Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 16ης Ιουλίου 2026 (*)
« Αίτηση αναιρέσεως – Δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης – Εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό καθεστώς από κοινού ή έμμεσης διαχείρισης από διεθνή οργανισμό – Απόφαση περί αρνήσεως αναγνωρίσεως οντότητας ως διεθνούς οργανισμού με αναδρομική ισχύ – Έννοια του “διεθνούς οργανισμού” – Συστατικά στοιχεία – Ερμηνεία της διεθνούς συμφωνίας για τη σύσταση του οργανισμού – Σύμβαση της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών – Άρθρα 31 και 32 – Eξωσυμβατική ευθύνη »
Στην υπόθεση C-790/24 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2024,
International Management Group (IMG), με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους J.-Y. de Cara και L. Levi, avocats,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Baquero Cruz, τον J.-F. Brakeland και την L. Puccio,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sah?n, πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan, Δ. Γρατσία (εισηγητή) και B. Smulders, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: F. Cathagne, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2025,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αναίρεση, η International Management Group (IMG) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 4ης Σεπτεμβρίου 2024, IMG κατά Επιτροπής (T-509/21, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2024:590), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή-αγωγή της με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της 8ης Ιουνίου 2021 με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνήθηκε να της αναγνωρίσει, αναδρομικώς από τις 16 Δεκεμβρίου 2014, το καθεστώς διεθνούς οργανισμού που προβλέπεται από τη δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης για την εκτέλεση των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τον τρόπο της έμμεσης διαχειρίσεως (στο εξής: επίδικη απόφαση) και, αφετέρου, την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη.
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
2 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών, της 23ης Μαΐου 1969 (Recueil des trait?s des Nations unies, τόμος 1155, σ. 331, στο εξής: Σύμβαση της Βιέννης), έχει ως εξής:
«Διά τους σκοπούς της παρούσης συμβάσεως:
α) Διά του όρου “συνθήκη” νοείται διεθνής συμφωνία συνομολογουμένη μεταξύ κρατών, εις έγγραφον τύπον και διεπομένη υπό του Διεθνούς Δικαίου, ανεξαρτήτως εάν περιλαμβάνεται εις εν, δύο ή πλείονα έγγραφα και ανεξαρτήτως της ειδικής αυτής ονομασίας.
[...]
θ) Διά του όρου “διεθνής οργανισμός” νοείται ο διακυβερνητικός οργανισμός.»
3 Το άρθρο 5 της Συμβάσεως της Βιέννης διευκρινίζει ότι αυτή «εφαρμόζεται επί πάσης συνθήκης ιδρυτικής Διεθνούς Οργανισμού [...], επιφυλασσομένων των σχετικών κανόνων του Οργανισμού».
4 Κατά το άρθρο 31 της εν λόγω Συμβάσεως, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικός κανών ερμηνείας»:
«1. Η συνθήκη δέον να ερμηνεύηται καλή τη πίστει, συμφώνως προς την συνήθη έννοιαν ήτις δίδεται εις τους όρους της συνθήκης, εν τω συνόλω αυτών και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της.
2. Το σύνολον της συνθήκης, διά τους σκοπούς ερμηνείας ταύτης, εκτός του κειμένου, περιέχοντος το προοίμιον και τα παραρτήματα αυτής, περιλαμβάνει:
α) Πάσαν συμφωνίαν σχετικήν προς την συνθήκην, ήτις συνωμολογήθη μεταξύ όλων των μερών, επ’ ευκαιρία της συνάψεως της συνθήκης.
β) Παν έγγραφον, το οποίον συνετάγη υφ’ ενός ή πλειόνων μερών εν σχέσει προς την σύναψιν της συνθήκης, το οποίον εγένετο αποδεκτόν υπό των άλλων μερών ως έγγραφον σχετιζόμενον προς την συνθήκην.
3. Ομού μετά του συνόλου της συνθήκης δέον να λαμβάνωνται υπ’ όψιν:
α) Πάσα μεταγενεστέρα συμφωνία μεταξύ των μερών, αφορώσα εις την ερμηνείαν της συνθήκης ή την εφαρμογήν των διατάξεων ταύτης.
β) Πάσα μεταγενεστέρα πρακτική ακολουθηθείσα υπό των συμβαλλομένων μερών κατά την εφαρμογήν της συνθήκης, η οποία συνιστά συμφωνίαν αυτών ως προς την ερμηνείαν ταύτης.
[...]
4. Ειδική έννοια δύναται να δοθή εις έναν όρον εάν προκύπτη ότι αυτή ήτο η πρόθεσις των συμβαλλομένων μερών.»
5 Το άρθρο 32 της ίδιας Συμβάσεως, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας», έχει ως ακολούθως:
«Δύναται να γίνη προσφυγή εις συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας, περιλαμβανομένων των προπαρασκευαστικών της συνθήκης εργασιών και των περιπτώσεων υφ’ ας συνήφθη αύτη, προκειμένου να επιβεβαιωθή η έννοια η προκύπτουσα εκ της εφαρμογής του άρθρου 31 ή προκειμένου να προσδιορισθή η έννοια, εν περιπτώσει καθ’ ην η κατά το άρθρον 31 ερμηνεία:
α) αφήνει την έννοιαν ασαφή ή αφανή,
β) οδηγεί εις αποτέλεσμα, το οποίον τυγχάνει προδήλως άτοπον ή παράλογον.»
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2002
6 Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1995/2006 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ 2006, L 390, σ. 1) (στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός του 2002), καταργήθηκε, από 1ης Ιανουαρίου 2013, με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1) (στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός του 2012). Ωστόσο, το άρθρο 212, στοιχείο α', του δημοσιονομικού κανονισμού του 2012 προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ότι τα άρθρα 53 και 53δ του δημοσιονομικού κανονισμού του 2002 εξακολουθούσαν να εφαρμόζονται σε όλες τις αναλήψεις υποχρεώσεων που είχαν εγγραφεί έως και την 31η Δεκεμβρίου 2013.
7 Το άρθρο 53 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2002 προέβλεπε τα εξής:
«Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53α έως 53δ, με οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους:
α) σε συγκεντρωτική βάση,
β) με επιμερισμένη ή αποκεντρωμένη διαχείριση, ή
γ) με διαχείριση από κοινού με διεθνείς οργανισμούς.»
8 Το άρθρο 53δ του κανονισμού αυτού όριζε τα εξής:
«1. Οσάκις η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό με από κοινού διαχείριση, ορισμένα εκτελεστικά καθήκοντα μεταβιβάζονται σε διεθνείς οργανισμούς […].
[...]
2. Η ατομική συμφωνία που συνάπτεται με διεθνή οργανισμό για τη χορήγηση χρηματοδότησης περιλαμβάνει λεπτομερείς διατάξεις για την εκτέλεση των καθηκόντων που μεταβιβάζονται στο διεθνή οργανισμό.
[...]»
Ο κατ’ εξουσιοδότηση δημοσιονομικός κανονισμός του 2002
9 Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του Δημοσιονομικού Κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 357, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 478/2007 της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2007 (ΕΕ 2007, L 111, σ. 13) (στο εξής: εκτελεστικός δημοσιονομικός κανονισμός του 2002), καταργήθηκε, από 1ης Ιανουαρίου 2013, με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ΕΕ 2012, L 362, σ. 1) (στο εξής: κατ’ εξουσιοδότηση δημοσιονομικός κανονισμός του 2012).
10 Το άρθρο 43 του εκτελεστικού δημοσιονομικού κανονισμού του 2002, το οποίο έφερε τον τίτλο «Από κοινού διαχείριση», όριζε στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Οι διεθνείς οργανισμοί στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 53δ του [δημοσιονομικού κανονισμού του 2002] έχουν ως εξής:
α) διεθνείς οργανισμοί δημοσίου δικαίου που ιδρύονται με διακυβερνητικές συμφωνίες, καθώς και εξειδικευμένοι οργανισμοί τους οποίους αυτοί δημιουργούν
[...]».
Ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2012
11 Ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2012 τέθηκε σε ισχύ στις 27 Οκτωβρίου 2012, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου του 214. Είχε εφαρμογή από 1ης Ιανουαρίου 2013 δυνάμει του δευτέρου εδαφίου του άρθρου αυτού, με την επιφύλαξη των ειδικών ημερομηνιών εφαρμογής που προβλέπονταν στο ίδιο εδάφιο για ορισμένες διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.
12 Μεταξύ των διατάξεων αυτών περιλαμβανόταν το άρθρο 58 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2012, με τίτλο «Μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού», το οποίο είχε εφαρμογή μόνο στις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2014. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού όριζε τα εξής:
«Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό με τους ακόλουθους τρόπους:
α) απευθείας (“άμεση διαχείριση”) από τα τμήματά της, […]
β) υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης με τα κράτη μέλη (“επιμερισμένη διαχείριση”) ή
γ) έμμεσα (“έμμεση διαχείριση”), [...] αναθέτοντας καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού σε:
[...]
ii) διεθνείς οργανισμούς και τις οργανώσεις τους,
[...]».
Ο κατ’ εξουσιοδότηση δημοσιονομικός κανονισμός του 2012
13 Το άρθρο 43 του κατ’ εξουσιοδότηση δημοσιονομικού κανονισμού του 2012, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ειδικές διατάξεις για την έμμεση διαχείριση με διεθνείς οργανισμούς», όριζε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Οι διεθνείς οργανισμοί στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο [γ)] σημείο ii) του [δημοσιονομικού κανονισμού του 2012] είναι οι ακόλουθοι:
α) διεθνείς οργανισμοί δημοσίου δικαίου που ιδρύονται με διακυβερνητικές συμφωνίες, καθώς και εξειδικευμένοι οργανισμοί τους οποίους αυτοί δημιουργούν
[...]».
Το ιστορικό της διαφοράς
14 Το ιστορικό της διαφοράς, το οποίο παρατίθεται στις σκέψεις 2 έως 24 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, μπορεί, για τις ανάγκες της υπό κρίση υπόθεσης, να συνοψιστεί ως ακολούθως.
15 Η προσφεύγουσα-ενάγουσα, IMG, η οποία ήταν αρχικώς γνωστή ως International Management Group – Infrastructure for Bosnia and Herzegovina (IMG-IBH), ιδρύθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1994 με σκοπό να επιτρέψει στα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς που συμμετέχουν στην ανασυγκρότηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης να διαθέτουν ειδική οντότητα για τον σκοπό αυτόν. Έκτοτε, επέκτεινε σταδιακά τις δραστηριότητές της στους τομείς της ανασυγκρότησης και της ανάπτυξης.
16 Στις 7 Νοεμβρίου 2013, η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση C(2013) 7682 final, σχετικά με το ετήσιο πρόγραμμα δράσης για το 2013 υπέρ της Μιανμάρ/Βιρμανίας που πρόκειται να χρηματοδοτηθεί από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης. Η απόφαση αυτή προέβλεπε, μεταξύ άλλων, πρόγραμμα αναπτύξεως του εμπορίου, το κόστος του οποίου, υπολογιζόμενο σε 10 εκατομμύρια ευρώ, έπρεπε να χρηματοδοτηθεί από την Ένωση και του οποίου η εκτέλεση έπρεπε να πραγματοποιηθεί με από κοινού διαχείριση με την προσφεύγουσα-ενάγουσα.
17 Στις 17 Φεβρουαρίου 2014, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) ενημέρωσε την Επιτροπή για την έναρξη έρευνας σχετικά με το καθεστώς της προσφεύγουσας-ενάγουσας. Στις 15 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή έλαβε την έκθεση που συνέταξε η OLAF κατά το πέρας της έρευνάς της, στην οποία η OLAF έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν συνιστούσε διεθνή οργανισμό, κατά την έννοια του δημοσιονομικού κανονισμού του 2002 και του δημοσιονομικού κανονισμού του 2012.
18 Στις 16 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή αποφάσισε να αναθέσει την υλοποίηση, με τη μέθοδο της έμμεσης διαχείρισης, του προγράμματος ανάπτυξης του εμπορίου που προβλεπόταν στην εκτελεστική απόφαση C(2013) 7682 final, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 16 της παρούσας αποφάσεως, σε οργανισμό διαφορετικό από την προσφεύγουσα-ενάγουσα (στο εξής: απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014).
19 Στις 8 Μαΐου 2015, η Επιτροπή απηύθυνε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα έγγραφο με το οποίο την ενημέρωνε ότι είχε αποφασίσει, ιδίως, ότι, έως ότου υπάρξει απόλυτη βεβαιότητα ως προς το καθεστώς της ως διεθνούς οργανισμού, οι υπηρεσίες της δεν θα συνήπταν πλέον με αυτήν νέες συμβάσεις αναθέσεως σύμφωνα με τη μέθοδο της έμμεσης διαχειρίσεως που προβλέπει ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2012 (στο εξής: απόφαση της 8ης Μαΐου 2015).
20 Με το πρώτο δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Ιανουαρίου 2015 και το οποίο πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό υπόθεσης T-29/15 και στη συνέχεια με δεύτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στην ίδια Γραμματεία στις 14 Ιουλίου 2015 και πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό υπόθεσης T-381/15, η προσφεύγουσα-ενάγουσα άσκησε δύο προσφυγές-αγωγές ζητώντας, με τη μεν πρώτη, την ακύρωση της αποφάσεως της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και, με τη δε δεύτερη, την ακύρωση της αποφάσεως της 8ης Μαΐου 2015 καθώς και την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι της προκάλεσε η απόφαση αυτή. Οι δύο προμνησθείσες προσφυγές-αγωγές απορρίφθηκαν με τις αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 2017, International Management Group κατά Επιτροπής (T-29/15, EU:T:2017:56), και της 2ας Φεβρουαρίου 2017, IMG κατά Επιτροπής (T-381/15, EU:T:2017:57). Με δύο αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν στις 11 Απριλίου 2017 και πρωτοκολλήθηκαν, αντιστοίχως, με τους αριθμούς υποθέσεων C-183/17 P και C-184/17 P, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε την αναίρεση των εν λόγω δύο αποφάσεων.
21 Με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2019, International Management Group κατά Επιτροπής (C-183/17 P και C-184/17 P, στο εξής: απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2019, EU:C:2019:78), το Δικαστήριο αναίρεσε τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου που μνημονεύθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αποφάνθηκε το ίδιο επί των προσφυγών με αίτημα την ακύρωση των αποφάσεων της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και της 8ης Μαΐου 2015, ακύρωσε τις αποφάσεις αυτές και ανέπεμψε την υπόθεση T-381/15 στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της αγωγής στην υπόθεση αυτή, κατά το μέρος που αφορούσε την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη η προφεύγουσα-ενάγουσα λόγω της έκδοσης της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015.
22 Με έγγραφο της 6ης Μαΐου 2019, η Επιτροπή κάλεσε την προσφεύγουσα-ενάγουσα, στο πλαίσιο εκτελέσεως της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2019, να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα προκειμένου να αποδείξει ότι πράγματι πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ούτως ώστε να έχει τη δυνατότητα να συνεργαστεί μαζί της με τη μέθοδο της έμμεσης διαχείρισης. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν προσκόμισε τα ζητηθέντα έγγραφα, η Επιτροπή, με έγγραφο της 18ης Ιουλίου 2019, επανέλαβε το αίτημά της περί προσκομίσεως εγγράφων, επισημαίνοντας ότι, σε περίπτωση αρνήσεως εκ μέρους της προσφεύγουσας-ενάγουσας, θα απευθυνόταν απευθείας στα κράτη τα οποία η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε θεωρήσει ως μέλη της.
23 Στις 26 Νοεμβρίου 2019, η Επιτροπή ρώτησε τα κράτη τα οποία η προσφεύγουσα-ενάγουσα θεωρούσε ως μέλη της εάν θεωρούσαν ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα είναι διεθνής οργανισμός, εάν είναι μέλη του εν λόγω οργανισμού και εάν έχουν υπογράψει διεθνή ή διακυβερνητική συμφωνία με την οποία συστήνεται η προσφεύγουσα-ενάγουσα ως διεθνής οργανισμός. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η Επιτροπή ζητούσε από τα εν λόγω κράτη να της αποστείλουν επικυρωμένο αντίγραφο της συμφωνίας αυτής καθώς και αποδεικτικά στοιχεία ότι τα υπογράφοντα μέρη διέθεταν την πληρεξουσιότητα να την υπογράψουν ή αντίγραφο του εγγράφου επικυρώσεως της συμφωνίας. Η Επιτροπή επανέλαβε το αίτημα αυτό προς ορισμένα από τα εν λόγω κράτη, στις 27 Ιανουαρίου, στις 11 Μαρτίου, στις 25 Μαΐου και στις 14 Οκτωβρίου 2020.
24 Αφού ενημέρωσε την προσφεύγουσα-ενάγουσα, με έγγραφο της 19ης Φεβρουαρίου 2021, ότι σκόπευε να εκδώσει απόφαση περί μη αναγνωρίσεώς της ως διεθνούς οργανισμού, η Επιτροπή την κάλεσε να υποβάλει παρατηρήσεις, όπερ και έπραξε στις 5 και 30 Μαρτίου 2021.
25 Στις 8 Ιουνίου 2021, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
26 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Αυγούστου 2021, η προσφεύγουσα-ενάγουσα άσκησε προσφυγή-αγωγή ζητώντας, πρώτον, να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση και, δεύτερον, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει, αφενός, αποζημίωση ύψους 20 000 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της μη εύλογης διάρκειας της διαδικασίας εκδόσεως της επίδικης απόφασης και, αφετέρου, αποζημίωση ύψους 23 651 903 ευρώ προς αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω των παρανομιών της επίδικης απόφασης, η οποία υποκατέστησε τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και της 8ης Μαΐου 2015.
27 Προκαταρκτικώς, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, επί του παραδεκτού των παραρτημάτων A.24 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής και C.1 του υπομνήματος απαντήσεως, τα οποία έκρινε απαράδεκτα.
28 Ειδικότερα, όσον αφορά το παράρτημα A.24 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής, του οποίου το παραδεκτό είχε αμφισβητήσει η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 45 και 46 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το παράρτημα αυτό συνίστατο σε γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, της οποίας η γνωστοποίηση δεν είχε επιτραπεί από το θεσμικό αυτό όργανο και η οποία δεν αφορούσε νομοθετική διαδικασία για την οποία επιβάλλεται αυξημένη διαφάνεια. Το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν είχε επικαλεστεί κάποιο άλλο συμφέρον πλην της δυνατότητας επικλήσεως της εν λόγω νομικής γνωμοδοτήσεως στο πλαίσιο της διαφοράς, οπότε η προσκόμισή της δεν φαινόταν να υπαγορεύεται από υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.
29 Από τις σκέψεις 58, 59, 92 και 190 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε προβάλει, προς στήριξη των ακυρωτικών αιτημάτων της, τέσσερις λόγους. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως περιελάμβανε, κατ’ ουσίαν, τρία σκέλη, τα οποία αφορούσαν, πρώτον, παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ και παραβίαση του δεδικασμένου της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2019, δεύτερον, παράβαση της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης και των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής, της 7ης Ιανουαρίου 2015, σχετικά με την αξιολόγηση του καθεστώτος των διεθνών οργανισμών και τη δυνατότητα εξομοιώσεως μη κερδοσκοπικών οργανισμών με διεθνείς οργανισμούς, πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, καθώς και παραβίαση διαφόρων αρχών, ιδίως της αρχής της μη αναδρομικότητας, και, τρίτον, παραβίαση της αρχής της ισότητας. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως επίσης αποτελούνταν από τρία σκέλη, αντλούμενα από παράβαση, αντιστοίχως, της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, της υποχρεώσεως επιμέλειας και της υποχρεώσεως αμεροληψίας. Ο τρίτος λόγος αντλούνταν από παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Τέλος, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αποτελούνταν, κατ’ ουσίαν, από τρία σκέλη, με τα οποία προβάλλονταν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και πλάνη περί το δίκαιο απορρέουσα, όσον αφορά το πρώτο σκέλος, από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε ορθώς τα μέλη της προσφεύγουσας-ενάγουσας, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, από το γεγονός ότι αρνήθηκε να χαρακτηρίσει την ιδρυτική πράξη της προσφεύγουσας-ενάγουσας ως διεθνή συμφωνία για την ίδρυση διεθνούς οργανισμού και, όσον αφορά το τρίτο σκέλος, από το γεγονός ότι αρνήθηκε να αναγνωρίσει στην προσφεύγουσα-ενάγουσα το καθεστώς διεθνούς οργανισμού παρά τη μεταγενέστερη πρακτική των μελών του και την αναγνώριση του καθεστώτος αυτού από την Ένωση και ορισμένα τρίτα κράτη.
30 Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, κατ’ αρχάς, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, στη συνέχεια, τον πρώτο, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως και, τέλος, το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως. Έκρινε ότι οι λόγοι αυτοί, όπως και τα ακυρωτικά αιτήματα της προσφεύγουσας-ενάγουσας, έπρεπε να απορριφθούν.
31 Ειδικότερα, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως εξετάστηκε στις σκέψεις 190 έως 370 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, εξέθεσε, στις σκέψεις 190 έως 213 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τον ορισμό της έννοιας του «διεθνούς οργανισμού» που προβλέπει η δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης. Εξ αυτών προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι έννοιες του «διεθνούς οργανισμού» και της «διεθνούς συμφωνίας» που αναφέρονται στη δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των σχετικών κανόνων του διεθνούς δικαίου, ενώ συγχρόνως πρέπει να ερμηνεύονται στενά, προκειμένου να προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.
32 Δεύτερον, στις σκέψεις 215 έως 232 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την πρώτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με την οποία προβαλλόταν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή καθόσον προέβη σε τεχνητή διάκριση μεταξύ των ιδρυτικών κρατών της προσφεύγουσας-ενάγουσας, των συνεισφερόντων κρατών και των κρατών που μετείχαν στα όργανα της προσφεύγουσας-ενάγουσας, ήτοι στην επιτροπή διοικήσεως και στην κυβερνητική ομάδα στήριξης (στο εξής: GSG). Συναφώς, στις σκέψεις 216 και 217 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι από το σκεπτικό της επίδικης απόφασης δεν προέκυπτε ότι η Επιτροπή προέβη τυπικώς σε τέτοια διάκριση.
33 Ωστόσο, στις σκέψεις 218 έως 231 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση κατά την οποία η επίδικη απόφαση θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προέβαινε σε διάκριση όπως αυτή την οποία προέβαλλε η προσφεύγουσα-ενάγουσα. Κατόπιν ανάλυσης του γράμματος του εγγράφου της 25ης Νοεμβρίου 1994 σχετικά με την ίδρυση της IMG-IBH (στο εξής: ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994), καθώς και του καταστατικού της προσφεύγουσας-ενάγουσας, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 230 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι μόνον τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί που είχαν υποβάλει αίτηση εισδοχής στην επιτροπή διοικήσεως ή στη μόνιμη επιτροπή της προσφεύγουσας-ενάγουσας, η αίτηση των οποίων δεν είχε προκαλέσει αντιρρήσεις εκ μέρους των μελών του εν λόγω οργάνου λήψης αποφάσεων, και που εξακολουθούσαν να μετέχουν σε αυτό στις 16 Δεκεμβρίου 2014 και, ενδεχομένως, πέραν αυτού, έπρεπε να θεωρηθούν ως μέλη της προσφεύγουσας-ενάγουσας κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της επίδικης απόφασης. Βάσει της ως άνω διαπιστώσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 231 και 232 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα αβασίμως προσήπτε στην Επιτροπή ότι δεν θεώρησε ορισμένα κράτη και ορισμένους διεθνείς οργανισμούς ως μέλη της αν τα εν λόγω κράτη ή οι οργανισμοί αυτοί δεν μετείχαν στην επιτροπή διοικήσεώς της ή στη μόνιμη επιτροπή της από τις 16 Δεκεμβρίου 2014 και ότι, ως εκ τούτου, η πρώτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη.
34 Τρίτον, στις σκέψεις 233 έως 248 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τη δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, η οποία αφορούσε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της Επιτροπής, κατά την ερμηνεία των θέσεων που έλαβαν οι βελγικές και οι αυστριακές αρχές.
35 Αφενός, όσον αφορά την απάντηση των αυστριακών αρχών, από τις σκέψεις 235 έως 239 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της απαντήσεως αυτής, δεδομένου ότι την επανέλαβε πιστά στην επίδικη απόφαση, θεωρώντας συγχρόνως ότι η απάντηση αυτή δεν αναιρούσε τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει η εν λόγω απόφαση.
36 Αφετέρου, όσον αφορά την απάντηση των βελγικών αρχών, από τις σκέψεις 241 και 242 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή επανέλαβε πιστά, στην επίδικη απόφαση, το περιεχόμενο της απαντήσεως. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της προσφεύγουσας-ενάγουσας ότι το Βασίλειο του Βελγίου έπρεπε να θεωρηθεί ως ένα από τα μέλη της. Ως εκ τούτου, στη σκέψη 248 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τη δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως.
37 Τέταρτον, στις σκέψεις 249 έως 257 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την τρίτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, η οποία αφορούσε πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της Επιτροπής, καθόσον αρνήθηκε να αναγνωρίσει την προσχώρηση της Ένωσης στην προσφεύγουσα-ενάγουσα. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αιτίαση αυτή, αφενός, για τον λόγο ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 253 και 254 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή δεν μετείχε πλέον στην επιτροπή διοικήσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας από τις 20 Μαΐου 2003 και ότι, κατά συνέπεια, η Ένωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέλος της προσφεύγουσας-ενάγουσας κατά την περίοδο ισχύος της επίδικης απόφασης. Αφετέρου, στη σκέψη 255 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν αποδείκνυε, αλλά ούτε καν υποστήριζε, ότι, κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της επίδικης απόφασης, περιελάμβανε μεταξύ των μελών της άλλον διεθνή οργανισμό. Δεδομένου ότι όλες οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν προς στήριξη του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας απορρίφθηκαν, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το σκέλος αυτό έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό του.
38 Πέμπτον, στις σκέψεις 260 έως 303 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την πρώτη αιτίαση του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, η οποία αφορούσε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο απορρέουσα από την άρνηση της Επιτροπής να χαρακτηρίσει το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 ως διεθνή συμφωνία.
39 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 273 και 274 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το ψήφισμα αυτό περιείχε σαφώς τουλάχιστον μία νομική δέσμευση για τους υπογράφοντες και ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο με την επίδικη απόφαση υιοθετώντας τη θέση της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, σύμφωνα με την οποία το εν λόγω ψήφισμα αποτελούσε πολιτική δήλωση στερούμενη νομικώς δεσμευτικού χαρακτήρα.
40 Επιπλέον, στη σκέψη 289 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στην προσβαλλόμενη απόφαση αρνούμενη να χαρακτηρίσει το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 ως διεθνή συμφωνία ελλείψει εγγράφων πληρεξουσιότητας των μετεχόντων στη συνάντηση της ίδιας ημερομηνίας, επ’ ευκαιρία της οποίας εκδόθηκε το ψήφισμα αυτό, δεδομένου ότι η υπογραφή του εν λόγω ψηφίσματος επιβεβαιώθηκε μεταγενέστερα από τουλάχιστον δύο κράτη.
41 Εξάλλου, στις σκέψεις 295 και 299 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ζητώντας από τα κράτη μέλη της προσφεύγουσας-ενάγουσας να διευκρινίσουν αν είχαν υπογράψει το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 και, ενδεχομένως, να προσκομίσουν τυχόν πράξεις υπογραφής ή κυρώσεως του ψηφίσματος αυτού.
42 Μετά το πέρας της εξέτασης της πρώτης αιτίασης του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 302 και 303 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι πλάνες περί το δίκαιο της Επιτροπής που μνημονεύονται στις σκέψεις 39 και 40 της παρούσας αποφάσεως δεν εδύναντο, αφ’ εαυτών, να επιφέρουν την ακύρωση της επίδικης απόφασης. Συγκεκριμένα, κατά το Γενικό Δικαστήριο, έπρεπε ακόμη να διαπιστωθεί αν η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε συσταθεί με διεθνή συμφωνία έχουσα ως αντικείμενο την ίδρυσή της ως διεθνούς οργανισμού.
43 Έκτον, στις σκέψεις 304 έως 319 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τη δεύτερη αιτίαση του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, η οποία αφορούσε εσφαλμένη ερμηνεία σχετικά με την πρόθεση των υπογραφόντων το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 να αναγνωρίσουν στην προσφεύγουσα-ενάγουσα το καθεστώς διεθνούς οργανισμού. Κατόπιν αναλύσεως του γράμματος, του σκοπού και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το ψήφισμα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο συμπέρανε, στη σκέψη 319 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη στην επίδικη απόφαση κρίνοντας ότι το εν λόγω ψήφισμα δεν είχε ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να προσδώσει στην προσφεύγουσα-ενάγουσα το καθεστώς διεθνούς οργανισμού. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη η δεύτερη αιτίαση του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής-αγωγής και, επομένως, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμο το σκέλος αυτό στο σύνολό του.
44 Έβδομον, στις σκέψεις 321 έως 347 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την πρώτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής-αγωγής, η οποία αφορούσε πλάνη περί το δίκαιο σχετικά με τη μεταγενέστερη πρακτική των υπογραφόντων το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 αποδεικνύουσα αρκούντως ευρεία και σαφή αναγνώριση του καθεστώτος της ως διεθνούς οργανισμού.
45 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 329 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου, Φαλαινοθηρία στην Ανταρκτική (Αυστραλία κατά Ιαπωνίας Νέα Ζηλανδία, παρεμβαίνουσα), της 31ης Μαρτίου 2014 (ΔΔ Συλλογή 2014, σ. 226), η απόδειξη του γεγονότος ότι μεταγενέστερες συμφωνίες ή μεταγενέστερη πρακτική των υπογραφόντων το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 μετέβαλαν την ερμηνεία των διατάξεων του ψηφίσματος αυτού προκειμένου να αναγνωριστεί στην προσφεύγουσα-ενάγουσα το καθεστώς διεθνούς οργανισμού εξαρτώνταν από την προϋπόθεση ότι το σύνολο των υπογραφόντων το ψήφισμα αυτό ή, τουλάχιστον, το σύνολο των μελών της προσφεύγουσας-ενάγουσας έχουν εγκρίνει τοιαύτη τροποποίηση.
46 Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 330 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφενός, ότι το καταστατικό της προσφεύγουσας-ενάγουσας το οποίο εγκρίθηκε στις 10 Μαρτίου 1995 (στο εξής: αρχικό καταστατικό) της προσέδωσε νομική προσωπικότητα και προέβλεψε ότι μέρος του προσωπικού της θα απολάμβανε ασυλιών και, αφετέρου, ότι το άρθρο 1 του καταστατικού της προσφεύγουσας-ενάγουσας το οποίο εγκρίθηκε το 2012 (στο εξής: καταστατικό του 2012) τη χαρακτήρισε ως διεθνή οργανισμό. Εντούτοις, στη σκέψη 331 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν είχε αποδείξει ότι τα δύο αυτά καταστατικά αντανακλούσαν τη βούληση του συνόλου των υπογραφόντων το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 ή, τουλάχιστον, των μελών της, να της αναγνωρίσουν την ιδιότητα του διεθνούς οργανισμού. Το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε τους λόγους που δικαιολογούσαν τη διαπίστωση αυτή στις σκέψεις 332 έως 345 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στις σκέψεις 346 και 347 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο θεωρώντας ότι η μεταγενέστερη της εκδόσεως του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 πρακτική και, στη συνέχεια, η μεταγενέστερη της εγκρίσεως του αρχικού καταστατικού και του καταστατικού του 2012 πρακτική δεν αποδείκνυε αρκούντως ευρεία και σαφή αναγνώριση της ιδιότητας της προσφεύγουσας-ενάγουσας ως διεθνούς οργανισμού και ότι, κατά συνέπεια, η πρώτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη.
47 Όγδοον, στις σκέψεις 348 έως 365 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε τη δεύτερη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας, με την οποία προβαλλόταν πλάνη περί το δίκαιο καθόσον η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την αναγνώριση στην προσφεύγουσα-ενάγουσα του καθεστώτος διεθνούς οργανισμού εκ μέρους της Ένωσης και ορισμένων κρατών.
48 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, στις σκέψεις 349 έως 359 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εξέτασε και απέρριψε το επιχείρημα της προσφεύγουσας-ενάγουσας ότι η σύναψη συμβάσεων μεταξύ αυτής και της Επιτροπής στο πλαίσιο της από κοινού ή έμμεσης διαχειρίσεως συνεπαγόταν κατ’ ανάγκην την υποχρέωση του ως άνω θεσμικού οργάνου να αναγνωρίσει το καθεστώς της ως διεθνούς οργανισμού.
49 Αφετέρου, στις σκέψεις 360 έως 365 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε το επιχείρημα της προσφεύγουσας-ενάγουσας περί πλάνης περί το δίκαιο καθόσον η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις συμφωνίες περί της έδρας που συνήψε η προσφεύγουσα-ενάγουσα. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 364 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι κράτη που δεν έχουν προσχωρήσει στη συμφωνία περί ιδρύσεως οργανισμού και δεν είναι, ή δεν είναι πλέον, μέλη του τον θεωρούν ως διεθνή οργανισμό δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να αναγνωρίσει στον οργανισμό αυτόν το καθεστώς διεθνούς οργανισμού.
50 Ένατον, στις σκέψεις 366 έως 370 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την τρίτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής-αγωγής, η οποία αφορούσε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα μέλη της προσφεύγουσας-ενάγουσας δεν την είχαν διαλύσει ούτε το γεγονός ότι πληρούσε την αρχή της ειδικότητας. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε, στη σκέψη 367 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι υπογράφοντες το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994, οι οποίοι προσχώρησαν στην προσφεύγουσα-ενάγουσα, είχαν την πρόθεση, κατά την έγκριση του καταστατικού του 2008 καθώς και του καταστατικού του 2012, να της διασφαλίσουν ορισμένη σταθερότητα και να της αναθέσουν ειδικά καθήκοντα στους τομείς της ανασυγκρότησης και της ανάπτυξης, πέραν της επικράτειας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Έκρινε, εντούτοις, στις σκέψεις 368 και 369 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, στο μέτρο που ούτε οι υπογράφοντες το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 ούτε τα μέλη της προσφεύγουσας-ενάγουσας εκδήλωσαν ομοφώνως ή, τουλάχιστον, κατά πλειοψηφία την πρόθεση να της προσδώσουν την ιδιότητα του διεθνούς οργανισμού, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν είχε διαλυθεί δεν ασκούσε επιρροή επί της νομιμότητας της επίδικης απόφασης. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την τρίτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως καθώς και, κατά συνέπεια, το σκέλος αυτό και τον εν λόγω λόγο ακυρώσεως στο σύνολό τους.
51 Τα αιτήματα αποζημιώσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας εξετάστηκαν στις σκέψεις 418 έως 447 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 418 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα προέβαλλε δύο είδη ζημίας για τα οποία ζητούσε, αντιστοίχως, αποζημίωση ύψους 20 000 ευρώ λόγω της μη εύλογης διάρκειας της διαδικασίας εκδόσεως της επίδικης απόφασης και αποζημίωση ύψους 23 651 903 ευρώ προς αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που καταλόγιζε στις παρανομίες της επίδικης απόφασης, η οποία υποκατέστησε τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και της 8ης Μαΐου 2015.
52 Το πρώτο σκέλος της ζημίας, το οποίο εξετάστηκε στις σκέψεις 429 έως 442 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, απορρίφθηκε με το σκεπτικό, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 440 έως 442 της απόφασης αυτής, ότι το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε η Επιτροπή για να καταρτίσει και να εκδώσει την επίδικη απόφαση δεν στερούνταν εύλογου χαρακτήρα και ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης απορρέουσας από την προβαλλόμενη παρανομία.
53 Το δεύτερο σκέλος της ζημίας, το οποίο εξετάστηκε στις σκέψεις 443 έως 447 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, απορρίφθηκε με το σκεπτικό, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 444 και 446 της απόφασης αυτής, ότι το αίτημα ακυρώσεως της επίδικης απόφασης είχε απορριφθεί, οπότε δεν πληρούνταν η προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, η οποία αφορά την ύπαρξη παραβάσεως κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, και ότι, επιπλέον, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν είχε προβάλει, προς στήριξη του δευτέρου αυτού σκέλους της ζημίας, λόγους ελλείψεως νομιμότητας οι οποίοι να διαφέρουν από εκείνους που είχε προβάλει προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματός της.
54 Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή-αγωγή της προσφεύγουσας-ενάγουσας στο σύνολό της.
Τα αιτήματα των διαδίκων
55 Η προσφεύγουσα-ενάγουσα και νυν αναιρεσείουσα (στο εξής: αναιρεσείουσα) ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να αποφανθεί το ίδιο επί της προσφυγής-αγωγής της και να την κάνει δεκτή καθώς και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όσο και της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
56 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
57 Προς στήριξη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, παράβαση της υποχρεώσεως του Γενικού Δικαστηρίου να αιτιολογεί τις αποφάσεις του, της απαγόρευσης αποφάνσεως ultra petita και παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας καθώς και παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας. Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται παραβίαση του δεδικασμένου καθώς και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ισότητας και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Με τον πέμπτο λόγο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα πρωτοδίκως. Με τον έκτο λόγο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας καθώς και του άρθρου 41 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τέλος, με τον έβδομο λόγο προβάλλεται παραβίαση των αρχών της αντιμωλίας και της ισότητας των όπλων.
Επί του εβδόμου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
58 Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να εξεταστεί πρώτος κατά σειρά, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του σκεπτικού που περιλαμβάνεται στις σκέψεις 38 έως 47 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς δικαιολόγηση της απόφανσης του Γενικού Δικαστηρίου να κρίνει απαράδεκτο το παράρτημα A.24 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής που είχε κατατεθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
59 Πρώτον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιόν του, έλαβε την πρωτοβουλία να ρωτήσει την Επιτροπή αν αυτή αντιτίθετο στη διατήρηση του εν λόγω παραρτήματος στον φάκελο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο μετέβαλε το αντικείμενο της διαφοράς και απεφάνθη ultra petita.
60 Δεύτερον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρουν από εκείνες της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψεις 54 έως 56), στην οποία στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο. Η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο παράρτημα A.24 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής το οποίο κατατέθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου βρίσκεται στη δημόσια σφαίρα κατόπιν διαρροής στον Τύπο. Επομένως, κατά την αναιρεσείουσα, η εν λόγω γνωμοδότηση, ως εκ της φύσεώς της και λόγω των προϋποθέσεων δημοσιοποίησής της, δεν έθιγε ούτε την εμπιστευτικότητα ούτε κάποιο υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Επιπλέον, η εν λόγω γνωμοδότηση αποτελεί καθοριστικό έγγραφο, το οποίο αφορά αποκλειστικά και μόνον την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
61 Τρίτον, η αναιρεσείουσα επικαλείται «την αρχή της ισότητας των όπλων σε δίκαιη δίκη», η οποία συνεπάγεται, κατ’ αυτήν, την υποχρέωση να παρέχεται σε καθέναν από τους διαδίκους η εύλογη δυνατότητα να εκθέτει την άποψή του, περιλαμβανομένων των αποδεικτικών στοιχείων, υπό συνθήκες που δεν τον περιάγουν σε «σαφώς μειονεκτική θέση» έναντι του αντιδίκου. Η αναιρεσείουσα φρονεί, ως εκ τούτου, ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να διατηρήσει στη δικογραφία το παράρτημα A.24 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής και ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντάς το απαράδεκτο.
62 Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο έβδομος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
63 Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη ultra petita, καθόσον αποφάσισε την απόσυρση του παραρτήματος A.24 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής από τη δικογραφία, από τη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή είχε προβάλει ένσταση απαραδέκτου του παραρτήματος αυτού, καθόσον περιείχε γνωμοδότηση της νομικής της υπηρεσίας.
64 Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε την απόσυρση του εν λόγω παραρτήματος από τη δικογραφία κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να του προσαφθεί ότι απεφάνθη ultra petita. Δεν ασκεί επιρροή συναφώς το γεγονός ότι η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου του ίδιου παραρτήματος απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου.
65 Δεύτερον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, η αναιρεσείουσα, στις σκέψεις 45 και 46 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε ορθώς τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψεις 54 έως 56), την οποία το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο μνημόνευσε στις σκέψεις 42 έως 44 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
66 Όπως έχει υπενθυμίσει το Δικαστήριο, καταρχήν, το να γίνει δεκτό ότι ένας προσφεύγων μπορεί να συμπεριλάβει στη δικογραφία νομική γνώμη θεσμικού οργάνου της οποίας τη γνωστοποίηση δεν έχει επιτρέψει το εν λόγω θεσμικό όργανο προσκρούει στις επιταγές περί δίκαιης δίκης και ισοδυναμεί με καταστρατήγηση της διαδικασίας για την αίτηση πρόσβασης σε ένα τέτοιο έγγραφο την οποία θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43) (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
67 Βεβαίως, το Δικαστήριο παραδέχθηκε ότι πρέπει να συνεκτιμηθεί η αρχή της διαφάνειας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 10, παράγραφος 3, ΣΕΕ καθώς και στο άρθρο 15, παράγραφος 1, και στο άρθρο 298, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και εγγυάται, μεταξύ άλλων, μεγαλύτερη νομιμότητα, αποτελεσματικότητα και υπευθυνότητα της διοίκησης έναντι των πολιτών σε ένα δημοκρατικό σύστημα. Παρέχοντας τη δυνατότητα ανοικτού διαλόγου επί των διάφορων διιστάμενων απόψεων, η διαφάνεια συμβάλλει, επιπλέον, στην αύξηση της εμπιστοσύνης των εν λόγω πολιτών (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
68 Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί η αρχή της διαφάνειας να δικαιολογήσει τη γνωστοποίηση, στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, εγγράφου θεσμικού οργάνου το οποίο δεν έχει καταστεί προσβάσιμο στο κοινό και περιέχει νομική γνώμη. Συνακόλουθα, η διατήρηση στη δικογραφία εγγράφου το οποίο περιέχει νομική γνώμη θεσμικού οργάνου ουδόλως δικαιολογείται από υπέρτερο δημόσιο συμφέρον όταν, αφενός, η γνώμη δεν αφορά νομοθετική διαδικασία ως προς την οποία επιβάλλεται αυξημένη διαφάνεια και, αφετέρου, το συμφέρον της διατήρησης αυτής συνίσταται αποκλειστικώς στο να δυνηθεί το μέρος που το εκπόνησε να επικαλεστεί τη συγκεκριμένη γνώμη στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς. Υπό τέτοιου είδους περιστάσεις, η προσκόμιση μιας τέτοιας γνώμης υπαγορεύεται από το ίδιον συμφέρον του προσφεύγοντος να τεκμηριώσει την επιχειρηματολογία του και όχι από οποιοδήποτε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, όπως είναι η δημοσιοποίηση της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
69 Εν προκειμένω, αφενός, στη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, χωρίς να αντικρουσθεί από την αναιρεσείουσα, ότι η νομική γνωμοδότηση που περιλαμβανόταν στο παράρτημα A.24 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής δεν αφορούσε νομοθετική διαδικασία για την οποία επιβάλλεται αυξημένη διαφάνεια.
70 Αφετέρου, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε επικαλεστεί άλλο συμφέρον πλην της δυνατότητας επικλήσεως της νομικής αυτής γνωμοδοτήσεως στο πλαίσιο της διαφοράς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οπότε η προσκόμισή της δεν φαινόταν να υπαγορεύεται από υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, αλλά από τα δικά της συμφέροντα.
71 Οι περιστάσεις αυτές, όμως, όπως διαπιστώθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο, δεν ήταν ικανές να δικαιολογήσουν, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 66 έως 68 της παρούσας αποφάσεως, τη διατήρηση του παραρτήματος A.24 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής στη δικογραφία.
72 Τρίτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων, διαπιστώνεται ότι η αναιρεσείουσα δεν διευκρίνισε με ποιον τρόπο το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή αυτή, πολλώ δε μάλλον από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να επικαλεστεί εμπιστευτικά έγγραφα τα οποία έπρεπε να αποσυρθούν από τη δικογραφία, η δε αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο.
73 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε απαράδεκτο το παράρτημα A.24 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής, συνεπώς δε ο έβδομος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ως προς τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως
74 Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να εξεταστεί δεύτερος κατά σειρά, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του σκεπτικού που εκτίθεται στις σκέψεις 197 έως 370 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς δικαιολόγηση της απόρριψης του τετάρτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής-αγωγής της. Ο λόγος αυτός διαρθρώνεται σε τέσσερα σκέλη.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
75 Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο ορισμός της έννοιας του «διεθνούς οργανισμού» στον οποίο στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο είναι εσφαλμένος. Υποστηρίζει ότι η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου, η οποία μνημονεύεται στις σκέψεις 206 και 208 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν ασκεί επιρροή και ότι, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της.
76 Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικρίνει τις σκέψεις 218 έως 232 και 235 έως 248 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
77 Όσον αφορά τις σκέψεις 218 έως 232 της απόφασης αυτής, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αντιλήφθηκε ορθώς το περιεχόμενο της πρώτης αιτίασης του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής-αγωγής της, η οποία αφορούσε την απουσία σαφούς διακρίσεως, στην επίδικη απόφαση, μεταξύ των ιδρυτικών κρατών της αναιρεσείουσας και των κρατών χορηγών χρηματοδότησης σε αυτήν. Ισχυρίζεται, συναφώς, ότι τα κράτη τα οποία υπέγραψαν το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 είναι μέλη της και αποτελούν, σύμφωνα με το αρχικό καταστατικό, την GSG. Επομένως, εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στη σκέψη 222 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το επιχείρημα ότι το γεγονός και μόνον ότι ένα κράτος ή ένας διεθνής οργανισμός διετέλεσε μέλος της GSG και συμμετείχε στην ίδρυσή της υπογράφοντας το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 καθιστούσε το εν λόγω κράτος ή τον εν λόγω οργανισμό ένα από τα μέλη της.
78 Όσον αφορά τις σκέψεις 235 έως 248 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι οι σκέψεις αυτές αφορούν αιτίαση προβληθείσα στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής-αγωγής της, ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, και όχι του τετάρτου λόγου ακυρώσεως.
79 Δεύτερον, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι επικύρωσε, στις σκέψεις 235 έως 239 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση της απαντήσεως των αυστριακών αρχών, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 συνιστούσε διεθνή συμφωνία, πράγμα το οποίο αναγνώρισε το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο.
80 Τρίτον, η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε, στη σκέψη 246 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η συμμετοχή του Βασιλείου του Βελγίου στην ίδρυση της αναιρεσείουσας και στις συνεδριάσεις των οργάνων της έως το 2013 ήταν άνευ σημασίας, δεδομένου ότι η ιδιότητα του κράτους αυτού ως μέλους της αναιρεσείουσας μπορούσε να εκτιμηθεί μόνον στις 16 Δεκεμβρίου 2014. Κατά την αναιρεσείουσα, όμως, στα αντικειμενικά κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον χαρακτηρισμό μιας οντότητας ως «διεθνούς οργανισμού» δεν συγκαταλέγεται το γεγονός ότι ένα κράτος θεωρεί τον εαυτό του ως μέλος του οργανισμού αυτού. Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι το ίδιο το Βασίλειο του Βελγίου χαρακτήρισε την αναιρεσείουσα ως διεθνή οργανισμό συσταθέντα με διεθνή συμφωνία.
81 Με το τρίτο σκέλος, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον εξέτασε χωριστά, στις σκέψεις 258, 260 και 321 έως 347 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 και το αρχικό καταστατικό, καίτοι αποτελούν «σύνολο συμβατικών κειμένων». Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι το καταστατικό του 2012 είναι επίσης κρίσιμο, ως απόδειξη μεταγενέστερης πρακτικής των υπογραφόντων το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 η οποία αποδεικνύει αρκούντως ευρεία και σαφή αναγνώριση της ιδιότητάς της ως διεθνούς οργανισμού, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 322 έως 346 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
82 Εκ των ανωτέρω συνάγεται, κατά την αναιρεσείουσα, ότι το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι όλα τα συμβαλλόμενα μέρη διεθνούς συμφωνίας πρέπει να έχουν συμβάλει σε μεταγενέστερη πρακτική προκειμένου η πρακτική αυτή να μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία της εν λόγω συμφωνίας, δεύτερον, ότι όλα τα μέλη της αναιρεσείουσας έπρεπε να έχουν εγκρίνει μεταβολή της ερμηνείας των διατάξεων του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 λόγω μεταγενέστερης του εν λόγω ψηφίσματος πρακτικής αποδεικνύουσας αρκούντως ευρεία και σαφή αναγνώριση της ιδιότητας της αναιρεσείουσας ως διεθνούς οργανισμού και, τρίτον, ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να αποδείξει ότι το αρχικό καταστατικό ή το καταστατικό του 2012 αντανακλούσαν τη βούληση του συνόλου των υπογραφόντων το ψήφισμα αυτό.
83 Δεύτερον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι λόγοι που εκτίθενται στις σκέψεις 285 και 286 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994, απορρέουν από εσφαλμένη εκτίμηση των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκε το ψήφισμα αυτό. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το ψήφισμα εγκρίθηκε και υπογράφηκε από τους εκπροσώπους των κρατών που μετείχαν στη συνάντηση που έλαβε χώρα την ίδια ημέρα καθώς και από την Επιτροπή.
84 Τρίτον, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι οι σκέψεις 291 έως 300 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βιέννης, τα κράτη μπορούν να εκφράσουν τη βούλησή τους να δεσμευθούν από διεθνή συμφωνία με διάφορους τρόπους. Κατά την αναιρεσείουσα, το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 ήταν «συμφωνία απλοποιημένης μορφής», η οποία αποτελεί μορφή συμφωνίας αναγνωρισμένη στο διεθνές δίκαιο.
85 Τέταρτον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι λόγοι που εκτίθενται στις σκέψεις 306 έως 319 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο, επιδεικνύοντας υπερβολική τυπολατρία, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν συστάθηκε ως διεθνής οργανισμός με το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994.
86 Η αναιρεσείουσα παρατηρεί, συναφώς, ότι από τα πρακτικά της συνάντησης κατά την οποία εκδόθηκε το ψήφισμα προκύπτει ότι είναι «ανεξάρτητη οντότητα». Επιπλέον, το άρθρο 19 του αρχικού καταστατικού προβλέπει ότι η αναιρεσείουσα μπορούσε να απολαύει ασυλιών στο πλαίσιο της άσκησης των δραστηριοτήτων της, ενώ το καταστατικό του 2012 αναγνώριζε ρητώς στην αναιρεσείουσα το καθεστώς του διεθνούς οργανισμού.
87 Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη σκέψη 310 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 προβλέπει, στο σημείο 3, ότι η επιτροπή διοικήσεως της αναιρεσείουσας έπρεπε να επαναξιολογεί κάθε έξι μήνες την ανάγκη εξακολούθησης της δραστηριότητάς της, όπερ αντιφάσκει προς την εκτίμηση ότι οι υπογράφοντες το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 δεν είχαν παράσχει στην αναιρεσείουσα τις βέλτιστες εγγυήσεις αποτελεσματικότητας για την άσκηση των καθηκόντων της. Με το ψήφισμα αυτό ανατέθηκαν επίσης στην αναιρεσείουσα «λειτουργικές αρμοδιότητες», υπό τον έλεγχο των μελών της, γεγονός που σημαίνει ότι η αναιρεσείουσα πληρούσε την αρχή της ειδικότητας, όπως αναγνώρισε το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 369 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
88 Με το τέταρτο σκέλος, η αναιρεσείουσα επικρίνει τις σκέψεις 321 έως 370 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Πρώτον, υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 328 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, βασίμως επικαλείται το άρθρο 32 της Συμβάσεως της Βιέννης, δεδομένου ότι η Επιτροπή την αναγνώριζε επί σειρά ετών ως διεθνή οργανισμό και προσέφευγε στις υπηρεσίες της, προτού θεωρήσει αίφνης ότι δεν συνιστούσε πλέον διεθνή οργανισμό.
89 Δεύτερον, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας, καθόσον έκρινε, στη σκέψη 335 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα είχε υποστηρίξει ότι το καταστατικό του 2012 είχε υπογραφεί από τη Γαλλική Δημοκρατία, την Ιταλική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας. Η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι δεν είναι δυνατόν να προέβη σε τέτοια δήλωση, δεδομένου ότι από τη δικογραφία της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι το καταστατικό του 2012 είχε υπογραφεί από τον πρόεδρο της επιτροπής διακυβέρνησης της αναιρεσείουσας και είχε εγκριθεί ομόφωνα από όλους όσους είχαν μετάσχει στην από 27 Νοεμβρίου 2012 συνεδρίαση της επιτροπής αυτής.
90 Τρίτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 338 έως 341 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε σε έγγραφα σχετικά με την έκθεση της OLAF τα οποία η Επιτροπή είχε ρητώς αποφασίσει να μη λάβει υπόψη για τους σκοπούς της έκδοσης της επίδικης απόφασης. Ωσαύτως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στηριζόμενο σε αιτιολογία που δεν περιλαμβανόταν στην επίδικη απόφαση.
91 Τέταρτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το έγγραφο του Βασιλείου της Σουηδίας, της 2ας Ιουλίου 2020, κρίνοντας, στη σκέψη 339 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το εν λόγω κράτος θεωρούσε ότι η αναιρεσείουσα δεν είναι διεθνής οργανισμός. Κατά την αναιρεσείουσα, από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι το Βασίλειο της Σουηδίας στηρίχθηκε στο γεγονός ότι δεν είχε επικυρώσει το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994, ενώ η επικύρωση αυτή δεν είναι αναγκαία για τη σύσταση διεθνούς οργανισμού.
92 Πέμπτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη επίσης την υποχρέωση αιτιολογήσεως παραλείποντας να εξηγήσει, στη σκέψη 340 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για ποιον λόγο δεν ήταν χρήσιμα τα στοιχεία της δικογραφίας που είχε επικαλεστεί σχετικά με την Ιταλική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Νορβηγίας.
93 Έκτον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 351 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να επικαλεστεί τα άρθρα 27 και 46 της Συμβάσεως της Βιέννης, οι διατάξεις των οποίων δεν έχουν άμεση εφαρμογή στην Ένωση. Κατά την αναιρεσείουσα, η Σύμβαση της Βιέννης έχει εφαρμογή στις ιδρυτικές διεθνών οργανισμών συνθήκες και τα εν λόγω άρθρα απηχούν το έθιμο και τη διεθνή πρακτική.
94 Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν συμμετείχε στην επιτροπή διοικήσεώς της από τις 20 Μαΐου 2003 στερείται σημασίας, στο μέτρο που το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν εξέφρασε επισήμως τη βούλησή του να μην είναι πλέον μέλος της και, κατά τα λοιπά, εξακολούθησε να συνεργάζεται μαζί της βάσει της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 356 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή, κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της επίδικης απόφασης, απηλλάγη από κάθε υποχρέωση να αναγνωρίσει στην αναιρεσείουσα το καθεστώς διεθνούς οργανισμού.
95 Επιπλέον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι στηρίχθηκε, στις σκέψεις 362 έως 365 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε εσφαλμένη αντίληψη της έννοιας της «αναγνώρισης» στο διεθνές δίκαιο και ότι τη συγχέει με την έννοια της «ίδρυσης» διεθνούς οργανισμού. Η τελευταία έννοια είναι αποτέλεσμα της συμπτώσεως των βουλήσεων των κρατών. Αντιθέτως, η αναγνώριση καθιστά αντιτάξιμη στον συντάκτη της, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη υποκειμένου δικαίου, εν προκειμένω διεθνούς οργανισμού. Συνεπώς, η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε συνάψει με αυτήν πολυάριθμες συμβάσεις συνιστούσε πράξη αναγνώρισης, εκ μέρους του θεσμικού αυτού οργάνου, του καθεστώτος της ως διεθνούς οργανισμού.
96 Η αναιρεσείουσα θεωρεί, επομένως, ότι μια αντικειμενική ανάλυση της οντότητας που συστάθηκε με το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 και με το αρχικό καταστατικό που συμπλήρωνε το ψήφισμα αυτό καταδεικνύει ότι είχε συσταθεί διεθνής οργανισμός και ότι ο οργανισμός αυτός μπορούσε να διαλυθεί μόνο με απόφαση εκδοθείσα από τα δικά του όργανα ή από τα μέλη που τον συνέστησαν.
97 Απαντώντας στο πρώτο σκέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας του «διεθνούς οργανισμού». Η νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 206 και 208 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι κρίσιμη προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάκριση μεταξύ, αφενός, μη δεσμευτικής διεθνούς πράξης και, αφετέρου, διεθνούς συμφωνίας, κατά την έννοια της Συμβάσεως της Βιέννης, καθώς και μεταξύ, αφενός, διεθνούς οργανισμού και, αφετέρου, κάποιου άλλου οργανισμού.
98 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι οι λόγοι που παρατίθενται στις σκέψεις 215 έως 217 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αρκούν προς δικαιολόγηση της απόρριψης της πρώτης αιτίασης του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής-αγωγής και δεν ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο, ως εκ τούτου δε η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας η οποία βάλλει κατά των σκέψεων 218 έως 232 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
99 Δεύτερον, όσον αφορά τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σχετικά με τις σκέψεις 235 έως 239 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο απλώς αναγνώρισε, στη σκέψη 238 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η επίδικη απόφαση επαναλάμβανε πιστά την απάντηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στις ερωτήσεις που της είχε απευθύνει η Επιτροπή.
100 Τρίτον, όσον αφορά τις επικρίσεις που διατύπωσε η αναιρεσείουσα σχετικά με την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση της απαντήσεως του Βασιλείου του Βελγίου στις ερωτήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι δεν θεωρεί ότι η υπογραφή του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 αρκούσε για να αποκτήσει ένα κράτος την ιδιότητα του μόνιμου μέλους της αναιρεσείουσας, στο μέτρο που το ψήφισμα αυτό δεν συνεπαγόταν καμία υποχρέωση συνεισφοράς στον προϋπολογισμό ή στις πράξεις της αναιρεσείουσας. Ως εκ τούτου, το Βασίλειο του Βελγίου θα μπορούσε θεμιτώς να μη θεωρείται πλέον ως μέλος της αναιρεσείουσας. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η σκέψη 246 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.
101 Όσον αφορά το τρίτο σκέλος, η Επιτροπή αντιτείνει στην αναιρεσείουσα ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν το καταστατικό της αναιρεσείουσας της προσέδωσε το καθεστώς του διεθνούς οργανισμού, στηριζόμενο σε σχετική νομολογία. Όσον αφορά το επιχείρημα της αναιρεσείουσας σχετικά με τις σκέψεις 285 και 286 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις αυτές, απλώς διαπίστωσε ότι οι εκπρόσωποι των οικείων κρατών δεν ετύγχαναν της απαλλαγής από την απαίτηση προσκόμισης εγγράφων πληρεξουσιότητας προκειμένου να γνωστοποιήσουν τη συναίνεση του κράτους που εκπροσωπούσαν στην έκδοση του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994. Παρά τη διαπίστωση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το ψήφισμα αυτό συνιστά διεθνή συμφωνία, οπότε το εν λόγω επιχείρημα της αναιρεσείουσας είναι αλυσιτελές. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, μολονότι η ίδια δεν άσκησε ανταναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκειμένου να αμφισβητήσει την τελευταία αυτή εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, παραμένει «επιφυλακτική» ως προς το σκεπτικό στο οποίο αυτή στηρίζεται, όπως αυτό εκτίθεται στις σκέψεις 276 έως 289 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
102 Όσον αφορά τις επικρίσεις της αναιρεσείουσας κατά του σκεπτικού που εκτίθεται στις σκέψεις 291 έως 300 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει ποιος είναι ο διαδικαστικός ή ουσιαστικός κανόνας τον οποίο φέρεται να παρέβη το Γενικό Δικαστήριο. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι μπορούσε βασίμως να ρωτήσει τα κράτη τα οποία φέρονταν να είναι μέλη της αναιρεσείουσας ως προς το εάν είχαν υπογράψει το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 και να τα καλέσει να προσκομίσουν τυχόν πράξεις υπογραφής ή επικύρωσης. Εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το ψήφισμα αυτό συνιστά διεθνή συμφωνία, οπότε τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που στρέφονται κατά του σκέλους αυτού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αλυσιτελή.
103 Τέλος, όσον αφορά την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας σχετικά με τις σκέψεις 306 έως 319 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή διατείνεται ότι η προϋπόθεση της αναγνώρισης μιας οντότητας ως διεθνούς οργανισμού, η οποία αφορά την παροχή στην εν λόγω οντότητα όλων των αναγκαίων μέσων για τη λειτουργία της και των καλύτερων εγγυήσεων σταθερότητας, συνέχειας και αποτελεσματικότητας για την άσκηση των καθηκόντων της, προκύπτει σαφώς από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 212 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Η Επιτροπή προσθέτει ότι από το κείμενο του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994, και ιδίως από τα σημεία του 4 και 5, προκύπτει σαφώς ότι η συμμετοχή στην αναιρεσείουσα ήταν προαιρετική και ότι η τελευταία αποτελούσε αρχικώς προσωρινό μηχανισμό, ο οποίος έπρεπε να ανανεώνεται κάθε έξι μήνες.
104 Απαντώντας στο τέταρτο σκέλος, η Επιτροπή διευκρινίζει, πρώτον, ότι, στη σκέψη 335 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν το αρχικό καταστατικό είχε εγκριθεί από όλα τα μέρη που είχαν εκδώσει το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 ή, τουλάχιστον, από το σύνολο των μελών της αναιρεσείουσας.
105 Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι σκέψεις 338 έως 341 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αφορούν την υποθετική περίπτωση κατά την οποία η αναιρεσείουσα θα είχε μόνον πέντε μέλη τα οποία θα είχαν εκδώσει το καταστατικό του 2012. Η ίδια η αναιρεσείουσα αντικρούει την υπόθεση αυτή στην αίτησή της αναιρέσεως. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων διαφόρων κρατών, οι οποίες συνοψίζονται στη σκέψη 340 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 341 της απόφασης αυτής, ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η ρήτρα του καταστατικού του 2012, κατά την οποία η αναιρεσείουσα είναι διεθνής οργανισμός, απηχεί τη σαφή και απερίφραστη βούληση των κρατών αυτών να της αναγνωρίσουν τέτοιο καθεστώς.
106 Τρίτον, όσον αφορά τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σχετικά με τις σκέψεις 339, 340 και 351 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε επαρκώς κατά νόμον τους λόγους για τους οποίους απέρριψε την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας και ότι δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
107 Τέταρτον και τελευταίον, όσον αφορά τις επικρίσεις της αναιρεσείουσας σχετικά με τις σκέψεις 362 έως 365 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη διεθνούς συμφωνίας δεν είχαν την πρόθεση να ιδρύσουν διεθνή οργανισμό με τη συμφωνία αυτή, η αναγνώριση του καθεστώτος διεθνούς οργανισμού της οντότητας που συστάθηκε με την εν λόγω συμφωνία μπορεί να απορρέει από το γεγονός ότι έχει αναγνωριστεί ως διεθνής οργανισμός από τρίτους. Η Επιτροπή θεωρεί, επομένως, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που αντλούνται από την προβαλλόμενη αναγνώρισή της ως διεθνούς οργανισμού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
108 Πρέπει να εξεταστούν από κοινού τα σκέλη του πέμπτου λόγου αναιρέσεως που αφορούν τις σκέψεις 190 έως 370 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Στις σκέψεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως της αναιρεσείουσας, ο οποίος αφορούσε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, συνιστάμενη στο ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε ορθώς τα μέλη της αναιρεσείουσας, αρνήθηκε να χαρακτηρίσει την ιδρυτική πράξη της αναιρεσείουσας ως διεθνή συμφωνία για την ίδρυση διεθνούς οργανισμού και δεν έλαβε υπόψη τη μεταγενέστερη πρακτική των μελών της αναιρεσείουσας καθώς και την αναγνώρισή της ως διεθνούς οργανισμού από την Ένωση και από ορισμένα τρίτα κράτη.
109 Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 92 της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2019, ο όρος «διεθνής οργανισμός», που αναφέρεται στα άρθρα 53 και 53δ του δημοσιονομικού κανονισμού του 2002 και στο άρθρο 58 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2012, ορίζεται, με την ίδια διατύπωση, στο άρθρο 43, παράγραφος 2, του εκτελεστικού δημοσιονομικού κανονισμού του 2002 και, ακολούθως, στο άρθρο 43, παράγραφος 1, του κατ’ εξουσιοδότηση δημοσιονομικού κανονισμού του 2012. Βάσει των δύο τελευταίων αυτών διατάξεων, ο όρος αυτός περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, «[τους] οργανισμο[ύς] δημοσίου διεθνούς δικαίου που ιδρύονται με διακυβερνητικές συμφωνίες καθώς και [τους] ειδικευμένο[υς] οργανισμο[ύς] τους οποίους αυτοί δημιουργούν».
110 Το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης υπό το πρίσμα του ορισμού αυτού (πρβλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2019, σκέψη 93).
111 Από τις σκέψεις 197 έως 199 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αγνοούσε ότι όφειλε να στηριχθεί στον εν λόγω ορισμό προκειμένου να διαπιστώσει αν ορθώς η Επιτροπή είχε εκτιμήσει, με την επίδικη απόφαση, ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν διεθνής οργανισμός.
112 Εντούτοις, διαπιστώνεται, κατά πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 200 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η έννοια του «διεθνούς οργανισμού» πρέπει να ερμηνεύεται στενά, για τους σκοπούς της εφαρμογής της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης.
113 Πράγματι, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 72 των προτάσεών του, η έννοια του «διεθνούς οργανισμού» πρέπει να ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως του πλαισίου εντός του οποίου χρησιμοποιείται. Τυχόν αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε σε ανασφάλεια δικαίου, αφ’ ης στιγμής η ίδια οντότητα θα μπορούσε, αναλόγως του πλαισίου, άλλοτε να αναγνωρίζεται ως διεθνής οργανισμός και άλλοτε να στερείται της αναγνώρισης αυτής.
114 Κατά δεύτερον, από τις σκέψεις 274, 289 και 301 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 συνιστούσε διεθνή συμφωνία και ότι η Επιτροπή, κρίνοντας, με την επίδικη απόφαση, ότι τούτο δεν ίσχυε, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Καίτοι η Επιτροπή επισημαίνει ότι είναι «επιφυλακτική» ως προς το εν λόγω συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου, δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα δυνάμενο να το κλονίσει, ούτε άσκησε ανταναίρεση προκειμένου να αμφισβητήσει το εν λόγω σκέλος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
115 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελή τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που βάλλουν κατά των σκέψεων 259 έως 300 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, η συλλογιστική που αναπτύχθηκε στο εν λόγω σκέλος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης οδήγησε το Γενικό Δικαστήριο στο να κρίνει, στις σκέψεις 274, 289 και 301 της απόφασης αυτής, ότι, όπως υποστήριζε η αναιρεσείουσα, η επίδικη απόφαση ενείχε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον η Επιτροπή είχε θεωρήσει ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 δεν αποτελούσε διεθνή συμφωνία. Επομένως, οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα περιπτώσεις πλάνης περί το δίκαιο τις οποίες φέρεται να ενέχει το εν λόγω σκέλος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και αν θεωρηθούν αποδεδειγμένες, δεν εμπόδισαν το Γενικό Δικαστήριο από το να καταλήξει σε ευνοϊκό για την αναιρεσείουσα αποτέλεσμα.
116 Κατά τρίτον, πρέπει να εξεταστεί η αιτίαση περί «υπερβολικής τυπολατρίας» κατά την εκτίμηση του γράμματος του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994, με την οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο συνιστάμενη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό του αντικειμένου και των αποτελεσμάτων του ψηφίσματος αυτού.
117 Συναφώς, από τη σκέψη 305 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι, ως διεθνής συμφωνία, το εν λόγω ψήφισμα πρέπει, σύμφωνα με τους κανόνες του εθιμικού διεθνούς δικαίου που αντανακλώνται στις διατάξεις του άρθρου 31 της Συμβάσεως της Βιέννης, οι οποίες, αυτές καθεαυτές, δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και αποτελούν μέρος της έννομης τάξεως της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Western Sahara Campaign UK, C-266/16, EU:C:2018:118, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), να ερμηνεύεται με καλή πίστη, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια των όρων του και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού του.
118 Στις σκέψεις 306 έως 312 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε σειρά διαπιστώσεων όσον αφορά το γράμμα του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994, οι οποίες, κατά την άποψή του, δικαιολογούσαν την εκτίμηση ότι οι συντάκτες του δεν είχαν την πρόθεση να ιδρύσουν διεθνή οργανισμό όταν ίδρυσαν την αναιρεσείουσα.
119 Ειδικότερα, στη σκέψη 306 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ψήφισμα αυτό δεν χαρακτήριζε την αναιρεσείουσα ως διεθνή οργανισμό ούτε καθόριζε το νομικό καθεστώς της.
120 Εντούτοις, το γεγονός και μόνον ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 δεν χαρακτήριζε την αναιρεσείουσα ως διεθνή οργανισμό δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι συντάκτες του δεν είχαν την πρόθεση να ιδρύσουν την αναιρεσείουσα ως διεθνή οργανισμό, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως επισήμανε το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο, το εν λόγω ψήφισμα δεν καθόριζε, εν πάση περιπτώσει, το νομικό καθεστώς της αναιρεσείουσας.
121 Πράγματι, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 101 και 102 των προτάσεών του, δεν είναι απαραίτητο η ιδρυτική πράξη διεθνούς οργανισμού να ορίζει ρητώς ότι αυτός έχει συσταθεί ως διεθνής οργανισμός.
122 Για τους ίδιους λόγους, το γεγονός, το οποίο μνημονεύει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 307 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 δεν περιέχει ρήτρα προσδίδουσα στην αναιρεσείουσα νομική προσωπικότητα δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι συντάκτες του δεν είχαν την πρόθεση να ιδρύσουν την αναιρεσείουσα ως διεθνή οργανισμό.
123 Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 308 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το εν λόγω ψήφισμα δεν προέβλεψε ούτε ότι η αναιρεσείουσα θα μπορούσε να απολαύει ασυλιών για την άσκηση των δραστηριοτήτων της, «ενώ, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στις σκέψεις [209 και 210 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης], οι διεθνείς οργανισμοί απολαύουν, κατ’ αρχήν, για την άσκηση των καθηκόντων τους, ασυλιών που προβλέπονται από τις ιδρυτικές τους συνθήκες».
124 Εντούτοις, αρκεί η διαπίστωση ότι ούτε από τη νομολογία των διεθνών δικαστηρίων, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 209 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε από τις αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2020, Supreme Site Services κ.λπ. (C-186/19, EU:C:2020:638, σκέψη 61), και της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά Σλοβενίας (Αρχεία της ΕΚΤ) (C-316/19, EU:C:2020:1030, σκέψη 73), οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 210 της απόφασης αυτής, προκύπτει ότι, για να θεωρηθεί διεθνής συμφωνία ως ιδρύουσα διεθνή οργανισμό, η συμφωνία αυτή πρέπει υποχρεωτικώς να απονέμει ασυλίες στην οντότητα την οποία δημιουργεί.
125 Επιπλέον, στη σκέψη 309 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο θεώρησε ότι από το γράμμα του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 προέκυπτε ότι οι υπογράφοντες αυτού δεν είχαν την πρόθεση να δημιουργήσουν «έναν οργανισμό που θα διέθετε όλα τα αναγκαία μέσα για τη λειτουργία του και τις βέλτιστες εγγυήσεις σταθερότητας, συνέχειας και αποτελεσματικότητας για την άσκηση των καθηκόντων του», αλλά «έναν προαιρετικό μηχανισμό τιθέμενο στη διάθεση των μερών, τον οποίον κάθε μέρος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν».
126 Συγκεκριμένα, όσον αφορά, πρώτον, τη σταθερότητα και τη συνέχεια των καθηκόντων της αναιρεσείουσας, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 310 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφέρθηκε στο σημείο 3 του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994, από το οποίο προκύπτει ότι η επιτροπή διοικήσεως της αναιρεσείουσας έπρεπε να επαναξιολογεί κάθε έξι μήνες την ανάγκη εξακολούθησης της δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, ενώ, κατά το σημείο 5 του εν λόγω ψηφίσματος, τα συμβαλλόμενα σε αυτό κράτη έπρεπε να αποφασίσουν είτε την ένταξη της αναιρεσείουσας στο συνολικό πλαίσιο για την ανασυγκρότηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης είτε τη σταδιακή παύση των δραστηριοτήτων της.
127 Εντούτοις, αντιθέτως προς ό,τι φαίνεται να συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο από τα προμνησθέντα σημεία του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994, αυτά μαρτυρούν μάλλον την πρόβλεψη ορισμένης σταθερότητας για την αναιρεσείουσα, υπό την έννοια ότι, ενόσω η επιτροπή διοικήσεως της αναιρεσείουσας ή τα συμβαλλόμενα στο ψήφισμα αυτό κράτη δεν έχουν αποφασίσει να παύσουν τις δραστηριότητες της αναιρεσείουσας ή να την εντάξουν σε άλλο πλαίσιο, η αναιρεσείουσα εξακολουθεί να υφίσταται.
128 Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται ότι τίποτε δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι διατάξεις της ιδρυτικής πράξεως διεθνούς οργανισμού να προβλέπουν ότι ο εν λόγω οργανισμός θα υφίσταται για ορισμένο μόνο χρονικό διάστημα ή ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, θα πραγματοποιηθεί η διάλυσή του, χωρίς οι διατάξεις αυτές να εμποδίζουν την αναγνώριση του καθεστώτος της οικείας οντότητας ως διεθνούς οργανισμού.
129 Δεύτερον, όσον αφορά την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων που ανατέθηκαν στην αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 311 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, καίτοι στο σημείο 3 του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 γίνεται λόγος για τακτική καταβολή εισφορών προς όφελος της αναιρεσείουσας από τα συμβαλλόμενα στο ψήφισμα αυτό μέρη, οι συνεισφορές αυτές δεν είχαν υποχρεωτικό αλλά προαιρετικό χαρακτήρα.
130 Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν μαρτυρεί την έλλειψη βουλήσεως των συντακτών του εν λόγω ψηφίσματος να απονείμουν στην αναιρεσείουσα το καθεστώς διεθνούς οργανισμού, στο μέτρο που, όπως διαπίστωσε το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο, προβλεπόταν ότι οι συνεισφορές προς όφελος της αναιρεσείουσας, καίτοι προαιρετικές, θα καταβάλλονταν τακτικά. Εξ αυτού συνάγεται ότι οι συντάκτες του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 ανέμεναν ότι η αναιρεσείουσα θα διέθετε, μέσω τέτοιων προαιρετικών συνεισφορών, τα αναγκαία οικονομικά μέσα για τη λειτουργία της.
131 Τρίτον και τελευταίον, το Γενικό Δικαστήριο ανέφερε, στη σκέψη 312 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το γεγονός ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 δεν είχε προβλέψει μεταβίβαση υποχρεωτικών αρμοδιοτήτων εκ μέρους των κρατών και των οργανισμών που μετείχαν στο εν λόγω ψήφισμα υπέρ της αναιρεσείουσας και ότι τα κράτη και οι οργανισμοί αυτοί παρέμεναν, αντιθέτως, ελεύθεροι να προσχωρήσουν στην αναιρεσείουσα, να αποχωρήσουν μονομερώς όταν το έκριναν σκόπιμο, καθώς και να την υποκαταστήσουν με άλλους διαύλους επικοινωνίας.
132 Εντούτοις, αφενός, η δυνατότητα των μελών οντότητας συσταθείσας με διεθνή συμφωνία να αποφασίσουν να μην είναι πλέον μέλη της δεν είναι ασυμβίβαστη με το καθεστώς της εν λόγω οντότητας ως διεθνούς οργανισμού.
133 Αφετέρου, από τη σκέψη 315 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 περιείχε παράρτημα με τίτλο «Terms of reference of IMG-IBH» (Όροι εντολής της IMG-IBH), το οποίο απαριθμούσε τις αποστολές που ανατίθενταν στην αναιρεσείουσα, ήτοι, στο έδαφος της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και στους τομείς της ενέργειας, των δημόσιων υπηρεσιών, της φιλοξενίας και της στέγασης, η συλλογή πληροφοριών, η αξιολόγηση των βασικών αναγκών του πληθυσμού, ο καθορισμός των τομέων προτεραιότητας που απαιτούν ταχεία διεθνή συνδρομή, ο εντοπισμός και η κατάρτιση προγραμμάτων ή έργων δυναμένων να χρηματοδοτηθούν από τη διεθνή κοινότητα και η παροχή συνδρομής στα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων ή έργων.
134 Επομένως, από το προμνησθέν έγγραφο προκύπτει ότι τα μέρη που μετείχαν στη συνάντηση της 25ης Νοεμβρίου 1994 επ’ ευκαιρία της οποίας εκδόθηκε το ψήφισμα αυτό απένειμαν στην αναιρεσείουσα ορισμένες αρμοδιότητες, ιδίως αρμοδιότητες με βάση τις οποίες δύναται, αφενός, να προσδιορίσει τους τομείς που απαιτούν ταχεία διεθνή συνδρομή και, αφετέρου, να καταρτίσει προγράμματα ή έργα δυνάμενα να χρηματοδοτηθούν από τη διεθνή κοινότητα.
135 Κατά τα λοιπά, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τη σύνοψη του περιεχομένου του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 που παρατίθεται στις σκέψεις 266 έως 270 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι υπογράφοντες το ψήφισμα συμφώνησαν να επισημοποιήσουν, από την ημερομηνία αυτή, τη σύσταση της αναιρεσείουσας, διόρισαν τον γενικό διευθυντή της και συνέστησαν την επιτροπή διοικήσεως της αναιρεσείουσας, στην οποία απένειμαν, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα να εγκρίνει τον προϋπολογισμό της αναιρεσείουσας και να αποφασίζει για τις ανάγκες της σε προσωπικό.
136 Το γεγονός, όμως, ότι προβλεπόταν ότι η αναιρεσείουσα θα διέθετε όχι μόνο γενικό διευθυντή, αλλά και δικό της προϋπολογισμό και προσωπικό, καθώς και τις αρμοδιότητες που μνημονεύονται στη σκέψη 134 της παρούσας αποφάσεως, είναι ικανό να κλονίσει τη διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα είχε σχεδιαστεί ως απλός «προαιρετικό[ς] μηχανισμό[ς] τιθέμενο[ς] στη διάθεση των μερών, τον οποίον κάθε μέρος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν», όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 309 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
137 Πράγματι, ο όρος «προαιρετικός μηχανισμός» παραπέμπει μάλλον σε μια μη αυτόνομη δομή, την οποία διαχειρίζονται ένα ή περισσότερα κράτη ή ένας ή περισσότεροι διεθνείς οργανισμοί, οι οποίοι παρέχουν τους πόρους, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού, που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία της.
138 Από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 117 έως 137 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον έκρινε, στη σκέψη 313 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι βάσει της ερμηνείας του γράμματος και του σκοπού του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 μπορούσε δικαιολογημένα να θεωρηθεί ότι οι συντάκτες του δεν είχαν την πρόθεση να ιδρύσουν διεθνή οργανισμό όταν ίδρυσαν την αναιρεσείουσα, προέβη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό του αντικειμένου και των αποτελεσμάτων του ψηφίσματος αυτού και ότι, ως εκ τούτου, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
139 Η ανωτέρω διαπίστωση δεν αναιρείται από την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνεται στη σκέψη 313 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η εκ μέρους του ερμηνεία του γράμματος και του σκοπού του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 επιρρωννύεται από το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε το ψήφισμα αυτό.
140 Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντασσόταν το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη, πρώτον, τα πρακτικά της συνάντησης που έλαβε χώρα την ίδια ημέρα, επ’ ευκαιρία της οποίας εκδόθηκε το ψήφισμα αυτό, από τα οποία προκύπτει, κατά τη σκέψη 314 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι διάφοροι συμμετέχοντες είχαν εκφράσει επιφυλάξεις ως προς μια πρωτοβουλία που θα οδηγούσε στη σύσταση νέου θεσμοθετημένου οργανισμού και είχαν επιμείνει στον προσωρινό χαρακτήρα της δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, καθώς και ότι κανένας από αυτούς δεν χαρακτήρισε την αναιρεσείουσα ως διεθνή οργανισμό.
141 Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο λαμβάνοντας υπόψη τα πρακτικά αυτά, εντούτοις σημειώνεται ότι οι επιφυλάξεις ορισμένων μετεχόντων στη συνάντηση ως προς τη σύσταση νέου διεθνούς οργανισμού δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για να θεωρηθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν συστάθηκε ως διεθνής οργανισμός κατά την εν λόγω συνάντηση. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να εξαλείφθηκαν οι επιφυλάξεις ορισμένων μετεχόντων στην ίδια συνάντηση λόγω του ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 προέβλεψε επαναξιολόγηση, κάθε έξι μήνες, της ανάγκης εξακολούθησης της δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, επαναξιολόγηση η οποία θα μπορούσε, ενδεχομένως, να καταλήξει στη διάλυση της αναιρεσείουσας ή στην επανένταξή της σε άλλη δομή, και εκείνοι να πείστηκαν να συναινέσουν στη σύσταση της αναιρεσείουσας ως διεθνούς οργανισμού.
142 Δεύτερον, στις σκέψεις 315 και 316 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στους όρους εντολής της αναιρεσείουσας, περί των οποίων έγινε λόγος στη σκέψη 133 της παρούσας αποφάσεως, επισημαίνοντας ότι το έγγραφο αυτό ουδέν διελάμβανε περί του νομικού καθεστώτος της αναιρεσείουσας ούτε της παρείχε τη δυνατότητα να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες.
143 Επισημαίνεται ότι το εν λόγω έγγραφο, ως παράρτημα του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994, αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του και δεν αποτελούσε στοιχείο του πλαισίου στο οποίο αυτό εντάσσεται. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι σκοπός του ίδιου εγγράφου δεν ήταν ο καθορισμός του νομικού καθεστώτος της αναιρεσείουσας, αλλά η απαρίθμηση των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί, το γεγονός ότι ουδέν διελάμβανε περί του νομικού καθεστώτος της αναιρεσείουσας δεν ασκεί επιρροή.
144 Τρίτον, στη σκέψη 317 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε σε βεβαίωση του συντονιστή της ειδικής επιχειρήσεως της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ο οποίος είχε προεδρεύσει της συνεδριάσεως της 25ης Νοεμβρίου 1994, επ’ ευκαιρία της οποίας είχε εκδοθεί το ψήφισμα αυτό. Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η βεβαίωση αυτή περιοριζόταν στην αναφορά της επίσημης ιδρύσεως της αναιρεσείουσας κατά τη συνεδρίαση αυτή, χωρίς να διευκρινίζει αν η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπούσε στο να αποκτήσει η αναιρεσείουσα νομική προσωπικότητα και, εφόσον παρίστατο ανάγκη, στο να της αναγνωριστεί το καθεστώς διεθνούς οργανισμού.
145 Πλην όμως, η εν λόγω βεβαίωση, δεδομένου ότι σιωπά ως προς το ακριβές νομικό καθεστώς της αναιρεσείουσας, δεν ήταν ικανή να ενισχύσει την εκτίμηση ότι οι μετέχοντες στο ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 δεν είχαν την πρόθεση να ιδρύσουν την αναιρεσείουσα ως διεθνή οργανισμό.
146 Τέταρτον και τελευταίον, στη σκέψη 318 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στην πρόσκληση στη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1994, από την οποία προκύπτει, κατ’ αυτό, ότι αυτή είχε ως αντικείμενο την εξέταση της αναδιαρθρώσεως της οντότητας από την οποία προέρχεται η αναιρεσείουσα καθώς και του μελλοντικού καθεστώτος της, και όχι τη δημιουργία διεθνούς οργανισμού.
147 Αρκεί να επισημανθεί, επ’ αυτού, ότι το γεγονός ότι ως αντικείμενο της ίδιας συναντήσεως παρουσιάστηκε, μεταξύ άλλων, το «μελλοντικό καθεστώς» της αναιρεσείουσας ουδόλως αποκλείει το ενδεχόμενο οι μετέχοντες σε αυτήν να αποφάσισαν, κατά τη συνάντηση αυτή, να ιδρύσουν την αναιρεσείουσα ως διεθνή οργανισμό.
148 Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 139 έως 147 της παρούσας αποφάσεως, από τα στοιχεία που μνημονεύει το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994, μόνον ένα, ήτοι οι επιφυλάξεις τις οποίες εξέφρασαν ορισμένοι μετέχοντες στη συνάντηση που έλαβε χώρα την ίδια ημέρα, επ’ ευκαιρία της οποίας εκδόθηκε το ψήφισμα αυτό, όσον αφορά την προοπτική δημιουργίας νέου διεθνούς οργανισμού, μπορούσε να προβληθεί προς στήριξη της ερμηνείας του περιεχομένου του ψηφίσματος αυτού, υπό την έννοια ότι δεν ίδρυσε την αναιρεσείουσα ως διεθνή οργανισμό. Εντούτοις, για τους λόγους που εκτίθενται στη σκέψη 141 της παρούσας αποφάσεως, το στοιχείο αυτό δεν μπορούσε να έχει καθοριστικό χαρακτήρα.
149 Κατά τέταρτον, πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σχετικά με το αρχικό καταστατικό.
150 Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το αρχικό καταστατικό στις σκέψεις 330 έως 333 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 3, στοιχείο β', της Συμβάσεως της Βιέννης, ως στοιχείο ικανό να καταδείξει την πρακτική που ακολουθήθηκε κατά την εφαρμογή του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994, πρακτική λόγω της οποίας θα μπορούσε να διαπιστωθεί η συμφωνία των συντακτών του ψηφίσματος ως προς την ερμηνεία του.
151 Κατόπιν της ανωτέρω εκτιμήσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 334 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, λαμβανομένων υπόψη των θέσεων που έλαβαν η UNHCR και η Δημοκρατία της Φινλανδίας κατά την έγκριση του αρχικού καταστατικού, περί των οποίων έγινε λόγος στις σκέψεις 332 και 333 της απόφασης αυτής, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες θεσπίσθηκε το εν λόγω καταστατικό δεν προέκυπτε ότι απηχούσε τη βούληση του συνόλου των συντακτών του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994, ή των μελών της αναιρεσείουσας, να της αναγνωρίσουν την ιδιότητα του διεθνούς οργανισμού.
152 Από τη σκέψη 333 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το αρχικό καταστατικό δεν εγκρίθηκε από το σύνολο των κρατών και των διεθνών οργανισμών που εξέδωσαν το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994, αλλά από την επιτροπή διοικήσεως της αναιρεσείουσας, με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών της, κατά τη συνεδρίασή της της 10ης Μαρτίου 1995.
153 Υπό τις συνθήκες αυτές, το εν λόγω καταστατικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της ίδιας διεθνούς συμφωνίας με το εν λόγω ψήφισμα και ότι, ως εκ τούτου, μπορεί να εξεταστεί από κοινού με αυτό. Επομένως, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 και το αρχικό καταστατικό αποτελούσαν «σύνολο συμβάσεων» και έπρεπε να εκτιμηθούν από κοινού. Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 85 των προτάσεών του, το αρχικό καταστατικό διαφέρει από το ψήφισμα, δεδομένου ότι, σε αντίθεση με αυτό, δεν συνιστά διεθνή συμφωνία, αλλά πράξη εκδοθείσα από όργανο της ίδιας της αναιρεσείουσας.
154 Τούτου λεχθέντος, γεγονός παραμένει ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 287, 332 και 333 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το αρχικό καταστατικό εγκρίθηκε αμέσως μετά την έκδοση του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 από την επιτροπή διοικήσεως της αναιρεσείουσας που συστάθηκε με το εν λόγω ψήφισμα, στην οποία μετείχαν τουλάχιστον ορισμένα από τα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς που είχαν εκδώσει το εν λόγω ψήφισμα.
155 Συνακόλουθα, το αρχικό καταστατικό εντάσσεται στη διαδικασία ίδρυσης της αναιρεσείουσας, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 119 των προτάσεών του. Εγκρίθηκε από ορισμένους εκ των υπογραφόντων το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994, ήτοι από εκείνους που μετείχαν στην επιτροπή διοικήσεως της αναιρεσείουσας. Επιπλέον, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι οι λοιποί υπογράφοντες το ψήφισμα διατύπωσαν αντιρρήσεις κατά του αρχικού καταστατικού.
156 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αρχικό καταστατικό αποτελεί πράξη, καταρτισθείσα από ορισμένα μέρη επ’ ευκαιρία της συνάψεως της διεθνούς συμφωνίας την οποία συνιστά το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994, και η οποία έγινε δεκτή από τα λοιπά μέρη ως σχετιζόμενη με τη διεθνή αυτή συμφωνία, κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 2, στοιχείο β', της Συμβάσεως της Βιέννης. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την προμνησθείσα διάταξη, το αρχικό καταστατικό έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς της ερμηνείας του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 ως στοιχείο του πλαισίου στο οποίο αυτό εντάσσεται.
157 Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επίσης σε πλάνη περί το δίκαιο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον έκρινε, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 334 της απόφασης αυτής, ότι το αρχικό καταστατικό δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς της ερμηνείας του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994, δεδομένου ότι δεν αντικατόπτριζε τη μεταγενέστερη πρακτική την οποία ακολούθησαν όλοι οι συντάκτες του εν λόγω ψηφίσματος.
158 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση του βασίμου της εκτιμήσεως που περιλαμβάνεται στην επίδικη απόφαση, κατά την οποία η αναιρεσείουσα δεν ιδρύθηκε ως διεθνής οργανισμός, ενέχει πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 112, 138 και 157 της παρούσας αποφάσεως.
159 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι το υπόλοιπο μέρος της αιτιολογίας που εκτίθεται στην επίδικη απόφαση δεν αρκεί για να επικυρωθεί η νομιμότητα της απόφασης αυτής, πρέπει, χωρίς να εξεταστούν τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα, να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως και, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ούτε ο έκτος λόγος αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα ακυρώσεως της επίδικης απόφασης, καθώς και το αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στην αναιρεσείουσα αποζημίωση ύψους 23 651 903 ευρώ προς αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω των παρανομιών που ενέχει η επίδικη απόφαση, η οποία υποκατέστησε τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και της 8ης Μαΐου 2015.
160 Αντιθέτως, δεδομένου ότι κανένας λόγος αναιρέσεως δεν σκοπεί στην αμφισβήτηση της απορρίψεως, από το Γενικό Δικαστήριο, του αιτήματος της αναιρεσείουσας να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει αποζημίωση ύψους 20 000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της φερόμενης ως μη εύλογης διάρκειας της διαδικασίας εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατέστη, κατά το μέτρο αυτό, οριστική.
Επί της προσφυγής-αγωγής
161 Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν η διαφορά είναι, εν όλω ή εν μέρει, ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά, κατά περίπτωση, επί της διαφοράς ή επί του μέρους της διαφοράς το οποίο είναι ώριμο προς εκδίκαση, αναπέμποντας, εφόσον απαιτείται, το μέρος της διαφοράς το οποίο δεν είναι ώριμο προς εκδίκαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
162 Εν προκειμένω, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί οριστικά επί του αιτήματος ακυρώσεως της επίδικης απόφασης καθώς και, εν μέρει, επί του αιτήματος αποζημιώσεως.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως
163 Με τον δεύτερο και τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως της προσφυγής-αγωγής της, η αναιρεσείουσα προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή ότι υπέπεσε, με την επίδικη απόφαση, σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο και σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η οποία την οδήγησε στο να κρίνει ότι η αναιρεσείουσα δεν αποτελούσε διεθνή οργανισμό και, ως εκ τούτου, ότι δεν ήταν επιλέξιμη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης με βάση τη μέθοδο της έμμεσης διαχείρισης, την οποία προβλέπει η δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης.
164 Υπενθυμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον θεώρησε, με την επίδικη απόφαση, ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 δεν συνιστούσε διεθνή συμφωνία. Δεν συντρέχει λόγος να τεθεί υπό αμφισβήτηση η διαπίστωση αυτή, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν άσκησε ανταναίρεση κατά του εν λόγω σκέλους της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (πρβλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2021, Συμβούλιο κατά Hamas, C-833/19 P, EU:C:2021:950, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
165 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 136 και 138 της παρούσας αποφάσεως, από το γράμμα και τον σκοπό του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι οι συντάκτες του δεν είχαν την πρόθεση να ιδρύσουν την αναιρεσείουσα ως διεθνή οργανισμό ή ότι η πρόθεσή τους ήταν να ιδρύσουν την αναιρεσείουσα ως απλό μηχανισμό συνεργασίας μεταξύ τους, στερούμενο αυτοτελούς νομικής προσωπικότητας.
166 Αντιθέτως, από το εν λόγω ψήφισμα προκύπτει ότι οι συντάκτες του μερίμνησαν ώστε η αναιρεσείουσα να έχει δικά της όργανα, ήτοι τον γενικό διευθυντή, ο οποίος διορίστηκε με το εν λόγω ψήφισμα, καθώς και την επιτροπή διοικήσεως και την GSG, δικό της προσωπικό και δικό της προϋπολογισμό. Επιπλέον, στην αναιρεσείουσα ανατέθηκαν αρμοδιότητες όπως οι μνημονευθείσες στη σκέψη 134 της παρούσας αποφάσεως. Όλα αυτά τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι συντάκτες του ίδιου ψηφίσματος είχαν την πρόθεση να αποτελεί η αναιρεσείουσα διακριτή οντότητα που να διαθέτει ορισμένο βαθμό αυτονομίας σε σχέση με τα μέλη της, τα οποία, κατά τα λοιπά, μπορούσαν να ποικίλλουν, στο μέτρο που προβλεπόταν, κατ’ ουσίαν, ότι κάθε μέλος της αναιρεσείουσας μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να αποφασίσει μονομερώς να τερματίσει τη συμμετοχή του σε αυτήν.
167 Δεδομένου, όμως, ότι οι εν λόγω συντάκτες σκόπευαν να συστήσουν την αναιρεσείουσα ως διακριτή οντότητα, απολαύουσα ορισμένης αυτονομίας, οι ίδιοι συντάκτες είχαν, επομένως, επίσης την πρόθεση να παράσχουν στην αναιρεσείουσα διεθνή νομική προσωπικότητα, αφ’ ης στιγμής τα στοιχεία αυτά συνεπάγονται την ικανότητα της αναιρεσείουσας να είναι φορέας ίδιων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στη διεθνή έννομη τάξη καθώς και τη δικαιοπρακτική ικανότητα.
168 Η ανωτέρω εκτίμηση δεν αναιρείται από τις απαντήσεις που παρείχαν τα κράτη που μνημονεύονταν στον ιστότοπο της αναιρεσείουσας και που παρουσιάζονταν εκεί ως μέλη της αναιρεσείουσας στις ερωτήσεις που τους είχε απευθύνει η Επιτροπή, σχετικά με την έκδοση του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 και το καθεστώς της αναιρεσείουσας.
169 Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι, οι απαντήσεις αυτές είναι απόψεις οι οποίες διατυπώθηκαν 25 έτη μετά την έκδοση του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994. Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 218 και 219 των προτάσεών του, οι απόψεις αυτές δεν ασκούν επιρροή για τους σκοπούς της εκτίμησης της πρόθεσης από την οποία διακατέχονταν τα μέρη κατά την υπογραφή του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994.
170 Όσον αφορά το γεγονός ότι όλα τα κράτη που ερωτήθηκαν από την Επιτροπή, πλην της Δημοκρατίας της Αυστρίας, είχαν δηλώσει ότι δεν ήταν μέλη της αναιρεσείουσας, επισημαίνεται ότι το ζήτημα εάν ένα κράτος είναι μέλος οντότητας διαφέρει από το ζήτημα εάν η οντότητα αποτελεί διεθνή οργανισμό. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ορισμένα κράτη ή διεθνείς οργανισμοί που μετείχαν στη δημιουργία της αναιρεσείουσας με το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 και που κατέστησαν, ως εκ τούτου, μέλη της αναιρεσείουσας να αποχώρησαν από αυτήν στη συνέχεια και να μην είναι πλέον μέλη της, χωρίς τούτο να θίγει το καθεστώς της ως διεθνούς οργανισμού.
171 Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να επισημανθεί ότι, μετά τη σύστασή του, ένας διεθνής οργανισμός δεν παύει απλώς να υφίσταται αν ορισμένα από τα μέλη του αποφασίσουν να αποχωρήσουν από αυτόν. Κατά περίπτωση, εναπόκειται στα υπόλοιπα μέλη να αποφασίσουν τη διάλυση του επίμαχου οργανισμού, λαμβάνοντας συγχρόνως τα αναγκαία μέτρα για τη ρύθμιση της τύχης των εννόμων σχέσεων που είχε ενδεχομένως συνάψει ο οργανισμός αυτός στο διάστημα της ύπαρξής του. Πάντως, από την επίδικη απόφαση δεν προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια των 27 περίπου ετών που μεσολάβησαν από την έκδοση του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994, ελήφθη απόφαση περί διάλυσης της αναιρεσείουσας.
172 Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η επίδικη απόφαση δεν είναι σύννομη, καθόσον η Επιτροπή έκρινε, κατά παράβαση του άρθρου 43, παράγραφος 1, του κατ’ εξουσιοδότηση δημοσιονομικού κανονισμού του 2012 καθώς και του άρθρου 31 της Συμβάσεως της Βιέννης, το οποίο αντανακλά το εθιμικό διεθνές δίκαιο, ότι το ψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1994 δεν συνιστούσε διεθνή συμφωνία η οποία είχε ως συνέπεια τη σύσταση της αναιρεσείουσας ως διεθνούς οργανισμού. Ως εκ τούτου, η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
Επί του αιτήματος αποζημιώσεως
173 Η αναιρεσείουσα ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει αποζημίωση ύψους 8 651 903 ευρώ προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και ύψους 15 εκατομμυρίων ευρώ, προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που εκτιμά ότι υπέστη λόγω των παρανομιών που ενέχει η επίδικη απόφαση, η οποία υποκατέστησε τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και της 8ης Μαΐου 2015.
174 Πρώτον, όσον αφορά το αίτημα ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, η αναιρεσείουσα υπενθυμίζει ότι, στο πλαίσιο προηγούμενης υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, είχε ζητήσει αποζημίωση ύψους 10 εκατομμυρίων ευρώ προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυριζόταν ότι υπέστη λόγω της εκδόσεως της αποφάσεως της 8ης Μαΐου 2015. Υποστηρίζει ότι η εν λόγω ηθική βλάβη «αυξάνεται κατά 5 εκατομμύρια ευρώ» λόγω της εκδόσεως της επίδικης απόφασης.
175 Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, IMG κατά Επιτροπής (C-619/20 P και C-620/20 P, EU:C:2022:722), το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, IMG κατά Επιτροπής (T-381/15 RENV, EU:T:2020:406), κατά το μέρος που το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο, μεταξύ άλλων, προγενέστερο αίτημα της αναιρεσείουσας για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυριζόταν ότι είχε υποστεί λόγω της εκδόσεως της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015.
176 Αποφαινόμενο, αφού εκδίκασε τη διαφορά, επί της ουσίας του αιτήματος αυτού, το Δικαστήριο επισήμανε ότι είχε βεβαίως αποδειχθεί η κατάφωρη παράβαση, εκ μέρους της Επιτροπής, κατά την έκδοση της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015, της υποχρέωσης επιμέλειας που υπείχε και ότι η παράβαση αυτή είχε προξενήσει στην IMG ηθική βλάβη υπό τη μορφή προσβολής της φήμης της. Εντούτοις, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι είχε διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα της εν λόγω απόφασης και την είχε ακυρώσει με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2019. Το Δικαστήριο έκρινε, επομένως, ότι η σαφής διατύπωση της διαπίστωσης του παράνομου χαρακτήρα της εν λόγω απόφασης ήταν κατάλληλη να διασφαλίσει την προσήκουσα και επαρκή ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσείουσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται η διατύπωση αυτή, ως εκ τούτου δε τα αποζημιωτικά αιτήματα της αναιρεσείουσας έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμα κατά το μέρος που αφορούσαν την ηθική βλάβη που απέρρεε από τον παράνομο χαρακτήρα της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015 (απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, IMG κατά Επιτροπής, C-619/20 P και C-620/20 P, EU:C:2022:722, σκέψεις 194 και 198 έως 200).
177 Συνακόλουθα, το Δικαστήριο εφάρμοσε την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία η μη υλική ζημία ή η ηθική βλάβη μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να θεωρηθεί ότι ικανοποιήθηκε προσηκόντως και επαρκώς με την ακύρωση της παράνομης πράξης που την προκάλεσε (βλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, IMG κατά Επιτροπής, C-619/20 P και C-620/20 P, EU:C:2022:722, σκέψη 197 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
178 Κατ’ εφαρμογήν της ανωτέρω νομολογίας και για λόγους ανάλογους με εκείνους που δέχθηκε το Δικαστήριο όσον αφορά την ηθική βλάβη που υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της εκδόσεως της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διαπίστωση, στη σκέψη 172 της παρούσας αποφάσεως, του παράνομου χαρακτήρα της επίδικης απόφασης, ο οποίος διατυπώθηκε με σαφήνεια, και η ακύρωσή της συνεπεία της διαπίστωσης αυτής, είναι κατάλληλες να διασφαλίσουν την προσήκουσα και επαρκή ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της εκδόσεως της απόφασης αυτής.
179 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, κατά το μέρος που αφορά την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.
180 Δεύτερον, όσον αφορά το αίτημα αποκατάστασης της υλικής ζημίας την οποία η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι υπέστη λόγω των παρανομιών που ενέχει η επίδικη απόφαση, επισημαίνεται ότι, βεβαίως, η έννοια του «διεθνούς οργανισμού» μπορεί να δημιουργήσει ερμηνευτικές δυσχέρειες, ελλείψει, μεταξύ άλλων, σχετικής νομολογίας (απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, IMG κατά Επιτροπής, C-619/20 P και C-620/20 P, EU:C:2022:722, σκέψη 191).
181 Ωστόσο, εν προκειμένω, για την έκδοση της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις απαντήσεις των κρατών στα οποία είχε απευθύνει ερωτήσεις. Συνεπώς, δεν έλαβε υπόψη σε μεγάλο βαθμό το γράμμα του ψηφίσματος της 25ης Νοεμβρίου 1994 καθώς και το πλαίσιο στο οποίο αυτό εντασσόταν, ιδίως δε το αρχικό καταστατικό που προέβλεπε ρητώς ότι η αναιρεσείουσα διαθέτει νομική προσωπικότητα. Ελλείψει αποφάσεως περί συστάσεως της αναιρεσείουσας ως νομικού προσώπου σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους ή διεθνούς οργανισμού, η αναιρεσείουσα μπορούσε να αποκτήσει νομική προσωπικότητα μόνον αν είχε συσταθεί ως διεθνής οργανισμός.
182 Επιπλέον, η Επιτροπή περιορίστηκε στο να ερμηνεύσει κατά το δοκούν τις απαντήσεις των κρατών στα οποία είχε απευθύνει ερωτήσεις, χωρίς να αρχίσει διάλογο με αυτά προκειμένου να διαπιστώσει εάν και πώς οι απαντήσεις αυτές μπορούσαν να συμβαδίζουν με τα στοιχεία που μνημονεύθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.
183 Υπό τις συνθήκες αυτές, από τις ενδεχόμενες δυσχέρειες ερμηνείας και εφαρμογής της έννοιας του «διεθνούς οργανισμού» δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα οφειλόμενα σε πρόδηλη έλλειψη επιμέλειας σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης είναι συγγνωστά. Ως εκ τούτου, η έλλειψη νομιμότητας την οποία ενέχει η απόφαση αυτή πρέπει να θεωρηθεί κατάφωρη και, κατά συνέπεια, ικανή να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, IMG κατά Επιτροπής, C-619/20 P και C-620/20 P, EU:C:2022:722, σκέψεις 193 και 194).
184 Τούτου δοθέντος, παρατηρείται ότι η ενδεχόμενη υλική ζημία την οποία υπέστη η αναιρεσείουσα απορρέει από την απόφαση της Επιτροπής να μην προβαίνει πλέον στη σύναψη με αυτήν συμβάσεων αναθέσεως αρμοδιοτήτων διά της μεθόδου της έμμεσης διαχείρισης που προέβλεπε η δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης. Συνακόλουθα, όπως επισημαίνει η ίδια η αναιρεσείουσα με την προσφυγή-αγωγή της, η ζημία αυτή πηγάζει από την απόφαση της 8ης Μαΐου 2015. Με το δικόγραφό της στην υπό κρίση υπόθεση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι προέβη σε «επικαιροποίηση» της ζημίας την οποία υπέστη.
185 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, με την προσφυγή-αγωγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υπόθεσης T-381/15, η αναιρεσείουσα υπέβαλε επίσης αίτημα αποκατάστασης της υλικής ζημίας την οποία ισχυριζόταν ότι είχε υποστεί λόγω της εκδόσεως της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015, το οποίο απορρίφθηκε με την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2017, IMG κατά Επιτροπής (T-381/15, EU:T:2017:57).
186 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως, με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2019, το Δικαστήριο αναίρεσε, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2017, IMG κατά Επιτροπής (T-381/15, EU:T:2017:57), και ανέπεμψε την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της αγωγής στην υπόθεση αυτή, κατά το μέρος που αφορούσε την αποκατάσταση της ζημίας που φερόταν ότι υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της έκδοσης της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015. Με την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, IMG κατά Επιτροπής(T-381/15 RENV, EU:T:2020:406), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για αποκατάσταση των ζημιών που φέρεται να προκάλεσε η απόφαση της 8ης Μαΐου 2015.
187 Με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, IMG κατά Επιτροπής (C-619/20 P και C-620/20 P, EU:C:2022:722), το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, IMG κατά Επιτροπής (T-381/15 RENV, EU:T:2020:406), κατά το μέρος που απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας για αποκατάσταση της ζημίας που υποστηρίζει ότι της προκάλεσε η απόφαση της 8ης Μαΐου 2015 και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού, κατά το μέρος που αφορά την υλική ζημία την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα.
188 Με την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2024, IMG κατά Επιτροπής (T-381/15 RENV II, EU:T:2024:589), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό ως απαράδεκτο.
189 Εντούτοις, με τη σημερινή απόφασή του στην υπόθεση C-789/24 P, το Δικαστήριο αναίρεσε την εν λόγω απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, υπενθύμισε ότι, με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, IMG κατά Επιτροπής (C-619/20 P και C-620/20 P, EU:C:2022:722), είχε ήδη κρίνει ότι είχε αποδειχθεί η ύπαρξη κατάφωρης παράβασης της υποχρέωσης επιμέλειας που βάρυνε την Επιτροπή κατά την έκδοση της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015, διαπίστωσε ότι είχε επίσης αποδειχθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης αυτής και της υλικής ζημίας που προέβαλε η αναιρεσείουσα λόγω της αναστολής της σύναψης συμβάσεων αναθέσεως αρμοδιοτήτων με την Επιτροπή και ανέπεμψε την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ύπαρξης και της έκτασης της ζημίας που ενδεχομένως υπέστη η αναιρεσείουσα, λόγω της απώλειας της ευκαιρίας να της αναθέσει η Επιτροπή καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού υπό την ιδιότητά της ως διεθνούς οργανισμού.
190 Επομένως, είναι αναγκαίο να καθοριστεί εάν, και σε ποιο βαθμό, το αίτημα αποκατάστασης της υλικής ζημίας στην υπό κρίση υπόθεση επιδιώκει την αποκατάσταση ζημίας της ίδιας φύσεως και του ίδιου ύψους με τη ζημία της οποίας ζητείται η αποκατάσταση με το αίτημα αποζημιώσεως στην εκκρεμή ακόμη υπόθεση T-381/15, δεδομένου ότι, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αίτημα αποκαταστάσεως της υλικής ζημίας στην υπό κρίση υπόθεση θα πρέπει, στο μέτρο αυτό, να κριθεί απαράδεκτο, λόγω εκκρεμοδικίας (πρβλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1985, Hoogovens Groep κατά Επιτροπής, 172/83 και 226/83, EU:C:1985:355, σκέψη 9).
191 Εξάλλου, στο μέτρο που το αίτημα αποκαταστάσεως της υλικής ζημίας που προβάλλει η αναιρεσείουσα αφορά ζημία διαφορετικής φύσεως από εκείνη της ζημίας την οποία αφορά το αίτημα αποκαταστάσεως της υλικής ζημίας στην υπόθεση T-381/15, ή ποσό το οποίο υπερβαίνει εκείνο το οποίο αφορά το τελευταίο αυτό αίτημα, επισημαίνεται ότι, βεβαίως, στη σκέψη 183 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης που αφορά τον κατάφωρο χαρακτήρα της διαπραχθείσας παρανομίας.
192 Εντούτοις, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της δικογραφίας, το Δικαστήριο δεν διαθέτει το σύνολο των στοιχείων που είναι αναγκαία προκειμένου να αποφανθεί επί του υποστατού και της εκτάσεως ενδεχόμενης ζημίας, όπως αυτή περί της οποίας γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη, την οποία υπέστη η αναιρεσείουσα, καθώς και, ενδεχομένως, επί της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας αυτής και της παρανομίας που διέπραξε η Επιτροπή.
193 Ως εκ τούτου, η υπόθεση δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση και πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ώστε αυτό να μπορέσει να αποφανθεί επί των ζητημάτων που μνημονεύονται στις σκέψεις 190 έως 192 της παρούσας αποφάσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
194 Δεδομένης της αναπομπής της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα σχετικά με την παρούσα αναιρετική διαδικασία δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 4ης Σεπτεμβρίου 2024, IMG κατά Επιτροπής (T-509/21, EU:T:2024:590), κατά το μέρος που απέρριψε, αφενός, το αίτημα ακυρώσεως της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 8ης Ιουνίου 2021, με την οποία αυτή αρνήθηκε να αναγνωρίσει στην International Management Group (IMG), αναδρομικώς από τις 16 Δεκεμβρίου 2014, το καθεστώς διεθνούς οργανισμού που προβλέπεται από τη δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης για την εκτέλεση των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τον τρόπο της έμμεσης διαχειρίσεως, και, αφετέρου, το αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στην International Management Group (IMG) αποζημίωση ύψους 23 651 903 ευρώ ως αποκατάσταση της υλικής ζημίας και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω των παρανομιών που ενέχει η εν λόγω απόφαση.
2) Ακυρώνει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αναφέρεται στο σημείο 1 του παρόντος διατακτικού.
3) Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή κατά το μέρος που αφορά το αίτημα ικανοποίησης της ηθικής βλάβης την οποία επικαλέστηκε η International Management Group (IMG).
4) Αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί του αιτήματος αποκατάστασης της υλικής ζημίας την οποία επικαλείται η International Management Group (IMG).
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.