Υπόθεση T-121/25, Asma Gharbi κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο πενταμελές τμήμα) της 17ης Ιουνίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-121/25, Asma Gharbi κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο πενταμελές τμήμα) της 17ης Ιουνίου 2026
Υπόθεση T-121/25, Asma Gharbi κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο πενταμελές τμήμα) της 17ης Ιουνίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο πενταμελές τμήμα)

της 17ης Ιουνίου 2026 (*)

« Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Αποδοχές – Μη χορήγηση κοινωνικού βοηθήματος – Μη μόνιμοι υπάλληλοι της Επιτροπής που υπηρετούν στο Λουξεμβούργο – Νομική βάση της προσφυγής – Σιωπηρή απορριπτική απόφαση – Υποχρέωση αιτιολόγησης – Παντελής έλλειψη αιτιολογίας – Τακτοποίηση μετά την άσκηση της προσφυγής – Δέσμια αρμοδιότητα – Ευθύνη »

Στην υπόθεση T-121/25,

Asma Gharbi, κάτοικος Steinfort (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενη από την L. Levi και τον S. Rodrigues, δικηγόρους,

προσφεύγουσα-ενάγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την O. Dani και τον L. Hohenecker,

καθής-εναγομένης,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Kowalik-Ba?czyk, πρόεδρο, I. Reine, R. da Silva Passos, H. Cassagnab?re (εισηγητή) και T. Pavelin, δικαστές,

γραμματέας: V. Di Bucci

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, και ιδίως τις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου προς την προσφεύγουσα-ενάγουσα και την Επιτροπή και τις απαντήσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 και στις 11 Νοεμβρίου 2025, αντιστοίχως,

έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα καθορισμού ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός της προθεσμίας των τριών εβδομάδων από την επίδοση του εγγράφου με το οποίο τους γνωστοποιήθηκε η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας και αποφασίζοντας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή) που άσκησε δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα-ενάγουσα (στο εξής: προσφεύγουσα) Asma Gharbi ζητεί, αφενός, να ακυρωθεί το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας της για τον μήνα Μάιο του 2024 (στο εξής: εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας) κατά το μέρος που με αυτό εξωτερικεύεται η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να μην της καταβάλει το προβλεπόμενο κοινωνικό βοήθημα για τους υπηρετούντες στο Λουξεμβούργο υπαλλήλους των οποίων οι καθαρές αποδοχές που υπολογίζονται σύμφωνα με τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) ή το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ) υπολείπονται του κατώτατου μισθού ειδικευμένου εργαζομένου στο Λουξεμβούργο και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει το συμβολικό ποσό του ενός ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη.

 Ιστορικό της διαφοράς και μεταγενέστερα της ασκήσεως της προσφυγής πραγματικά περιστατικά

2        Η προσφεύγουσα άρχισε να εργάζεται στο Γραφείο υποδομών και διοικητικής υποστήριξης στο Λουξεμβούργο (OIL) στις 16 Απριλίου 2024 ως συμβασιούχος υπάλληλος μερικής απασχόλησης (80 %) και κατατάχθηκε στην ομάδα καθηκόντων II, βαθμός 5, κλιμάκιο 1.

3        Η προσφεύγουσα διαπίστωσε, λαμβάνοντας το πρώτο εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας της στις 5 Μαΐου 2024, ότι δεν της χορηγούνταν το μηνιαίο κοινωνικό βοήθημα που προβλέπει η απόφαση C(2015) 4907 final της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 2015, σχετικά με την καταβολή κοινωνικού βοηθήματος σε ορισμένους μη μόνιμους υπαλλήλους της Επιτροπής που υπηρετούν στο Λουξεμβούργο (στο εξής: απόφαση του 2015), για τους μη μόνιμους υπαλλήλους των οποίων οι καθαρές αποδοχές είναι χαμηλότερες από τον κατώτατο μισθό ειδικευμένου εργαζομένου στο Λουξεμβούργο (στο εξής: κοινωνικό βοήθημα).

4        Το μέτρο που προβλέπει η απόφαση του 2015 λαμβάνεται, όπως αναφέρει η αιτιολογική της σκέψη 4, κατόπιν σύγκρισης, στην οποία οφείλει να προβεί η Επιτροπή, μεταξύ της προσωπικής κατάστασης κάθε μη μόνιμου υπαλλήλου που υπηρετεί στο Λουξεμβούργο και μιας υποθετικής κατάστασης στην οποία στη σχέση εργασίας του μη μόνιμου αυτού υπαλλήλου εφαρμόζεται το λουξεμβουργιανό δίκαιο και αυτός λαμβάνει τον προβλεπόμενο κατώτατο μισθό για τους ειδικευμένους εργάτες. Για τη σύγκριση αυτή πρέπει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνονται υπόψη οι κάθε είδους κρατήσεις και επιδόματα που προβλέπονται για κάθε μία από τις δύο αυτές περιπτώσεις.

5        Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 της απόφασης του 2015, ο αρμόδιος για τους ανθρώπινους πόρους γενικός διευθυντής κατάρτισε εξαντλητικό κατάλογο των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των καθαρών αποδοχών που εισπράττει κάθε υπάλληλος και του αντίστοιχου λουξεμβουργιανού κατώτατου μισθού, σε παράρτημα της απόφασης του Γενικού Διευθυντή Ανθρώπινων Πόρων και Ασφάλειας που εκδόθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017, στο οποίο απαριθμούνται τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού αναφοράς για κάθε μη μόνιμο υπάλληλο και του αντίστοιχου λουξεμβουργιανού κατώτατου μισθού στο πλαίσιο της σύγκρισης την οποία προβλέπει η απόφαση του 2015 (στο εξής: απόφαση του 2017).

6        Την 1η Ιανουαρίου 2024 ο ισχύων στο Λουξεμβούργο μηνιαίος κατώτατος μισθός ειδικευμένου εργαζομένου ηλικίας άνω 18 ετών ανερχόταν σε 3 085,11 ευρώ καθαρά για εργασία πλήρους απασχόλησης (ήτοι 40 ωρών την εβδομάδα). Στο επίμαχο εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας αναφέρεται «μισθός αναφοράς» 2 749,58 ευρώ.

7        Υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε να της χορηγηθεί το κοινωνικό βοήθημα, η προσφεύγουσα υπέβαλε στις 10 Ιουλίου 2024 διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ζητώντας την ακύρωση του εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας.

8        Δεδομένου ότι δεν υπήρξε ρητή απάντηση εντός της τετράμηνης προθεσμίας από την υποβολή της, η διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας απορρίφθηκε σιωπηρά στις 10 Νοεμβρίου 2024 (στο εξής: σιωπηρή απορριπτική απόφαση).

9        Παρά το ότι η προσφεύγουσα ζήτησε επανειλημμένα από την Επιτροπή να απαντήσει ρητώς στη διοικητική ένσταση, ρητή απόφαση με την οποία επιβεβαιώθηκε η απόρριψη της διοικητικής ένστασης (στο εξής: ρητή απόφαση) εκδόθηκε μόλις στις 19 Φεβρουαρίου 2025, ήτοι την ημέρα άσκησης της υπό κρίση προσφυγής, και της κοινοποιήθηκε την επομένη.

 Αιτήματα των διαδίκων

10      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας και, εφόσον είναι αναγκαίο, τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να της καταβάλει το συμβολικό ποσό του ενός ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

11      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή,

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί της νομικής βάσεως της προσφυγής

12      Στην πρώτη σελίδα του δικογράφου της προσφυγής αναγράφεται ότι η προσφυγή ασκείται «[β]άσει των άρθρων 263, 268 και 340 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

13      Στο σώμα του δικογράφου της προσφυγής, η προσφεύγουσα αναφέρεται επανειλημμένα και ρητώς στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, διά των οποίων εφαρμόζεται το άρθρο 270 ΣΛΕΕ (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Επανεξέταση Missir Mamachi di Lusignano κατά Επιτροπής, C-417/14 RX-II, EU:C:2015:588, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επιπλέον, η προσφεύγουσα τήρησε τις διαδικασίες που προβλέπουν τα εν λόγω άρθρα του ΚΥΚ, όσον αφορά τόσο την προηγούμενη υποβολή διοικητικής ένστασης όσο και τις διάφορες προθεσμίες τις οποίες αυτά προβλέπουν.

14      Ερωτηθείσα σχετικά με τη νομική βάση της προσφυγής της μέσω μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας της 29ης Οκτωβρίου 2025, η προσφεύγουσα επιβεβαίωσε ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι η προσφυγή της ασκήθηκε βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ. Εξάλλου, η Επιτροπή αντιμετώπισε την προσφυγή βάσει του άρθρου αυτού «λόγω του ουσιαστικού περιεχομένου του δικογράφου της προσφυγής».

15      Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ.

 Επί του ακυρωτικού αιτήματος

 Επί του αντικειμένου της διαφοράς κατά το μέρος που αφορά το ακυρωτικό αίτημα

16      Η προσφεύγουσα βάλλει, με την προσφυγή της, τόσο κατά του εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας όσο και κατά της σιωπηρής απορριπτικής απόφασης.

17      Κατά πάγια νομολογία, η διοικητική ένσταση, όπως προβλέπεται από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, και η ρητή ή σιωπηρή απόρριψή της αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας σύνθετης διαδικασίας και συνιστούν απλώς προϋπόθεση για την άσκηση ένδικης προσφυγής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή, ακόμη και αν τυπικώς βάλλει κατά της απόρριψης της διοικητικής ένστασης, έχει ως αποτέλεσμα να υποβάλλεται στην κρίση του δικαστή η βλαπτική πράξη κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση, πλην της περιπτώσεως που η απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως έχει διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό της πράξεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση (βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 2020, WH κατά EUIPO, T-138/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:316, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

18      Εν προκειμένω, η σιωπηρή απορριπτική απόφαση επιβεβαίωσε το αμφισβητούμενο από την προσφεύγουσα εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας. Επομένως, το αίτημα της προσφεύγουσας περί ακυρώσεως της σιωπηρής απορριπτικής απόφασης δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι βάλλει τυπικώς κατά του εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας.

 Επί του αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενου λόγου που αφορά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης

19      Όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 9 ανωτέρω, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή κατά του εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Φεβρουαρίου 2025.

20      Επίσης στις 19 Φεβρουαρίου 2025, η Επιτροπή εξέδωσε τη ρητή απόφαση, με την οποία εξέθεσε, για πρώτη φορά, τους λόγους για τους οποίους το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας δεν προέβλεπε την καταβολή του κοινωνικού βοηθήματος. Εντούτοις, η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα μόλις την επόμενη ημέρα.

21      Κατά πάγια νομολογία, η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αιτιολογίας αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου και συνιστά λόγο δημοσίας τάξεως τον οποίο ο δικαστής της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (πρβλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2021, Simpson κατά Συμβουλίου, T-646/16 P RENV-RX, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:692, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

22      Η υποχρέωση αιτιολόγησης είναι θεμελιώδης αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσον αφορά, ειδικότερα, τους υπαλλήλους, η υποχρέωση αιτιολόγησης καθιερώνεται με το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ και, ως προς τις αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν υποβολής διοικητικής ενστάσεως, με το άρθρο 90, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.

23      Υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης αποσκοπεί, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις για να εκτιμήσει το βάσιμο της αποφάσεως και τη σκοπιμότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος προς αμφισβήτηση της νομιμότητάς της και, αφετέρου, να παράσχει τη δυνατότητα στον δικαστή της Ένωσης να ασκήσει τον έλεγχό του (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Μαυρομιχάλης κατά Επιτροπής, T-263/01, EU:T:2002:194, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτιολογία απόφασης θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης έχει όλως ιδιαίτερη σημασία, κατά το μέτρο που συνιστά μία από τις προϋποθέσεις της αποτελεσματικότητας του δικαστικού ελέγχου τον οποίο διασφαλίζει το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2023, Επιτροπή κατά Ιταλίας και Ισπανίας, C-635/20 P, EU:C:2023:98, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24      Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της επίμαχης πράξης και στο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε. Η απαίτηση αιτιολόγησης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, ιδίως δε το περιεχόμενο της πράξεως, τη φύση των παρατιθέμενων στοιχείων της αιτιολογίας και το συμφέρον που έχει ενδεχομένως ο αποδέκτης της για παροχή διευκρινίσεων (βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2025, PKK κατά Συμβουλίου, C-72/23 P, EU:C:2025:182, σκέψη 142 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

25      Ναι μεν, κατά κανόνα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται να απαντά στις διοικητικές ενστάσεις, πλην όμως αυτό δεν ισχύει όταν η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της ενστάσεως είναι αναιτιολόγητη. Η αιτιολογία πρέπει να διατυπώνεται, το αργότερο, κατά την απόρριψη της διοικητικής ένστασης (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Μαυρομιχάλης κατά Επιτροπής, T-263/01, EU:T:2002:194, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Η παντελής έλλειψη αιτιολογίας πριν την άσκηση της προσφυγής δεν δύναται να καλυφθεί από εξηγήσεις της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής μετά την άσκηση της προσφυγής (πρβλ. αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, Hectors κατά Κοινοβουλίου, C-150/03 P, EU:C:2004:555, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Neirinck κατά Επιτροπής, C-17/07 P, EU:C:2008:134, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), διότι άλλως θα υπήρχε ο κίνδυνος να καταστεί ασαφής η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της διοίκησης και του δικαστή της Ένωσης, να αποδυναμωθεί ο έλεγχος νομιμότητας και να υπονομευθεί η άσκηση του δικαιώματος προσφυγής (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά Di Bernardo, C-114/19 P, EU:C:2020:457, σκέψη 58). Πράγματι, στο στάδιο αυτό, τέτοιου είδους εξηγήσεις δεν επιτελούν πλέον τη διττή λειτουργία τους, η οποία υπενθυμίζεται στη σκέψη 23 ανωτέρω.

27      Επιπλέον, η δυνατότητα θεραπείας της παντελούς ελλείψεως αιτιολογίας, μετά την άσκηση της προσφυγής, θα συνιστούσε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον ο προσφεύγων θα στερούνταν τη δυνατότητα να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά της αιτιολογίας δεδομένου ότι θα ελάμβανε γνώση της μόνο μετά την άσκηση της προσφυγής. Συνακόλουθα, θα παραβιαζόταν η αρχή της ισότητας των διαδίκων ενώπιον του δικαστή της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2008, Barbin κατά Κοινοβουλίου, F-81/07, EU:F:2008:125, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και διάταξη της 8ης Μαρτίου 2012, Marcuccio κατά Επιτροπής, T-126/11 P, EU:T:2012:115, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28      Επιπροσθέτως, σε περίπτωση σιωπηρής και, κατά συνέπεια, αναιτιολόγητης απόρριψης μιας διοικητικής ένστασης που υποβλήθηκε κατά απόφασης η οποία δεν έχει αιτιολογία, η διοίκηση συμβάλλει καθοριστικά με τη συμπεριφορά της στη γένεση της ένδικης διαφοράς, κατά το μέτρο που ο ενδιαφερόμενος αναγκάζεται, ελλείψει αντιδράσεως στην ένστασή του εντός των προθεσμιών του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, να προσφύγει στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να επιτύχει την προσήκουσα αιτιολόγηση της απόφασης που εκδόθηκε ως προς αυτόν. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο αν ληφθεί υπόψη ότι η τήρηση της υποχρέωσης αιτιολόγησης κατά τη διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής αποσκοπεί να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να κατανοήσει το περιεχόμενο της απόφασης που έχει εκδοθεί ως προς αυτόν και μπορεί, ενδεχομένως, να τον πείσει ως προς τη νομιμότητά της, ώστε να μην κινήσει ένδικη διαδικασία (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, Casini κατά Επιτροπής, T-132/03, EU:T:2005:324, σκέψη 34, και της 26ης Οκτωβρίου 2017, Παρασκευαΐδης κατά Cedefop, T-601/16, EU:T:2017:757, σκέψη 42).

29      Εν προκειμένω, το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας, ως εκ της φύσεώς του, δεν περιέχει καμία αιτιολογία. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή παρέλειψε να κοινοποιήσει την απάντησή της στη διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας εντός της προβλεπόμενης από τον ΚΥΚ προθεσμίας, πράγμα που στοιχειοθετεί σιωπηρή απορριπτική απόφαση.

30      Επιπλέον, από τα έγγραφα της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Γενικό Δικαστήριο προκύπτει ότι, στην εκτενή ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της προσφεύγουσας και της Επιτροπής, το θεσμικό αυτό όργανο δήλωνε ότι, «[γ]ια εξαιρετικούς λόγους, η [αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχή] δεν είναι σε θέση να απαντήσει στη διοικητική ένσταση», αλλά ότι, «όπως [είχαν] δεσμευθεί, [η προσφεύγουσα] θα λάβει απάντηση πριν από τις 19 Φεβρουαρίου», ήτοι την προτελευταία ημέρα της προθεσμίας που είχε στη διάθεσή της η προσφεύγουσα προκειμένου να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Πλην όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, παρά τη δέσμευση αυτή, η Επιτροπή εξέδωσε τη ρητή απόφαση μόλις στις 19 Φεβρουαρίου 2025 στις 23:10.

31      Είναι προφανές ότι η έκδοση της ρητής απόφασης σε μια τόσο προχωρημένη ώρα στις 19 Φεβρουαρίου 2025, ενώ η προθεσμία άσκησης προσφυγής έληγε την επομένη και η Επιτροπή είχε ρητώς δεσμευθεί να αποστείλει απάντηση πριν από την ημερομηνία αυτή, υποχρέωσε την προσφεύγουσα, ελλείψει οποιασδήποτε εξήγησης εκ μέρους της διοίκησης, να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά του εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας και της σιωπηρής απόφασης, οι οποίες και οι δύο στερούνταν οποιασδήποτε αιτιολογίας.

32      Κατά τα λοιπά, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι η αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή έχει την εξουσία να εκδώσει αιτιολογημένη απάντηση επί της διοικητικής ένστασης εντός της προθεσμίας των τριών μηνών την οποία προβλέπει το άρθρο 91, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, εντούτοις χρήση της δυνατότητας αυτής μπορεί να γίνει μόνον ενόσω ο ενδιαφερόμενος δεν έχει ασκήσει προσφυγή (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2002, Μαυρομιχάλης κατά Επιτροπής, T-263/01, EU:T:2002:194, σκέψη 27, και της 12ης Φεβρουαρίου 1992, Volger κατά Κοινοβουλίου, T-52/90, EU:T:1992:12, σκέψη 40).

33      Η στάση της Επιτροπής είναι κατά μείζονα λόγο προβληματική δεδομένου ότι, εν προκειμένω, θα είχε αρκέσει η κοινοποίηση ενός απλού στιγμιότυπου οθόνης στο οποίο θα απεικονίζονταν οι προσομοιώσεις που είχαν γίνει με χρήση των εργαλείων πληροφορικής του θεσμικού οργάνου, προκειμένου η ενδιαφερόμενη να μπορέσει, αφενός, να βεβαιωθεί ότι πραγματοποιήθηκε όντως η σύγκριση για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 4 ανωτέρω και, αφετέρου, να λάβει γνώση των ποσών αναφοράς που χρησιμοποιήθηκαν για τη σύγκριση και να τα κατανοήσει.

34      Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εκπληρώνοντας, στο πλαίσιο μιας ρητής απάντησης στη διοικητική ένσταση, μία από τις στοιχειωδέστερες υποχρεώσεις της έναντι της νεοπροσληφθείσας συμβασιούχου υπαλλήλου της, η Επιτροπή θα είχε επίσης την ευκαιρία να επαληθεύσει, πριν ασκηθεί προσφυγή, τη συμβατότητα της απόφασής της με το δίκαιο της Ένωσης.

35      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπείχε και ότι το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας είναι άνευ ετέρου ακυρωτέο.

36      Τούτου λεχθέντος, υπενθυμίζεται ότι έχει κριθεί ότι ο προσφεύγων δεν διατηρεί έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης όταν, σε περίπτωση ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η διοίκηση, λόγω της δέσμιας αρμοδιότητάς της, θα πρέπει να εκδώσει νέα απόφαση πανομοιότυπη επί της ουσίας με την ακυρωθείσα (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 1983, Geist κατά Επιτροπής, 117/81, EU:C:1983:191, σκέψη 7, της 18ης Δεκεμβρίου 1992, D?az Garc?a κατά Κοινοβουλίου, T-43/90, EU:T:1992:120, σκέψη 54, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2000, Orthmann κατά Επιτροπής, T-261/97, EU:T:2000:212, σκέψη 33).

37      Εντούτοις, προκύπτει ότι οι επίμαχες πλημμέλειες στις αποφάσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 36 ανωτέρω δεν μπορούσαν να έχουν συνέπειες επί της προσφυγής που είχε ασκηθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεδομένου ότι δεν στερούσαν από τον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να κατανοήσει το κριτήριο το οποίο δεν πληρούσε και, κατά συνέπεια, την απόφαση που είχε ληφθεί ως προς αυτόν.

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή έχει δέσμια αρμοδιότητα για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ποιες είναι οι συνέπειες του χαρακτηρισμού της αρμοδιότητάς της για την έκβαση της υπό κρίση προσφυγής.

39      Το κοινωνικό βοήθημα θεσπίστηκε με την απόφαση του 2015 και, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 5 ανωτέρω, ο τρόπος υπολογισμού των προς σύγκριση αποδοχών καθορίστηκε με την απόφαση του 2017, η οποία εφαρμόζεται μόνο στους μη μόνιμους υπαλλήλους της Επιτροπής.

40      Οι αποφάσεις του 2015 και του 2017 προβλέπουν ότι η διοίκηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του μη μόνιμου υπαλλήλου και απαριθμούν, συγκεκριμένα στο παράρτημα της απόφασης του 2017, τα επιμέρους στοιχεία που πρέπει να συνεκτιμώνται για τον υπολογισμό του ποσού αναφοράς για κάθε μη μόνιμο υπάλληλο και του αντίστοιχου λουξεμβουργιανού κατώτατου μισθού.

41      Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη ότι η απαρίθμηση για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 40 ανωτέρω είναι εξαντλητική, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν έχει εν προκειμένω διακριτική ευχέρεια και ότι η αρμοδιότητά της είναι δέσμια, δεδομένου ότι υποχρεούται να χορηγήσει το κοινωνικό βοήθημα εφόσον οι καθαρές αποδοχές ενός μη μόνιμου υπαλλήλου με πλήρη απασχόληση υπολείπονται των αποδοχών ειδικευμένου μισθωτού που λαμβάνει τον κατώτατο μισθό στο Λουξεμβούργο και να μην το χορηγήσει στην αντίθετη περίπτωση.

42      Εντούτοις, η ιδιαιτερότητα της υπό κρίση υπόθεσης συνίσταται στην πληθώρα των αριθμητικών στοιχείων που πρέπει είτε να προστεθούν είτε να αφαιρεθούν από τις αποδοχές οι οποίες πρέπει να συγκριθούν κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 4 ανωτέρω και, ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί η ίδια, με επαρκή βαθμό βεβαιότητας, στους αναγκαίους υπολογισμούς για να κατανοήσει και να εξακριβώσει ότι δεν δικαιούνταν το κοινωνικό βοήθημα. Πράγματι, δεν μπορούν να αγνοηθούν οι δυσχέρειες τις οποίες ενδέχεται να αντιμετωπίσει ένας μη μόνιμος υπάλληλος, κατά μείζονα δε λόγο όταν αναλαμβάνει τα καθήκοντά του όπως η προσφεύγουσα, όταν παραλαμβάνει το πρώτο εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας προκειμένου να υπολογίσει με ακρίβεια όχι μόνον τις καθαρές αποδοχές πλήρους απασχόλησης που δικαιούται, αλλά και την καθαρά υποθετική αμοιβή που θα ελάμβανε αν στη σχέση εργασίας του εφαρμοζόταν το λουξεμβουργιανό δίκαιο.

43      Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι, για τον καθορισμό των δύο ποσών αμοιβής που πρέπει να συγκριθούν κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 4 ανωτέρω, η απόφαση του 2017 προβλέπει ότι δεν λαμβάνονται υπόψη μόνον οι ακαθάριστες αποδοχές, αλλά συνυπολογίζονται επίσης και διαφόρων ειδών φορολογικές επιβαρύνσεις, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (ασθενείας, γήρατος, αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως) και επιδόματα (οικογενειακά, ειδικά συμπληρωματικά, έναρξης σχολικού έτους κ.λπ.) που ισχύουν τόσο για τους υπαλλήλους της Επιτροπής όσο και για τους απασχολούμενους στο Λουξεμβούργο.

44      Βεβαίως, ένας υπάλληλος που λαμβάνει ή εκτιμά ότι πρέπει να λαμβάνει ένα οικονομικό πλεονέκτημα οφείλει να καταβάλει ορισμένη προσπάθεια σκέψης ή ελέγχου όσον αφορά την καταβολή του ποσού το οποίο λαμβάνει ή επιθυμεί να λαμβάνει (πρβλ. απόφαση της 24ης Μαΐου 2023, AL κατά Επιτροπής, T-714/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:282, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

45      Επιβάλλεται ωστόσο η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, ακριβώς αυτό επιχείρησε εις μάτην η προσφεύγουσα με τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Η αιτιολογία της απάντησης στη διοικητική ένσταση ήταν, υπό τις συνθήκες αυτές, αναγκαία για να μπορέσει η προσφεύγουσα να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους θεωρήθηκε ότι δεν δικαιούνταν το κοινωνικό βοήθημα.

46      Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι, λόγω της παντελούς έλλειψης αιτιολογίας, δεν δόθηκε στην προσφεύγουσα η δυνατότητα να βεβαιωθεί, κατ’ αρχάς, ότι η διοίκηση είχε όντως προβεί στη σύγκριση κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 4 ανωτέρω, εν συνεχεία, ότι οι υπολογισμοί που έγιναν στο πλαίσιο της σύγκρισης ήταν ορθοί και, τέλος, για το αν ήταν νόμιμες οι αποφάσεις του 2015 και του 2017 ως προς τις οποίες μπορούσε να προβάλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας.

47      Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι ο υπάλληλος μπορεί παραδεκτώς να προσβάλει μόνον το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας με το οποίο εξωτερικεύεται για πρώτη φορά η θέση της διοίκησης σχετικά με το επίδικο επίδομα, κατά το μέτρο που τα επακόλουθα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας συνιστούν πράξεις αμιγώς επιβεβαιωτικές της θέσης αυτής και δεν είναι δεκτικά προσφυγής ακυρώσεως (πρβλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, T-487/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:66, σκέψεις 38 έως 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και, αφετέρου, ότι, στο παρόν στάδιο εξέλιξης της νομολογίας, δεν ήταν βέβαιο αν η προσφεύγουσα θα μπορούσε να προβάλει νέα επιχειρήματα το πρώτον με το υπόμνημα απαντήσεως, πράγμα το οποίο άλλωστε δεν θα ήταν ικανοποιητικό υπό το πρίσμα των αρχών που υπενθυμίζονται στις σκέψεις 26 και 28 ανωτέρω.

48      Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η σύγκριση ήταν, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 42 ανωτέρω, τόσο περίπλοκη ώστε να μην παρέχεται στην προσφεύγουσα η δυνατότητα να κατανοήσει την απόφαση που ελήφθη ως προς την ίδια, η πλημμέλεια λόγω της παντελούς έλλειψης αιτιολογίας μπορούσε να είχε, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, συνέπειες για την άσκηση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής.

49      Πράγματι, αν η προσφεύγουσα είχε λάβει εγκαίρως γνώση αιτιολογίας της μη καταβολής του κοινωνικού βοηθήματος, θα της είχε δοθεί η δυνατότητα όχι μόνο να κατανοήσει την απόφαση περί μη καταβολής του σε αυτήν, αλλά και να εξετάσει τόσο τη σκοπιμότητα άσκησης ένδικης προσφυγής -η οποία μάλιστα στρέφεται κατά του νέου εργοδότη της- όσο και την κρισιμότητα των ισχυρισμών, συμπεριλαμβανομένης της ένστασης ελλείψεως νομιμότητας, που θα μπορούσαν να προβληθούν προς στήριξη της προσφυγής.

50      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως που προβλήθηκαν με την προσφυγή.

 Επί του αιτήματος χρηματικής ικανοποίησης

51      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να της καταβάλει το συμβολικό ποσό του ενός ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη.

52      Κατά πάγια νομολογία, η ακύρωση παράνομης πράξεως μπορεί να συνιστά, αυτή καθεαυτήν, πρόσφορη και, κατ’ αρχήν, επαρκή ικανοποίηση για κάθε ηθική βλάβη που τυχόν προκάλεσε η εν λόγω πράξη, εκτός και εάν ο προσφεύγων-ενάγων αποδεικνύει ότι υπέστη ηθική βλάβη η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί πλήρως με την ακύρωση (πρβλ. διάταξη της 3ης Σεπτεμβρίου 2019, FV κατά Συμβουλίου, C-188/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:690, σκέψη 26, και απόφαση της 28ης Απριλίου 2021, Correia κατά ΕΟΚΕ, T-843/19, EU:T:2021:221, σκέψη 86).

53      Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν καταδεικνύει ότι η προβαλλόμενη ηθική βλάβη δεν μπορεί να επανορθωθεί πλήρως με την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

54      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά αυτή καθ’ εαυτήν πρόσφορη και επαρκή ικανοποίηση για την προβαλλόμενη ηθική βλάβη.

55      Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

56      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε ως προς το ουσιώδες μέρος των αιτημάτων της προσφεύγουσας, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας της Asma Gharbi για τον μήνα Μάιο του 2024.

2)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή-αγωγή.

3)      Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Kowalik-Ba?czyk

Reine

da Silva Passos

Cassagnab?re

 

      Pavelin

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Ιουνίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.