Υπόθεση C-615/24, Ambito territoriale di caccia Ancona 2 κατά Azienda Agricola Camarzano di RK, Απόφαση του Δικαστηρίου (έβδομο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση C-615/24, Ambito territoriale di caccia Ancona 2 κατά Azienda Agricola Camarzano di RK, Απόφαση του Δικαστηρίου (έβδομο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026
Υπόθεση C-615/24, Ambito territoriale di caccia Ancona 2 κατά Azienda Agricola Camarzano di RK, Απόφαση του Δικαστηρίου (έβδομο τμήμα) της 15ης Ιανουαρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 15ης Ιανουαρίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Γεωργικός τομέας – Κανονισμός (ΕΕ) 1408/2013 – Ενίσχυση ήσσονος σημασίας – Παρακολούθηση – Κράτος μέλος που προβλέπει τη χορήγηση και την καταβολή ενισχύσεων ήσσονος σημασίας χωρίς να απαιτείται ειδική δήλωση της αιτούσας την ενίσχυση επιχειρήσεως σχετικά με το ποσό και τη φύση των κρατικών ενισχύσεων οι οποίες ενδεχομένως ελήφθησαν κατά τη διάρκεια περιόδου τριών οικονομικών ετών – Προσκόμιση αυτοπιστοποιήσεως σχετικά με τις ενισχύσεις αυτές »

Στην υπόθεση C-615/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ιταλία) με απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

Ambito territoriale di caccia Ancona 2

κατά

Azienda Agricola Camarzano di RK

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Schalin (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, M. Gavalec και Z. Csehi, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος,

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Ambito territoriale di caccia Ancona 2, εκπροσωπούμενη από τον M. Fioretti, avvocato,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino επικουρούμενο από την L. Vignato, avvocato dello Stato, και τον P. Passolunghi, procuratore dello Stato,

–        η Βουλγαρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την T. Mitova και τον R. Stoyanov,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον I. Γεωργιόπουλο και την C. Molinari,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3 και του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΕ) 1408/2013 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας («de minimis») στον γεωργικό τομέα (ΕΕ 2013, L 352, σ. 9).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Azienda Agricola Camarzano di RK (στο εξής: Azienda Agricola), γεωργικής εκμεταλλεύσεως, και του Ambito territoriale di caccia Ancona 2 (εδαφικού τομέα θήρας της Ανκόνας 2, Ιταλία) (στο εξής: ATC), σχετικά με αίτημα αποκαταστάσεως των ζημιών που προκάλεσε η άγρια πανίδα στις καλλιέργειες βιολογικού σκληρού σίτου της Azienda Agricola το 2014.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 20 και 21 του κανονισμού 1408/2013 έχουν ως εξής:

«(1)      Η κρατική χρηματοδότηση που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης συνιστά κρατική ενίσχυση και απαιτείται η κοινοποίησή της στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης. Ωστόσο, το Συμβούλιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] μπορεί, δυνάμει του άρθρου 109 της Συνθήκης, να καθορίσει κατηγορίες ενισχύσεων οι οποίες απαλλάσσονται από την εν λόγω υποχρέωση κοινοποίησης. Σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 4 της Συνθήκης, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κανονισμούς σχετικά με τις εν λόγω κατηγορίες κρατικών ενισχύσεων. Δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/98 [του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων [107 και 108 ΣΛΕΕ] σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (ΕΕ 1998, L 142, σ. 1)], το Συμβούλιο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 109 της Συνθήκης, ότι οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας θα μπορούσαν να αποτελούν τέτοια κατηγορία. Σε αυτή τη βάση, θεωρείται ότι οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, εφόσον είναι ενισχύσεις που χορηγούνται σε ενιαία επιχείρηση κατά τη διάρκεια δεδομένης χρονικής περιόδου και δεν υπερβαίνουν ένα καθορισμένο ποσό, δεν πληρούν το σύνολο των κριτηρίων του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης και, ως εκ τούτου, δεν υπόκεινται στη διαδικασία κοινοποίησης.

[...]

(20)      [...] όταν χορηγούν ενίσχυση ήσσονος σημασίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώνουν την οικεία επιχείρηση σχετικά με το ποσό της χορηγούμενης ενίσχυσης ήσσονος σημασίας και για το γεγονός ότι η ενίσχυση θεωρείται ήσσονος σημασίας, με ρητή αναφορά στον παρόντα κανονισμό. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την υποχρέωση παρακολούθησης των χορηγούμενων ενισχύσεων ώστε να εξασφαλίζεται ότι αυτές δεν υπερβαίνουν τα σχετικά ανώτατα όρια και ότι τηρούνται οι κανόνες σώρευσης. Για να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση αυτή πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης, το οικείο κράτος μέλος πρέπει να λαμβάνει από την επιχείρηση δήλωση σχετικά με τυχόν άλλες ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό ή από άλλες κανονιστικές ρυθμίσεις, για ενισχύσεις ήσσονος σημασίας τις οποίες έλαβε κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου οικονομικού έτους και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη. Εναλλακτικά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα κατάρτισης κεντρικού μητρώου με πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που έχουν χορηγηθεί, φροντίζοντας καμία νέα ενίσχυση να μην υπερβαίνει το ανώτατο όριο.

(21)      Πριν από τη χορήγηση οποιασδήποτε νέας ενίσχυσης ήσσονος σημασίας, κάθε κράτος μέλος πρέπει να εξακριβώνει σε εθνικό επίπεδο ότι η ενίσχυση ήσσονος σημασίας δεν θα οδηγήσει σε υπέρβαση ούτε του ανώτατου ορίου για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ούτε του εθνικού ανώτατου ορίου, και ότι πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού.»

4        Το άρθρο 3 του κανονισμού, με τίτλο «Ενισχύσεις ήσσονος σημασίας», προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα μέτρα ενίσχυσης που πληρούν το σύνολο των κριτηρίων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό θεωρείται ότι δεν πληρούν το σύνολο των κριτηρίων του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης και, συνεπώς, δεν υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης.

2.      Το συνολικό ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που χορηγούνται ανά κράτος μέλος σε μία ενιαία επιχείρηση δεν υπερβαίνει το ποσό των 15 000 ευρώ σε οποιαδήποτε περίοδο τριών οικονομικών ετών.

3.      Το σωρευτικό ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που χορηγούνται ανά κράτος μέλος σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων σε οποιαδήποτε περίοδο τριών οικονομικών ετών δεν υπερβαίνει το εθνικό ανώτατο όριο που καθορίζεται στο παράρτημα.

4.      Η ενίσχυση ήσσονος σημασίας θεωρείται ότι χορηγείται κατά τον χρόνο παραχώρησης στην οικεία επιχείρηση του έννομου δικαιώματος λήψης της ενίσχυσης σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό νομικό καθεστώς, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας καταβολής της ενίσχυσης ήσσονος σημασίας στην επιχείρηση.

[...]

7.      Όταν, με τη χορήγηση νέας ενίσχυσης ήσσονος σημασίας, σημειώνεται υπέρβαση του ανώτατου ορίου που ορίζεται στην παράγραφο 2 ή του εθνικού ανώτατου ορίου που αναφέρεται στην παράγραφο 3, κανένα τμήμα της εν λόγω νέας ενίσχυσης δεν δύναται να υπαχθεί στο ευεργέτημα του παρόντος κανονισμού.

[...]»

5        Το άρθρο 6 του κανονισμού 1408/2013, με τίτλο «Παρακολούθηση», ορίζει τα εξής:

«1.      Όταν ένα κράτος μέλος σκοπεύει να χορηγήσει σε κάποια επιχείρηση ενίσχυση ήσσονος σημασίας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, την ενημερώνει εγγράφως σχετικά με το ενδεχόμενο ποσό της ενίσχυσης, εκφραζόμενο σε όρους ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης, και διευκρινίζει ότι πρόκειται για ενίσχυση ήσσονος σημασίας, παραπέμποντας ρητά στον παρόντα κανονισμό και αναφέροντας τον τίτλο και τα στοιχεία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [...] Πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης, το οικείο κράτος μέλος φροντίζει επίσης να λάβει από την αποδέκτρια επιχείρηση δήλωση, σε έγγραφη ή ηλεκτρονική μορφή, για οποιαδήποτε άλλη ενίσχυση ήσσονος σημασίας την οποία έλαβε η οικεία επιχείρηση βάσει του παρόντος κανονισμού ή άλλων κανονισμών για ενισχύσεις ήσσονος σημασίας κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη και κατά το τρέχον οικονομικό έτος.

2.      Όταν ένα κράτος μέλος έχει καταρτίσει κεντρικό μητρώο ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, το οποίο περιέχει πλήρεις πληροφορίες σχετικά με όλες τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που έχουν χορηγηθεί από οποιαδήποτε αρχή του εν λόγω κράτους μέλους, η παράγραφος 1 παύει να εφαρμόζεται από τη στιγμή κατά την οποία το μητρώο καλύπτει περίοδο τριών οικονομικών ετών.

3.      Τα κράτη μέλη χορηγούν νέα ενίσχυση ήσσονος σημασίας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό μόνον αφού εξακριβώσουν ότι η ενίσχυση αυτή δεν αυξάνει το συνολικό ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που έχουν χορηγηθεί στην οικεία επιχείρηση σε επίπεδο που υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 και το εθνικό ανώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 και ότι τηρούνται όλοι οι όροι του παρόντος κανονισμού.

[...]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

6        Στις 28 Ιουνίου 2014, η Azienda Agricola υπέβαλε στην ATC, μέσω του ειδικού εντύπου που είχε θέσει στη διάθεσή της η ATC, επείγουσα αίτηση πραγματογνωμοσύνης για την αποκατάσταση των ζημιών τις οποίες είχε προκαλέσει η άγρια πανίδα στις γεωργικές της καλλιέργειες, δυνάμει του άρθρου 34 του legge della Regione Marche n. 7 – Norme per la protezione della fauna selvatica e per la tutela dell’equilibrio ambientale e disciplina dell’attivit? venatoria (περιφερειακού νόμου των Μάρκε αριθ. 7 περί διατάξεων για τη διατήρηση της άγριας πανίδας και την προστασία της περιβαλλοντικής ισορροπίας και για τη ρύθμιση της θήρας), της 5ης Ιανουαρίου 1995.

7        Στις 4 Ιουλίου 2014, ένας γεωπόνος εμπειρογνώμονας, εντεταλμένος από την ATC, παρενέβη επί τόπου και διαπίστωσε ότι η Azienda Agricola είχε υποστεί ζημίες από την άγρια πανίδα ύψους 1 000 ευρώ.

8        Παρά τα πορίσματα του εν λόγω εμπειρογνώμονα, η Azienda Agricola δεν έλαβε αποζημίωση και, ως εκ τούτου, απέστειλε όχληση στην ATC προκειμένου να λάβει σχετική πληρωμή. Η ATC δήλωσε ότι δεν μπορούσε να προβεί σε βραχυπρόθεσμη αποζημίωση, δεδομένου ότι η Regione Marche (Περιφέρεια Μάρκε, Ιταλία) δεν είχε καταβάλει τα αναγκαία προς τούτο κεφάλαια, αλλά δεν ενημέρωσε, με την ευκαιρία αυτή, την Azienda Agricola ότι η ζητηθείσα αποζημίωση είχε χαρακτήρα de minimis, ούτε της ζήτησε να υποβάλει δήλωση σχετικά με την ενδεχόμενη είσπραξη άλλων ενισχύσεων ήσσονος σημασίας κατά το τρέχον οικονομικό έτος και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη.

9        Στις 19 Ιανουαρίου 2016 η Azienda Agricola άσκησε αγωγή ενώπιον του Giudice di pace di Jesi (ειρηνοδίκη Jesi, Ιταλία) με αίτημα να υποχρεωθεί η ATC να της καταβάλει την επίμαχη αποζημίωση. Δεδομένου ότι ο Giudice di pace di Jesi (ειρηνοδίκης Jesi) έκανε δεκτή την αίτηση αυτή με άμεσα εκτελεστή διάταξη, η ATC άσκησε ανακοπή κατά της διατάξεως αυτής, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Azienda Agricola δεν είχε δικαίωμα αποζημιώσεως, διότι δεν είχε υποβάλει δήλωση σχετικά με την ενδεχόμενη είσπραξη άλλων ενισχύσεων ήσσονος σημασίας κατά το τρέχον φορολογικό έτος και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη.

10      Ο Giudice di pace di Jesi (ειρηνοδίκης Jesi) επικύρωσε τη διαταγή αυτή απορρίπτοντας την ανακοπή της ATC. Έκρινε ότι η λήψη της δηλώσεως σχετικά με την ενδεχόμενη είσπραξη άλλων ενισχύσεων ήσσονος σημασίας κατά τη διάρκεια του τρέχοντος οικονομικού έτους και των δύο προηγουμένων δεν συνιστούσε αναγκαία προϋπόθεση για την καταβολή ενισχύσεως, εφόσον η τήρηση των κανόνων περί σωρεύσεως των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, τους οποίους προβλέπει ο κανονισμός 1408/2013, μπορούσε επίσης να διαπιστωθεί κατά την παρακολούθηση των ενισχύσεων αυτών μέσω του ειδικού μητρώου που έχει δημιουργήσει το κράτος.

11      Το Tribunale di Ancona (πρωτοδικείο Ανκόνας, Ιταλία), ενώπιον του οποίου προσέφυγε η ATC, επικύρωσε την απόφαση του Giudice di pace di Jesi (ειρηνοδίκη Jesi) κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Azienda Agricola δεν μπορούσε να θεωρηθεί υποχρεωμένη να τηρήσει τη διαδικασία του άρθρου 6 του κανονισμού 1408/2013, δεδομένου ότι η ισχύουσα κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως αποζημιώσεως περιφερειακή ρύθμιση δεν προέβλεπε την υποβολή δηλώσεως σχετικά με την ενδεχόμενη είσπραξη άλλων ενισχύσεων ήσσονος σημασίας κατά το τρέχον φορολογικό έτος και τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη. Κατά το δικαστήριο αυτό, η απόκλιση μεταξύ της νομοθεσίας της Ένωσης και της περιφερειακής νομοθεσίας είχε οδηγήσει σε κατάσταση αντικειμενικής και πρόδηλης αβεβαιότητας.

12      Εν συνεχεία, η ATC άσκησε αναίρεση ενώπιον του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, κατά της αποφάσεως του Tribunale di Ancona (πρωτοδικείου Ανκόνας), ζητώντας την αναίρεση της αποφάσεως αυτής. Συναφώς, υποστήριξε ότι το εν λόγω δικαστήριο παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, καθόσον δεν διασφάλισε τον συντονισμό μεταξύ των κανόνων δικαίου σύμφωνα με την ιεραρχία τους, δεδομένου ότι οι αρχές που διακηρύσσονται σε κανονισμό της Ένωσης, ο οποίος έχει άμεση εφαρμογή, πρέπει να υπερισχύουν κάθε αντίθετης εθνικής διατάξεως.

13      Από την πλευρά της, η Azienda Agricola υποστηρίζει ότι ενήργησε τηρώντας τις διατυπώσεις που επιβάλλει η περιφερειακή νομοθεσία και ότι για τη μη εφαρμογή του κανονισμού 1408/2013 έφερε ευθύνη η ATC, η οποία δεν είχε ασκήσει καμία δραστηριότητα παρακολουθήσεως και ουδέποτε της είχε ζητήσει να προσκομίσει αυτοπιστοποίηση σχετικά με ενδεχόμενες ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που είχε λάβει κατά τη διάρκεια των τριών ετών που προηγήθηκαν της υποβολής της αιτήσεώς της αποζημιώσεως.

14      Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1408/2013. Διερωτάται αν, το 2014, για να είναι επιλέξιμη για αποζημίωση για τις ζημίες τις οποίες είχε προκαλέσει η άγρια πανίδα στις καλλιέργειες της, η Azienda Agricola ήταν υποχρεωμένη, επί ποινή απορρίψεως της αιτήσεώς της αποζημιώσεως, να υποβάλει «αυτοπιστοποίηση» σχετικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας τις οποίες είχε εισπράξει κατά τα προηγούμενα οικονομικά έτη. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τις συνέπειες οι οποίες πρέπει να αντληθούν εκ του γεγονότος ότι, αφενός, η ATC δεν είχε ζητήσει από την Azienda Agricola να προσκομίσει τέτοιο έγγραφο και ότι, αφετέρου, είχε αποδειχθεί, κατά τον χρόνο της μεταγενέστερης παρακολουθήσεως, ότι δεν είχε σημειωθεί υπέρβαση του ανωτάτου ορίου που προβλέπει ο κανονισμός αυτός.

15      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχουν [το άρθρο 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2], του κανονισμού 1408/2013 την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να προβλέπει τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στη γεωργία και να τις καταβάλλει κατά τα τρία πρώτα έτη μετά τη δημιουργία των βάσεων δεδομένων σε εθνικό επίπεδο και, εν πάση περιπτώσει, μέχρι την πλήρη και ολοκληρωμένη τήρηση των εν λόγω βάσεων δεδομένων, ελλείψει ειδικής δηλώσεως της αιτούσας επιχειρήσεως όσον αφορά το ποσό και τη φύση άλλων κρατικών ενισχύσεων οι οποίες ελήφθησαν κατά τη διάρκεια των τριών οικονομικών ετών αναφοράς;

2)      Ειδικότερα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, συνιστά η προσκόμιση υπεύθυνης δηλώσεως σχετικά με επιδοτήσεις οι οποίες ενδεχομένως ελήφθησαν κατά τα τρία προηγούμενα έτη αναγκαία προϋπόθεση για την υποβολή της αιτήσεως αποζημιώσεως και για τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψεως της κρατικής ενισχύσεως, ή η προσκόμιση της εν λόγω δηλώσεως μπορεί νομίμως να λάβει χώρα μόνον κατά το στάδιο της παρακολουθήσεως και, ως εκ τούτου, μετά την είσπραξη της ενισχύσεως;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

16      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 3 και του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1408/2013.

17      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά τον έλεγχο του χαρακτήρα των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού αφορά την περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος έχει καταρτίσει κεντρικό μητρώο ενισχύσεων ήσσονος σημασίας το οποίο περιέχει πλήρεις πληροφορίες για όλες τις ενισχύσεις που χορηγούν οι διάφορες αρχές του. Όπως, όμως, προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το κεντρικό μητρώο  ενισχύσεων δημιουργήθηκε από την Ιταλική Δημοκρατία το πρώτον στις 12 Αυγούστου 2017, ήτοι σε ημερομηνία μεταγενέστερη της επίμαχης στην κύρια δίκη αιτήσεως για τη χορήγηση ενισχύσεως, οπότε το ζήτημα της εφαρμογής και της ερμηνείας της διατάξεως αυτής δεν τίθεται εν προκειμένω

18      Υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο διατύπωσε προδικαστικό ερώτημα μνημονεύοντας ορισμένες μόνο διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την επίλυση της υποθέσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, είτε μνημονεύονται τα στοιχεία αυτά στα προδικαστικά ερωτήματα είτε όχι. Στο Δικαστήριο απόκειται να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2017, X και X, C-638/16 PPU, EU:C:2017:173, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

19      Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου της κύριας δίκης και των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση σε αυτό, πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 6, παράγραφος 3 του κανονισμού 1408/2013, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη χορηγούν νέα ενίσχυση ήσσονος σημασίας σύμφωνα με τον ως άνω κανονισμό μόνον αφού εξακριβώσουν ότι η ενίσχυση αυτή δεν αυξάνει το συνολικό ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που έχουν χορηγηθεί στην οικεία επιχείρηση σε επίπεδο το οποίο υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού και το εθνικό ανώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού και ότι τηρούνται όλοι οι απαριθμούμενοι σε αυτόν όροι.

20      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 3 και το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1408/2013, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει τη χορήγηση και την καταβολή ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στη γεωργία, κατά τη διάρκεια της πρώτης τριετούς περιόδου μετά τη δημιουργία κεντρικού μητρώου ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο, χωρίς να απαιτείται ειδική δήλωση της αιτούσας την ενίσχυση επιχειρήσεως σχετικά με το ποσό και τη φύση των λοιπών κρατικών ενισχύσεων τις οποίες έλαβε κατά το τρέχον φορολογικό έτος και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη.

21      Επισημαίνεται, αφενός, ότι τα άρθρα 3 και 6 του κανονισμού 1408/2013 πρέπει να τοποθετηθούν στο γενικό πλαίσιο του κανονισμού αυτού, σκοπός του οποίου είναι να επιτρέψει ορισμένες παρεκκλίσεις, για τις κρατικές ενισχύσεις περιορισμένου ύψους, από τον κανόνα κατά τον οποίο πάσα ενίσχυση πρέπει, πριν από οποιαδήποτε εφαρμογή, να κοινοποιείται στην Επιτροπή (πρβλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2020, INAIL, C-608/19, EU:C:2020:865, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

22      Προσέτι, επισημαίνεται ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1408/2013 εισάγει παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ο οποίος προβλέπει την κοινοποίηση κάθε νέας κρατικής ενισχύσεως, τα άρθρα 3 και 6 του κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνεύονται στενά (πρβλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2020, INAIL, C-608/19, EU:C:2020:865, σκέψη 27).

23      Η κατά τα ανωτέρω ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον το γράμμα των διατάξεων αυτών, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, καθώς και τους σκοπούς που επιδιώκει η πράξη της οποίας αποτελούν μέρος (απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2020, INAIL, C-608/19, EU:C:2020:865, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24      Από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/2013 προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτόν. Όσον αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος μεριμνά ώστε να μην σημειώνεται υπέρβαση του ανωτάτου ορίου που καθορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού πριν από τη χορήγηση ενισχύσεως ήσσονος σημασίας.

25      Επομένως, ενόσω η λειτουργία του κεντρικού μητρώου του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/2013 στο οικείο κράτος μέλος δεν καλύπτει περίοδο τριών οικονομικών ετών, η λήψη της δηλώσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού συνιστά, στο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού, αναγκαία προϋπόθεση για τη χορήγηση νέας ενισχύσεως ήσσονος σημασίας. Η δήλωση αυτή είναι ουσιώδης καθόσον παρέχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν η αιτούμενη ενίσχυση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ίδιου κανονισμού και, ως εκ τούτου, αν η ενίσχυση απαλλάσσεται ή όχι από την υποχρέωση κοινοποιήσεως.

26      Η ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύεται επίσης από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι διατάξεις αυτές και από τον σκοπό του κανονισμού 1408/2013.

27      Αφενός, όσον αφορά το πλαίσιο αυτό, από τις αιτιολογικές σκέψεις 20 και 21 του κανονισμού 1408/2013 προκύπτει ότι η λήψη της δηλώσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού εντάσσεται στο πλαίσιο της υποχρεώσεως παρακολουθήσεως η οποία πρέπει να πληρούται πριν από τη χορήγηση της επίμαχης ενισχύσεως.

28      Αφετέρου, όσον αφορά τον σκοπό του κανονισμού 1408/2013, ο σκοπός αυτός συνίσταται στην ελάφρυνση του διοικητικού φόρτου των επιχειρήσεων, της Επιτροπής και των κρατών μελών, εκκινώντας από την αρχή ότι οι ενισχύσεις των οποίων το ύψος δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ενισχύσεων ήσσονος σημασίας δεν επηρεάζουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και δεν νοθεύουν ούτε απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό (πρβλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2020, INAIL, C-608/19, EU:C:2020:865, σκέψη 41).

29      Συναφώς, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 1408/2013, η απαλλαγή από την υποχρέωση κοινοποιήσεως των κρατικών ενισχύσεων δικαιολογείται από το περιορισμένο ποσό της ενισχύσεως που μπορεί να χορηγηθεί σε μία και μόνη επιχείρηση κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου βάσει του κανονισμού αυτού. Ωστόσο, προκειμένου να τύχει της εξαιρέσεως αυτής, πρέπει προηγουμένως να εξακριβωθεί αν υπήρξε υπέρβαση του ανωτάτου ορίου των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.

30      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 3 και το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1408/2013 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει τη χορήγηση και την καταβολή κρατικών ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στη γεωργία πριν από την πλήρη και ολοκληρωμένη δημιουργία κεντρικού μητρώου ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο, χωρίς να απαιτείται ειδική δήλωση της αιτούσας την ενίσχυση επιχειρήσεως σχετικά με το ποσό και τη φύση των λοιπών κρατικών ενισχύσεων τις οποίες έλαβε κατά το τρέχον φορολογικό έτος και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

31      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 3 και το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1408/2013 έχουν την έννοια ότι η προσκόμιση δηλώσεως σχετικά με ενισχύσεις οι οποίες ενδεχομένως ελήφθησαν κατά την τριετία προ της πλήρους και ολοκληρωμένης δημιουργίας κεντρικού μητρώου ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού για την υποβολή της αιτήσεως ενισχύσεως και για τη χορήγηση της ενισχύσεως ή αν μια τέτοια δήλωση μπορεί να ληφθεί εκ των υστέρων και, ως εκ τούτου, μετά την είσπραξη της ενισχύσεως.

32      Όπως προκύπτει από την εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, η δήλωση του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/2013 συνιστά, ενόσω η διάταξη αυτή δεν έχει παύσει να εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, προϋπόθεση για τη χορήγηση νέας ενισχύσεως ήσσονος σημασίας στη γεωργία, κατά την έννοια του άρθρου 3 και του άρθρου 6, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού.

33      Όσον αφορά την υποβολή αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων και τη δήλωση σχετικά με ενδεχομένως ληφθείσες κατά το παρελθόν ενισχύσεις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 1408/2013 δεν περιέχει καμία διαδικαστική απαίτηση ως προς τον τρόπο και την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να ζητηθεί ή να υποβληθεί η δήλωση αυτή. Οι μόνες απαιτήσεις οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού αφορούν το γεγονός ότι η εν λόγω δήλωση πρέπει να υποβάλλεται «[π]ριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης» και ότι πρέπει να αναφέρει τις ενισχύσεις που έλαβε η οικεία επιχείρηση κατά τη διάρκεια των δύο προηγούμενων οικονομικών ετών και του τρέχοντος φορολογικού έτους.

34      Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι απαιτήσεις αυτές αφορούν τη δυνατότητα εφαρμογής του καθεστώτος που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός, αλλά δεν συνιστούν προϋποθέσεις του παραδεκτού για την υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση ενισχύσεως. Επομένως, μια τέτοια δήλωση μπορεί να υποβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας σχετικά με την αίτηση ενισχύσεως, εφόσον η δήλωση αυτή, κατόπιν αιτήσεως του οικείου κράτους μέλους, ελήφθη πριν από τη χορήγηση της ενισχύσεως.

35      Επομένως, η υποβολή της δηλώσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ενισχύσεως. Εντούτοις, ελλείψει κεντρικού μητρώου ενισχύσεων ήσσονος σημασίας το οποίο να καλύπτει περίοδο τριών οικονομικών ετών, η δήλωση αυτή συνιστά προϋπόθεση για τη χορήγηση και, ως εκ τούτου, για την καταβολή ενισχύσεως, όπερ συνεπάγεται ότι η δήλωση είναι αναγκαία πριν και όχι μετά τη χορήγηση της ενισχύσεως.

36      Εξάλλου, μολονότι η διαδικασία αιτήσεως για τη χορήγηση ενισχύσεως διέπεται κατ’ αρχήν από το εθνικό δίκαιο, υπενθυμίζεται ότι από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/2013, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 20 του κανονισμού αυτού, προκύπτει ότι εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να λάβει την υπεύθυνη δήλωση εφόσον αυτή του είναι αναγκαία για να μπορέσει να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Συναφώς, πρέπει ακόμη να διευκρινισθεί ότι, όταν η ενίσχυση δεν έχει χορηγηθεί, ιδίως λόγω της μη υποβολής αιτήσεως δηλώσεως, η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει αναδρομικώς μια τέτοια δήλωση προκειμένου να εκτιμήσει αν η ενίσχυση μπορεί ακόμη να χορηγηθεί.

37      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 3 και το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1408/2013 έχουν την έννοια ότι η προσκόμιση δηλώσεως σχετικά με ενισχύσεις οι οποίες ενδεχομένως ελήφθησαν κατά την τριετία προ της πλήρους και ολοκληρωμένης δημιουργίας κεντρικού μητρώου ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού για την υποβολή της αιτήσεως ενισχύσεως, αλλά η δήλωση αυτή συνιστά προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενισχύσεως, οπότε το κράτος μέλος πρέπει να τη λάβει πριν από τη χορήγηση της ενισχύσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

38      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 3 και το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΕ) 1408/2013 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας («de minimis») στον γεωργικό τομέα,

έχουν την έννοια ότι:

αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει τη χορήγηση και την καταβολή κρατικών ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στη γεωργία πριν από την πλήρη και ολοκληρωμένη δημιουργία κεντρικού μητρώου ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο, χωρίς να απαιτείται ειδική δήλωση της αιτούσας την ενίσχυση επιχειρήσεως σχετικά με το ποσό και τη φύση των λοιπών κρατικών ενισχύσεων τις οποίες έλαβε κατά το τρέχον φορολογικό έτος και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη.

2)      Το άρθρο 3 και το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1408/2013

έχουν την έννοια ότι:

η προσκόμιση δηλώσεως σχετικά με ενισχύσεις οι οποίες ενδεχομένως ελήφθησαν κατά την τριετία προ της πλήρους και ολοκληρωμένης δημιουργίας κεντρικού μητρώου ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού για την υποβολή της αιτήσεως ενισχύσεως, αλλά η δήλωση αυτή συνιστά προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενισχύσεως, οπότε το κράτος μέλος πρέπει να τη λάβει πριν από τη χορήγηση της ενισχύσεως.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.