Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο πενταμελές τμήμα)
της 21ης Ιανουαρίου 2026 (*)
« Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορές βιοαιθανόλης και αιθανόλης – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ – “Yβριδική” διαδικασία που διεξάγεται σε στάδια – Τεκμήριο αθωότητας – Αμεροληψία »
Στην υπόθεση T-93/24,
Lantm?nnen ek f?r, με έδρα τη Στοκχόλμη (Σουηδία),
Lantm?nnen Biorefineries AB, με έδρα τη Νόρσεπινγκ (Σουηδία),
εκπροσωπούμενες από τους R. Bachour, S. Perv?n Lindeborg και M. Nicolin, δικηγόρους, και την A. Van Cauwelaert, solicitor,
προσφεύγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους T. Baum? και P. Berghe,
καθής,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους P. ?kva?ilov?-Pelzl, πρόεδρο, I. N?mm, G. Steinfatt, D. Kukovec (εισηγητή) και R. Meyer, δικαστές,
γραμματέας: M. Zwozdziak-Carbonne, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Ιουλίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή που άσκησαν δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, οι προσφεύγουσες, Lantm?nnen ek f?r και Lantm?nnen Biorefineries AB, ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση C(2023) 8320 final της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2023, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση AT.40054 – Ethanol Benchmarks) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι προσφεύγουσες είχαν παραβεί τις εν λόγω διατάξεις συμμετέχοντας σε ενιαία και διαρκή παράβαση η οποία είχε ως σκοπό να επηρεάσει κατά τρόπο συντονισμένο τον μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών χονδρικής στην ευρωπαϊκή αγορά αιθανόλης, η δε απόφαση αυτή εκδόθηκε στο πλαίσιο «υβριδικής» διαδικασίας διεξαχθείσας σε στάδια, η οποία συνίστατο στην έκδοση καταρχάς απόφασης διευθέτησης και εν συνεχεία απόφασης με την οποία περατωνόταν η συνήθης διαδικασία.
Το ιστορικό της διαφοράς
2 Η Lantm?nnen ek f?r είναι η μητρική εταιρία της Lantm?nnen Biorefineries, εταιρίας που ασκεί εμπορική δραστηριότητα στον τομέα της παραγωγής και της εμπορίας αιθανόλης. Η αιθανόλη παράγεται είτε με ενυδάτωση του αιθυλενίου είτε από ανανεώσιμες πρώτες ύλες, όπως ζάχαρη, ορισμένα δημητριακά, άμυλο ή κυτταρίνη, που περιέχουν βιομάζα. Η αιθανόλη χρησιμοποιείται είτε ως πρόσθετο για την παραγωγή ορυκτών καυσίμων είτε ως παραδοσιακό συστατικό για την παραγωγή ποτών και για την παρασκευή φαρμακευτικών, χημικών και καλλυντικών προϊόντων.
3 Στις 7 Δεκεμβρίου 2015 η Επιτροπή κίνησε διαδικασία έρευνας ενόψει έκδοσης απόφασης σύμφωνα με το κεφάλαιο III του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1). Σκοπός της διαδικασίας αυτής ήταν να διαπιστωθεί εάν οι προσφεύγουσες, σε συνεργασία με τις Alcogroup S.A., Alcodis S.A. (στο εξής από κοινού: Alcogroup) και Abengoa, είχαν χειραγωγήσει κατά τρόπο συντονισμένο τον υπολογισμό των δεικτών αναφοράς τιμών που καταρτίζονται και δημοσιεύονται από την S&P Global Platts.
4 Τον Μάιο του 2016 οι προσφεύγουσες, η Abengoa και η Alcogroup (στο εξής από κοινού: μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας) εκδήλωσαν ενδιαφέρον να συμμετάσχουν σε συζητήσεις για τη διευθέτηση της διαφοράς. Οι συναντήσεις μεταξύ της Επιτροπής και των μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας με σκοπό τη συμβιβαστική διευθέτηση της διαφοράς πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Ιουνίου 2016 και Ιουνίου 2017. Κατά τις συναντήσεις αυτές, η Επιτροπή ενημέρωσε τους μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας σχετικά με τις αιτιάσεις που σκόπευε να προβάλει εις βάρος τους και τους γνωστοποίησε τα κύρια περιλαμβανόμενα στον φάκελο αποδεικτικά στοιχεία τα οποία σκόπευε να επικαλεστεί προς θεμελίωση των αιτιάσεων αυτών.
5 Τον Ιούνιο του 2017 η Επιτροπή κοινοποίησε στους μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας τα ενδεχόμενα πρόστιμα κατά την έννοια του άρθρου 10α, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ', του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2004, L 123, σ. 18).
6 Η Abengoa και η Alcogroup δεν δέχθηκαν το ανώτατο ποσό προστίμου που προβλεπόταν στο εύρος των ενδεχόμενων προστίμων. Για τον λόγο αυτό, τον Απρίλιο του 2018 επανεκκινήθηκε εις βάρος τους η συνήθης διαδικασία.
7 Οι προσφεύγουσες, οι οποίες είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για την επανεκκίνηση της τακτικής διαδικασίας εις βάρος της Abengoa και της Alcogroup, επιβεβαίωσαν τον Μάρτιο του 2018 ότι ήταν διατεθειμένες να αποδεχθούν το ανώτατο ποσό του προστίμου και να υποβάλουν επίσημο αίτημα διευθέτησης της διαφοράς.
8 Στις 16 Ιουλίου 2018 οι προσφεύγουσες υπέβαλαν ενώπιον της Επιτροπής παρατηρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης.
9 Στις 24 Ιουλίου 2018 η Επιτροπή εξέδωσε, στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας, ανακοίνωση αιτιάσεων την οποία απηύθυνε στην Abengoa και στην Alcogroup. Οι εν λόγω εταιρίες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της εν λόγω ανακοίνωσης και συμμετείχαν τον Ιανουάριο του 2020 σε σχετική συζήτηση.
10 Στις 2 Μαρτίου 2021 η Επιτροπή απέστειλε στην Abengoa και στην Alcogroup έκθεση των πραγματικών περιστατικών προς τεκμηρίωση των αιτιάσεων της ανακοίνωσης της 24ης Ιουλίου 2018, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 9 ανωτέρω, καθώς και τον Ιούλιο του 2021 έκθεση συμπληρωματική της ως άνω έκθεσης των πραγματικών περιστατικών.
11 Στις 13 Σεπτεμβρίου 2021 η Abengoa, η οποία δήλωσε ότι αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, γνωστοποίησε στην Επιτροπή το ενδιαφέρον της να επανεκκινήσει τη διαδικασία διευθέτησης της διαφοράς ούτως ώστε να εξασφαλίσει προβλεψιμότητα της έκβασης της διαδικασίας επί της παραβάσεως που της είχε προσαφθεί και να προσελκύσει τις επενδύσεις που απαιτούνταν για την αναδιάρθρωσή της.
12 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ενημέρωσε την Alcogroup για την επανεκκίνηση της διαδικασίας διευθέτησης ως προς την Abengoa και κάλεσε τόσο την Alcogroup όσο και την Abengoa να εκφράσουν το ενδιαφέρον τους για επανεκκίνηση της εν λόγω διαδικασίας. Την πρόσκληση της Επιτροπής αποδέχθηκε μόνον η Abengoa, η οποία εν συνεχεία υπέβαλε, στις 28 Οκτωβρίου 2021, παρατηρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης.
13 Στις 11 Νοεμβρίου 2021 η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων την οποία απηύθυνε στις προσφεύγουσες και στην Abengoa στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης.
14 Στις 25 Νοεμβρίου 2021 οι προσφεύγουσες ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να αποχωρήσουν από τη διαδικασία διευθέτησης της διαφοράς, διότι η ανακοίνωση αιτιάσεων της 11ης Νοεμβρίου 2021 δεν αντανακλούσε ούτε τις παρατηρήσεις που είχαν υποβάλει στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης ούτε τις συζητήσεις για την επίτευξη διευθέτησης. Κατά συνέπεια, στη διαδικασία διευθέτησης θα συμμετείχε εφεξής μόνον η Abengoa.
Η απόφαση διευθέτησης
15 Στις 10 Δεκεμβρίου 2021 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2021) 8913 final (στο εξής: απόφαση διευθέτησης), με την οποία επέβαλε στην Abengoa, μοναδική αποδέκτρια της απόφασης διευθέτησης, πρόστιμο ύψους 20 εκατομμυρίων ευρώ λόγω της συμμετοχής της σε σύμπραξη αφορώσα τον μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών χονδρικής στην ευρωπαϊκή αγορά αιθανόλης κατά την περίοδο από 6 Σεπτεμβρίου 2011 έως 16 Μαΐου 2014.
16 Στην αιτιολογική σκέψη 4 της απόφασης διευθέτησης, η Επιτροπή αναφέρεται στις προσφεύγουσες και στην Alcogroup ως «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» και διευκρινίζει, αφενός, ότι οι προσφεύγουσες και η Alcogroup δεν είναι αποδέκτριες της απόφασης διευθέτησης και, αφετέρου, ότι η εν λόγω απόφαση δεν διαπιστώνει ούτε επιδιώκει να διαπιστώσει, ούτε καν προκαταρκτικώς, ευθύνη των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας» για συμμετοχή σε οποιουδήποτε είδους παράβαση. Στις αιτιολογικές σκέψεις 41 και 49 της ίδιας απόφασης επαναλαμβάνεται η επισήμανση ότι η εν λόγω απόφαση δεν ασκεί επιρροή στον χαρακτηρισμό των συμπεριφορών των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας» και στη σχετική ευθύνη τους.
17 Ατομική αναφορά στις προσφεύγουσες γίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 4, 13, 18, 24 και 40 της απόφασης διευθέτησης. Ομοίως, σε ορισμένες αιτιολογικές σκέψεις της ίδιας απόφασης γίνεται αναφορά στους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας», στο πλαίσιο των ενοτήτων που αφορούν τις εισαγωγικές παρατηρήσεις («1. Introduction»), την περιγραφή της διοικητικής διαδικασίας («3. Procedure»), την περιγραφή των παραβατικών συμπεριφορών («4. Description of the conduct»), τη νομική αξιολόγηση των εν λόγω συμπεριφορών («5. Legal assessment») και τα διορθωτικά μέτρα («8. Remedies»). Εξάλλου, στο άρθρο 1 του διατακτικού της απόφασης διευθέτησης, η Επιτροπή διαπιστώνει παράβαση από την Abengoa του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ λόγω της συμπεριφοράς της Abengoa που συντονιζόταν σε τακτική βάση με τους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας».
Η συνέχιση της συνήθους διαδικασίας εις βάρος των προσφευγουσών και η περάτωση της διαδικασίας αυτής ως προς την Alcogroup
18 Με έγγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 2022, η Επιτροπή ενημέρωσε τις προσφεύγουσες για την απόφασή της να επανεκκινήσει ως προς αυτές την τακτική διαδικασία.
19 Στις 7 Ιουλίου 2022 η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων την οποίαν απηύθυνε στην Alcogroup καθώς και στις προσφεύγουσες.
20 Στις 10 Νοεμβρίου 2022 οι προσφεύγουσες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της ανακοίνωσης αιτιάσεων της 7ης Ιουλίου 2022. Η Alcogroup υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στις 3 Νοεμβρίου 2022.
21 Στις 20 Απριλίου 2023 η Επιτροπή απέστειλε έγγραφο στις προσφεύγουσες για να τις ενημερώσει ότι, κατόπιν των συζητήσεών τους και λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων επί της ανακοίνωσης αιτιάσεων της 7ης Ιουλίου 2022, εξέταζε το ενδεχόμενο να μειώσει τη διάρκεια της παράβασης ούτως ώστε η ημερομηνία λήξης να καθορίζεται στις 25 Μαρτίου 2014 και όχι στις 16 Μαΐου 2014, όπως είχε αρχικώς καταγραφεί στην ανακοίνωση αιτιάσεων. Δεδομένου ότι η ως άνω μείωση είχε αντίκτυπο στον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, η Επιτροπή ενημέρωσε τις προσφεύγουσες σχετικά με τη δυνατότητα να υποβάλουν συναφώς τις παρατηρήσεις τους εντός πέντε ημερών.
22 Στις 20 Απριλίου 2023 η Επιτροπή απέστειλε επίσης στις προσφεύγουσες αίτηση παροχής πληροφοριών όσον αφορά την αξία των πωλήσεών τους κατά την περίοδο τελέσεως της παραβάσεως και τον κύκλο εργασιών του έτους 2022. Οι προσφεύγουσες απάντησαν στην αίτηση παροχής πληροφοριών στις 27 Απριλίου 2023.
23 Με έγγραφο της 2ας Μαΐου 2023, η Επιτροπή γνωστοποίησε στις προσφεύγουσες ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε συλλέξει εις βάρος της Alcogroup όσον αφορά την ευθύνη της για την παράβαση δεν είχαν θεωρηθεί ως επαρκή για ολόκληρη την περίοδο την οποία αφορούσε η ανακοίνωση αιτιάσεων της 7ης Ιουλίου 2022 (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω).
24 Στις 4 Μαΐου 2023 οι προσφεύγουσες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τη δυνατότητα μείωσης της διάρκειας της παράβασης καθώς και σχετικά με τις συνέπειες που θα είχε αυτό για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου (βλ. σκέψη 21 ανωτέρω).
25 Στις 23 Μαΐου 2023, κατόπιν της λήξεως της προθεσμίας που είχε ταχθεί για την υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με το έγγραφο της 2ας Μαΐου 2023 που μνημονεύεται στη σκέψη 23 ανωτέρω, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2023) 3486 final, με την οποία περατώθηκε η συνήθης διαδικασία ως προς την Alcogroup.
26 Στις 12 Ιουνίου 2023 η Επιτροπή απέστειλε στις προσφεύγουσες έγγραφο προκειμένου να αποσαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο σκόπευε να υπολογίσει την αξία των πωλήσεων για τους σκοπούς της επιβολής ενός πιθανού προστίμου, χωρίς οι τελευταίες να υποβάλουν παρατηρήσεις συναφώς.
Η προσβαλλόμενη απόφαση
27 Στις 7 Δεκεμβρίου 2023 η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία διαπίστωσε ότι οι προσφεύγουσες, οι οποίες ήταν οι μόνες αποδέκτριες της απόφασης αυτής, είχαν παραβεί το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, συμμετέχοντας σε ενιαία και διαρκή παράβαση η οποία είχε ως σκοπό να επηρεάσει κατά τρόπο συντονισμένο τον μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών χονδρικής στον ευρωπαϊκό τομέα της αιθανόλης. Η Επιτροπή επέβαλε στις προσφεύγουσες πρόστιμο ύψους 47,718 εκατομμυρίων ευρώ.
Η περιγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση του τρόπου καθορισμού των τιμών στην ευρωπαϊκή αγορά αιθανόλης
28 Το προϊόν το οποίο αφορά η διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση είναι η αιθανόλη η οποία, αναμεμειγμένη με τη βενζίνη, χρησιμοποιείται για την παραγωγή βιοκαυσίμων (κοινώς αποκαλούμενη στα αγγλικά «fuel-grade ethanol»).
29 Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι συμβάσεις πώλησης αιθανόλης στην ευρωπαϊκή αγορά καταρτίζονται είτε σε μακροπρόθεσμη βάση είτε στην αγορά άμεσης παράδοσης (αγορά spot). Μεγάλος αριθμός συμφωνιών για την πώληση αιθανόλης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνάπτεται υπό τη μορφή μακροπρόθεσμων διμερών συμβάσεων βάσει διαδικασιών υποβολής προσφορών. Η τιμή των εν λόγω συμβάσεων περιλαμβάνει συχνά ένα σταθερό και ένα μεταβλητό μέρος, με το δεύτερο μέρος να λαμβάνει κατά κανόνα ως βάση αναφοράς τους δείκτες που δημοσιεύονται από την S&P Global Platts.
30 Οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται στην αγορά άμεσης παράδοσης (συχνά αποκαλούμενες στα αγγλικά «spot trades») αφορούν άμεση παράδοση σε καθορισμένη ημερομηνία («spot date»). Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, η σημαντικότερη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) αγορά άμεσης παράδοσης αιθανόλης ήταν η αγορά των «φορτηγίδων Άμστερνταμ-Ρότερνταμ-Αμβέρσας» (στο εξής: περιοχή του Ρότερνταμ), της οποίας η δραστηριότητα λαμβανόταν υπόψη από την S&P Global Platts κατά την κατάρτιση των δεικτών αναφοράς της για τις τιμές.
31 Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, η S&P Global, αμερικανική εταιρία της οποίας η ευρωπαϊκή έδρα ευρίσκεται στο Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), διαρθρωνόταν σε διάφορα τμήματα, μεταξύ των οποίων και η S&P Global Platts, που αποτελούσε τον σημαντικότερο φορέα παρακολούθησης των τιμών για την αγορά αιθανόλης. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, το 90 % των διμερών συμβάσεων για την πώληση αιθανόλης έλαβαν ως βάση αναφοράς τους δείκτες που δημοσιεύονταν από την S&P Global Platts.
32 Η S&P Global Platts θέτει στη διάθεση του κοινού δείκτες αναφοράς για τις τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά αιθανόλης (platts ethanol benchmarks), οι οποίοι έχουν ως σκοπό να αντικατοπτρίζουν τις τιμές των συναλλαγών που πραγματοποιούνται στην περιοχή του Ρότερνταμ. Προς τούτο, η S&P Global Platts χρησιμοποιεί για την κατάρτιση των δεικτών αναφοράς μια διαδικασία που αποκαλείται «Market-on-Close» (στο εξής: διαδικασία MOC).
33 Η διαδικασία MOC βασίζεται στις πληροφορίες που παρέχονται από τους συμμετέχοντες, στις οποίες περιλαμβάνονται το σύνολο των προσφορών αγοράς και πώλησης, οι προθέσεις διαπραγμάτευσης καθώς και οι επιβεβαιωμένες συναλλαγές που γνωστοποιούνται οικειοθελώς κατά τη διάρκεια της ημέρας και ιδίως κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 16:00 και 16:30 (ώρα Λονδίνου), γνωστό ως «παράθυρο MOC» (MOC window).
34 Μολονότι η S&P Global Platts συνδυάζει, κατά την κατάρτιση των δεικτών αναφοράς της για τις τιμές της αιθανόλης, πληροφορίες από διάφορες πηγές, λαμβάνει υπόψη κατά προτεραιότητα τις πληροφορίες που αποκτώνται κατά τη διάρκεια του «παραθύρου MOC».
35 Σύμφωνα με την Επιτροπή, δεδομένου ότι οι δείκτες τιμών της αιθανόλης χρησιμοποιούνται συχνά ως βάση αναφοράς για τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις πώλησης αιθανόλης, η, έστω και ελάχιστη, στρέβλωση των τιμών που γνωστοποιούνται για τους σκοπούς της κατάρτισης των εν λόγω δεικτών μπορεί να έχει αισθητό αντίκτυπο στην αγοραία τιμή της αιθανόλης και, ως εκ τούτου, στα έσοδα των επιχειρήσεων που λαμβάνουν μέρος σε τέτοιες μακροπρόθεσμες συμβάσεις πώλησης.
Οι συμπεριφορές που προσάπτονται στις προσφεύγουσες με την προσβαλλόμενη απόφαση
36 Στην προσβαλλόμενη απόφαση, διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες, η Abengoa και η Alcogroup συνήψαν συμφωνίες ή προέβησαν σε εναρμονισμένες πρακτικές με σκοπό την τεχνητή αύξηση, διατήρηση ή παρεμπόδιση της μείωσης του επιπέδου των δεικτών αναφοράς της αιθανόλης που δημοσιεύονταν από την S&P Global Platts.
37 Σύμφωνα με την ανάλυση της Επιτροπής, η παραβατική συμπεριφορά είναι διττή. Αφενός, οι προσφεύγουσες συντόνιζαν με την Abengoa και την Alcogroup τη διαπραγματευτική συμπεριφορά τους κατά τον χρόνο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το «παράθυρο MOC». Αφετέρου, οι προσφεύγουσες είχαν συμφωνήσει με την Abengoa και την Alcogroup να περιορίσουν την προσφορά φυσικής αιθανόλης στην περιοχή του Ρότερνταμ που θα μπορούσε να είναι διαθέσιμη για διαπραγμάτευση κατά τη διάρκεια του «παραθύρου MOC». Προκειμένου να θέσουν σε εφαρμογή την παραβατική συμπεριφορά, οι προσφεύγουσες προέβαιναν, κατά την Επιτροπή, σε τακτικές ανταλλαγές εμπορικώς ευαίσθητων πληροφοριών με την Abengoa και την Alcogroup.
38 Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συντονισμένη συμπεριφορά που περιγράφεται στη σκέψη 37 ανωτέρω σκόπευε και ήταν ικανή να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών για τις πωλήσεις αιθανόλης που πραγματοποιούσαν οι προσφεύγουσες, η Abengoa και η Alcogroup στο πλαίσιο των συμβάσεων προμήθειας αιθανόλης που συνήπταν με τους πελάτες τους, οι δε τελευταίες αυτές συμβάσεις καταχωρίζονταν στους δείκτες που δημοσίευε η S&P Global Platts.
Τα αιτήματα των διαδίκων
39 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
40 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
41 Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά προσβολή του τεκμηρίου αθωότητάς τους και ο δεύτερος παράβαση εκ μέρους της Επιτροπής της επιταγής περί αμεροληψίας που απορρέει από την αρχή της χρηστής διοίκησης.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίον προβάλλεται προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας των προσφευγουσών
42 Προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή, ακολουθώντας τη διεξαγόμενη σε στάδια «υβριδική» διαδικασία, ενώ στη διαδικασία διευθέτησης συμμετείχε μία μόνον επιχείρηση, και εκδίδοντας την απόφαση διευθέτησης που αφορούσε την Abengoa, προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητας των προσφευγουσών. Επομένως, οι εις βάρος τους αιτιάσεις και, εν τέλει, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εγγενώς εσφαλμένες.
43 Η προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας των προσφευγουσών συνίσταται κατ’ αυτές στο ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε δύο μεγάλης έκτασης, σοβαρά και ανεπανόρθωτα σφάλματα, τα οποία δικαιολογούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
44 Αφενός, κακώς η Επιτροπή επέλεξε να ακολουθήσει τη διεξαγόμενη σε στάδια «υβριδική» διαδικασία με μία μόνον επιχείρηση που συμμετείχε στη διαδικασία διευθέτησης (πρώτο και τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως). Στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να εκδώσει την απόφαση διευθέτησης που αφορούσε την Abengoa πριν από τη λήξη της συνήθους διαδικασίας χωρίς να προσβάλει το τεκμήριο αθωότητας των προσφευγουσών.
45 Αφετέρου, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η Επιτροπή προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητάς τους κατά την κατάρτιση της απόφασης διευθέτησης, στο μέτρο που η απόφαση αυτή περιείχε σαφείς και μη διφορούμενες αναφορές περί συμμετοχής των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας» που δεν είχαν προχωρήσει σε διευθέτηση της διαφοράς στην παραβατική συμπεριφορά που αποτελούσε αντικείμενο της απόφασης διευθέτησης και περί ευθύνης τους για τη συμπεριφορά αυτή, οι οποίες αναφορές δεν ήταν αναγκαίες προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της Abengoa (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως).
Επί του πρώτου και του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τη χρήση μιας διεξαγόμενης σε στάδια «υβριδικής» διαδικασίας
46 Στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, αφενός, ότι η χρήση μιας διεξαγόμενης σε στάδια «υβριδικής» διαδικασίας, ενώ μόνον η Abengoa συμμετείχε στη διαδικασία διευθέτησης, ενέχει προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας των προσφευγουσών και, αφετέρου, ότι δεν προβλήθηκε κανένας παραδεκτός δικαιολογητικός λόγος για τη χρήση μιας τέτοιας διαδικασίας υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως.
47 Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.
48 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, κατά πρώτον, ότι η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών εκκινεί από την παραδοχή ότι η τήρηση μιας διεξαγόμενης σε στάδια «υβριδικής» διαδικασίας με μία μόνον επιχείρηση που μετέχει στη διαδικασία διευθέτησης μπορεί να συνιστά προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας ανεξάρτητα από την in concreto ανάλυση της απόφασης διευθέτησης. Πλην όμως η παραδοχή αυτή είναι εσφαλμένη βάσει της νομολογίας.
49 Πρώτον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 10α του κανονισμού 773/2004 δεν αποκλείει ούτε αντιτίθεται στη δυνατότητα της Επιτροπής να ακολουθεί «υβριδική» διαδικασία στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2022, Scania κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-799/17, EU:T:2022:48, σκέψεις 98 και 99).
50 Ειδικότερα, η Επιτροπή μπορεί να επιλέξει έναν «υβριδικό» τρόπο δράσης και να εφαρμόσει διαδικασία διευθέτησης ως προς τις επιχειρήσεις που υποβάλουν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, συνεχίζοντας παράλληλα να ακολουθεί τη διαδικασία που διέπεται από τις γενικές διατάξεις του κανονισμού 773/2004, και όχι από τις διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία διευθέτησης, ως προς τις επιχειρήσεις εκείνες που δεν επιθυμούν να προχωρήσουν σε διευθέτηση της διαφοράς (πρβλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2015, Timab Industries και CFPR κατά Επιτροπής, T-456/10, EU:T:2015:296, σκέψεις 70, 71 και 104).
51 Ο δικαστής της Ένωσης έχει κρίνει ότι η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει αρχικώς απόφαση διευθέτησης ως προς τα εμπλεκόμενα μέρη που έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν σε διευθέτηση της διαφοράς και, στη συνέχεια, απόφαση που λαμβάνεται κατά το πέρας της συνήθους διαδικασίας ως προς τα εμπλεκόμενα μέρη που έχουν αποφασίσει να μην προχωρήσουν σε τέτοια διευθέτηση, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι μεριμνά, στο πλαίσιο της έκδοσης της απόφασης διευθέτησης, για την τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας των εμπλεκομένων μερών που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία διευθέτησης (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψεις 64 και 65, και της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψεις 88 και 89).
52 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας το οποίο της επιτρέπει να αποφασίζει σε ποιες υποθέσεις είναι δυνατόν να διερευνηθεί κατά πόσον τα εμπλεκόμενα μέρη θα ενδιαφέρονταν να ακολουθήσουν διαδικασία διευθέτησης καθώς και να αποφασίζει την κίνηση ή τη διακοπή τέτοιων διαδικασιών ή την οριστική διευθέτηση μιας υπόθεσης, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού (ΕΚ) 622/2008 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2008, για τροποποίηση του κανονισμού 773/2004 σχετικά με τη διεξαγωγή των διαδικασιών διευθέτησης διαφορών σε υποθέσεις συμπράξεων (ΕΕ 2008, L 171, σ. 3) (πρβλ. απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 2016, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-267/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:110, σκέψη 417).
53 Εξάλλου, ενδέχεται να είναι αντικειμενικώς αναγκαίο να εξετάζει η Επιτροπή, με την απόφαση που περατώνει τη διαδικασία διευθέτησης, ορισμένα πραγματικά περιστατικά και συμπεριφορές που αφορούν τους μετέχοντες στην εικαζόμενη σύμπραξη για τους οποίους διεξάγεται η συνήθης διαδικασία (αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 65, και της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψη 89). Στο πλαίσιο αυτό, καμία από τις αναφορές στα εμπλεκόμενα μέρη τα οποία δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς δεν έχει οριστικό χαρακτήρα όσον αφορά τη συμμετοχή τους στην επίμαχη συμπεριφορά.
54 Δεύτερον, όσον αφορά ειδικότερα το τεκμήριο αθωότητας, αυτό συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) (αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2012, E.ON Energie κατά Επιτροπής, C-89/11 P, EU:C:2012:738, σκέψη 72, και της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 60). Το άρθρο 48 του Χάρτη αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, όπως προκύπτει από τις επεξηγήσεις σχετικά με τη διάταξη αυτή του Χάρτη. Επομένως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, για την ερμηνεία του άρθρου 48 του Χάρτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ως ελάχιστο όριο προστασίας [αποφάσεις της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C-377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 41, και της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 61].
55 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας παραβιάζεται αν δικαστική απόφαση ή επίσημη δήλωση σχετικά με κατηγορούμενο περιέχει σαφή δήλωση ότι αυτός διέπραξε την προσαπτόμενη παράβαση, χωρίς να υπάρχει καταδίκη του με ισχύ δεδικασμένου. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζεται η σημασία που έχουν η επιλογή της φρασεολογίας την οποία χρησιμοποίησαν οι δικαστικές αρχές, οι συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες χρησιμοποιήθηκε η φρασεολογία αυτή καθώς και η φύση και το πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C-377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 43 της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2014:0227JUD001710310 § 63].
56 Ως εκ τούτου, τρίτον, μόνον υπό το πρίσμα in concreto ανάλυσης της απόφασης διευθέτησης και των πραγματοποιούμενων σε αυτήν εκτιμήσεων είναι δυνατόν να κριθεί κατά πόσον υφίσταται προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας των προσφευγουσών. Κατά συνέπεια, οι επικρίσεις κατά της χρήσης μιας διεξαγόμενης σε στάδια «υβριδικής» διαδικασίας βάσει της ύπαρξης ενός μόνο συμμετέχοντος στη διευθέτηση μέρους δεν είναι αυτές καθεαυτές ικανές να αποδείξουν ότι στοιχειοθετείται τέτοια προσβολή.
57 Επιπλέον, όσον αφορά ειδικότερα την επίκριση κατά την οποία η επιλογή από την Επιτροπή της συγκεκριμένης διαδικασίας ενείχε εγγενώς διαπίστωση περί συμμετοχής των προσφευγουσών στην επίμαχη παράβαση και περί ενοχής τους για τη συμπεριφορά στην οποία αναφέρεται η απόφαση διευθέτησης, υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία σχετικά με τις περίπλοκες ποινικές διαδικασίες, η οποία εφαρμόζεται mutatis mutandis στην υπό κρίση υπόθεση (πρβλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 64), προκύπτει ότι η έκδοση απόφασης διευθέτησης ως προς έναν μόνον κατηγορούμενο, ενώ η συμπεριφορά στην οποία αναφέρεται η απόφαση διευθέτησης προϋποθέτει συλλογική συμμετοχή, δεν συνεπάγεται, αυτή καθεαυτήν, προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας των λοιπών προσώπων που δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς [πρβλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C-377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 45, και διάταξη της 28ης Μαΐου 2020, UL και VM, C-709/18, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:411, σκέψη 35].
58 Συναφώς, κακώς υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, κατ’ ουσίαν, ότι η απόφαση διευθέτησης υποχρέωνε την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση κατά το πέρας της συνήθους διαδικασίας. Ειδικότερα, η διαδικασία διευθέτησης είναι διοικητική διαδικασία εναλλακτική σε σχέση με τη συνήθη διαδικασία, είναι διακριτή από αυτήν και παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Όσον αφορά τη διαδικασία διευθέτησης, στην περίπτωση που η οικεία επιχείρηση δεν υποβάλει παρατηρήσεις στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, η διαδικασία που περατώνεται με την έκδοση τελικής απόφασης διέπεται από τις γενικές διατάξεις του κανονισμού 773/2004 και όχι από τις διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία διευθέτησης. Όσον αφορά, αντιθέτως, τη συνήθη διαδικασία, στην οποία οι ευθύνες πρέπει ακόμη να αποδειχθούν, η Επιτροπή δεσμεύεται μόνον από την ανακοίνωση αιτιάσεων και υποχρεούται να λάβει υπόψη τα νέα στοιχεία που περιέρχονται σε γνώση της κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2017, Timab Industries και CFPR κατά Επιτροπής, C-411/15 P, EU:C:2017:11, σκέψη 136, και της 1ης Φεβρουαρίου 2024, Scania κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-251/22 P, EU:C:2024:103, σκέψη 75).
59 Επομένως, παρά τα όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η έκδοση της απόφασης διευθέτησης δεν έχει αφ’ εαυτής καμία νομική συνέπεια για τις αποφάσεις που λαμβάνονται μεταγενέστερα στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας ως προς εμπλεκόμενα μέρη που δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς.
60 Κατά συνέπεια, η έκδοση της απόφασης διευθέτησης δεν προδίκασε το αποτέλεσμα της συνήθους διαδικασίας, όπως αποδεικνύεται από την απόφαση που εκδόθηκε για την Alcogroup, με την οποία η Επιτροπή τελικώς έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν είχαν επαρκή αποδεικτική αξία για να στηρίξουν το συμπέρασμα ότι η Alcogroup είχε μετάσχει στην παράβαση μετά τις 14 Μαρτίου 2013, οπότε η Επιτροπή δεν μπορούσε πλέον να της επιβάλει πρόστιμο. Ως προς το σημείο αυτό, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τίποτε δεν εμπόδιζε την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση παρόμοια με εκείνη που αφορούσε την Alcogroup έναντι των προσφευγουσών κατόπιν της εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν περιληφθεί στον φάκελο στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας, ακόμη και μετά την περάτωση της συνήθους διαδικασίας ως προς την Alcogroup.
61 Κατά δεύτερον, όσον αφορά την προβαλλόμενη μη δικαιολόγηση από την Επιτροπή της χρήσης μιας διεξαγόμενης σε στάδια «υβριδικής» διαδικασίας, κανένα από τα λοιπά επιχειρήματα των προσφευγουσών δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
62 Πρώτον, παρά τα όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, από την απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας) (C-377/18, EU:C:2019:670), δεν συνάγεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να αποδείξει ότι η χρήση «υβριδικής» διαδικασίας που διεξάγεται σε στάδια «επιβάλλεται υποχρεωτικώς», πράγμα το οποίο, κατά τις προσφεύγουσες, δεν συνέβαινε εν προκειμένω.
63 Βεβαίως, η νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας) (C-377/18, EU:C:2019:670), έχει εφαρμογή, mutatis mutandis, στην περίπτωση που η Επιτροπή εκδίδει διαδοχικώς, σε σχέση με την ίδια σύμπραξη, δύο αποφάσεις με διαφορετικούς αποδέκτες κατόπιν δύο διακριτών διαδικασιών, ήτοι, αφενός, απόφαση ληφθείσα κατόπιν διαδικασίας διευθέτησης και απευθυνόμενη στις επιχειρήσεις που προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς και, αφετέρου, απόφαση ληφθείσα κατά το πέρας συνήθους διαδικασίας και απευθυνόμενη στις λοιπές επιχειρήσεις που συμμετείχαν στη σύμπραξη (βλ. σκέψη 57 ανωτέρω).
64 Πλην όμως η νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας) (C-377/18, EU:C:2019:670), δεν έχει την έννοια ότι υποχρεώνει την Επιτροπή να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η χρήση «υβριδικής» διαδικασίας που διεξάγεται σε στάδια «επιβάλλεται υποχρεωτικώς». Ειδικότερα, η Επιτροπή πρέπει να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια προκειμένου να εξετάσει αν η χρήση «υβριδικής» διαδικασίας που διεξάγεται σε στάδια τής παρέχει τη δυνατότητα ταχύτερης και αποτελεσματικότερης διεκπεραίωσης της υπόθεσης σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις που επέλεξαν να προχωρήσουν σε διευθέτηση της διαφοράς, τηρουμένων παράλληλα των ορίων που επιβάλλονται από τους εφαρμοστέους κανόνες, συμπεριλαμβανομένου του τεκμηρίου αθωότητας των επιχειρήσεων που δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς (βλ. σκέψεις 51 έως 53 ανωτέρω).
65 Δεύτερον, οι προσφεύγουσες δεν καταδεικνύουν με ποιον τρόπο οι λόγοι που δικαιολόγησαν τη χρήση, εν προκειμένω, μιας διεξαγόμενης σε στάδια «υβριδικής» διαδικασίας, όπως μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις 428 έως 448 της προσβαλλόμενης απόφασης, ενέχουν προσβολή του τεκμηρίου αθωότητάς τους.
66 Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη στιγμή κατά την οποία η Abengoa αποφάσισε να επιστρέψει στη διαδικασία διευθέτησης, οι προσφεύγουσες εξακολουθούσαν να συμμετέχουν στη διαδικασία αυτή και κατά συνέπεια υπήρχε δυνατότητα να ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία ως προς την πλειονότητα των εμπλεκομένων μερών κατά των οποίων στρεφόταν η έρευνα (αιτιολογική σκέψη 441 της προσβαλλόμενης απόφασης).
67 Εξάλλου, η έκδοση απόφασης διευθέτησης συμπεριλαμβάνουσας την Abengoa παρείχε τη δυνατότητα να καλυφθεί το σύνολο της περιόδου της παράβασης, γεγονός που παρουσίαζε προφανή πλεονεκτήματα για την Επιτροπή σε σχέση με την έκδοση απόφασης διευθέτησης που θα απευθυνόταν αποκλειστικώς στις προσφεύγουσες (αιτιολογική σκέψη 442 της προσβαλλόμενης απόφασης).
68 Κατά την αιτιολογική σκέψη 443 της προσβαλλόμενης απόφασης, ο σχεδιαζόμενος από την Επιτροπή τρόπος δράσης είχε επομένως ως σκοπό την κατά το δυνατόν ταχύτερη ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας και συνίστατο στο να επικεντρωθεί η Επιτροπή αρχικώς στη διαδικασία διευθέτησης και να διοχετεύσει εν συνεχεία τους πόρους της προς τον σκοπό της έκδοσης απόφασης που θα περάτωνε τη συνήθη διαδικασία και την οποία αναμενόταν να προσβάλει η Alcogroup.
69 Όσον αφορά τον κίνδυνο να προβληθούν κατά των προσφευγουσών αξιώσεις αποζημίωσης τρίτων λόγω της έκδοσης σε διαδοχικά στάδια της απόφασης διευθέτησης και της απόφασης που περατώνει τη συνήθη διαδικασία, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση διευθέτησης προοριζόταν να είναι συνοπτική και να δημοσιευθεί μόνο σε μη εμπιστευτική εκδοχή πράγμα που θα μείωνε σημαντικά τον εν λόγω κίνδυνο (αιτιολογική σκέψη 444 της προσβαλλόμενης απόφασης).
70 Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 445 της προσβαλλόμενης απόφασης, τα πλεονεκτήματα του σχεδιαζόμενου από την Επιτροπή τρόπου δράσης συζητήθηκαν εκ των προτέρων με τις προσφεύγουσες, πράγμα το οποίο οι τελευταίες δεν αμφισβητούν.
71 Εξάλλου, κατά την αιτιολογική σκέψη 447 της προσβαλλόμενης απόφασης, η έκδοση της απόφασης διευθέτησης που είχε ως μόνο αποδέκτη την Abengoa δικαιολογούνταν για λόγους αποτελεσματικότητας. Μολονότι η Abengoa επέστρεψε στη διαδικασία διευθέτησης σε προχωρημένο στάδιο, η έκδοση της απόφασης διευθέτησης δημιουργούσε σημαντικά οφέλη από απόψεως αποτελεσματικότητας, μεταξύ δε αυτών τη δυνατότητα να καταρτιστεί απόφαση διευθέτησης πολύ πιο σύντομη από την απόφαση που θα είχε απαιτηθεί στο πλαίσιο συνήθους διαδικασίας καθώς και τη μείωση του κινδύνου προσβολής της απόφασης διευθέτησης από την Abengoa.
72 Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου τους, από καμία από τις προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητας των προσφευγουσών όταν αποφάσισε να ακολουθήσει μια διεξαγόμενη σε στάδια «υβριδική» διαδικασία.
73 Εν πάση περιπτώσει, η καθυστέρηση ή εγκατάλειψη της διαδικασίας διευθέτησης με την αιτιολογία ότι μία από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αποφάσισε να μη συμμετάσχει σε συζητήσεις για τη διευθέτηση της διαφοράς θα αντέβαινε στον σκοπό που επιδιώκει η διαδικασία διευθέτησης, όπως αυτός διακηρύσσεται στην αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 622/2008, ο οποίος συνίσταται στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση της υπόθεσης σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις που επέλεξαν να προχωρήσουν σε διευθέτηση της διαφοράς (πρβλ. απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2022, Scania κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-799/17, EU:T:2022:48, σκέψη 102).
74 Τρίτον, το επιχείρημα περί παράβασης της χρονικής φύσεως ρήτρας που συνομολογήθηκε μεταξύ Επιτροπής και προσφευγουσών στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης, σύμφωνα με την οποία οι τελικές αποφάσεις της διαδικασίας διευθέτησης και της συνήθους διαδικασίας επρόκειτο να εκδοθούν «κατά την ίδια περίπου ημερομηνία», είναι απλώς ένα στοιχείο του γενικότερου πλαισίου, το οποίο επικαλούνται οι προσφεύγουσες και το οποίο στερείται λυσιτέλειας στο πλαίσιο της εξέτασης της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
75 Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις γραπτές απαντήσεις τους στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, οι προσφεύγουσες δεν προβάλλουν παράβαση κανενός από τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία διευθέτησης ούτε προβάλλουν έλλειψη νομιμότητας των εν λόγω κανόνων όσον αφορά τη μη τήρηση από την Επιτροπή της χρονικής φύσεως ρήτρας.
76 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τη μη τήρηση της ρήτρας αντίστροφης επανεξέτασης, κατά την οποία η διευθέτηση εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή δεν απευθύνει στους μετέχοντες στη συνήθη διαδικασία απόφαση ευνοϊκότερη από την απόφαση διευθέτησης.
77 Εν πάση περιπτώσει, όπως επισημαίνει η Επιτροπή χωρίς να αμφισβητείται τούτο από τις προσφεύγουσες, η σχετική με τη διευθέτηση ανακοίνωση αιτιάσεων της 11ης Νοεμβρίου 2021 επαναλάμβανε τις παρατηρήσεις που είχαν υποβάλει οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης, όσον αφορά το αντικείμενο της παράβασης, την τέλεσή της, τα κύρια πραγματικά περιστατικά και τον νομικό χαρακτηρισμό τους, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου των προσφευγουσών καθώς και της διάρκειας της συμμετοχής τους στην παράβαση. Επομένως, η ανακοίνωση αιτιάσεων αντικατόπτριζε το περιεχόμενο των εν λόγω παρατηρήσεων όσον αφορά τα στοιχεία που μνημονεύονται στο σημείο 20, στοιχείο α', της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τη διεξαγωγή διαδικασιών διευθέτησης διαφορών ενόψει της έκδοσης αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 και του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003 σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2008, C 167, σ. 1). Τα δε στοιχεία αυτά δεν περιλαμβάνουν δεσμεύσεις όπως η χρονικής φύσεως ρήτρα και η ρήτρα αντίστροφης επανεξέτασης.
78 Κατά συνέπεια, σε συμμόρφωση με το σημείο 22 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις διαδικασίες διευθέτησης, η ανακοίνωση αιτιάσεων της Επιτροπής αντανακλούσε τις παρατηρήσεις που είχαν υποβάλει οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης.
79 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητάς τους, οπότε τα σκέλη αυτά πρέπει να απορριφθούν.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά τη διατύπωση της απόφασης διευθέτησης
80 Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητάς τους όταν εξέδωσε την απόφαση διευθέτησης, η οποία περιέχει σαφείς και μη διφορούμενες αναφορές περί συμμετοχής στην επίμαχη παράβαση και περί ευθύνης των επιχειρήσεων που δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς, ενώ τέτοιες αναφορές δεν ήταν αναγκαίες για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της Abengoa.
81 Πρώτον, κατ’ αυτές, η απόφαση διευθέτησης περιέχει πρόωρη κρίση, καθόσον επισημαίνει ότι οι προσφεύγουσες συγκαταλέγονται μεταξύ των επιχειρήσεων που αποκαλούνται «λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας», των οποίων η ευθύνη διαπιστώνεται στο άρθρο 1 του διατακτικού της απόφασης διευθέτησης, και καθόσον η εν η λόγω απόφαση αναφέρεται στη συμπεριφορά των προσφευγουσών, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της πραγματοποιούμενης σε αυτήν νομικής εκτίμησης. Επιπλέον, το γεγονός ότι η έρευνα εις βάρος της Alcogroup εγκαταλείφθηκε αργότερα ενίσχυσε την εντύπωση ότι η απόφαση διευθέτησης κατέληγε σε διαπίστωση περί από κοινού ευθύνης των προσφευγουσών και της Abengoa. Τέλος, οι διευκρινιστικές παρατηρήσεις περί μη ευθύνης δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τις εν λόγω μνείες.
82 Δεύτερον, ο τρόπος δράσης που ακολούθησε η Επιτροπή αποκλίνει από τις προηγούμενες πρακτικές της στο πλαίσιο «υβριδικών» διαδικασιών.
83 Τρίτον, κατά τις προσφεύγουσες, οι αναφορές που περιλαμβάνονται στην απόφαση διευθέτησης βαίνουν πέραν του μέτρου που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αναγκαίο προκειμένου να διαπιστωθεί και να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη των μερών της διαδικασίας διευθέτησης.
84 Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.
85 Όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 55 ανωτέρω, το τεκμήριο αθωότητας προσβάλλεται αν δικαστική απόφαση ή επίσημη δήλωση σχετικά με κατηγορούμενο περιέχει σαφή δήλωση ότι αυτός διέπραξε την προσαπτόμενη παράβαση, χωρίς να υπάρχει καταδίκη του με ισχύ δεδικασμένου, αυτός δε είναι ο λόγος για τον οποίον είναι σημαντική η φρασεολογία που χρησιμοποίησαν οι οικείες αρχές και οι ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες χρησιμοποιήθηκε η εν λόγω φρασεολογία καθώς και η φύση και το πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας.
86 Στο πλαίσιο περίπλοκων ποινικών διαδικασιών στις οποίες εμπλέκονται πολλοί ύποπτοι οι οποίοι δεν μπορούν να δικαστούν μαζί, έχει γίνει δεκτό ότι το αρμόδιο δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμήσει την ενοχή των κατηγορουμένων, πρέπει υποχρεωτικώς να προβεί σε μνεία της συμμετοχής τρίτων που θα δικαστούν ενδεχομένως χωριστά στη συνέχεια. Ωστόσο, αν πρέπει να μνημονευθούν πραγματικά περιστατικά σχετικά με την εμπλοκή τρίτων, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να γνωστοποιήσει περισσότερες πληροφορίες από όσες είναι αναγκαίες για την ανάλυση της νομικής ευθύνης των προσώπων τα οποία δικάζονται ενώπιόν του. Επιπλέον, το σκεπτικό των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται μια ενδεχόμενη πρόωρη κρίση σχετικά με την ενοχή τρίτων εμπλεκομένων, ικανή να διακυβεύσει τη δίκαιη εξέταση των κατηγοριών εις βάρος τους στο πλαίσιο διακριτής διαδικασίας [πρβλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C-377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 44 της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 63, και απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2014:0227JUD001710310 § 64 και 65].
87 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 57 ανωτέρω, το τεκμήριο αθωότητας έχει επίσης εφαρμογή στην περίπτωση που η Επιτροπή εκδίδει διαδοχικώς, σε σχέση με την ίδια σύμπραξη, δύο αποφάσεις με διαφορετικούς αποδέκτες κατόπιν δύο διακριτών διαδικασιών, ήτοι, αφενός, απόφαση ληφθείσα κατόπιν διαδικασίας διευθέτησης και απευθυνόμενη στις επιχειρήσεις που προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς και, αφετέρου, απόφαση ληφθείσα κατά το πέρας συνήθους διαδικασίας και απευθυνόμενη στις λοιπές επιχειρήσεις που συμμετείχαν στη σύμπραξη (αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 64, και της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψη 88).
88 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή οφείλει να τηρεί την υποχρέωση αιτιολόγησης των νομικών πράξεων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το περιεχόμενο της οποίας πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση, στο δε δικαιοδοτικό όργανο να διαθέτει επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, C-58/12 P, EU:C:2013:770, σκέψη 37).
89 Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 53 ανωτέρω, ενδέχεται να είναι αντικειμενικώς αναγκαίο να εξετάζει η Επιτροπή, με την απόφαση που περατώνει τη διαδικασία διευθέτησης, ορισμένα πραγματικά περιστατικά και συμπεριφορές που αφορούν τους μετέχοντες στην εικαζόμενη σύμπραξη για τους οποίους διεξάγεται η συνήθης διαδικασία, χωρίς καμία από τις αναφορές στους τελευταίους να έχει οριστικό χαρακτήρα όσον αφορά τη συμμετοχή τους στην επίμαχη συμπεριφορά.
90 Εναπόκειται στην Επιτροπή να μεριμνά, με την απόφαση που περατώνει τη διαδικασία διευθέτησης, για τη διαφύλαξη του τεκμηρίου αθωότητας των επιχειρήσεων που αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε διευθέτηση της διαφοράς και ως προς τις οποίες διεξάγεται η συνήθης διαδικασία. Ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτό, η εκ μέρους της Επιτροπής προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας των επιχειρήσεων που δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων των οικείων επιχειρήσεων, συνιστά αρκούντως σοβαρή παράβαση ώστε να επηρεάζει το σύνολο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης που περατώνει τη συνήθη διαδικασία (απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψη 95).
91 Προκειμένου να ελεγχθεί η εκ μέρους της Επιτροπής τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας, εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να εξετάσει την απόφαση με την οποία περατώνεται η διαδικασία διευθέτησης και την αιτιολογία της συνολικά, υπό το πρίσμα των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. Ειδικότερα, κάθε ρητή αναφορά, σε ορισμένα χωρία της απόφασης διευθέτησης, περί απουσίας ευθύνης των λοιπών μετεχόντων στην εικαζόμενη σύμπραξη θα καθίστατο κενή περιεχομένου αν άλλα χωρία της ίδιας απόφασης μπορούσαν να εκληφθούν ως πρόωρη διαπίστωση της ευθύνης τους (αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 66, και της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψη 90).
92 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξακριβωθεί, αφενός, αν η Επιτροπή έλαβε επαρκείς προφυλάξεις ως προς τη διατύπωση της απόφασης διευθέτησης ούτως ώστε να αποφευχθεί μια πρόωρη κρίση σχετικά με τη συμμετοχή των προσφευγουσών στη σύμπραξη και, αφετέρου, αν οι αναφορές στις προσφεύγουσες που περιλαμβάνονται στην εν λόγω απόφαση ήταν αναγκαίες (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 68, και της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψη 219).
93 Εν προκειμένω, από τις γραπτές απαντήσεις των προσφευγουσών στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε ως προς τις ίδιες το Γενικό Δικαστήριο προκύπτει ότι αυτές δεν αμφισβητούν τις προφυλάξεις τις οποίες έλαβε η Επιτροπή ως προς τη διατύπωση της απόφασης διευθέτησης, αλλά υποστηρίζουν ότι οι προφυλάξεις αυτές ήταν ανεπαρκείς.
94 Συναφώς, πρέπει να διαπιστωθεί ότι, στην αιτιολογική σκέψη 4 της απόφασης διευθέτησης, η Επιτροπή υιοθέτησε την κατά σύμβαση ονομασία «λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» προκειμένου να αναφερθεί από κοινού στις προσφεύγουσες και στην Alcogroup. Εν συνεχεία, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι «λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» δεν ήταν αποδέκτες της απόφασης διευθέτησης και ότι η απόφαση αυτή δεν διαπίστωνε ούτε επιδίωκε να διαπιστώσει, ούτε καν προκαταρκτικώς, ευθύνη τους για συμμετοχή σε οποιουδήποτε είδους παράβαση. Στην ίδια αιτιολογική σκέψη αναφερόταν ακόμη ότι η περιγραφή της συμπεριφοράς στην οποία εμπλέκονταν οι «λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» χρησιμοποιούνταν μόνο στο μέτρο που τούτο ήταν αναγκαίο για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της Abengoa.
95 Άλλες παρόμοιες επισημάνσεις για τους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» και την απουσία ευθύνης τους συνεπεία της έκδοσης της απόφασης διευθέτησης συμπεριλήφθηκαν στις αιτιολογικές σκέψεις 41 και 49 της απόφασης διευθέτησης.
96 Με τις αναφορές που μνημονεύονται στις σκέψεις 94 και 95 ανωτέρω, η Επιτροπή κατέδειξε σαφώς ότι δεν όφειλε να αποφανθεί επί της ευθύνης των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας» και κατά συνέπεια πρέπει να διαπιστωθεί ότι όντως ελήφθησαν προφυλάξεις ως προς τη διατύπωση χάριν των προσφευγουσών.
97 Τούτου λεχθέντος, πρέπει να εξακριβωθεί αν άλλα χωρία της απόφασης διευθέτησης μπορούν να εκληφθούν ως πρόωρη διαπίστωση της ευθύνης των προσφευγουσών, πράγμα που θα μπορούσε να καταστήσει αναποτελεσματικές τις προφυλάξεις ως προς τη διατύπωση τις οποίες έλαβε η Επιτροπή, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 91 ανωτέρω.
98 Σύμφωνα με τα σημεία 60 έως 63 του δικογράφου της προσφυγής, οι αναφορές στους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» οι οποίες ενέχουν προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας των προσφευγουσών είναι ιδίως εκείνες που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 33, 35, 46, 47, 53 έως 55 και 60 της απόφασης διευθέτησης καθώς και στο άρθρο 1 του διατακτικού της.
99 Συναφώς, επισημαίνεται, κατά πρώτον, ότι οι αναφορές στους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» οι οποίες περιλαμβάνονται στις ενότητες που αφορούν την περιγραφή της παραβατικής συμπεριφοράς της Abengoa, μεταξύ των οποίων οι αναφορές που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 33 και 35 της απόφασης διευθέτησης, έχουν, κατά τρόπο σύμφωνο με τον σκοπό τους, χαρακτήρα αμιγώς περιγραφικό της συμπεριφοράς την οποία έχει ως αντικείμενο η απόφαση διευθέτησης όσον αφορά την Abengoa.
100 Εξάλλου, καμία από τις αναφορές για τις οποίες γίνεται λόγος στη σκέψη 99 ανωτέρω δεν εμπεριέχει, ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς, νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς των προσφευγουσών και κατά συνέπεια οι αναφορές αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως συμβατές με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 91 ανωτέρω.
101 Κατά δεύτερον, πρέπει να εξεταστούν οι αναφορές που περιλαμβάνονται στην ενότητα η οποία αφορά τη νομική εκτίμηση της συμπεριφοράς της Abengoa («Legal assessment») και, ειδικότερα, οι αναφορές που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 46, 47, 53 έως 55 και 60 της απόφασης διευθέτησης. Οι αναφορές αυτές ευρίσκονται στα τμήματα της απόφασης που αφορούν την εφαρμογή, εν προκειμένω, των αρχών που συνδέονται με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (σημείο 5.1.2, αιτιολογικές σκέψεις 46 και 47 της απόφασης διευθέτησης), των αρχών που αφορούν την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παράβασης (σημείο 5.2.2, αιτιολογικές σκέψεις 53 έως 55 της απόφασης διευθέτησης) και των αρχών που αφορούν τον περιορισμό του ανταγωνισμού (σημείο 5.3.2, αιτιολογική σκέψη 60 της απόφασης διευθέτησης).
102 Συναφώς, πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 57 ανωτέρω, η εφαρμογή μιας διεξαγόμενης σε στάδια «υβριδικής» διαδικασίας με μία μόνον επιχείρηση που μετέχει στη διαδικασία διευθέτησης δεν υποχρεώνει σε συναγωγή του συμπεράσματος ότι οι προσφεύγουσες διέπραξαν την παράβαση την οποίαν αφορά η απόφαση διευθέτησης.
103 Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 86, 87 και 89 ανωτέρω, οι αναφορές στις επιχειρήσεις που δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς δεν είναι, αυτές καθεαυτές, προβληματικές και ενδέχεται να αποδειχθούν αντικειμενικώς αναγκαίες για την περιγραφή και τον χαρακτηρισμό της συμμετοχής στη σύμπραξη της επιχείρησης που προβαίνει στη διευθέτηση, εφόσον δεν συνεπάγονται πρόωρο καταλογισμό ευθύνης για τους μετέχοντες στη συνήθη διαδικασία.
104 Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι η Επιτροπή αναφέρεται στις προσφεύγουσες και στην Alcogroup με την κατά σύμβαση ονομασία «λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» επιβεβαιώνει ότι δεν προτίθετο να διαπιστώσει ευθύνη τους για τη συμπεριφορά που αποτελεί αντικείμενο της απόφασης διευθέτησης (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Σεπτεμβρίου 2024, C.O. κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2024:0917JUD001667822 § 68).
105 Παρατηρείται εξάλλου ότι τόσο στο μη εμπιστευτικό κείμενο της απόφασης διευθέτησης που ήταν επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής (C-440/19 P, EU:C:2021:214), όσο και στην απόφαση διευθέτησης που ήταν επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-883/19 P, EU:C:2023:11), η Επιτροπή είχε χρησιμοποιήσει την κατά σύμβαση ονομασία «εμπλεκόμενα μέρη» για να δηλώσει το σύνολο των επιχειρήσεων τις οποίες αφορούσε η έρευνα.
106 Αντιθέτως, στην επίμαχη εν προκειμένω απόφαση διευθέτησης, η Επιτροπή χρησιμοποίησε την κατά σύμβαση ονομασία «λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας», η οποία παρέχει δυνατότητα σαφέστερης διάκρισης μεταξύ των αναφορών που έχουν σχέση με την αποδέκτρια της εν λόγω απόφασης και των αναφορών που έχουν σχέση με τις επιχειρήσεις που δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς. Επιπλέον, η απόφαση διευθέτησης δεν περιέχει καμία ρητή αναφορά στις προσφεύγουσες στο πλαίσιο της περιγραφής της παραβατικής συμπεριφοράς, σε αντίθεση με τις αιτιολογικές σκέψεις 26, 28, 29 και 31 της απόφασης διευθέτησης που ήταν επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής (C-440/19 P, EU:C:2021:214).
107 Δεύτερον, μολονότι στο τμήμα που αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς της Abengoa γίνεται αναφορά στους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας», εντούτοις από την ανάγνωση της απόφασης διευθέτησης δεν προκύπτει σαφώς η θέση που έλαβε η Επιτροπή όσον αφορά τη συμμετοχή των προσφευγουσών στην επίμαχη παράβαση και τον νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς τους, καθώς και τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης τους για την παράβαση αυτή (πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2017, Icap κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-180/15, EU:T:2017:795, σκέψεις 259 και 260).
108 Ειδικότερα, από διάφορα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην απόφαση διευθέτησης, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των προφυλάξεων ως προς τη διατύπωση που μνημονεύονται στις σκέψεις 94 και 95 ανωτέρω, προκύπτει κατά συνέπεια ότι:
– στην απόφαση διευθέτησης, ως υπεύθυνη για την επίμαχη παράβαση πρέπει να θεωρηθεί μόνον η Abengoa (αιτιολογική σκέψη 25)
– το σημείο 4.1.2 της εν λόγω απόφασης, που περιλαμβάνεται στον τίτλο 4 ο οποίος αφορά την περιγραφή της συμπεριφοράς, επιγράφεται «Abengoa’s behaviour in the MOC process» (η συμπεριφορά της Abengoa κατά τη διαδικασία MOC)
– η εκτίμηση που διατυπώνεται στον τίτλο 5, ο οποίος σχετίζεται με τον νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς της Abengoa, αφορά μόνον τη συμπεριφορά της τελευταίας (αιτιολογική σκέψη 42)
– υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ της συμπεριφοράς της Abengoa και της συμπεριφοράς των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας», δεδομένου ότι στην απόφαση διευθέτησης διευκρινίζεται ότι η Abengoa συντόνισε τη συμπεριφορά της με τους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» (αιτιολογική σκέψη 47), οπότε μόνον η δική της συμπεριφορά («[i]ts behaviour»), και όχι η συμπεριφορά των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας», εμφάνιζε όλα τα χαρακτηριστικά μιας συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής (αιτιολογική σκέψη 48) επιπλέον, τα συμπεράσματα της αιτιολογικής σκέψης 49, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων 46 έως 48, αφορούν αποκλειστικώς την Abengoa και περιέχουν επιπλέον την ακόλουθη πρόσθετη προφύλαξη ως προς τη διατύπωσή τους: «[a]s already stressed in recital (4) above, this Decision is only addressed to Abengoa and not to any other undertaking. In particular, this Decision does not establish or seek to establish, even on a preliminary basis, any liability of the other parties to the investigation for any participation in any infringement» (όπως τονίστηκε στην αιτιολογική σκέψη 4 ανωτέρω, μοναδική αποδέκτρια της απόφασης αυτής είναι η Abengoa. Ειδικότερα, η παρούσα απόφαση δεν διαπιστώνει ούτε επιδιώκει να διαπιστώσει, ούτε καν προκαταρκτικώς, ευθύνη των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας» για συμμετοχή σε οποιουδήποτε είδους παράβαση)
– οι διμερείς επαφές με τους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» χρησιμοποιήθηκαν, κατά την απόφαση διευθέτησης, από την Abengoa προκειμένου αυτή να εξακολουθήσει τη θίγουσα τον ανταγωνισμό συμπεριφορά της, η οποία συνίστατο στον συντονισμό της συμπεριφοράς της με τους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας», διατύπωση που καταδεικνύει ότι η Επιτροπή δεν σκόπευε να χαρακτηρίσει άλλη συμπεριφορά πέραν εκείνης της Abengoa (αιτιολογική σκέψη 55)
– μολονότι στην αιτιολογική σκέψη 60 διαπιστώνεται ότι η Abengoa επιδόθηκε σε αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές σε συνεργασία με τους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας», εντούτοις, στην καταληκτική περίοδο της εν λόγω αιτιολογικής σκέψης, η Επιτροπή περιορίστηκε να αναφέρει ότι μόνον η Abengoa περιόρισε τον ανταγωνισμό εν πάση περιπτώσει, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 61 κάνει λόγο μόνο για τη «συμπεριφορά της Abengoa», όπως αυτή περιγράφεται στην ενότητα 4.
109 Επιπλέον, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης έχουν κρίνει, έστω και εμμέσως, ως αποδεκτή τη μνεία, στο τμήμα που αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό της επίμαχης συμπεριφοράς, των μερών που δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς [πρβλ., αφενός, τις αιτιολογικές σκέψεις 50 έως 55 της απόφασης διευθέτησης που ήταν επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, δηλαδή της απόφασης C(2014) 2074 final της Επιτροπής, και, αφετέρου, την απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2023, Cr?dit agricole και Cr?dit agricole Corporate and Investment Bank κατά Επιτροπής, T-113/17, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2023:847, σκέψη 96 (μη δημοσιευθείσα), όσον αφορά τις αιτιολογικές σκέψεις 53 και 57 έως 59 της απόφασης διευθέτησης που ήταν επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε επίσης η απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, δηλαδή της απόφασης C(2013) 8512 final της Επιτροπής].
110 Κατά τρίτον, η αναφορά στους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» στο άρθρο 1 του διατακτικού της απόφασης διευθέτησης δεν συνιστά σαφή δήλωση ότι οι εν λόγω μετέχοντες διέπραξαν την επίμαχη παράβαση.
111 Ειδικότερα, αφενός, απλώς και μόνον η μνεία των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας» στο διατακτικό δεν συνεπάγεται γνωστοποίηση πληροφοριών που τους αφορούν, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 86 ανωτέρω. Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 103 ανωτέρω, οι αναφορές στις επιχειρήσεις που δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς δεν είναι, αυτές καθεαυτές, προβληματικές και μπορεί να αποδειχθούν αντικειμενικώς αναγκαίες για την περιγραφή και τον χαρακτηρισμό της συμμετοχής στη σύμπραξη της επιχείρησης που προβαίνει στη διευθέτηση, εφόσον δεν συνεπάγονται πρόωρο καταλογισμό ευθύνης όσον αφορά τους μετέχοντες στη συνήθη διαδικασία.
112 Αφετέρου, η αναφορά στους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» που γίνεται στο διατακτικό δεν ενέχει, αυτή καθεαυτήν, πρόωρη κρίση σχετικά με την ενοχή των προσφευγουσών ικανή να διακυβεύσει τη δίκαιη εξέταση των κατηγοριών που τους προσάπτονται στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας.
113 Συναφώς, παρατηρείται ότι το διατακτικό της απόφασης διευθέτησης παράγει έννομα αποτελέσματα μόνον έναντι της Abengoa, υπό την ιδιότητά της ως αποδέκτριας της εν λόγω απόφασης.
114 Εξάλλου, στο άρθρο 1 του διατακτικού της απόφασης διευθέτησης, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μόνον η Abengoa παρέβη τους κανόνες που ισχύουν για τις συμπράξεις.
115 Επιπλέον, σύμφωνα με το περιεχόμενο του διατακτικού της απόφασης διευθέτησης, μόνον η Abengoa ευθύνεται για την επίμαχη παράβαση, όπως προκύπτει ιδίως από τα άρθρα 2, 4 και 5 της απόφασης διευθέτησης.
116 Επομένως, από το διατακτικό της απόφασης διευθέτησης ουδόλως προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να προβεί σε χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας» όσον αφορά τη συμμετοχή τους στην επίμαχη σύμπραξη.
117 Κατά τέταρτον, βεβαίως, το περιεχόμενο ορισμένων από τις αναφορές κατά των οποίων προβάλλονται αντιρρήσεις, μεταξύ άλλων εκείνων που συμπεριλήφθηκαν στις αιτιολογικές σκέψεις 46, 53 έως 55 και 60 της απόφασης διευθέτησης, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ασαφές όσον αφορά το ζήτημα αν ο διενεργούμενος σε αυτές νομικός χαρακτηρισμός αφορά όχι μόνον τη συμπεριφορά της Abengoa, αλλά και τη συμπεριφορά των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας».
118 Πλην όμως οι αναφορές στους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» που περιλαμβάνονται στις προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης διευθέτησης, μολονότι αφορούν τον νομικό χαρακτηρισμό των συμπεριφορών που διαπιστώθηκαν εις βάρος του μέρους που προέβη σε διευθέτηση της διαφοράς, δηλαδή της Abengoa, συνιστούν, το πολύ, αστοχίες ως προς τη διατύπωση, οι οποίες δεν εμπεριέχουν καμία σαφή εκτίμηση, με ρητό ή σιωπηρό χαρακτήρα, όσον αφορά την ενοχή των μερών που δεν προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς [πρβλ. αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψεις 79 και 231, και της 20ής Δεκεμβρίου 2023, Cr?dit agricole και Cr?dit agricole Corporate and Investment Bank κατά Επιτροπής, T-113/17, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2023:847, σκέψη 97 (μη δημοσιευθείσα)].
119 Ειδικότερα, αφενός, η εξέταση για το κατά πόσον γίνεται νομικός χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς των προσφευγουσών στην απόφαση διευθέτησης δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαπίστωση ότι οι «λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» μνημονεύονται στο τμήμα που αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των συμπεριφορών που διαπιστώθηκαν εις βάρος της Abengoa (πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψη 231).
120 Αφετέρου, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, παρά τη σημασία που έχει η επιλογή της φρασεολογίας την οποία χρησιμοποιούν οι οικείες αρχές, η χρήση ορισμένων άστοχων διατυπώσεων δεν μπορεί αφ’ εαυτής να είναι καθοριστική όσον αφορά την ενδεχόμενη διαπίστωση περί προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας, δεδομένης της φύσης και του πλαισίου της οικείας διαδικασίας (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2014:0227JUD001710310 § 63, και απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Νοεμβρίου 2021, Mucha κατά Σλοβακίας, CE:ECHR:2021:1125JUD006370319 § 57).
121 Εξ αυτού συνάγεται ότι, υπό το πρίσμα της συλλογιστικής τους και του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται, καμία από τις αναφορές στους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» που συμπεριλήφθηκαν στην απόφαση διευθέτησης δεν μπορεί να εκληφθεί ως σαφής δήλωση που συνεπάγεται πρόωρη διαπίστωση της ευθύνης των προσφευγουσών.
122 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι οι προφυλάξεις ως προς τη διατύπωση τις οποίες έλαβε η Επιτροπή δεν κατέστησαν κενές περιεχομένου και πρέπει, βάσει του περιεχομένου τους (βλ. σκέψη 91 ανωτέρω), να θεωρηθούν ως επαρκείς.
123 Πρέπει ακόμη να εξεταστεί μήπως η Επιτροπή γνωστοποίησε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη συμμετοχή των προσφευγουσών από ό,τι ήταν αναγκαίο για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της Abengoa.
124 Συναφώς, πρέπει να διαπιστωθεί ότι καμία από τις αναφορές κατά των οποίων προβάλλονται αντιρρήσεις δεν περιγράφει ούτε χαρακτηρίζει εξατομικευμένα τη συμπεριφορά των προσφευγουσών.
125 Οι μόνες ατομικές αναφορές στις προσφεύγουσες που περιλαμβάνονται στην απόφαση διευθέτησης είναι εκείνες που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 4, 13, 18, 24 και 40 της απόφασης διευθέτησης, οι οποίες αφορούν, κατ’ ουσίαν, την περιγραφή της διαδικασίας διευθέτησης και κατά του περιεχομένου των οποίων δεν προέβαλαν αντιρρήσεις οι προσφεύγουσες από πλευράς προσβολής του τεκμηρίου αθωότητάς τους.
126 Αντιθέτως, οι παρατιθέμενες στην απόφαση διευθέτησης αναφορές στους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» κατά των οποίων προβάλλονται αντιρρήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μνημονεύονται στη σκέψη 101 ανωτέρω, κάνουν όλες τους ανεξαιρέτως λόγο και για την Abengoa, η οποία και εμφανίζεται ως το βασικό υποκείμενο της παραβατικής συμπεριφοράς. Επομένως, οι εν λόγω αναφορές χρησιμοποιούνται μόνο για την περιγραφή και τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς της Abengoa και μπορούν ως εκ τούτου να θεωρηθούν ως αντικειμενικώς αναγκαίες προς τον σκοπό αυτό.
127 Στο πλαίσιο αυτό, ακριβώς το γεγονός ότι η παράβαση που αποτελεί το αντικείμενο της απόφασης διευθέτησης προϋποθέτει οπωσδήποτε μια συλλογική συμπεριφορά δικαιολογεί την ανάγκη μνείας των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας» [πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Σεπτεμβρίου 2024, C.O. κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2024:0917JUD001667822 § 63 βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C-377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 47].
128 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τη μνεία των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας» που γίνεται στο διατακτικό της απόφασης διευθέτησης.
129 Συναφώς, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της επίμαχης υπόθεσης και εκείνων επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής (C-440/19 P, EU:C:2021:214), και της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-883/19 P, EU:C:2023:11), στις οποίες οι αποφάσεις διευθέτησης δεν περιελάμβαναν στο διατακτικό τους αναφορές στα εμπλεκόμενα μέρη που δεν είχαν προχωρήσει σε διευθέτηση της διαφοράς. Εν προκειμένω, μόνον η Abengoa συμμετείχε στη διευθέτηση της διαφοράς και κατά συνέπεια υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη μνείας των «λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία έρευνας», προκειμένου να μπορέσει να διαπιστωθεί ως προς την Abengoa, η οποία είχε αποφασίσει να προβεί σε διευθέτηση της διαφοράς, η διαλαμβανόμενη στην απόφαση διευθέτησης παραβατική συμπεριφορά.
130 Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα αν η Επιτροπή προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητας των προσφευγουσών αποτελεί συνάρτηση των αποφάσεων διευθέτησης στο πλαίσιο κάθε μεμονωμένης υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της αιτιολογίας τους, καθώς και των ιδιαίτερων περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις (απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C-440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 86).
131 Υπό το πρίσμα δε της συλλογιστικής τους και του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται, οι αναφορές στους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» οι οποίες συμπεριλήφθηκαν στα επίμαχα χωρία της απόφασης διευθέτησης είναι αντικειμενικώς αναγκαίες για την περιγραφή του ιστορικού της σύμπραξης συνολικά.
132 Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλουν οι προσφεύγουσες προς στήριξη του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως δεν ευσταθούν και πρέπει να απορριφθούν.
133 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της επιταγής περί αμεροληψίας
134 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν επικουρικώς ότι η επιλογή μιας «υβριδικής» διαδικασίας που διεξάγεται σε στάδια και η έκδοση απόφασης διευθέτησης ως προς την Abengoa σε χρόνο προγενέστερο της περάτωσης της συνήθους διαδικασίας δημιούργησαν αμφιβολίες για την αμεροληψία της Επιτροπής και προσέβαλαν τα δικαιώματά τους άμυνας.
135 Πρώτον, η προηγούμενη έκδοση της απόφασης διευθέτησης υποχρέωνε, κατά τις προσφεύγουσες, την Επιτροπή να καταλογίσει ευθύνη σε τουλάχιστον μία ακόμη επιχείρηση.
136 Δεύτερον, υπό τις περιστάσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 135 ανωτέρω, είναι αδύνατο «να αποκλειστεί κάθε εύλογη αμφιβολία», σύμφωνα με τη νομολογία, όσον αφορά την ικανότητα της Επιτροπής να επιδείξει αντικειμενική αμεροληψία ως προς το ζήτημα της συμμετοχής των προσφευγουσών στη θίγουσα τον ανταγωνισμό συμπεριφορά την οποίαν αφορά η απόφαση διευθέτησης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να συμμορφωθεί προς την καλούμενη αρχή της «tabula rasa».
137 Τρίτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η συλλογιστική την οποίαν ακολούθησε η Επιτροπή σε διάφορα χωρία της προσβαλλόμενης απόφασης, ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 556, 557 και 560, καθώς και στο πλαίσιο ορισμένων συζητήσεων με τις ίδιες καθ’ όλη τη διάρκεια της συνήθους διαδικασίας καταδεικνύει την εν λόγω έλλειψη αμεροληψίας.
138 Τέλος, τέταρτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής περί αμεροληψίας της είναι αλυσιτελείς και, εν πάση περιπτώσει, ελάχιστα πειστικοί, αντικρούουν το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η καλοπιστία της πρέπει να συνάγεται κατά τεκμήριο και υπενθυμίζουν ότι, κατά τη νομολογία, αρκεί να υφίστανται εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία της Επιτροπής.
139 Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.
140 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η Επιτροπή υποχρεούται να σέβεται, κατά τη διοικητική διαδικασία, τα θεμελιώδη δικαιώματα των οικείων επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η αρχή της αμεροληψίας, η οποία εμπίπτει στο δικαίωμα χρηστής διοίκησης, πρέπει να διακρίνεται από το τεκμήριο αθωότητας (αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψη 76, και της 1ης Φεβρουαρίου 2024, Scania κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-251/22 P, EU:C:2024:103, σκέψη 69).
141 Το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη, προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, στην αμερόληπτη εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Η επιταγή αυτή περί αμεροληψίας καλύπτει, αφενός, την υποκειμενική αμεροληψία, κατά την οποία κανένα μέλος του οικείου θεσμικού οργάνου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης δεν πρέπει να εκδηλώνει μεροληψία ή προσωπικές προκαταλήψεις, και, αφετέρου, την αντικειμενική αμεροληψία, κατά την οποία το θεσμικό όργανο πρέπει να παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης αμφιβολίας συναφώς (αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψη 77, και της 1ης Φεβρουαρίου 2024, Scania κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-251/22 P, EU:C:2024:103, σκέψη 70).
142 Εν προκειμένω, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αφορά μόνον την έννοια της «αντικειμενικής αμεροληψίας».
143 Όσον αφορά την έννοια της «αντικειμενικής αμεροληψίας», το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, προκειμένου να αποδειχθεί ότι η οργάνωση της διοικητικής διαδικασίας δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης αμφιβολίας σχετικά με ενδεχόμενη προκατάληψη, δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται η έλλειψη αμεροληψίας. Αρκεί να υπάρχει μια εύλογη αμφιβολία η οποία δεν μπορεί να αρθεί (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 2019, August Wolff και Remedia κατά Επιτροπής, C-680/16 P, EU:C:2019:257, σκέψη 37, και της 21ης Οκτωβρίου 2021, Κοινοβούλιο κατά UZ, C-894/19 P, EU:C:2021:863, σκέψη 54).
144 Συναφώς, διαπιστώνεται εξαρχής ότι οι προσφεύγουσες δεν επικαλούνται προσβολή των δικαιωμάτων τους άμυνας που να είναι αυτοτελής έναντι εκείνης την οποίαν προβάλλουν σε σχέση με το καθήκον αμεροληψίας.
145 Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα, τις απαντήσεις στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και τις αγορεύσεις, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η προσβολή από την Επιτροπή των δικαιωμάτων τους άμυνας είναι απόρροια της εκ μέρους της παράβασης του καθήκοντος αμεροληψίας το οποίο υπέχει.
146 Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 141 ανωτέρω, πρέπει να εξεταστεί αν βάσει της επιχειρηματολογίας των προσφευγουσών μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη εύλογων αμφιβολιών σε σχέση με ενδεχόμενη προκατάληψη της Επιτροπής όσον αφορά την ενοχή τους για την επίμαχη παράβαση.
147 Κατά πρώτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι το γεγονός ότι η απόφαση διευθέτησης απευθύνθηκε αποκλειστικώς σε μία και μόνον επιχείρηση σήμαινε ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τουλάχιστον ένας από τους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» είχε μετάσχει στην παράβαση, προκειμένου να μην υπονομεύσει τη νομική λογική και τη νομική βάση στις οποίες στηριζόταν η απόφαση διευθέτησης.
148 Όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 58 ανωτέρω, στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας, η Επιτροπή δεσμεύεται μόνον από την ανακοίνωση αιτιάσεων και υποχρεούται να λάβει υπόψη τα νέα στοιχεία που περιέρχονται σε γνώση της κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας.
149 Ειδικότερα, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 60 ανωτέρω, η έκδοση απόφασης διευθέτησης δεν επηρέασε το αποτέλεσμα της συνήθους διαδικασίας και επομένως τίποτε δεν εμπόδιζε την Επιτροπή να εκδώσει ως προς τις προσφεύγουσες απόφαση παρόμοια με εκείνη που αφορούσε την Alcogroup, κατόπιν της εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν συμπεριληφθεί στον φάκελο της υπόθεσης στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας, ακόμη μάλιστα και μετά την περάτωση της διαδικασίας αυτής ως προς την Alcogroup.
150 Κατά συνέπεια, κακώς υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες ότι η νομική λογική και η νομική βάση της απόφασης διευθέτησης θα υπονομεύονταν αν η Επιτροπή δεν είχε συναγάγει την ενοχή τους στην προσβαλλόμενη απόφαση.
151 Τα ίδια ισχύουν και για το επιχείρημα ότι το συμφέρον της Επιτροπής να διαφυλάξει την ελκυστικότητα του μηχανισμού διευθέτησης διαφορών αποδεικνύει την έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας της στο πλαίσιο της επίμαχης εν προκειμένω διαδικασίας.
152 Ένα τέτοιο επιχείρημα, το οποίο διατυπώνεται κατά τρόπο αφηρημένο και το οποίο στηρίζεται στην ερμηνεία στην οποίαν προβαίνουν οι προσφεύγουσες όσον αφορά τα συμφέροντα της Επιτροπής κατά τη διαμόρφωση της πολιτικής της για τον ανταγωνισμό, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, διότι δεν παρέχει αφ’ εαυτού τη δυνατότητα να διαπιστωθεί ότι η οργάνωση της επίμαχης εν προκειμένω διαδικασίας δεν παρείχε επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης αμφιβολίας σχετικά με ενδεχόμενη προκατάληψη.
153 Κατά δεύτερον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα κατά το οποίο η συλλογιστική που ακολούθησε η Επιτροπή σε διάφορα χωρία της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και στο πλαίσιο ορισμένων συζητήσεων με τις προσφεύγουσες κατά τη διάρκεια της συνήθους διαδικασίας ήταν ικανή να καταδείξει την έλλειψη αμεροληψίας του εν λόγω θεσμικού οργάνου.
154 Κατά τις προσφεύγουσες, από τις αιτιολογικές σκέψεις 556 και 557 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σκοπός της εξέτασης στην οποία προέβη η Επιτροπή ήταν να κρίνει κατά πόσον δικαιολογούνταν μια θίγουσα τον ανταγωνισμό συμπεριφορά την οποία θεωρούσε ως ήδη νομικώς αποδεδειγμένη. Τούτο αποδεικνύεται κατ’ αυτές από τον διάλληλο συλλογισμό που αναπτύσσεται στην αιτιολογική σκέψη 560 της εν λόγω απόφασης, στο πλαίσιο του οποίου η Επιτροπή εκκινεί από την παραδοχή ότι οι προσφεύγουσες συντονίζονταν με τις άλλες δύο επιχειρήσεις τις οποίες αφορούσε η έρευνα προκειμένου, κατά τεχνητό τρόπο, να αυξήσουν, να διατηρήσουν ή να παρεμποδίσουν τη μείωση του επιπέδου των δεικτών αναφοράς της αιθανόλης που δημοσιεύονταν από την S&P Global Platts.
155 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν τα πραγματικά περιστατικά όπως προσδιορίστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε τα πορίσματα που συνήχθησαν από τη νομική ανάλυση που διενεργήθηκε ως προς τις ίδιες στην εν λόγω απόφαση.
156 Ειδικότερα, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι «αφετηρία» της ανάλυσης της Επιτροπής ήταν η ενοχή τους, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα και τη βασιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
157 Εν πάση περιπτώσει, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών σχετικά με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν.
158 Αφενός, στις αιτιολογικές σκέψεις 556 και 557 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή αναφέρει ότι προέβη σε πλήρη ανάλυση της αγοράς αιθανόλης καθώς και της λειτουργίας των δεικτών αναφοράς τιμών που καταρτίζονται και δημοσιεύονται από την S&P Global Platts, όπως προκύπτει από τον τίτλο 2 της προσβαλλόμενης απόφασης, που επιγράφεται «Η βιομηχανία της αιθανόλης» (αιτιολογικές σκέψεις 6 έως 86 της προσβαλλόμενης απόφασης). Η ανάλυση αυτή αποτέλεσε τη βάση για την περιγραφή της παραβατικής συμπεριφοράς που διενεργείται στον τίτλο 5 της εν λόγω απόφασης (αιτιολογικές σκέψεις 213 έως 401), για την οποία τα εξετασθέντα αποδεικτικά στοιχεία καταγράφονται στο σημείο 5.2 της απόφασης αυτής («Χρονολόγιο της περιόδου τελέσεως της παραβάσεως [από τις προσφεύγουσες]», αιτιολογικές σκέψεις 254 έως 390 της προσβαλλόμενης απόφασης) και της οποίας τα πορίσματα συμπεριλήφθηκαν στα σημεία 5.3 («Πορίσματα σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία», αιτιολογικές σκέψεις 391 έως 393 της προσβαλλόμενης απόφασης) και 5.4 της προσβαλλόμενης απόφασης («Πορίσματα που συνάγονται από τα δεδομένα της Platts», αιτιολογικές σκέψεις 394 έως 401 της προσβαλλόμενης απόφασης).
159 Επομένως, από καμία από τις αιτιολογικές σκέψεις που μνημονεύονται στη σκέψη 158 ανωτέρω δεν προκύπτει ότι αφετηρία της ανάλυσης της Επιτροπής ήταν η ενοχή των προσφευγουσών. Αντιθέτως, οι εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις μαρτυρούν τον βαθμό λεπτομέρειας της ανάλυσης στην οποία προέβη η Επιτροπή όσον αφορά τη συμμετοχή τους στη σύμπραξη.
160 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά, αφετέρου, την αιτιολογική σκέψη 560 της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία η Επιτροπή αναλύει τη συμπεριφορά που ακολουθούσαν οι προσφεύγουσες σε συντονισμό με τους «λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία έρευνας» βάσει των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 470 έως 474 της ίδιας απόφασης και οι οποίες στηρίζονται σε δέσμη ουσιωδών και πειστικών ενδείξεων (βλ., ενδεικτικώς, αιτιολογικές σκέψεις 472 και 473 της προσβαλλόμενης απόφασης), και όχι, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, σε προκατάληψη ως προς την ενοχή τους.
161 Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών δεν αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή δεν οργάνωσε τη διοικητική διαδικασία κατά τρόπο που να παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης αμφιβολίας σχετικά με ενδεχόμενη προκατάληψη.
162 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τη συνεκτίμηση της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση της 14ης Μαρτίου 2024, D & A Pharma κατά Επιτροπής και EMA (C-291/22 P, EU:C:2024:228). Κατά τις προσφεύγουσες, από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι δεν εναπόκειται στις ίδιες να αποδείξουν μεροληπτικότητα της Επιτροπής, αλλά είναι έργο του Γενικού Δικαστηρίου να εκτιμήσει, από νομικής απόψεως, αν ο υιοθετηθείς από την Επιτροπή τρόπος δράσης εγείρει εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία της.
163 Κατά την προαναφερθείσα νομολογία, δεν μπορεί να απαιτείται από τα πρόσωπα των οποίων οι υποθέσεις εξετάζονται από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης να παρέχουν, προς στήριξη της επιχειρηματολογίας τους ότι η απαίτηση αντικειμενικής αμεροληψίας δεν τηρήθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία της Ένωσης, απόδειξη συγκεκριμένων ενδείξεων μεροληψίας (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2024, D & A Pharma κατά Επιτροπής και EMA, C-291/22 P, EU:C:2024:228, σκέψεις 77 και 80).
164 Πλην όμως, δεδομένου του συμπεράσματος που διατυπώνεται στη σκέψη 161 ανωτέρω, η νομολογία την οποίαν επικαλούνται οι προσφεύγουσες δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, στο πλαίσιο της οποίας, αφενός, η έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας της Επιτροπής δεν αποδείχθηκε και, αφετέρου, από κανένα από τα στοιχεία της δικογραφίας που υποβλήθηκαν στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία δεν οργανώθηκε κατά τρόπο που να παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης αμφιβολίας σχετικά με ενδεχόμενη προκατάληψη.
165 Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η δε προσφυγή πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
166 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
167 Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να φέρουν, πέραν των δικαστικών εξόδων τους, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά της.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Η Lantm?nnen ek f?r και η Lantm?nnen Biorefineries AB φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
|
?kva?ilov?-Pelzl |
N?mm |
Steinfatt |
|
Kukovec |
Meyer |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 21η Ιανουαρίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.