Υπόθεση T-661/24, Τσεχική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 15ης Ιουλίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-661/24, Τσεχική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 15ης Ιουλίου 2026
Υπόθεση T-661/24, Τσεχική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 15ης Ιουλίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 15ης Ιουλίου 2026 (*)

« Εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης – ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ – Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε απόφαση της Επιτροπής για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ – Επιστροφή από την Επιτροπή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού – Άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει τόκους επί του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού – Υποχρέωση καταβολής τόκων – Κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για τη στέρηση της δυνατότητας χρήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος στην Επιτροπή ποσού – Άρθρο 266 ΣΛΕΕ – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που παρέχει δικαιώματα στους ιδιώτες »

Στην υπόθεση T-661/24,

Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον J. Vl??il, τις J. O?kov? και J. Bene?ov?,

ενάγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους P. Rossi, J. Hradil και την M. Salykov?,

εναγομένης,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Kowalik-Ba?czyk, πρόεδρο, H. Cassagnab?re και T. Pavelin (εισηγήτρια), δικαστές,

γραμματέας: J. ?ubo?, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Φεβρουαρίου 2026,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αγωγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, η Τσεχική Δημοκρατία ζητεί, κατ’ ουσίαν, την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της μη καταβολής από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των τόκων που οφείλονταν κατόπιν της ακυρώσεως, με την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (T-509/18, EU:T:2019:876), της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2018/873 της Επιτροπής, της 13ης Ιουνίου 2018, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2018, L 152, σ. 29), με την οποία της επιβλήθηκε δημοσιονομική διόρθωση στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ.

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Η Επιτροπή εξέδωσε, στις 13 Ιουνίου 2018, την εκτελεστική απόφαση 2018/873. Με την απόφαση αυτή, έκρινε ότι ορισμένες δαπάνες που πραγματοποίησε η Τσεχική Δημοκρατία στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ είχαν πραγματοποιηθεί κατά παράβαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από το ΕΓΤΑΑ, λόγω αδυναμίας διαπιστωθείσας στο εθνικό σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου. Κατά συνέπεια, εφήρμοσε κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση 5 % ύψους 151 116,65 ευρώ (στο εξής: επίδικη δημοσιονομική διόρθωση).

3        Στις 10 Αυγούστου 2018, η Επιτροπή εφήρμοσε την εκτελεστική απόφαση 2018/873 καταλογίζοντας τα προς ανάκτηση ποσά ως δημοσιονομικές διορθώσεις στην καταβολή της ενδιάμεσης πληρωμής του τρίτου τριμήνου του 2018.

4        Με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (T-509/18, EU:T:2019:876), το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή που άσκησε η Τσεχική Δημοκρατία κατά της εκτελεστικής αποφάσεως 2018/873 και ακύρωσε την εν λόγω απόφαση κατά το μέρος που απέκλεισε από τη χρηματοδότηση της Ένωσης τις πληρωμές που πραγματοποίησε το 2016 η Τσεχική Δημοκρατία στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ για ποσό ύψους 151 116,65 ευρώ.

5        Στις 16 Ιουνίου 2020, η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2020/859, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2020, L 195, σ. 59), με την οποία ενέκρινε την επιστροφή του ποσού των 151 116,65 ευρώ, κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως της 19η Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (T-509/18, EU:T:2019:876), χωρίς να καταβάλει τόκους.

6        Στις 27 Οκτωβρίου 2020, η Επιτροπή προέβη στην επιστροφή του ποσού των 151 116,65 ευρώ στην Τσεχική Δημοκρατία.

7        Με έγγραφο της 26ης Νοεμβρίου 2024, η Τσεχική Δημοκρατία ζήτησε από την Επιτροπή να της καταβάλει τόκους για το χρονικό διάστημα από τις 10 Αυγούστου 2018, ημερομηνία κατά την οποία εφαρμόσθηκε η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση, έως τις 27 Οκτωβρίου 2020, ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή προέβη στην επιστροφή των ποσών που αποτελούσαν το αντικείμενο της εν λόγω δημοσιονομικής διορθώσεως. Οι τόκοι των οποίων την καταβολή αξίωσε η ενάγουσα ανέρχονταν σε τουλάχιστον 11 722,93 ευρώ και αντιστοιχούσαν σε επιτόκιο 3,5 % επί του ποσού των 151 116,65 ευρώ που της είχε επιστρέψει η Επιτροπή. Το ύψος του επιτοκίου το οποίο ζήτησε ήταν αυτό που εφήρμοζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για τις κύριες πράξεις της αναχρηματοδοτήσεως μεταξύ 10 Αυγούστου 2018 και 27 Οκτωβρίου 2020, προσαυξημένο κατά τρεισήμισι εκατοστιαίες μονάδες.

 Αιτήματα των διαδίκων

8        Η Τσεχική Δημοκρατία ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να της καταβάλει αποζημίωση ύψους 11 722,93 ευρώ για τη ζημία που υπέστη λόγω της αρνήσεως της Επιτροπής να της καταβάλει τόκους επί του ποσού των 151 116,65 ευρώ για την περίοδο από 10 Αυγούστου 2018 έως 27 Οκτωβρίου 2020

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να προσαυξήσει την αποζημίωση αυτή με τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της εκδοθησόμενης στην υπό κρίση υπόθεση αποφάσεως και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, βάσει του επιτοκίου που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις της αναχρηματοδοτήσεως, προσαυξημένου κατά τρεισήμισι εκατοστιαίες μονάδες, και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

9        Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αγωγή

–        επικουρικώς, σε περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της, να εφαρμόσει το επιτόκιο των αντισταθμιστικών τόκων που προβλέπεται στο άρθρο 109 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της αποφάσεως 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1)

–        να καταδικάσει την Τσεχική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί της συνδρομής των προϋποθέσεων στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης

10      Κατ’ ουσίαν, προς στήριξη της αγωγής της αποζημιώσεως, η Τσεχική Δημοκρατία επικαλείται την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ απαιτεί, κατόπιν της ακυρώσεως αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία επιβάλλεται δημοσιονομική διόρθωση στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ, την έντοκη επιστροφή στο κράτος μέλος του ποσού της διορθώσεως. Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, η καταβολή τόκων συνιστά μέτρο προς εκτέλεση της δικαστικής αποφάσεως με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση περί δημοσιονομικής διορθώσεως, αποσκοπεί δε στην κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για τη στέρηση της δυνατότητας χρήσεως των ποσών που αποτελούν το αντικείμενο της δημοσιονομικής διορθώσεως. Υποστηρίζει ότι πρέπει να καταβληθούν τόκοι για ολόκληρη την περίοδο από την ημερομηνία της αχρεώστητης καταβολής μέχρι την επιστροφή της στο κράτος μέλος.

11      Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει τόκους συνιστά κατάφωρη παράβαση του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δυνάμενη να θεμελιώσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.

12      Απαντώντας στα επιχειρήματα της Επιτροπής, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει κυρίως ότι η απόφαση περί δημοσιονομικής διορθώσεως στερεί το κράτος μέλος από τη χρήση των ποσών που αποτελούν το αντικείμενο της εν λόγω διορθώσεως και προσθέτει ότι η χρηματοδότηση των αποκλεισθεισών δαπανών στο πλαίσιο τοιαύτης δημοσιονομικής διορθώσεως πρέπει να αντισταθμίζεται από τον ίδιο τον προϋπολογισμό του κράτους μέλους.

13      Ειδικότερα, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι είναι εσφαλμένο να θεωρηθεί ότι τα ποσά τα οποία έθεσε η Επιτροπή στη διάθεσή της ως προχρηματοδότηση μπορούσαν να αντισταθμίσουν τη στέρηση της δυνατότητάς χρήσεως των επιστραφέντων στην Επιτροπή ποσών κατόπιν αποφάσεως περί επιβολής δημοσιονομικής διορθώσεως. Υπογραμμίζει συναφώς ότι σκοπός της δημοσιονομικής διορθώσεως είναι ακριβώς ο αποκλεισμός ορισμένων δαπανών από τη χρηματοδότηση της Ένωσης. Επομένως, εφόσον απόφαση της Επιτροπής με την οποία επιβάλλεται τοιαύτη δημοσιονομική διόρθωση δεν ακυρώνεται, το κράτος μέλος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει καμία χρηματοδότηση της Ένωσης για τη χρηματοδότηση της αποκλεισθείσης δαπάνης.

14      Η Τσεχική Δημοκρατία προσθέτει ότι, στην πράξη, όταν η Επιτροπή αποφασίζει να αποκλείσει ορισμένα ποσά από τη χρηματοδότηση της Ένωσης, το κράτος μέλος υποχρεούται να καλύψει το έλλειμμα αυτό από τον δικό του προϋπολογισμό. Διευκρινίζει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, τα αποκλεισθέντα ποσά είχαν ήδη καταβληθεί στους γεωργούς και δεν έπρεπε να επιστραφούν από τους εν λόγω δικαιούχους.

15      Υποστηρίζει προσέτι ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η απόφαση περί δημοσιονομικής διορθώσεως εμπίπτει στο καθεστώς της επιμερισμένης διαχειρίσεως μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους. Τόκοι μπορούν να καταβληθούν εφόσον η απόφαση περί επιβολής δημοσιονομικών διορθώσεων αποτελεί πράξη με την οποία η Επιτροπή ασκεί την εξουσία της να υποχρεώσει το κράτος μέλος να επιστρέψει ορισμένα κεφάλαια.

16      Η Τσεχική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι πληρούνται επίσης οι προϋποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη ζημίας και αιτιώδους συνάφειας. Ισχυρίζεται ότι η ζημία που υπέστη συνίσταται στη μη καταβολή τόκων καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταβολής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού μέχρι την επιστροφή του.

17      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Τσεχικής Δημοκρατίας.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

18      Στο πλαίσιο του συστήματος δικαστικού ελέγχου που προβλέπουν οι Συνθήκες, η υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ μπορεί να εκπληρωθεί με την προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 263 ΣΛΕΕ ή με την προσφυγή επί παραλείψει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ, ο δε ιδιώτης μπορεί επίσης να ασκήσει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης δυνάμει του άρθρου 268 και του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ. διάταξη της 22ας Δεκεμβρίου 2022, British Airways κατά Επιτροπής, T-480/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:863, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

19      Το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, σε θέματα εξωσυμβατικής ευθύνης, η Ένωση υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα θεσμικά όργανά της ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

20      Κατά πάγια νομολογία, η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, συγκεκριμένα δε την ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το όργανο που εξέδωσε την πράξη και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C-123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

21      Εφόσον δεν πληρούται μια εκ των προϋποθέσεων περί των οποίων έγινε λόγος στη σκέψη 20, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της χωρίς να απαιτείται να εξετασθούν οι λοιπές προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης. Προσέτι, ο δικαστής της Ένωσης δεν υποχρεούται να εξετάζει τις προϋποθέσεις αυτές με συγκεκριμένη σειρά (βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Guardian Europe και Guardian Europe κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης, C-447/17 P και C-479/17 P, EU:C:2019:672, σκέψη 148 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

 Επί της υπάρξεως κατάφωρης παραβάσεως

22      Από το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι το θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχεται η ακυρωθείσα πράξη οφείλει να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως η οποία κηρύσσει ex tunc την πράξη αυτή άκυρη (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 51).

23      Η υποχρέωση, δυνάμει του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την εξάλειψη των αποτελεσμάτων των διαπιστωθεισών παρανομιών μπορεί να συνεπάγεται, στην περίπτωση ήδη εκτελεσθείσης πράξεως, επαναφορά του προσφεύγοντος στην κατάσταση στην οποία ευρισκόταν πριν από την πράξη αυτή (απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2001, Corus UK κατά Επιτροπής, T-171/99, EU:T:2001:249, σκέψη 50).

24      Όπως προκύπτει από τη σκέψη 52 της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), και από την εκεί μνημονευόμενη νομολογία, η καταβολή τόκων συνιστά μέτρο εκτελέσεως ακυρωτικής αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου η οποία πρέπει να εκδοθεί από την Επιτροπή, κατά την έννοια του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθόσον αποσκοπεί στην κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για τη στέρηση της δυνατότητας χρήσεως του πιστωθέντος ποσού.

25      Προσέτι, η υποχρέωση επιστροφής χρηματικών ποσών που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης από εθνική αρχή, θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης και η υποχρέωση προσαυξήσεως της επιστροφής αυτής με τόκους οι οποίοι να καλύπτουν όλο το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταβολής των εν λόγω χρηματικών ποσών έως την ημερομηνία επιστροφής τους συνιστά έκφραση της γενικής αρχής της αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 56).

26      Όπως προκύπτει από τη σκέψη 62 της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), και όπως προκύπτει, κατ’ ουσίαν, από τις σκέψεις 103 και 104 της αποφάσεως της 20ής Ιανουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Printeos (C-301/19 P, EU:C:2021:39), όταν θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να προσαυξάνει με τόκους συγκεκριμένο χρηματικό ποσό το οποίο επιστρέφει, δεν διαθέτει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το αν θα καταβάλει τους τόκους αυτούς ή όχι, με αποτέλεσμα να αρκεί η απλή παράβαση του δικαίου της Ένωσης, η οποία συνίσταται στην άρνηση καταβολής τους, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, δυνάμενης να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.

27      Τέλος, οι τόκοι που πρέπει να καταβληθούν δυνάμει του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ ως αποζημίωση για τη στέρηση της δυνατότητας χρήσεως του οικείου ποσού έχουν «κατ’ αποκοπήν» χαρακτήρα, οπότε το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή για τον λόγο ότι ο ενάγων δεν απέδειξε επαρκώς την ύπαρξη ζημίας (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 62).

28      Εν προκειμένω, με την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (T-509/18, EU:T:2019:876), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την εκτελεστική απόφαση 2018/873 με την οποία η Επιτροπή επέβαλε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 52, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549), την επίδικη δημοσιονομική διόρθωση, αποκλείοντας το ποσό των 151 116,65 ευρώ από τη χρηματοδότηση που καταβλήθηκε στην Τσεχική Δημοκρατία στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ.

29      Πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013, προτού εξετασθεί αν υφίστατο υποχρέωση της Επιτροπής να καταβάλει τόκους στην Τσεχική Δημοκρατία, κατόπιν της ακυρώσεως της αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση.

–       Επί του νομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013

30      Πρώτον, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1306/2013, το ΕΓΤΑΑ εμπίπτει στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης. Όπως ορίζεται στο άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού, το ΕΓΤΑΑ χρηματοδοτεί τη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ένωσης στα προγράμματα αγροτικής αναπτύξεως που εφαρμόζονται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για τη στήριξη της αγροτικής αναπτύξεως.

31      Δεύτερον, υπογραμμίζεται ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 του κανονισμού 1306/2013, καθώς και του άρθρου 4, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΕ) 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ 2012, L 347, σ. 320), το ΕΓΤΑΑ αποτελεί αντικείμενο επιμερισμένης διαχειρίσεως μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 317 ΣΛΕΕ, στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχειρίσεως, η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, με δική της ευθύνη και εντός των ορίων των πιστώσεων που έχουν εγκριθεί. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι πιστώσεις χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως.

32      Το άρθρο 63, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/1046 διευκρινίζει, συναφώς, ότι, όταν η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχειρίσεως, τα καθήκοντα σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού ανατίθενται στα κράτη μέλη.

33      Όπως προκύπτει από τα άρθρα 6 έως 10 του κανονισμού (ΕΕ) 1305/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 487), η εκτέλεση του προϋπολογισμού του ΕΓΤΑΑ από τα κράτη μέλη εντάσσεται στο πλαίσιο προγραμμάτων αγροτικής αναπτύξεως, τα οποία υποβάλλονται από κάθε κράτος μέλος προς έγκριση από την Επιτροπή.

34      Στο πλαίσιο της εφαρμογής των εν λόγω προγραμμάτων αγροτικής αναπτύξεως, σύμφωνα με το άρθρο 49 του κανονισμού 1305/2013, τα κράτη μέλη διαχειρίζονται την επιλογή των δράσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΑΑ. Το άρθρο 7 του κανονισμού 1306/2013 προβλέπει επίσης ότι η διαχείριση και ο έλεγχος των δαπανών του ΕΓΤΑΑ, συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής των εν λόγω δαπανών, πραγματοποιούνται σε επίπεδο κρατών μελών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013, από το άρθρο 36, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού και από το άρθρο 22 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 908/2014, της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2014, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1306/2013 όσον αφορά τους οργανισμούς πληρωμών και άλλους οργανισμούς, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, τους κανόνες σχετικά με τους ελέγχους, τις εγγυήσεις και τη διαφάνεια (ΕΕ 2014, L 255, σ. 59), οι πληρωμές στους δικαιούχους διενεργούνται από τα κράτη μέλη και εν συνεχεία επιστρέφονται, ανά τρίμηνο, από την Επιτροπή βάσει δηλώσεως δαπανών.

35      Τέλος, υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 34 του κανονισμού 1306/2013, οι αναγκαίες πιστώσεις για τη χρηματοδότηση των δαπανών του ΕΓΤΑΑ τίθενται στη διάθεση των κρατών μελών υπό μορφή προχρηματοδοτήσεως, ενδιάμεσων πληρωμών και πληρωμής του υπολοίπου.

36      Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013 και το άρθρο 81, παράγραφος 1, του κανονισμού 1303/2013, μετά την έγκριση προγράμματος αγροτικής αναπτύξεως, η Επιτροπή καταβάλλει την αρχική προχρηματοδότηση για το σύνολο της περιόδου προγραμματισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 3, του κανονισμού 1306/2013, οι τόκοι τους οποίους αποφέρει η προχρηματοδότηση διατίθενται στο αντίστοιχο πρόγραμμα αγροτικής αναπτύξεως και αφαιρούνται από το ποσό των δημόσιων δαπανών που εμφαίνεται στην τελική δήλωση δαπανών. Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 4, του κανονισμού 1306/2013, το ποσό που καταβάλλεται ως προχρηματοδότηση εκκαθαρίζεται πριν περατωθεί το πρόγραμμα αγροτικής αναπτύξεως.

37      Το άρθρο 81, παράγραφος 2, του κανονισμού 1303/2013 διευκρινίζει ότι η αρχική προχρηματοδότηση χρησιμοποιείται μόνο για πληρωμές στους δικαιούχους κατά την εφαρμογή του προγράμματος. Διατίθεται αμέσως στον αρμόδιο φορέα γι’ αυτόν τον σκοπό.

38      Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 70 του κανονισμού 1303/2013 και από την αιτιολογική σκέψη 25 του κανονισμού 1306/2013, η προχρηματοδότηση καταβάλλεται ακριβώς στα κράτη μέλη προκειμένου αυτά να έχουν στη διάθεσή τους κονδύλια της Ένωσης ήδη από την εφαρμογή του προγράμματος αγροτικής αναπτύξεως. Η καταβολή προχρηματοδοτήσεως αποσκοπεί στην εξασφάλιση συνεχούς ροής των κονδυλίων, όπερ θα επιτρέψει τη δέουσα εκτέλεση των πληρωμών προς τους δικαιούχους.

39      Εν συνεχεία, οι ενδιάμεσες πληρωμές καταβάλλονται ανά τρίμηνο, σύμφωνα με το άρθρο 36 του κανονισμού 1306/2013, ως επιστροφή των όντως γενόμενων δαπανών από τους οργανισμούς πληρωμών του κράτους μέλους στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ.

40      Τέλος, το άρθρο 37 του κανονισμού 1306/2013 προβλέπει ότι η πληρωμή του υπολοίπου πραγματοποιείται κατά το κλείσιμο του προγράμματος.

41      Τρίτον, το άρθρο 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν οι δαπάνες που αφορούν το ΕΓΤΑΑ δεν έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, η Επιτροπή προβαίνει σε δημοσιονομικές διορθώσεις εκδίδοντας εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των ποσών που πρέπει να αποκλεισθούν από τη χρηματοδότηση της Ένωσης. Κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού 1303/2013, όταν η Επιτροπή προβαίνει σε τοιαύτη δημοσιονομική διόρθωση, ακυρώνει εν συνόλω ή εν μέρει τη συνεισφορά της Ένωσης σε πρόγραμμα αγροτικής αναπτύξεως και προβαίνει σε ανάκτησή της από το κράτος μέλος προκειμένου να αποκλείσει από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ήδη γενόμενες δαπάνες κατά παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου.

42      Κατά το άρθρο 34, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 908/2014, όταν εκδίδεται απόφαση περί επιβολής δημοσιονομικής διορθώσεως δυνάμει του άρθρου 52 του κανονισμού 1306/2013, η Επιτροπή αφαιρεί τα ποσά κατά τα οποία πρέπει να μειωθεί η χρηματοδότηση της Ένωσης από την πληρωμή για την οποία υποβάλλεται δήλωση δαπανών από το κράτος μέλος μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως.

43      Εξάλλου, επισημαίνεται επίσης ότι, κατά το άρθρο 54 του κανονισμού 1306/2013, τα κράτη μέλη έχουν, πλην των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, την υποχρέωση να απαιτούν από τους δικαιούχους την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που προκύπτουν από παρατυπίες ή αμέλειες. Κατά το άρθρο 56 του εν λόγω κανονισμού, τα ποσά της ενωσιακής χρηματοδοτήσεως στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ που ακυρώνονται και τα ανακτώμενα ποσά καθώς και οι αντίστοιχοι τόκοι επαναδιατίθενται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ωστόσο, τα ενωσιακά κονδύλια που προέρχονται από ακύρωση ή ανάκτηση μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν από το κράτος μέλος μόνο για πράξεις που προβλέπονται στο ίδιο πρόγραμμα αγροτικής αναπτύξεως και υπό τον όρο ότι δεν θα επαναδιατεθούν για πράξεις που αποτέλεσαν το αντικείμενο δημοσιονομικής προσαρμογής. Μετά την περάτωση προγράμματος αγροτικής αναπτύξεως, το κράτος μέλος επιστρέφει τα ποσά που έχουν ανακτηθεί στον προϋπολογισμό της Ένωσης.

–       Επί της υποχρεώσεως έντοκης επιστροφής του ποσού της δημοσιονομικής διορθώσεως

44      Υπό το πρίσμα του νομικού πλαισίου που εκτίθεται στις σκέψεις 30 έως 43 ανωτέρω πρέπει να εξετασθεί αν, όπως υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία, στη συγκεκριμένη περίπτωση της ακυρώσεως αποφάσεως περί επιβολής δημοσιονομικής διορθώσεως στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ είναι επιβεβλημένη η αυτόματη και ανεπιφύλακτη υποχρέωση καταβολής τόκων από την Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 23 έως 27 ανωτέρω.

45      Κατά πρώτον, επισημαίνεται ότι η υποχρέωση καταβολής τόκων, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 23 έως 27 ανωτέρω, και ιδίως από την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), απέρρεε από το διαφορετικό σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση πλαίσιο στο οποίο ορισμένο ποσό εισπράχθηκε αχρεωστήτως από διοικούμενο. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 53 έως 56 της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), η υποχρέωση έντοκης επιστροφής ορισμένου ποσού, όπως προκύπτει από τη νομολογία, αφορά την περίπτωση «διοικουμένου» ο οποίος κατέβαλε αχρεωστήτως ορισμένο ποσό ως πρόστιμο, κύρωση, χρηματική ποινή, φόρο, τέλος ή άλλη καταβολή σε θεσμικό όργανο της Ένωσης ή στις αρχές κράτους μέλους. Οι ως άνω σκέψεις αφορούν, επομένως, το δικαίωμα του διοικουμένου να επιτύχει την καταβολή τόκων ως αντιστάθμισμα για τη στέρηση της δυνατότητας χρήσεως ποσού εισπραχθέντος από τη διοίκηση αχρεωστήτως.

46      Όπως, όμως, προκύπτει από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 30 έως 34 ανωτέρω, στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχειρίσεως, η εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης που διατίθεται για το ΕΓΤΑΑ και η διάθεση κονδυλίων από το εν λόγω ταμείο της Ένωσης ανατίθενται στα κράτη μέλη, τα οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εξομοιωθούν με διοικούμενους.

47      Προσέτι, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 30 έως 34 ανωτέρω, τα κράτη μέλη δεν είναι δικαιούχοι των δαπανών του ΕΓΤΑΑ. Πράγματι, τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα, στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχειρίσεως, για τη διαχείριση και τη διάθεση των κονδυλίων της Ένωσης. Κατά συνέπεια, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, όταν κράτος μέλος πρέπει να επιστρέψει ποσά ως δημοσιονομική διόρθωση, το εν λόγω κράτος μέλος επιστρέφει κονδύλια της Ένωσης που τέθηκαν στη διάθεσή του για τους σκοπούς της διαχειρίσεως του ΕΓΤΑΑ.

48      Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία, η κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από τις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν οι σκέψεις 53 έως 56 της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488). Οι εκτιθέμενες σε αυτήν εκτιμήσεις δεν λαμβάνουν υπόψη τη φύση της σχέσεως μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής ούτε τις ιδιαιτερότητες της επιμερισμένης διαχειρίσεως ούτε το γεγονός ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν κατ’ εξουσιοδότησιν πόρους της Ένωσης. Επομένως, οι εκτιμήσεις αυτές δεν έχουν άμεση εφαρμογή στο πλαίσιο της ακυρώσεως αποφάσεως περί επιβολής δημοσιονομικής διορθώσεως σε κράτος μέλος.

49      Κατά δεύτερον, επισημαίνεται ότι η υποχρέωση καταβολής τόκων αυτομάτως και ανεπιφυλάκτως, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 24 έως 27 ανωτέρω, στηρίζεται εμμέσως πλην σαφώς στην παραδοχή ότι, κατόπιν της ακυρώσεως αποφάσεως με την οποία θεσμικό όργανο υποχρεώνεται να καταβάλει ορισμένο ποσό, ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής υφίσταται πραγματική και βέβαιη ζημία λόγω της στερήσεως της δυνατότητας χρήσεως του ποσού το οποίο πρέπει να του επιστραφεί.

50      Όπως, όμως, προκύπτει από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 35 έως 43 ανωτέρω, δημοσιονομική διόρθωση όπως η επίδικη εντάσσεται σε ένα σύνθετο σύνολο χρηματοοικονομικών ροών που εκτείνεται καθ’ όλην τη διάρκεια εφαρμογής του προγράμματος αγροτικής αναπτύξεως. Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 52, 55 και 56 της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), δεν είναι βέβαιο, στο παρόν πλαίσιο, ότι η ακύρωση αποφάσεως περί δημοσιονομικής διορθώσεως συνεπάγεται αυτομάτως στέρηση της δυνατότητας του κράτους μέλους να διαθέσει το ποσό που αποτελεί το αντικείμενο της δημοσιονομικής διορθώσεως.

51      Πρώτον, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 35 και 38 ανωτέρω, τα κράτη μέλη έχουν στη διάθεσή τους προχρηματοδότηση για την πραγματοποίηση των δαπανών του ΕΓΤΑΑ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίες εν συνεχεία αποτελούν το αντικείμενο δημοσιονομικής διορθώσεως. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται, κατ’ αρχήν, να κινητοποιούν τους δικούς τους χρηματοδοτικούς πόρους για την πραγματοποίηση των δαπανών του ΕΓΤΑΑ.

52      Πράγματι, όπως εξέθεσε η Επιτροπή με τα δικόγραφά της, η διάθεση στο κράτος μέλος συμπληρωματικών πιστώσεων, μέσω ενδιάμεσων πληρωμών, καθιστά δυνατή την αναπλήρωση του χρηματικού αποθέματος το οποίο αρχικώς αποτελείτο από το ποσό που καταβλήθηκε ως προχρηματοδότηση. Με τον τρόπο αυτόν, το αρχικώς καταβληθέν ως προχρηματοδότηση ποσό καθίσταται διαθέσιμο για τη χρηματοδότηση, μέσω των κονδυλίων που διατίθενται από την Ένωση, των νέων δαπανών του ΕΓΤΑΑ που πραγματοποίησε το κράτος μέλος, χωρίς το κράτος μέλος να υποχρεούται κατ’ αρχήν να κινητοποιήσει στην πράξη τους δικούς του οικονομικούς πόρους για την αντιμετώπισή τους.

53      Δεύτερον, τυχόν δημοσιονομική διόρθωση δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι το κράτος μέλος πρέπει να προβεί σε καταβολή στην Επιτροπή απευθείας από τους εθνικούς πόρους του. Πράγματι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 42 ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 908/2014, το ποσό της δημοσιονομικής διορθώσεως αφαιρείται από τις ενδιάμεσες πληρωμές ή την πληρωμή του υπολοίπου που πραγματοποιεί η Επιτροπή για την επιστροφή άλλων δαπανών γενόμενων από το κράτος μέλος στο πλαίσιο του προγράμματος αγροτικής αναπτύξεως.

54      Επομένως, όταν το ποσό της δημοσιονομικής διορθώσεως αφαιρείται από το ποσό ενδιάμεσης πληρωμής, το χρηματικό απόθεμα, το οποίο αποτελείτο αρχικώς από την προχρηματοδότηση, το οποίο είναι πράγματι στη διάθεση του κράτους μέλους για τη χρηματοδότηση των μελλοντικών δαπανών του ΕΓΤΑΑ, μειώνεται κατά το ποσό της εν λόγω διορθώσεως.

55      Συναφώς, επισημαίνεται ότι μόνη η μείωση του ποσού της προχρηματοδοτήσεως που πράγματι είναι διαθέσιμη για τη χρηματοδότηση των δαπανών του ΕΓΤΑΑ δεν μπορεί, αυτή καθεαυτήν, να εξομοιωθεί με στέρηση της δυνατότητας του κράτους μέλους να διαθέσει μέρος των εθνικών του πόρων.

56      Πράγματι, αφενός, όπως επιβεβαίωσαν η Επιτροπή και η Τσεχική Δημοκρατία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, από το άρθρο 35, παράγραφος 3, του κανονισμού 1306/2013 προκύπτει ότι σκοπός του ποσού που καταβάλλεται ως προχρηματοδότηση δεν είναι να αποφέρει τόκους προς όφελος των κρατών μελών. Αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 4, του κανονισμού 1306/2013, το ποσό που καταβάλλεται ως προχρηματοδότηση εκκαθαρίζεται εν πάση περιπτώσει πριν από το κλείσιμο του προγράμματος αγροτικής αναπτύξεως. Η εν λόγω διαδικασία εκκαθαρίσεως συνίσταται στον καταλογισμό των δαπανών που δηλώνονται από το κράτος μέλος στο ποσό που διατίθεται ως προχρηματοδότηση αντί της επιστροφής μέσω ενδιάμεσης πληρωμής ή πληρωμής του υπολοίπου. Ως εκ τούτου, μόνον κατά το κλείσιμο του προγράμματος, η Επιτροπή ανακτά το υπόλοιπο της προχρηματοδοτήσεως από το κράτος μέλος, εάν το ποσό που καταβλήθηκε ως προχρηματοδότηση δεν έχει εξαντληθεί.

57      Τρίτον, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 43 ανωτέρω, τα κράτη μέλη έχουν, κατ’ αρχήν, την υποχρέωση να απαιτούν από τους δικαιούχους την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών ως επακόλουθο παρατυπίας ή αμέλειας που μπορεί να καταλογισθεί στους εν λόγω δικαιούχους. Σε περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος ανακτά από τον δικαιούχο τα ποσά που υπόκεινται σε δημοσιονομική διόρθωση επιβληθείσα σε αυτό από την Επιτροπή, η επιβολή της δημοσιονομικής διορθώσεως δεν μπορεί, εν ουδεμία περιπτώσει, να έχει ως συνέπεια τη στέρηση της δυνατότητας του κράτους μέλους να διαθέσει μέρος των εθνικών οικονομικών πόρων του.

58      Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως βεβαιότητας ως προς τις επιπτώσεις τυχόν δημοσιονομικής διορθώσεως επί των εθνικών πόρων του κράτους μέλους, από την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom (C-221/22 P, EU:C:2024:488), δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή υπέχει κατ’ αρχήν απόλυτη και ανεπιφύλακτη υποχρέωση, όπως αυτή προκύπτει από την απόφαση αυτή, να καταβάλει αυτομάτως τόκους σε εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως με την οποία ακυρώνεται απόφαση περί επιβολής δημοσιονομικής διορθώσεως στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ.

59      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα της Τσεχικής Δημοκρατίας.

60      Πράγματι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία, το γεγονός ότι υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή, αφ’ εαυτής, επέστρεψε εντόκως δημοσιονομικές διορθώσεις δεν είναι ικανό να αποδείξει ότι η Επιτροπή υπέχει αυτομάτως και ανεπιφυλάκτως τοιαύτη υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αφ’ ης στιγμής ακυρωθεί απόφαση περί επιβολής δημοσιονομικής διορθώσεως.

61      Προσέτι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία, το γεγονός ότι η απόφαση περί δημοσιονομικής διορθώσεως επιβάλλεται στο οικείο κράτος μέλος δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι πρέπει να καταβάλλονται τόκοι σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής. Συγκεκριμένα, αν γινόταν δεκτή η επιχειρηματολογία της, δεν θα λαμβανόταν υπόψη το γεγονός ότι τόκοι πρέπει να καταβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ μόνον καθόσον αποσκοπούν στην αντιστάθμιση της στερήσεως της δυνατότητας χρήσεως του επιστρεπτέου ποσού.

–       Επί της ελλείψεως υποχρεώσεως καταβολής τόκων εν προκειμένω

62      Εν προκειμένω, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι οι πληρωμές είχαν ήδη πραγματοποιηθεί στους δικαιούχους και δεν κατέστη δυνατό να ανακτηθούν μετά την επιβολή της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως, η διόρθωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί η Τσεχική Δημοκρατία της δυνατότητας διαθέσεως του αντίστοιχου ποσού.

63      Εντούτοις, πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι προχρηματοδότηση ύψους 69 170 219,88 ευρώ τέθηκε στη διάθεση της Τσεχικής Δημοκρατίας το 2015 και το 2016.

64      Προσέτι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, κάθε φορά που επιστρέφονταν στην Τσεχική Δημοκρατία δαπάνες γενόμενες στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ υπό τη μορφή ενδιάμεσων πληρωμών, το χρηματικό απόθεμα που είχε αρχικώς δημιουργηθεί μέσω προχρηματοδοτήσεως αναπληρωνόταν και καθίστατο εκ νέου διαθέσιμο για τη χρηματοδότηση των νέων δαπανών του ΕΓΤΑΑ που πραγματοποίησε το εν λόγω κράτος μέλος, οπότε η Τσεχική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι αναγκάστηκε να κινητοποιήσει πράγματι δικούς της εθνικούς πόρους για την πραγματοποίηση των εν λόγω δαπανών.

65      Δεύτερον, όπως προκύπτει από το παράρτημα A.1 του δικογράφου της αγωγής, η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση αφαιρέθηκε από την ενδιάμεση πληρωμή που καταβλήθηκε στην Τσεχική Δημοκρατία για την εφαρμογή του προγράμματος αγροτικής αναπτύξεως για το δεύτερο τρίμηνο του 2018. Επομένως, η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση δεν είχε ως αποτέλεσμα η Τσεχική Δημοκρατία να προβεί σε καταβολή προς την Επιτροπή κάνοντας χρήση δικών της οικονομικών πόρων.

66      Τρίτον, υπογραμμίζεται ότι το ποσό που έθεσε στη διάθεση της Τσεχικής Δημοκρατίας η Επιτροπή ως προχρηματοδότηση, μειωμένο κατά το ποσό της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως, παρέμεινε, κατ’ αρχήν, διαθέσιμο κατά το χρονικό διάστημα από τις 10 Αυγούστου 2018 έως τις 27 Οκτωβρίου 2020, κατά τη διάρκεια του οποίου εφαρμόστηκε η εν λόγω δημοσιονομική διόρθωση. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι, εν προκειμένω, η διαδικασία εκκαθαρίσεως της προχρηματοδοτήσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 35, παράγραφος 4, του κανονισμού 1306/2013, άρχισε το πρώτον το 2023.

67      Τέταρτον, η Τσεχική Δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένων των απαντήσεών της στις ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η προχρηματοδότηση δεν ήταν διαθέσιμη ή ότι ήταν ανεπαρκής ούτε κανένα άλλο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι χρειάστηκε πράγματι να κινητοποιήσει εθνικούς πόρους για να αντισταθμίσει την επιστροφή των δαπανών που είχαν κριθεί προσωρινώς μη επιλέξιμες στο πλαίσιο της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως.

68      Αφενός, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Τσεχική Δημοκρατία προς στήριξη της αγωγής της, ήτοι η έκθεση ενδιάμεσης πληρωμής για το δεύτερο τρίμηνο του 2018, το αντίστοιχο απόσπασμα λογαριασμού του Υπουργείου Γεωργίας, με ημερομηνία 10 Αυγούστου 2018, καθώς και απόσπασμα λογαριασμού του Υπουργείου Γεωργίας, με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 2020, δεν αποδεικνύουν πραγματική κινητοποίηση εθνικών πόρων της Τσεχικής Δημοκρατίας. Τα έγγραφα αυτά αναφέρουν μόνον τον συμψηφισμό στον οποίο προέβη η Επιτροπή κατά την ενδιάμεση πληρωμή του δευτέρου τριμήνου του 2018, καθώς και την επιστροφή του ποσού της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως το 2020.

69      Αφετέρου, η Τσεχική Δημοκρατία προσκόμισε δύο λογιστικά έγγραφα στα παραρτήματα E.1 και E.2. Από τα δύο αυτά έγγραφα προκύπτει ότι το ποσό της επίμαχης δημοσιονομικής διορθώσεως μεταφέρθηκε, διαδοχικώς, ως «αρνητική λογιστική, με μείωση των εσόδων», και εν συνεχεία ως «θετική λογιστική καταχώριση με αύξηση των εσόδων» στους λογαριασμούς του τσεχικού Υπουργείου Γεωργίας. Εντούτοις, η λογιστική εγγραφή του ποσού που αντιστοιχεί στην επίδικη δημοσιονομική διόρθωση στους λογαριασμούς του Υπουργείου Γεωργίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εν λόγω δημοσιονομική διόρθωση χρηματοδοτήθηκε από εθνικούς πόρους της Τσεχικής Δημοκρατίας. Πράγματι, οι εν λόγω λογιστικές εγγραφές δεν αποδεικνύουν, αφ’ εαυτών, ότι η Τσεχική Δημοκρατία χρειάσθηκε πράγματι να χρησιμοποιήσει τους δικούς της πόρους για να αντισταθμίσει την προσωρινή μείωση των διαθέσιμων κεφαλαίων λόγω της εν συνεχεία ακυρώσεως της επίμαχης δημοσιονομικής διορθώσεως.

70      Εξάλλου, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, στην πράξη, δεν χρησιμοποιεί τις προχρηματοδοτήσεις, οπότε υποχρεούται να καλύψει το ποσό της δημοσιονομικής διορθώσεως με δικούς της εθνικούς πόρους. Εντούτοις, διαπιστώνεται ότι, εφόσον οι προχρηματοδοτήσεις που είχε στη διάθεσή της, ελλείψει αποδείξεων περί του αντιθέτου, ήσαν πάντοτε επαρκείς για την κάλυψη των δαπανών του ΕΓΤΑΑ που πραγματοποίησε κατά την κρίσιμη περίοδο, η μη προσφυγή σε προχρηματοδότηση αποτελεί αποκλειστική επιλογή της Τσεχικής Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, αβασίμως υποστηρίζει ότι υποχρεώθηκε να καλύψει το ποσό της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως με δικούς της εθνικούς πόρους.

71      Οι ανωτέρω διαπιστώσεις δεν αναιρούνται από το επιχείρημα της Τσεχικής Δημοκρατίας ότι το άρθρο 85 του κανονισμού 1303/2013, καθώς και το άρθρο 52 και το άρθρο 81, παράγραφος 2, του κανονισμού 1306/2013 αντιτίθενται στη χρήση της προχρηματοδοτήσεως για τη χρηματοδότηση της επίμαχης δημοσιονομικής διορθώσεως.

72      Συγκεκριμένα, το ζήτημα δεν είναι ότι η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση χρηματοδοτείται άμεσα από το ποσό που διατέθηκε ως προχρηματοδότηση, αλλά το γεγονός ότι η Τσεχική Δημοκρατία δεν αναγκάσθηκε να αντισταθμίσει στην πράξη τη μείωση των κεφαλαίων που τέθηκαν στη διάθεσή της, συνεπεία της εν λόγω δημοσιονομικής διορθώσεως, με τους εθνικούς πόρους της. Δεδομένου, όμως, ότι το ποσό της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως ήταν χαμηλότερο από το υπόλοιπο της προχρηματοδοτήσεως που τέθηκε στη διάθεση της Τσεχικής Δημοκρατίας, δεν στέρησε από το εν λόγω κράτος μέλος τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το ποσό που καταβλήθηκε ως εναπομένουσα προχρηματοδότηση το οποίο ήταν διαθέσιμο για τη χρηματοδότηση των λοιπών δαπανών στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ. Προσέτι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 69 ανωτέρω, η Τσεχική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι υποχρεώθηκε να δεσμεύσει δικούς της πόρους για να αντισταθμίσει τη δημοσιονομική διόρθωση, εν αναμονή της ακυρώσεώς της και, εν τέλει, της επιστροφής της. Προσέτι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία, οι διατάξεις που μνημονεύονται στη σκέψη 71 ανωτέρω δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι η προχρηματοδότηση μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αρχικώς για τη χρηματοδότηση των δαπανών του ΕΓΤΑΑ πριν αυτές αποτελέσουν αντικείμενο της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως.

73      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων και παρά τη μη ανάκτηση από τους δικαιούχους των ποσών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση είχε ως αποτέλεσμα την πραγματική κινητοποίηση των εθνικών πόρων της Τσεχικής Δημοκρατίας ούτε, κατά μείζονα λόγο, στέρηση της δυνατότητας του εν λόγω κράτους μέλους να χρησιμοποιήσει το αντίστοιχο προς την εν λόγω δημοσιονομική διόρθωση ποσό.

74      Κατά συνέπεια, η καταβολή τόκων δεν συνιστούσε εκτελεστικό μέτρο το οποίο έπρεπε να λάβει η Επιτροπή κατόπιν της αποφάσεως της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (T-509/18, EU:T:2019:876), σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

75      Υπό τις συνθήκες αυτές, ελλείψει υποχρεώσεως καταβολής τόκων εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε κατάφωρη παράβαση του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δυνάμενη να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, καθόσον δεν προέβλεπε την έντοκη επιστροφή της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως.

76      Επομένως, δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, ήτοι η ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου απονέμοντος δικαιώματα σε ιδιώτες. Σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 21 ανωτέρω, η διαπίστωση αυτή και μόνον αρκεί για να αποκλεισθεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.

77      Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

78      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Τσεχική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αγωγή.

2)      Καταδικάζει την Τσεχική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

Kowalik-Ba?czyk

Cassagnab?re

Pavelin

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιουλίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η τσεχική.