέας, η οποία αντιστοιχεί σε προμήθεια εισπραχθείσα από εταιρία που ενήργησε ως διαμεσολαβητής, χωρίς να απαιτείται ο αερομεταφορέας να γνωρίζει το ακριβές ποσό της προμήθειας.

 Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

42      Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

43      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 295/91, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού αυτού,

έχει την έννοια ότι:

η τιμή του εισιτηρίου η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ποσού που ο αερομεταφορέας πρέπει να επιστρέψει σε επιβάτη σε περίπτωση ματαίωσης πτήσης περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ του ποσού που κατέβαλε ο επιβάτης και του ποσού που έλαβε ο αερομεταφορέας, η οποία αντιστοιχεί σε προμήθεια εισπραχθείσα από εταιρία που ενήργησε ως διαμεσολαβητής, χωρίς να απαιτείται ο αερομεταφορέας να γνωρίζει το ακριβές ποσό της προμήθειας.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.