Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 16ης Ιουλίου 2026 (*)
« Αίτηση αναιρέσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) – Εμπιστευτικότητα – Άνευ αδείας δημοσιοποίηση της έκθεσης έρευνας στον Τύπο – Καταλογισμός της ευθύνης για τις διαρροές – Άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 883/2013 – Υλική ζημία και ηθική βλάβη – Βάρος αποδείξεως – Παραγραφή της αγωγής αποζημιώσεως – Άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Εμπιστευτικότητα των νομικών γνωμοδοτήσεων »
Στην υπόθεση C-559/23 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2023,
International Management Group (IMG), με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους J.-Y. de Cara και L. Levi, avocats,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Baquero Cruz, τον J.-F. Brakeland και την S. Delaude,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sah?n, πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan, Δ. Γρατσία (εισηγητή) και B. Smulders, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: F. Cathagne, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2025,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η International Management Group (IMG) ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 2023, IMG κατά Επιτροπής (T-752/20, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2023:366), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της με αίτημα την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τις οποίες υποστηρίζει ότι υπέστη συνεπεία του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), κατόπιν εκθέσεως την οποία συνέταξε η OLAF σχετικά με την IMG.
Το νομικό πλαίσιο
2 Τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 248, σ. 1), αφορούν, αντιστοίχως, τις εξωτερικές έρευνες, οι οποίες συνίστανται σε επιτόπου ελέγχους και εξακριβώσεις που διενεργεί η OLAF στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής και κάθε άλλο ισχύον νομικό μέσο, σε τρίτες χώρες και σε εγκαταστάσεις διεθνών οργανισμών, καθώς και τις εσωτερικές έρευνες που διενεργούνται εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3 Το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού προβλέπει ότι, μόλις ολοκληρωθεί η έρευνα και προτού συνταχθούν συμπεράσματα με ονομαστική αναφορά σε ενδιαφερόμενο, παρέχεται στο εν λόγω πρόσωπο η δυνατότητα να σχολιάσει περιστατικά που το αφορούν.
4 Το άρθρο 10, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται ή λαμβάνονται στο πλαίσιο εξωτερικών ερευνών, υπό οποιαδήποτε μορφή, προστατεύονται από τις σχετικές διατάξεις.
2. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται ή λαμβάνονται στο πλαίσιο εσωτερικών ερευνών, υπό οιαδήποτε μορφή, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και απολαύουν της προστασίας που παρέχουν οι εφαρμοστέοι στα θεσμικά όργανα της Ένωσης κανόνες.
3. Τα ενδιαφερόμενα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί εξασφαλίζουν την τήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των ερευνών της [OLAF], καθώς και τον σεβασμό των νόμιμων δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων, και, όταν έχουν κινηθεί δικαστικές διαδικασίες, την τήρηση όλων των εθνικών κανόνων που εφαρμόζονται στις διαδικασίες αυτές.»
5 Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3 έως 6, του κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Μόλις ολοκληρωθεί έρευνα της [OLAF], συντάσσεται έκθεση υπό την εποπτεία του γενικού διευθυντή. Στην εν λόγω έκθεση αναφέρονται η νομική βάση της έρευνας, οι διαδικαστικές ενέργειες που έγιναν, τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά και ο προκαταρκτικός νομικός τους χαρακτηρισμός, η εκτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων των διαπιστωθέντων περιστατικών, η τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων κατά το άρθρο 9 και τα συμπεράσματα της έρευνας.
Η έκθεση συνοδεύεται από συστάσεις του γενικού διευθυντή σχετικά με την ανάγκη λήψης μέτρων. Οι εν λόγω συστάσεις αναφέρουν, εφόσον χρειάζεται, τυχόν πειθαρχικές, διοικητικές, δημοσιονομικές και/ή δικαστικές ενέργειες των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, και προσδιορίζουν ιδίως το εκτιμώμενο ποσό που πρέπει να ανακτηθεί, καθώς και τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό των διαπιστωθέντων περιστατικών.
[...]
3. Οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται μετά από εξωτερική έρευνα και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις εξωτερικές έρευνες, καθώς και, εφόσον είναι αναγκαίο, στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής.
4. Οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται μετά από εσωτερική έρευνα και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο διαβιβάζονται στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Τα εν λόγω θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί δίνουν στις εσωτερικές έρευνες τη συνέχεια, ιδίως πειθαρχική ή δικαστική, την οποία απαιτούν τα αποτελέσματα των εσωτερικών ερευνών και ενημερώνουν σχετικά την [OLAF], εντός προθεσμίας που ορίζεται στις συστάσεις που συνοδεύουν την έκθεση, καθώς και, επιπλέον, μετά από σχετική αίτηση της [OLAF].
5. Όταν η έκθεση που συντάχθηκε μετά από εσωτερική έρευνα αποκαλύπτει την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που δύνανται να επισύρουν ποινική δίωξη, τα εν λόγω στοιχεία διαβιβάζονται στις δικαστικές αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
6. Οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ενημερώνουν σε εύθετο χρόνο την [OLAF], μετά από αίτησή της, σχετικά με τυχόν μέτρα που έλαβαν μετά από τη διαβίβαση των συστάσεων του γενικού διευθυντή σύμφωνα με την παράγραφο 3 και μετά τη διαβίβαση πληροφοριών από την [OLAF] σύμφωνα με την παράγραφο 5.»
Το ιστορικό της διαφοράς
6 Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 18 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και μπορεί, για τις ανάγκες της υπό κρίση υπόθεσης, να συνοψιστεί ως εξής.
7 Η ενάγουσα ιδρύθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1994, ούτως ώστε τα κράτη που συμμετέχουν στην ανασυγκρότηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης να έχουν στη διάθεσή τους προς τούτο μια οντότητα ειδικού σκοπού. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, συνήψε διάφορες συμβάσεις με την Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν, ιδίως, της μεθόδου εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης που καλείται «έμμεση ή κοινή διαχείριση», όπως αυτή προβλέπεται από τη δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης. Η εν λόγω μέθοδος εκτέλεσης του προϋπολογισμού προβλέπει ότι, οσάκις η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης με από κοινού διαχείριση, η οποία χαρακτηρίζεται από το 2012 και εφεξής ως έμμεση διαχείριση, ορισμένα εκτελεστικά καθήκοντα μεταβιβάζονται σε διεθνείς οργανισμούς.
8 Στις 31 Ιανουαρίου 2012, ο γενικός διευθυντής της OLAF κίνησε έρευνα (έρευνα OF/2011/1002) σχετικά με το νομικό καθεστώς της ενάγουσας ως «διεθνούς οργανισμού» κατά την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης.
9 Στις 9 Δεκεμβρίου 2014, η OLAF συνέταξε την τελική έκθεσή της (στο εξής: έκθεση της OLAF), στην οποία έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η ενάγουσα δεν αποτελούσε «διεθνή οργανισμό» υπό την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης και ότι ενδέχεται να μην είχε καν ιδία νομική προσωπικότητα. Η OLAF συνέστησε, επομένως, στην Επιτροπή να επιβάλει διοικητικές και οικονομικές κυρώσεις στην ενάγουσα και να προβεί στην ανάκτηση των ποσών που της είχαν καταβληθεί.
10 Στις 12 Δεκεμβρίου 2014, η έκθεση της OLAF διαβιβάστηκε επισήμως στην Επιτροπή καθώς και στις γαλλικές και βελγικές δικαστικές αρχές.
11 Στις 16 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση C(2014) 9787 final, περί τροποποιήσεως της εκτελεστικής αποφάσεως C(2013) 7682, σχετικά με το πρόγραμμα ετήσιας δράσεως του 2013 για τη Μιανμάρ/Βιρμανία που πρόκειται να χρηματοδοτηθεί από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014). Δυνάμει της απόφασης της 16ης Δεκεμβρίου 2014, ένα χρηματοδοτούμενο από την Ένωση πρόγραμμα ανάπτυξης του εμπορίου στη Μιανμάρ/Βιρμανία έπρεπε να εφαρμοστεί όχι από την ενάγουσα, όπως προβλεπόταν μέχρι τότε, αλλά από άλλη οντότητα. Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως της απόφασης αυτής, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υπόθεσης T-29/15.
12 Στις 18 Φεβρουαρίου 2015, η ενάγουσα απέστειλε στην OLAF επιστολή στην οποία γινόταν λόγος για πιθανή διαρροή στον Τύπο πληροφοριών σχετικών με το περιεχόμενο της έκθεσης, ιδίως δε των συμπερασμάτων αυτής, καθώς και για τη διάδοση των πληροφοριών αυτών σε άρθρο που δημοσιεύθηκε από το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel στις 13 Φεβρουαρίου 2015.
13 Στις 13 Μαρτίου 2015, ο γενικός διευθυντής της OLAF απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επισημαίνοντας ότι είχε ενημερωθεί για το γεγονός ότι το περιεχόμενο της έκθεσης της OLAF είχε κυκλοφορήσει στο εσωτερικό της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου. Με την επιστολή αυτή, ο γενικός διευθυντής της OLAF υπενθύμισε ότι η έκθεση της OLAF δεν είχε δημοσιοποιηθεί επισήμως στο Κοινοβούλιο και κάλεσε τον Πρόεδρο του εν λόγω θεσμικού οργάνου να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να θέσει τέρμα στην περαιτέρω διάδοση του εγγράφου.
14 Με επιστολή της 20ής Μαρτίου 2015, η OLAF απάντησε στην ενάγουσα ότι η έκθεσή της είχε διαβιβαστεί αποκλειστικά και μόνο στις αρμόδιες εθνικές αρχές και στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής.
15 Στις 8 Μαΐου 2015, η Επιτροπή απηύθυνε στην ενάγουσα έγγραφο με σκοπό να την ενημερώσει για τις ενέργειες στις οποίες προτίθετο να προβεί κατόπιν της έκθεσης της OLAF. Με το εν λόγω έγγραφο, η Επιτροπή έλαβε, μεταξύ άλλων, απόφαση (στο εξής: απόφαση της 8ης Μαΐου 2015) σύμφωνα με την οποία, «έως ότου υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα σχετικά με το νομικό καθεστώς της [ενάγουσας] ως διεθνούς οργανισμού», οι υπηρεσίες της δεν θα συνήπταν με αυτήν νέες συμβάσεις ανάθεσης αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης κατά την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης.
16 Η ενάγουσα άσκησε προσφυγή-αγωγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υπόθεσης T-381/15 και με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015 καθώς και την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία υποστήριζε ότι υπέστη.
17 Στις 11 Δεκεμβρίου 2015, η έκθεση της OLAF δημοσιεύθηκε, χωρίς τα παραρτήματά της, στον ιστότοπο της εφημερίδας New Europe. Η ενάγουσα ενημερώθηκε ότι, κατόπιν τούτου, κινήθηκαν δύο έρευνες από τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής και από την OLAF προκειμένου να εντοπιστεί η πηγή της διαρροής αυτής.
18 Στις 30 Ιανουαρίου 2017, ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής απηύθυνε στην ενάγουσα έγγραφο με το οποίο την ενημέρωνε ότι οι έρευνες είχαν περατωθεί και ότι δεν είχαν καταστήσει δυνατό τον εντοπισμό της πηγής της διαρροής.
19 Με αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 2017, International Management Group κατά Επιτροπής (T-29/15, EU:T:2017:56), και της 2ας Φεβρουαρίου 2017, IMG κατά Επιτροπής (T-381/15, EU:T:2017:57), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, αντιστοίχως, την προσφυγή και την προσφυγή-αγωγή της ενάγουσας, οι οποίες μνημονεύονται στις σκέψεις 11 και 16 της παρούσας αποφάσεως.
20 Στις 5 Ιουνίου 2018, κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η έκθεση της OLAF μαζί με τα παραρτήματά της.
21 Με απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2019, International Management Group κατά Επιτροπής (C-183/17 P και C-184/17 P, EU:C:2019:78), το Δικαστήριο αναίρεσε τις αποφάσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως, την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 καθώς και την απόφαση της 8ης Μαΐου 2015. Ανέπεμψε την υπόθεση T-381/15 στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί του αιτήματος αποκαταστάσεως της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη η ενάγουσα λόγω της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015. Αποφαινόμενο κατόπιν αναπομπής, το Γενικό Δικαστήριο, με απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, IMG κατά Επιτροπής (T-381/15 RENV, EU:T:2020:406), απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως της ενάγουσας. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, IMG κατά Επιτροπής (C-619/20 P και C-620/20 P, EU:C:2022:722).
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
22 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Δεκεμβρίου 2020, η ενάγουσα άσκησε αγωγή με αίτημα την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τις οποίες υποστηρίζει ότι υπέστη συνεπεία της διαρροής στον Τύπο του περιεχομένου της έκθεσης της OLAF η οποία, κατά την ενάγουσα, ενείχε πλείονες παρανομίες. Η ενάγουσα προέβαλε υλική ζημία, συνιστάμενη σε μείωση του όγκου των δραστηριοτήτων που της είχαν ανατεθεί από τους συνήθεις εταίρους και δωρητές της, καθώς και ηθική βλάβη συνιστάμενη, αφενός, στα αισθήματα αδικίας και απογοήτευσης που βίωσε και, αφετέρου, στην πολύ σοβαρή προσβολή της τιμής, της εικόνας και της υπόληψής της.
23 Από τη σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η Επιτροπή αμφισβήτησε το παραδεκτό της πρωτοδίκως ασκηθείσας αγωγής, κατ’ επίκληση του ότι είχε επέλθει παραγραφή. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη σκέψη 24 της απόφασης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει το βάσιμο του αποζημιωτικού αιτήματος της ενάγουσας, χωρίς να αποφανθεί προηγουμένως επί της ενστάσεως απαραδέκτου που στηριζόταν στην παραγραφή της αγωγής.
24 Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στις σκέψεις 25 και 26 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τη νομολογία σύμφωνα με την οποία η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, θεμελιώνεται εφόσον συντρέχει σύνολο προϋποθέσεων σχετικά, πρώτον, με τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο θεσμικό όργανο της Ένωσης συμπεριφοράς, δεύτερον, με το υποστατό της ζημίας και, τρίτον, με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του θεσμικού αυτού οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας, η δε αγωγή πρέπει να απορρίπτεται στο σύνολό της εφόσον δεν πληρούται μία εξ αυτών των προϋποθέσεων, χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν οι λοιπές προϋποθέσεις.
25 Στις σκέψεις 27 έως 31 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε ότι η ενάγουσα είχε προβάλει τέσσερις παρανομίες οι οποίες φέρεται να προκάλεσαν τη ζημία την οποία υπέστη. Η πρώτη συνίσταται στην εκ μέρους της OLAF παράβαση των άρθρων 1 και 5 του κανονισμού 883/2013, του άρθρου 2 της απόφασης 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 1999, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ 1999, L 136, σ. 20), καθώς και του καθήκοντος επιμέλειας. Η δεύτερη συνίσταται, πρώτον, στην εκ μέρους της OLAF παράβαση των άρθρων 53 και 53δ του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1), του άρθρου 58 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1), του άρθρου 43 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ΕΕ 2012, L 362, σ. 1), καθώς και του καθήκοντος επιμέλειας, και, δεύτερον, σε σφάλμα στο οποίο φέρεται να υπέπεσε η OLAF κατά την επιλογή των νομικών βάσεων που επελέγησαν για την έκδοση των συστάσεων που περιέχονται στην έκθεσή της. Η τρίτη συνίσταται στην εκ μέρους της OLAF παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), και ιδίως της αρχής της αμεροληψίας, παράβαση των κανόνων σχετικά με τη διεξαγωγή των αποδείξεων, οι οποίοι επίσης προβλέπονται στο άρθρο 8.5 των κατευθυντήριων γραμμών για το προσωπικό της OLAF σχετικά με τις διαδικασίες έρευνας, προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, το οποίο οριοθετείται από το άρθρο 9 του κανονισμού 883/2013, καθώς και παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας και παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας. Τέλος, η τέταρτη παρανομία συνίσταται στην εκ μέρους της OLAF και της Επιτροπής παράβαση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 10 του κανονισμού 883/2013, στο άρθρο 8 των προμνημονευθεισών κατευθυντήριων γραμμών και στο άρθρο 339 ΣΛΕΕ, λόγω της διαρροής πληροφοριών προερχόμενων από την έκθεση της OLAF στον Τύπο, καθώς και στην εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση των καθηκόντων επιμέλειας και μέριμνας.
26 Στο μέτρο που η Επιτροπή υποστήριζε ότι δεν υφίστατο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παρανομιών τις οποίες προέβαλε η ενάγουσα και της ζημίας την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να εξετάσει προηγουμένως την τρίτη προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, ήτοι την προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οικείου θεσμικού οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας.
27 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 3, και του άρθρου 11, παράγραφοι 3 έως 6, του κανονισμού 883/2013, οι εκθέσεις τις οποίες συντάσσει η OLAF στο πλαίσιο των ερευνών της έχουν κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στην παροχή πληροφοριών και αποδεικτικών στοιχείων, τόσο στις εθνικές αρχές όσο και στις αρχές της Ένωσης, προκειμένου αυτές να είναι σε θέση να αξιολογήσουν εάν είναι σκόπιμη η λήψη μέτρων σε επίπεδο Ένωσης ή η κίνηση διώξεων από τις εθνικές δικαστικές αρχές. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η μόνη ζημία που θα μπορούσε να απορρέει ευθέως από την έκθεση της OLAF ήταν εκείνη που θα είχε προκληθεί κατόπιν της εν όλω ή εν μέρει δημοσιοποίησης της έκθεσης αυτής, ιδίως λόγω διαρροής στον Τύπο.
28 Από τη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η πρώτη από τις προβαλλόμενες από την ενάγουσα παρανομίες, οι οποίες υπομνήσθηκαν στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, αφορούσε έλλειψη αρμοδιότητας της OLAF να κινήσει την έρευνα, η οποία δεν μπορούσε να προκαλέσει στην ενάγουσα τις προβαλλόμενες ζημίες παρά μόνο λόγω της διαρροής στον Τύπο πληροφοριών σχετικών με την έρευνα και με την έκθεση της OLAF. Ως εκ τούτου, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η πρώτη αυτή παρανομία δεν είχε αρκούντως άμεση σχέση με τις ζημίες τις οποίες επικαλέστηκε η ενάγουσα.
29 Το ίδιο ίσχυε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου που εκτίθενται στις σκέψεις 38 και 39 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, και ως προς τη δεύτερη και την τρίτη παρανομία τις οποίες προέβαλε η ενάγουσα και οι οποίες επίσης δεν συνδέονταν με τη διαρροή της έκθεσης της OLAF στον Τύπο.
30 Αντιθέτως, όσον αφορά την τέταρτη εκ των παρανομιών, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στις σκέψεις 40 και 41 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτή αφορούσε την παράβαση, εκ μέρους της OLAF και της Επιτροπής, της υποχρέωσής τους εμπιστευτικότητας, καθώς και την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση των καθηκόντων επιμέλειας και μέριμνας που υπέχει κατόπιν της διαρροής της έκθεσης της OLAF στον Τύπο. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι, λόγω της διαρροής αυτής, οι συνήθεις εταίροι και δωρητές της ενάγουσας έλαβαν γνώση των εμπιστευτικών πληροφοριών που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω έκθεση ήταν ικανό να τους δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την εντιμότητα καθώς και ως προς την ικανότητα δικαίου και τη νομική προσωπικότητα της ενάγουσας και, επομένως, να της προκαλέσει τις ζημίες των οποίων ζητούσε την αποκατάσταση. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι είχε αποδειχθεί η ύπαρξη αρκούντως άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της τέταρτης παρανομίας και των ζημιών αυτών. Επομένως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει τη νομιμότητα της προσαπτόμενης στην Επιτροπή και στην OLAF συμπεριφοράς, μόνον όσον αφορά την τέταρτη παρανομία την οποία προέβαλε η ενάγουσα.
31 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε χωριστά, αφενός, την παράβαση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας εκ μέρους της Επιτροπής και της OLAF και, αφετέρου, την παράβαση των υποχρεώσεων επιμέλειας και μέριμνας εκ μέρους της Επιτροπής.
32 Πρώτον, όσον αφορά την παράβαση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, προτού εξετάσει αν οι προβαλλόμενες από την ενάγουσα παραβάσεις πληρούσαν την πρώτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Ένωσης, η οποία αφορά τον παράνομο χαρακτήρα τους, έπρεπε να καθοριστεί αν η διαρροή της έκθεσης της OLAF στον Τύπο μπορούσε να καταλογιστεί στην OLAF ή στην Επιτροπή.
33 Συναφώς, στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία κατά την οποία, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης. Προσέθεσε εντούτοις, στη σκέψη 49 της απόφασης αυτής, ότι, κατά τη νομολογία, υφίσταται άμβλυνση του κανόνα αυτού όταν ένα ζημιογόνο γεγονός μπορεί να προκλήθηκε από πλείονες διαφορετικές αιτίες, το δε θεσμικό όργανο της Ένωσης δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να καθιστά δυνατόν να προσδιορισθεί σε ποια από τις αιτίες αυτές ήταν καταλογιστέο το γεγονός αυτό, ενώ ήταν σε θέση περισσότερο από οιονδήποτε άλλον να προσκομίσει τις σχετικές αποδείξεις, οπότε πρέπει να του χρεωθεί η αβεβαιότητα η οποία εξακολουθεί να υφίσταται.
34 Κατόπιν εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, διενεργηθείσας στις σκέψεις 51 έως 60 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στις σκέψεις 61 και 62 της απόφασης αυτής, στο συμπέρασμα ότι, κατά τον χρόνο της πρώτης διαρροής της έκθεσης της OLAF στον Τύπο, η OLAF και η Επιτροπή δεν ήταν πλέον τα μόνα θεσμικά όργανα που είχαν στην κατοχή τους την έκθεση αυτή και ότι, συνεπώς, δεν μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή ήταν σε θέση περισσότερο από οιονδήποτε άλλον, κατά την έννοια της νομολογίας η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 49 της εν λόγω απόφασης και η οποία υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη, να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία που καθιστούσαν δυνατόν να αποδειχθεί η αιτία στην οποία μπορούσε να αποδοθεί η διαρροή και η εξ αυτής απορρέουσα ζημία.
35 Στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, αφενός μεν, ότι, κατόπιν καταγγελίας υποβληθείσας από την ενάγουσα, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής εξέδωσε, στις 14 Δεκεμβρίου 2017, την απόφαση 220/2015/ANA (στο εξής: απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή), με την οποία υπογράμμισε ότι η OLAF είχε διεξαγάγει σοβαρή και ενδελεχή έρευνα και ότι δεν υπήρχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί του ότι η διαρροή οφειλόταν στην OLAF, αφετέρου δε, ότι η Επιτροπή είχε επίσης διεξαγάγει εσωτερική έρευνα προκειμένου να προσδιορίσει την προέλευση της διαρροής, με την οποία όμως δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί ότι η διαρροή προερχόταν από το εσωτερικό του θεσμικού οργάνου.
36 Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ως εκ τούτου, στις σκέψεις 67 έως 69 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η αβεβαιότητα ως προς την προέλευση της διαρροής δεν μπορούσε να οδηγήσει, ελλείψει σχετικής ενδείξεως, στον καταλογισμό της ευθύνης στην Επιτροπή και στην OLAF και ότι, στο μέτρο που η φερόμενη ως προκληθείσα από τη διαρροή παρανομία δεν μπορούσε να καταλογιστεί στην Ένωση, παρείλκε η εξέταση του ζητήματος αν αυτή συνιστούσε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επομένως ότι η πρώτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Ένωσης δεν πληρούνταν όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας.
37 Δεύτερον, στις σκέψεις 71 έως 101 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την επιχειρηματολογία της ενάγουσας περί της εκ μέρους της Επιτροπής παραβάσεως των καθηκόντων επιμέλειας και μέριμνας. Κατόπιν της εξετάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε, στη σκέψη 102 της απόφασης αυτής, ότι η τέταρτη παρανομία την οποία προέβαλε η ενάγουσα δεν ήταν κατάφωρη όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση των καθηκόντων μέριμνας και επιμέλειας εκ μέρους της Επιτροπής, γεγονός που το οδήγησε στο να κρίνει, στις σκέψεις 103 και 104 της εν λόγω απόφασης, ότι δεν πληρούνταν η πρώτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Ένωσης και ότι, ως εκ τούτου, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί.
38 Τρίτον, στις σκέψεις 107 έως 123 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το αίτημα της Επιτροπής να αποσυρθεί από τη δικογραφία γνωμοδότηση της νομικής της υπηρεσίας, της 16ης Ιανουαρίου 2015, η οποία είχε επισυναφθεί ως παράρτημα στο δικόγραφο της αγωγής (στο εξής: γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας). Συναφώς, αφού υπενθύμισε, στις σκέψεις 117 έως 121 της απόφασης αυτής, τα διδάγματα που αντλούνται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως από την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψεις 54 έως 56), το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 122 της εν λόγω απόφασης, αφενός, ότι δεν αμφισβητείται ότι η γνωμοδότηση αυτή δεν είχε εκδοθεί στο πλαίσιο νομοθετικής διαδικασίας και, αφετέρου, ότι η ενάγουσα δεν είχε υποστηρίξει ότι η προσκόμιση της εν λόγω γνωμοδότησης δικαιολογούνταν από υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο συμπέρανε, στη σκέψη 123 της ίδιας απόφασης, ότι έπρεπε να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής.
Τα αιτήματα των διαδίκων
39 Η πρωτοδίκως ενάγουσα και νυν αναιρεσείουσα (στο εξής: αναιρεσείουσα) ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
– κατά συνέπεια, να κάνει δεκτά τα αιτήματα που είχε προβάλει πρωτοδίκως
– να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία υπέστη και η οποία υπολογίζεται, υπό την επιφύλαξη συμπληρώσεως, σε ποσό 10 000 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από τα μέσα Δεκεμβρίου 2015 και μέχρι την έκδοση της αποφάσεως για την ηθική βλάβη και σε 2,1 εκατομμύρια ευρώ για την υλική ζημία, πλέον τόκων υπερημερίας, και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της πρωτοβάθμιας και της κατ’ αναίρεση δίκης.
40 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
41 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αγωγή αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας είχε ήδη παραγραφεί κατά τον χρόνο ασκήσεώς της, οπότε η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη. Υπενθυμίζει ότι, με το δικόγραφο της αγωγής της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι η ζημία της είχε συγκεκριμενοποιηθεί «το νωρίτερο κατά τη διαρροή της έκθεσης της OLAF», ήτοι στις 11 Δεκεμβρίου 2015, ότε η έκθεση αυτή δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της εφημερίδας New Europe. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η προθεσμία παραγραφής έληξε στις 11 Δεκεμβρίου 2020, ενώ η αγωγή της αναιρεσείουσας ασκήθηκε μόλις δέκα ημέρες αργότερα, στις 21 Δεκεμβρίου 2020.
42 Εξάλλου, η Επιτροπή εκτιμά ότι η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα ζημία δεν συγκεκριμενοποιήθηκε το νωρίτερο, αλλά το αργότερο κατά τη διαρροή της έκθεσης της OLAF. Συγκεκριμένα, οι παρανομίες τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα αφορούν το ζήτημα του νομικού καθεστώτος της. Η αναιρεσείουσα, όμως, ενημερώθηκε πολύ πριν από τις 11 Δεκεμβρίου 2015 για τις αμφιβολίες της OLAF και της Επιτροπής ως προς το ζήτημα αυτό.
43 Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής και ισχυρίζεται ότι η αγωγή της δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
44 Δυνάμει του άρθρου 56, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά των οριστικών αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου από «τον εν όλω ή εν μέρει ηττηθέντα διάδικο».
45 Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η παραγραφή συνιστά λόγο απαραδέκτου ο οποίος, αντιθέτως προς τις δικονομικές προθεσμίες, δεν άπτεται της δημοσίας τάξεως, αλλά αποσβένει την αξίωση αποζημιώσεως λόγω ευθύνης μόνον κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, το ζήτημα δε της τηρήσεως της προθεσμίας παραγραφής δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή της Ένωσης, αλλά πρέπει να προβληθεί από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Guardian Europe και Guardian Europe κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης, C-447/17 P και C-479/17 P, EU:C:2019:672, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Εν προκειμένω, από τη σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, βεβαίως, ότι η Επιτροπή είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ένσταση απαραδέκτου στηριζόμενη στην παραγραφή της αγωγής αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας.
47 Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 23 της απόφασης αυτής, ότι, κατά τη νομολογία (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Συμβούλιο κατά Boehringer, C-23/00 P, EU:C:2002:118, σκέψη 52, και της 24ης Μαρτίου 2022, GVN κατά Επιτροπής, C-666/20 P, EU:C:2022:225, σκέψη 24), σε αυτό εναπέκειτο να εκτιμήσει αν ήταν δικαιολογημένη, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, από απόψεως ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η επί της ουσίας απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, χωρίς να αποφανθεί επί της ενστάσεως απαραδέκτου της Επιτροπής.
48 Εκτιμώντας ότι τούτο συνέβαινε εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να εξετάσει το βάσιμο του αποζημιωτικού αιτήματος της αναιρεσείουσας, χωρίς να αποφανθεί προηγουμένως επί της ενστάσεως απαραδέκτου που ερειδόταν στην παραγραφή της αγωγής. Μετά το πέρας της εξετάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας έπρεπε να απορριφθεί, όπερ και έπραξε στο σημείο 2 του διατακτικού της εν λόγω απόφασης.
49 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναιρεσείουσα, η οποία ηττήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, είχε δικαίωμα, δυνάμει του άρθρου 56, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου.
50 Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
51 Προς στήριξη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 340 ΣΛΕΕ και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως καθώς και παραβίαση της αρχής της διαθέσεως ο δεύτερος, πλάνη περί το δίκαιο, εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, παράβαση του άρθρου 340 ΣΛΕΕ και εσφαλμένη ερμηνεία των εννοιών του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς και του καταλογισμού, καθώς και παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας ο τρίτος, παράβαση του καθήκοντος μέριμνας καθώς και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως ο τέταρτος, παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 883/2013, του άρθρου 340 ΣΛΕΕ και εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς και, ο πέμπτος, παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και της αρχής της ισότητας των όπλων όσον αφορά το αίτημα της Επιτροπής να αποσυρθεί από τη δικογραφία η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
– Επιχειρηματολογία των διαδίκων
52 Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να εξεταστεί πρώτος κατά σειρά, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του σκεπτικού το οποίο εκτίθεται στις σκέψεις 116 έως 123 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και βάσει του οποίου το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα της Επιτροπής να αποσυρθεί η γνωμοδότηση της νομικής της υπηρεσίας από τη δικογραφία της υπόθεσης. Υπογραμμίζει ότι η απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-156/21, EU:C:2022:97), την οποία παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο, αφορά γνωμοδότηση εντελώς διαφορετικής φύσεως, ήτοι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 35 της απόφασης εκείνης, νομική γνώμη εκδοθείσα στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας επί πολιτικώς ευαίσθητου ζητήματος σε υπόθεση εξαιρετικής σημασίας.
53 Αντιθέτως, κατά την αναιρεσείουσα, η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας είχε ήδη περιέλθει στη δημόσια σφαίρα, έχοντας διαρρεύσει στον Τύπο, για τον λόγο δε αυτόν δεν υποβλήθηκε αίτηση πρόσβασης στο έγγραφο αυτό. Επομένως, η αναιρεσείουσα δεν καταστρατήγησε τη διαδικασία που προβλέπεται στη νομοθεσία σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα. Κατά την άποψή της, η εν λόγω γνωμοδότηση, ως εκ της φύσεώς της και λόγω των προϋποθέσεων δημοσιοποίησής της, δεν έθιγε ούτε την εμπιστευτικότητα ούτε κάποιο υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Όπως υποστηρίζει, πρόκειται για καθοριστικό έγγραφο, το οποίο αφορά αποκλειστικά και μόνον την επίμαχη υπόθεση.
54 Η αναιρεσείουσα προσάπτει επίσης στο Γενικό Δικαστήριο ότι στηρίχθηκε, στις σκέψεις 118 και 119 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε νομολογία στερούμενη λυσιτέλειας και ότι δεν έλαβε υπόψη το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να έχει τη δυνατότητα να συζητήσει επί εγγράφου το οποίο η ίδια δεν δημοσιοποίησε. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε τις αρχές της εκατέρωθεν ακροάσεως και της ισότητας των όπλων. Ειδικότερα, θα ήταν αντίθετο προς τις αρχές αυτές το να μην μπορεί ο ενάγων να συζητήσει επί του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, με το πρόσχημα ότι η δημοσιοποίησή τους διέλαθε την προσοχή της Επιτροπής.
55 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
56 Όπως ορθώς υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ’ αρχήν, το να γίνει δεκτό ότι ένας ενάγων μπορεί να συμπεριλάβει στη δικογραφία νομική γνώμη θεσμικού οργάνου της οποίας τη γνωστοποίηση δεν έχει επιτρέψει το εν λόγω θεσμικό όργανο προσκρούει στις επιταγές περί δίκαιης δίκης και ισοδυναμεί με καταστρατήγηση της διαδικασίας για την αίτηση πρόσβασης σε ένα τέτοιο έγγραφο την οποία θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43) (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
57 Βεβαίως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι πρέπει να συνεκτιμηθεί η αρχή της διαφάνειας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 10, παράγραφος 3, ΣΕΕ καθώς και στο άρθρο 15, παράγραφος 1, και στο άρθρο 298, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και εγγυάται, μεταξύ άλλων, μεγαλύτερη νομιμότητα, αποτελεσματικότητα και υπευθυνότητα της διοίκησης έναντι των πολιτών σε ένα δημοκρατικό σύστημα. Παρέχοντας τη δυνατότητα ανοικτού διαλόγου επί των διάφορων διιστάμενων απόψεων, η διαφάνεια συμβάλλει, επιπλέον, στην αύξηση της εμπιστοσύνης των εν λόγω πολιτών (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί η αρχή της διαφάνειας να δικαιολογήσει τη γνωστοποίηση, στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, εγγράφου θεσμικού οργάνου το οποίο δεν έχει καταστεί προσβάσιμο στο κοινό και περιέχει νομική γνώμη. Συνακόλουθα, η διατήρηση στη δικογραφία εγγράφου το οποίο περιέχει νομική γνώμη θεσμικού οργάνου ουδόλως δικαιολογείται από υπέρτερο δημόσιο συμφέρον όταν, αφενός, η γνώμη δεν αφορά νομοθετική διαδικασία ως προς την οποία επιβάλλεται αυξημένη διαφάνεια και, αφετέρου, το συμφέρον της διατήρησης αυτής συνίσταται αποκλειστικώς στο να δυνηθεί ο διάδικος που την προσκόμισε να επικαλεστεί τη συγκεκριμένη γνώμη στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσκόμιση μιας τέτοιας γνώμης υπαγορεύεται από το ίδιον συμφέρον του προσφεύγοντος να τεκμηριώσει την επιχειρηματολογία του και όχι από οποιοδήποτε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, όπως είναι η δημοσιοποίηση της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
59 Εν προκειμένω, στη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν αμφισβητείται ότι η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας δεν είχε εκδοθεί στο πλαίσιο νομοθετικής διαδικασίας. Η ανωτέρω διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
60 Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στην εν λόγω σκέψη 122, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε υποστηρίξει ότι η προσκόμιση της νομικής γνωμοδότησης δικαιολογούνταν από υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Η αναιρεσείουσα δεν υποστηρίζει δε, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι επικαλέστηκε κάποιο υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη.
61 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ ορθή εφαρμογή των διδαγμάτων που απορρέουν από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 56 έως 58 της παρούσας αποφάσεως και δίχως να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, αποφάσισε την απόσυρση της νομικής γνωμοδότησης από τη δικογραφία.
62 Τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως δεν μπορούν να κλονίσουν την ως άνω εκτίμηση.
63 Πρώτον, η νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 56 έως 58 της παρούσας αποφάσεως δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο νομική γνώμη σχετική με νομοθετική διαδικασία, αλλά οιαδήποτε νομική γνωμοδότηση θεσμικού οργάνου. Δεν ασκεί, επομένως, επιρροή το γεγονός, το οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα, ότι η νομική γνωμοδότηση δεν αφορούσε νομοθετική διαδικασία.
64 Δεύτερον, το γεγονός –το οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα– ότι η νομική γνωμοδότηση είχε διαρρεύσει στον Τύπο πριν από την προσκόμισή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όπως και το γεγονός ότι η ίδια η αναιρεσείουσα δεν είναι υπεύθυνη για τη διαρροή στον Τύπο, δεν ασκούν επιρροή για την εκτίμηση του ζητήματος αν η νομική γνωμοδότηση μπορεί ή όχι να διατηρηθεί στη δικογραφία. Σημασία έχει μόνον το ζήτημα αν η γνωστοποίηση ενός τέτοιου εγγράφου έχει επιτραπεί ή όχι από το οικείο θεσμικό όργανο ή έχει διαταχθεί από τον δικαστή της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), πράγμα το οποίο δεν συνέβη εν προκειμένω, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο.
65 Τρίτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ούτε η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας η οποία αφορά τις αρχές της εκατέρωθεν ακροάσεως και της ισότητας των όπλων.
66 Η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, κατά γενικό κανόνα, παρέχει σε κάθε διάδικο το δικαίωμα να λάβει γνώση των εγγράφων και των παρατηρήσεων που υποβάλλονται στον δικαστή από τον αντίδικό του καθώς και να τα συζητήσει, και απαγορεύει το να στηρίξει ο δικαστής της Ένωσης την απόφασή του σε πραγματικά περιστατικά και έγγραφα τα οποία δεν έχουν περιέλθει στη γνώση των διαδίκων, ή ενός εξ αυτών, και επί των οποίων, ως εκ τούτου, δεν μπόρεσαν να τοποθετηθούν. Η αρχή αυτή εμπεριέχει επίσης, κατά γενικό κανόνα, το δικαίωμα των διαδίκων να λάβουν γνώση των νομικών ισχυρισμών τους οποίους ο δικαστής έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως και στους οποίους πρόκειται να στηρίξει την απόφασή του και να τους συζητήσουν. Πράγματι, για να τηρηθούν οι σχετικές με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επιταγές, πρέπει οι διάδικοι να γνωρίζουν και να μπορούν να συζητήσουν κατ’ αντιμωλίαν τόσο τα πραγματικά όσο και τα νομικά στοιχεία που έχουν αποφασιστική σημασία για την έκβαση της διαδικασίας (απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C-89/08 P, EU:C:2009:742, σκέψεις 55 και 56).
67 Το ζήτημα, ωστόσο, αν ένας διάδικος δικαιούται να προσκομίσει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης νομική γνωμοδότηση συνταχθείσα κατόπιν αιτήσεως θεσμικού οργάνου της Ένωσης και γνωστοποιηθείσα χωρίς την άδεια του εν λόγω θεσμικού οργάνου προηγείται της εκτιμήσεως που άπτεται της τηρήσεως της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως. Όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη, η τελευταία ως άνω αρχή δεν αφορά αυτή καθεαυτήν την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον του δικαστή, αλλά το δικαίωμα κάθε διαδίκου να λάβει γνώση των εγγράφων και των παρατηρήσεων που υπέβαλε στον δικαστή ο αντίδικός του, καθώς και, ενδεχομένως, των νομικών ισχυρισμών τους οποίους ο δικαστής έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, και να υποβάλει τις σχετικές παρατηρήσεις του.
68 Όσον αφορά την αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία είναι απόρροια της ίδιας της έννοιας της δίκαιης δίκης, έννοια η οποία κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 47 του Χάρτη, η αρχή αυτή συνεπάγεται την υποχρέωση να παρέχεται σε καθέναν από τους διαδίκους εύλογη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή του, συμπεριλαμβανομένων των αποδεικτικών στοιχείων που διαθέτει, υπό συνθήκες που δεν τον περιάγουν σε σαφώς μειονεκτική θέση σε σχέση με τον αντίδικό του (απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 128 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
69 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι εφαρμοστέα στο δίκαιο της Ένωσης αρχή είναι η αρχή της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων, από την οποία προκύπτει ότι το παραδεκτό εμπροθέσμως προσκομισθέντος αποδεικτικού στοιχείου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ενώπιον του δικαστή της Ένωσης παρά μόνον επί της βάσεως ότι το εν λόγω αποδεικτικό στοιχείο αποκτήθηκε παρατύπως (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2021, Ελεγκτικό Συνέδριο κατά Pinxten, C-130/19, EU:C:2021:782, σκέψη 104, και της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 129).
70 Στην περίπτωση αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται παρατύπως από διάδικο, όπως τα εσωτερικά έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο κανονισμός 1049/2001, η προσκόμιση των οποίων ούτε επετράπη από το οικείο θεσμικό όργανο ούτε διατάχθηκε από τον δικαστή της Ένωσης, πρέπει να σταθμίζονται τα συμφέροντα των διαδίκων στη διαδικασία που συνδέονται με το δικαίωμά τους για δίκαιη δίκη, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων που προστατεύονται από τους κανόνες που παραβιάστηκαν ή καταστρατηγήθηκαν κατά την απόκτηση των στοιχείων αυτών (απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 130).
71 Στις σκέψεις 116 έως 121 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο, ακριβώς, στάθμισε τα συμφέροντα των διαδίκων στην ενώπιόν του διαδικασία, συμμορφούμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο προς τα διδάγματα που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό, έλαβε ιδίως υπόψη, όπως προκύπτει από τη σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το γεγονός ότι η προσκόμιση της νομικής γνωμοδότησης από την αναιρεσείουσα φαινόταν να υπαγορεύεται από τα ίδια συμφέροντά της προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της και όχι από οιοδήποτε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.
72 Επομένως, βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
– Επιχειρηματολογία των διαδίκων
73 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να εξεταστεί δεύτερος κατά σειρά, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η συλλογιστική η οποία εκτίθεται στις σκέψεις 47 έως 69 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ενέχει πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο καθώς και παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας.
74 Κατά πρώτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η άμβλυνση του κανόνα του βάρους αποδείξεως που φέρει ο ενάγων, στην οποία αναφέρθηκε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, απαιτεί από το καθού θεσμικό όργανο να διατυπώσει μια εξήγηση ή μια αξιόπιστη υπόθεση σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες κατέστη δυνατόν να προκληθεί διαρροή. Η απλή μνεία του εν λόγω θεσμικού οργάνου στο ενδεχόμενο η παρανομία που προκάλεσε τη διαρροή να προέρχεται από πρόσωπο ξένο προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν αρκεί. Επομένως, κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα που συνάγονται από την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Leussink κατά Επιτροπής (169/83 και 136/84, EU:C:1986:371), κρίνοντας, βάσει απλώς και μόνο μιας τέτοιας μνείας εκ μέρους της Επιτροπής, ότι η τελευταία δεν ήταν σε θέση περισσότερο από οιονδήποτε άλλον να προσκομίσει την απόδειξη της διαρροής και ότι, κατά συνέπεια, η υπόθεση της οποίας είχε επιληφθεί διέφερε από εκείνη επί της οποίας είχε εκδώσει την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, (T-48/05, EU:T:2008:257).
75 Κατά δεύτερον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη ορισμένες ενδείξεις προς απόδειξη του ότι η διαρροή προερχόταν από πρόσωπο που ανήκε στα θεσμικά όργανα της Ένωσης.
76 Κατά τρίτον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ουδεμία απόδειξη υπήρχε περί του ότι η διαρροή οφειλόταν στην OLAF κατόπιν παραμόρφωσης του από 30 Ιανουαρίου 2017 εγγράφου της Επιτροπής, για το οποίο γίνεται λόγος στη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως, καθώς και της απόφασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. Η αναιρεσείουσα προσθέτει, συναφώς, ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι εθνικές αρχές, στις οποίες είχε διαβιβαστεί η έκθεση της OLAF, ερωτήθηκαν σχετικά με την προέλευση της διαρροής στο πλαίσιο των ερευνών τις οποίες διεξήγαγαν η OLAF και η Επιτροπή. Επιπλέον, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξακριβώσει αν οι έρευνες αυτές είχαν διεξαχθεί με επιμέλεια και δεν απάντησε σε επιχείρημά της ότι τούτο δεν ίσχυε.
77 Κατά τέταρτον και τελευταίον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η διαρροή μπορεί να εξηγηθεί από πλείονες αιτίες, τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εκτιμήσει, υπό το πρίσμα της θεωρίας του «ισοδυνάμου των όρων» ή της θεωρίας της «πρόσφορης αιτίας», τον ρόλο που διαδραμάτισε καθεμία από τις αιτίες αυτές, πράγμα που το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να πράξει εν προκειμένω.
78 Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας σχετικά με την άμβλυνση του βάρους αποδείξεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι πρόκειται για εξαίρεση από τον κανόνα, η οποία, κατά συνέπεια, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Υπογραμμίζει ότι, σε αντίθεση με την υπό κρίση υπόθεση, στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Leussink κατά Επιτροπής (169/83 και 136/84, EU:C:1986:371), καθώς και στις αποφάσεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 48 και 49 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, συγκεκριμένα στοιχεία καθιστούσαν δυνατό τον καταλογισμό υπαίτιας συμπεριφοράς στην καθής. Επομένως, κατά την Επιτροπή, εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στην απλή επίκληση του ενδεχομένου η παρανομία να προέρχεται από πρόσωπο ξένο προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.
79 Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο συνόψισε πιστά, στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και δεν την παραμόρφωσε.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
80 Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι οι εκθέσεις έρευνας της OLAF ενδέχεται να περιέχουν ιδιαιτέρως επιβλαβείς ισχυρισμούς όσον αφορά τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτές.
81 Βεβαίως, το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 883/2013 προβλέπει την υποχρέωση της OLAF, μόλις ολοκληρωθεί η έρευνα και προτού συνταχθούν συμπεράσματα με ονομαστική αναφορά σε ενδιαφερόμενο, να παράσχει στο εν λόγω πρόσωπο τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί των πραγματικών περιστατικών που το αφορούν. Η διάταξη αυτή θέτει σε εφαρμογή το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α', του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2021, Ελεγκτικό Συνέδριο κατά Pinxten, C-130/19, EU:C:2021:782, σκέψεις 167 και 168).
82 Ωστόσο, τα πρόσωπα τα οποία αφορά έρευνα της OLAF δεν έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της OLAF πριν από την έκδοση της τελικής έκθεσής της (πρβλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2023, Sistem ecologica κατά Επιτροπής, C-787/22 P, EU:C:2023:940, σκέψη 155).
83 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι εκθέσεις της OLAF δεν παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2023, Sistem ecologica κατά Επιτροπής, C-787/22 P, EU:C:2023:940, σκέψη 66). Ως εκ τούτου, τα πρόσωπα που μνημονεύονται σε μια τέτοια τελική έκθεση δεν έχουν ούτε το δικαίωμα να ασκήσουν, κατά της έκθεσης αυτής, προσφυγή ακυρώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, προκειμένου να αμφισβητήσουν τους τυχόν επιβλαβείς για τα ίδια ισχυρισμούς οι οποίοι περιλαμβάνονται στην εν λόγω έκθεση.
84 Συνακόλουθα, η συμμόρφωση προς την υποχρέωση τήρησης της εμπιστευτικότητας των εκθέσεων της OLAF, υποχρέωση η οποία απορρέει από το άρθρο 339 ΣΛΕΕ καθώς και από το άρθρο 10, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 883/2013, προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία για τα πρόσωπα τα οποία αφορούν οι έρευνες στις οποίες παραπέμπουν οι εκθέσεις αυτές.
85 Πράγματι, η δημοσιοποίηση των ισχυρισμών οι οποίοι αφορούν τα πρόσωπα αυτά και οι οποίοι περιλαμβάνονται σε τέτοιες εκθέσεις ενδέχεται να βλάψει σοβαρά τη φήμη τους, ενώ, ενόσω δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα σε βάρος τους ούτως ώστε να δοθεί συνέχεια στις συστάσεις που περιέχονται στις εκθέσεις αυτές, τα πρόσωπα τα οποία αφορούν οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν δύνανται να τις προσβάλουν δικαστικώς.
86 Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η Επιτροπή, στην οποία υπάγεται η OLAF, δεν μπορεί να διασφαλίζει απλώς ότι οι υπηρεσίες της θα ανακοινώνουν τις εκθέσεις της OLAF μόνο σε όσους δικαιούνται να τις λαμβάνουν και δεν θα τις δημοσιοποιούν στο κοινό. Οφείλει επίσης να διασφαλίζει ότι οι αποδέκτες τέτοιων εκθέσεων, είτε πρόκειται για άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης είτε για τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, γνωρίζουν την υποχρέωση που τους βαρύνει να μην τις δημοσιοποιούν.
87 Άλλωστε, η Επιτροπή οφείλει επίσης να λαμβάνει μέτρα, όπως, παραδείγματος χάριν, ειδική επισήμανση των αντιγράφων –είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή– έκθεσης της OLAF η οποία διαβιβάζεται εκτός της Επιτροπής, προκειμένου να καθίσταται δυνατός, σε περίπτωση διαρροής μιας τέτοιας έκθεσης, ο εντοπισμός της πηγής της διαρροής.
88 Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 80 έως 87 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση διαρροής έκθεσης της OLAF η οποία περιέχει επιβλαβείς ισχυρισμούς για ορισμένο πρόσωπο, εναπόκειται στο πρόσωπο αυτό, προκειμένου να δικαιούται να ζητήσει από την Επιτροπή την αποκατάσταση της ζημίας που του προκάλεσε η δημοσίευση της έκθεσης, να αποδείξει ότι η διαρροή προέρχεται πράγματι από την Επιτροπή, στην οποία υπάγεται η OLAF, ελλείψει δε της αποδείξεως αυτής ότι η αγωγή αποζημιώσεως του προσώπου αυτού θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη.
89 Βεβαίως, όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή αποδείξεων οι οποίοι αφορούν τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, απόκειται, κατ’ αρχήν, στον διάδικο που προβάλλει την ύπαρξη τέτοιας ευθύνης να αποδείξει με πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της συγκεκριμένης ευθύνης. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω διάδικος οφείλει να προσκομίσει πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας που προβάλλει. Προς τούτο, ο ως άνω διάδικος δύναται να επικαλεσθεί αποδεικτικά μέσα πάσης φύσεως, καθόσον κρατούσα στο δίκαιο της Ένωσης αρχή είναι αυτή της ελεύθερης διεξαγωγής των αποδείξεων (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Hamoudi κατά Frontex, C-136/24 P, EU:C:2025:977, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
90 Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εφαρμογή των κανόνων περί βάρους αποδείξεως και διεξαγωγής των αποδείξεων δεν είναι δυνατόν να θίγει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που παρέχονται στους ιδιώτες βάσει του δικαίου της Ένωσης. Η εν λόγω εφαρμογή δεν είναι ιδίως δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα να επιβάλλει σε διάδικο βάρος αποδείξεως το οποίο είναι εξαιρετικά δυσχερές, ενδεχομένως δε και αδύνατο να εκπληρωθεί (probatio diabolica) ή να θέτει εν αμφιβόλω την αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία συνεπάγεται την υποχρέωση να παρέχεται σε καθέναν από τους διαδίκους η εύλογη δυνατότητα να εκθέτει την άποψή του υπό συνθήκες που δεν τον περιάγουν σε σαφώς μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου. Επομένως, κατά την εφαρμογή των ως άνω κανόνων, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει πλήρως τον σεβασμό του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί. Εάν, λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω περιστάσεων, αποδεικνύεται ότι η εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων επιβάλλει σε διάδικο υπέρμετρα δυσχερές, ενδεχομένως δε και αδύνατο, βάρος αποδείξεως, απαιτείται προσαρμογή των κανόνων αυτών (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Hamoudi κατά Frontex, C-136/24 P, EU:C:2025:977, σκέψεις 77 και 78).
91 Είναι, όμως, εν γένει γνωστό ότι οι διαρροές εμπιστευτικών εγγράφων, όπως μια έκθεση της OLAF, πραγματοποιούνται, στις περισσότερες περιπτώσεις, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα για το ευρύ κοινό, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που αναφέρονται σε τέτοιου είδους έγγραφα, να γνωρίζει την προέλευση της διαρροής.
92 Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 89 και 90 της παρούσας αποφάσεως, όταν τα πρόσωπα αυτά εκτιμούν ότι έχουν υποστεί ζημία λόγω της άνευ αδείας δημοσιοποίησης έκθεσης της OLAF, επιβάλλεται η προσαρμογή των κανόνων περί του βάρους αποδείξεως και της διεξαγωγής των αποδείξεων.
93 Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που συνεπάγεται για την Επιτροπή ο εμπιστευτικός χαρακτήρας μιας τέτοιας έκθεσης, όπως αυτές διευκρινίστηκαν στις σκέψεις 86 και 87 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή βρίσκεται στην πιο κατάλληλη θέση για να προσκομίσει αποδείξεις βάσει των οποίων να μπορεί να εντοπιστεί η προέλευση της διαρροής έκθεσης της OLAF ή, τουλάχιστον, να διαπιστωθεί ότι δεν μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι η διαρροή προέρχεται από τις δικές της υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η OLAF. Αν η Επιτροπή δεν προσκομίσει τέτοιες αποδείξεις, η αμφιβολία ως προς την προέλευση της διαρροής αποβαίνει εις βάρος της, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ότι η διαρροή καταλογίζεται σε αυτήν και επισύρει την ευθύνη της (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Leussink κατά Επιτροπής, 169/83 και 136/84, EU:C:1986:371, σκέψη 17).
94 Εν προκειμένω, βεβαίως, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, κατ’ ουσίαν, τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Leussink κατά Επιτροπής (169/83 και 136/84, EU:C:1986:371).
95 Εντούτοις, αφού διαπίστωσε, στη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, κατά την ημερομηνία της πρώτης διαρροής της έκθεσης της OLAF στον Τύπο, η Επιτροπή και η OLAF δεν ήταν πλέον τα μόνα θεσμικά όργανα που είχαν στην κατοχή τους την έκθεση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 62 της εν λόγω απόφασης, ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή βρισκόταν στην πιο κατάλληλη θέση, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη, για να προσκομίσει τις αποδείξεις βάσει των οποίων θα μπορούσε να αποδειχθεί η αιτία στην οποία μπορούσε να αποδοθεί η διαρροή, καθώς και η ζημία την οποία αυτή προκάλεσε, και ότι, ως εκ τούτου, ο μετριασμός του προβλεπόμενου από τη νομολογία αυτή κανόνα του βάρους αποδείξεως δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω.
96 Κρίνοντας κατά τα ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
97 Ειδικότερα, από τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 88 έως 93 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ακριβώς στην περίπτωση της άνευ αδείας δημοσιοποίησης έκθεσης της OLAF, την οποία δεν είχαν στη διάθεσή τους, κατά τον χρόνο της δημοσιοποίησης, μόνον η Επιτροπή και η OLAF, είναι αναγκαία η προσαρμογή των κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Εάν, κατά το χρονικό αυτό σημείο, μόνον η Επιτροπή και η OLAF είχαν στη διάθεσή τους την έκθεση αυτή, είναι αυτονόητο ότι η άνευ αδείας δημοσιοποίηση της έκθεσης δεν θα μπορούσε παρά να τους καταλογιστεί, χωρίς να είναι αναγκαία η προσαρμογή των κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων.
98 Για τους ίδιους λόγους, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επίσης σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι αρκούσε, για την Επιτροπή, να επικαλεστεί απλώς και μόνον ότι υφίστατο το ενδεχόμενο η πηγή της διαρροής έκθεσης της OLAF να είναι εξωτερική προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, προκειμένου να μην τεκμαίρεται ότι η διαρροή πήγαζε από την OLAF.
99 Υπό τις συνθήκες αυτές και χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί η υπόλοιπη επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας που προβάλλεται προς στήριξη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να χρειάζεται, εξάλλου, να εξεταστούν ο πρώτος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως.
Επί της αγωγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
100 Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν η διαφορά είναι, εν όλω ή εν μέρει, ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά, κατά περίπτωση, επί της διαφοράς ή επί του μέρους της διαφοράς το οποίο είναι ώριμο προς εκδίκαση, αναπέμποντας, εφόσον απαιτείται, το μέρος της διαφοράς το οποίο δεν είναι ώριμο προς εκδίκαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
101 Εν προκειμένω, η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου την οποία προέβαλε η Επιτροπή και η οποία ερείδεται στην παραγραφή της αγωγής αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας.
102 Με την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η αγωγή αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας είχε υποπέσει σε παραγραφή για τους ίδιους κατ’ ουσίαν λόγους με εκείνους που συνοψίζονται στις σκέψεις 41 και 42 της παρούσας αποφάσεως.
103 Κατά το άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αξιώσεις κατά της Ένωσης στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος. Η παραγραφή διακόπτεται είτε διά της προσφυγής που υποβάλλεται στο Δικαστήριο είτε διά της προηγουμένης αιτήσεως που ο ζημιωθείς απευθύνει στο αρμόδιο θεσμικό όργανο της Ένωσης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η προσφυγή πρέπει να κατατίθεται εντός της προθεσμίας των δύο μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ, οι δε διατάξεις του άρθρου 265, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ εφαρμόζονται ανάλογα με την περίπτωση.
104 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προβλεπόμενη στο άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προθεσμία παραγραφής άρχεται από του χρονικού σημείου κατά το οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση υποχρεώσεως αποζημιώσεως, ιδίως δε από της συγκεκριμενοποιήσεως της προς αποκατάσταση ζημίας (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C-469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο προβλέπει ότι οι δικονομικές προθεσμίες παρεκτείνονται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν, δεν έχει εφαρμογή στην προθεσμία παραγραφής, η οποία δεν αποτελεί δικονομική προθεσμία (πρβλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C-469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψεις 49 και 59).
105 Εν προκειμένω, με την αγωγή αποζημιώσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της δημοσίευσης, στον ιστότοπο της εφημερίδας New Europe, του πλήρους κειμένου της έκθεσης της OLAF. Η ζημία συνίσταται, αφενός, στην υλική ζημία που υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της μειώσεως του όγκου των δραστηριοτήτων που της είχαν ανατεθεί από τους συνήθεις εταίρους και δωρητές της και, αφετέρου, στην ηθική βλάβη, λόγω των αισθημάτων αδικίας και απογοήτευσης που φέρεται να βίωσε, καθώς και λόγω της προσβολής της τιμής, της εικόνας και της υπόληψής της.
106 Δεν αμφισβητείται ότι το πλήρες κείμενο της έκθεσης της OLAF δημοσιεύθηκε, χωρίς τα παραρτήματά της, στον ιστότοπο της εφημερίδας New Europe στις 11 Δεκεμβρίου 2015 και ότι, από την ημερομηνία αυτή, η έκθεση ήταν προσβάσιμη σε κάθε ενδιαφερόμενο, συμπεριλαμβανομένων των εταίρων και των δωρητών της αναιρεσείουσας. Κάθε ανάγνωσή της από διαφορετικό πρόσωπο ήταν ικανή να προκαλέσει χωριστή ηθική βλάβη στην αναιρεσείουσα, λόγω της προσβολής της φήμης της έναντι του προσώπου που απέκτησε πρόσβαση στην έκθεση, ηθική βλάβη η οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι συγκεκριμενοποιήθηκε, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 104 της παρούσας αποφάσεως, κατά τον χρόνο της εν λόγω ανάγνωσης.
107 Όσον αφορά την προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα υλική ζημία, η ζημία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκεκριμενοποιήθηκε, για κάθε εταίρο ή δωρητή της αναιρεσείουσας, παρά μόνον κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο εκάστοτε δωρητής έλαβε την απόφαση να μη συμβάλλει πλέον στις δραστηριότητες της αναιρεσείουσας.
108 Η αγωγή αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας ασκήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2020, ήτοι πέντε και πλέον έτη μετά τις 11 Δεκεμβρίου 2015, ημερομηνία δημοσίευσης της έκθεσης της OLAF σχετικά με την αναιρεσείουσα στον ιστότοπο της εφημερίδας New Europe. Ως εκ τούτου, η αγωγή πρέπει να θεωρηθεί ως παραγραφείσα καθ’ ο μέρος αφορά οποιαδήποτε υλική ζημία ή ηθική βλάβη την οποία υπέστη η αναιρεσείουσα και η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε πριν από τις 21 Δεκεμβρίου 2015, πρέπει δε, καθ’ ο μέρος αφορά τέτοια υλική ζημία ή ηθική βλάβη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
109 Εντούτοις, από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η έκθεση της OLAF έπαυσε να είναι προσβάσιμη στον ιστότοπο της εφημερίδας New Europe μετά τις 21 Δεκεμβρίου 2015. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι ενδιαφερόμενοι να συμβουλεύθηκαν την εν λόγω έκθεση για πρώτη φορά μετά την ανωτέρω ημερομηνία και, ως εκ τούτου, να σχημάτισαν μια αρνητική γνώμη για την αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης σε αυτήν, συγκεκριμενοποιηθείσας σε μεταγενέστερο της 20ής Δεκεμβρίου 2015 χρόνο.
110 Εξάλλου, είναι επίσης πιθανό οι εταίροι ή οι δωρητές της αναιρεσείουσας, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία συμβουλεύθηκαν την έκθεση της OLAF, να έλαβαν την απόφαση να μη συμβάλλουν πλέον στις δραστηριότητες της αναιρεσείουσας σε ημερομηνία μεταγενέστερη της 20ής Δεκεμβρίου 2015, όπερ θα συνιστούσε υλική ζημία την οποία αυτή υπέστη μετά την τελευταία ως άνω ημερομηνία.
111 Όσον αφορά, όμως, τις ενδεχόμενες περιπτώσεις ηθικής βλάβης και υλικής ζημίας περί των οποίων γίνεται λόγος στις σκέψεις 109 και 110 της παρούσας αποφάσεως, η προθεσμία παραγραφής δεν είχε παρέλθει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας. Ως εκ τούτου, η αγωγή, καθ’ ο μέρος αφορά την αποκατάσταση τέτοιων ενδεχόμενων περιπτώσεων ηθικής βλάβης και υλικής ζημίας, δεν έχει παραγραφεί και πρέπει να εξεταστεί επί της ουσίας.
112 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, συγκεκριμένα δε την ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το όργανο που εξέδωσε την πράξη και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες [απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, WS κ.λπ. κατά Frontex (Κοινή επιχείρηση επιστροφής), C-679/23 P, EU:C:2025:976, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
113 Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως εξαρτάται από την εξουσία εκτιμήσεως που έχει το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης που παρέβη τον κανόνα αυτόν και από το αν το εν λόγω όργανο ή ο εν λόγω οργανισμός υπερέβη κατά πρόδηλο και σοβαρό τρόπο τα όρια που επιβάλλονται στην εξουσία αυτή, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του βαθμού σαφήνειας και ακρίβειας του εν λόγω κανόνα, των δυσχερειών ερμηνείας ή εφαρμογής που ενδεχομένως προκύπτουν, καθώς και της πολυπλοκότητας της προς ρύθμιση κατάστασης (πρβλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, IMG κατά Επιτροπής, C-619/20 P και C-620/20 P, EU:C:2022:722, σκέψη 146 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
114 Περαιτέρω, όσον αφορά το ζήτημα αν ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα δικαιώματα των ιδιωτών γεννώνται όχι μόνον όταν τούτο προβλέπεται ρητώς στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, αλλά και λόγω θετικών ή αρνητικών σαφών υποχρεώσεων που αυτές επιβάλλουν τόσο στους ιδιώτες όσο και στα κράτη μέλη ή στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Ko?ner κατά Ευρωπόλ, C-755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
115 Η παράβαση των ανωτέρω υποχρεώσεων μπορεί να θίξει τα δικαιώματα που παρέχονται εμμέσως στους ιδιώτες δυνάμει των οικείων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Για την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων αυτών και την προστασία των δικαιωμάτων που αυτές σκοπούν να παράσχουν απαιτείται οι ιδιώτες να έχουν τη δυνατότητα να αποζημιωθούν (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Ko?ner κατά Ευρωπόλ, C-755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψη 120 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
116 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, ενώ δεν αμφισβητείται ότι η IMG δεν είναι υπεύθυνη για τη διαρροή της έκθεσης της OLAF και ότι η Επιτροπή είχε νομίμως διαβιβάσει την έκθεση αυτή μόνο στις γαλλικές και βελγικές δικαστικές αρχές, με αποτέλεσμα μόνον η Επιτροπή ή οι τελευταίες να μπορούν να φέρουν ευθύνη για την εν λόγω διαρροή, η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο προς απόδειξη του ότι είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της που μνημονεύονται στις σκέψεις 86 και 87 της παρούσας αποφάσεως ή, τουλάχιστον, δυνάμενο να καταδείξει ότι δεν μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι η διαρροή της έκθεσης της OLAF προέρχεται από τις δικές της υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, από τη σκέψη 93 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η ευθύνη για τη διαρροή πρέπει να καταλογιστεί στην Επιτροπή.
117 Επιπλέον, από τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού 883/2013 καθώς και από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 80 έως 87 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει, αφενός, ότι η Επιτροπή, στην οποία υπάγεται η OLAF, δεν μπορεί να δημοσιοποιήσει έκθεση της OLAF στο κοινό και δεν διαθέτει καμία εξουσία εκτιμήσεως συναφώς. Επομένως, η δημοσιοποίηση έκθεσης της OLAF, όταν, ανεξαρτήτως της αιτίας της, καταλογίζεται στην Επιτροπή, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά κατάφωρη παράβαση, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 113 της απόφασης αυτής, του κανόνα δικαίου που απαγορεύει την άνευ αδείας δημοσιοποίηση των εκθέσεων της OLAF.
118 Αφετέρου, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 114 και 115 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω απαγόρευση, σκοπός της οποίας είναι η προστασία των ιδιωτών από τις αρνητικές συνέπειες της άνευ αδείας δημοσιοποίησης έκθεσης της OLAF δυνάμενης να περιέχει επιβλαβείς για τα πρόσωπα αυτά ισχυρισμούς κατά των οποίων δεν είναι σε θέση να αμυνθούν, συνιστά κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.
119 Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 116 έως 118 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποδεικνύεται, εν προκειμένω, η ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως, εκ μέρους της Επιτροπής, κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.
120 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούται εν προκειμένω η πρώτη προϋπόθεση, η οποία αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του οικείου θεσμικού οργάνου και στην οποία υπόκειται, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 112 της παρούσας αποφάσεως, η θεμελίωση της ευθύνης της Ένωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί των λοιπών παρανομιών τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα, οι οποίες υπομνήσθηκαν στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως και οι οποίες είναι προγενέστερες της άνευ αδείας δημοσιοποίησης της έκθεσης της OLAF.
121 Πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι πληρούται η τρίτη από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, η οποία αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ, αφενός, της άνευ αδείας δημοσιοποίησης της έκθεσης και, αφετέρου, της ηθικής βλάβης που ενδεχομένως υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της προσβολής της τιμής, της εικόνας και της υπόληψής της απέναντι στα πρόσωπα που έλαβαν γνώση, για πρώτη φορά, της εν λόγω έκθεσης μετά τις 20 Δεκεμβρίου 2015, καθώς και της υλικής ζημίας που υπέστη η αναιρεσείουσα, λόγω ενδεχόμενων αποφάσεων να μη συμβάλλουν πλέον στις δραστηριότητές της, αποφάσεις ληφθείσες, μετά την ημερομηνία αυτή, από τους εταίρους και τους δωρητές της.
122 Εντούτοις, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία αφορά το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας, επισημαίνεται ότι, καίτοι η αγωγή αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας αποτέλεσε, στο σύνολό της, αντικείμενο γραπτής και προφορικής κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του υποστατού της προβαλλόμενης από την αναιρεσείουσα ζημίας. Συν τοις άλλοις, από την εξέταση των στοιχείων της δικογραφίας της πρωτοβάθμιας ένδικης διαδικασίας προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει, στο παρόν στάδιο, όλα τα πραγματικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορέσει να προβεί το ίδιο, με επαρκή βεβαιότητα, στις περίπλοκες πραγματικές εκτιμήσεις που συνεπάγεται η ανάλυση της ύπαρξης και, ενδεχομένως, της έκτασης της ζημίας αυτής.
123 Κατά συνέπεια, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ύπαρξης και, ενδεχομένως, επί της έκτασης της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης τις οποίες ενδεχομένως υπέστη η αναιρεσείουσα και οι οποίες συγκεκριμενοποιήθηκαν μετά τις 20 Δεκεμβρίου 2015.
Επί των δικαστικών εξόδων
124 Δεδομένης της αναπομπής της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα σχετικά με την παρούσα αναιρετική διαδικασία δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 2023, IMG κατά Επιτροπής (T-752/20, EU:T:2023:366).
2) Απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αφορά οποιαδήποτε υλική ζημία ή ηθική βλάβη την οποία υπέστη η αναιρεσείουσα και η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε πριν από τις 21 Δεκεμβρίου 2015.
3) Αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της αγωγής, κατά το μέρος που αφορά την υλική ζημία ή ηθική βλάβη την οποία υπέστη η αναιρεσείουσα και η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε μετά τις 21 Δεκεμβρίου 2015.
4) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.