Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 1ης Ιουλίου 2026 (*)
« Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας – Εικονιστικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 4011 B552 – Απόλυτος λόγος ακυρότητας – Κακή πίστη – Άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 »
Στην υπόθεση T-654/24,
Driss El Hakmaoui Attilah, κάτοικος Alicante (Ισπανία), εκπροσωπούμενος από τον L. Flores Dreosti, δικηγόρο,
προσφεύγων,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον R. Raponi,
καθού,
λοιποί διάδικοι ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO, παρεμβαίνουσες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
Bella Tawziaa II, SLU, με έδρα τη Marbella (Ισπανία),
Groupe Bellakhdar CO, Sarl, με έδρα την Casablanca (Μαρόκο),
εκπροσωπούμενες από την A. Sanz Cerralbo,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Buttigieg, πρόεδρο τμήματος, M. Kancheva και F. Bestagno (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: J. ?ubo?, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Ιανουαρίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ο προσφεύγων, Driss El Hakmaoui Attilah, ζητεί την ακύρωση και, κατ’ ουσίαν, τη μεταρρύθμιση της απόφασης του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 23ης Οκτωβρίου 2024 (υπόθεση R 403/2024-2) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Ιστορικό της διαφοράς
2 Στις 31 Μαρτίου 2022 οι παρεμβαίνουσες, Bella Tawziaa II, SLU και Groupe Bellakhdar CO, Sarl, υπέβαλαν στο EUIPO αίτηση κήρυξης της ακυρότητας του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο είχε καταχωριστεί υπό τον αριθμό 11674413 κατόπιν αίτησης που κατατέθηκε στις 21 Μαρτίου 2013, για το ακόλουθο εικονιστικό σημείο:
3 Τα προϊόντα που καλύπτονται από το επίμαχο σήμα του οποίου ζητήθηκε η κήρυξη ακυρότητας ενέπιπταν στην κλάση 30 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούσαν στην ακόλουθη περιγραφή: «Καφές, τσάι, κακάο και υποκατάστατα καφέ ρύζι ταπιόκα και σαγού αλεύρι και δημητριακά άρτος, γλυκά και ζαχαρώδη παγωτά και κρέμα παγωτό ζάχαρη, μέλι, σιρόπι μελάσας μαγιά, μπέικιν πάουντερ αλάτι μουστάρδα [σινάπι] ξίδι, σάλτσες (καρυκεύματα) μπαχαρικά πάγος».
4 Προς στήριξη της αιτήσεως για την κήρυξη ακυρότητας προβλήθηκε ο λόγος που προβλέπεται στο άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1).
5 Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας τους η οποία αφορά την κακή πίστη του προσφεύγοντος, οι παρεμβαίνουσες στηρίχθηκαν, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα προγενέστερα δικαιώματα (στο εξής από κοινού: προγενέστερα δικαιώματα):
– την επέκταση της προστασίας διεθνούς καταχώρισης στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Γαλλία και στην Ιταλία, για το κάτωθι εικονιστικό σήμα, του οποίου η καταχώριση ζητήθηκε από την Groupe Bellakhdar στις 15 Μαρτίου 2012 και καταχωρίστηκε υπό τον αριθμό 1117381, για προϊόντα και υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 29, 30, 32 και 43:
– την επέκταση της προστασίας διεθνούς καταχώρισης στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Γαλλία και στην Ιταλία, για το κάτωθι εικονιστικό σήμα, του οποίου η καταχώριση ζητήθηκε από την Groupe Bellakhdar την ίδια ημέρα και καταχωρίστηκε υπό τον αριθμό 1117382, για προϊόντα και υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 29, 30, 32 και 43:
– το κάτωθι εικονιστικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο καταχωρίστηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2012 υπό τον αριθμό 10865038, για προϊόντα και υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 29, 30 και 32:
– το κάτωθι εικονιστικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο καταχωρίστηκε στις 20 Μαρτίου 2013 υπό τον αριθμό 11320694, για προϊόντα και υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 29, 30 και 32:
6 Με απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, το τμήμα ακυρώσεων έκανε δεκτή την αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας, βασιζόμενο στο άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 2017/1001.
7 Στις 16 Φεβρουαρίου 2024 ο προσφεύγων άσκησε ενώπιον του EUIPO προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.
8 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή του προσφεύγοντος και επικύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων, με την αιτιολογία ότι οι παρεμβαίνουσες απέδειξαν ότι ο προσφεύγων, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, είχε ενεργήσει κακόπιστα, κατά την έννοια του άρθρου 59, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 2017/1001. Κατ’ ουσίαν, το τμήμα προσφυγών θεώρησε καταρχάς ότι εξακολουθούσε να υφίσταται στενή εμπορική σχέση μεταξύ του προσφεύγοντος και των παρεμβαινουσών κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, δεδομένου ότι ο προσφεύγων ήταν ο μοναδικός διευθυντής της Bella Tawziaa II. Εν συνεχεία, έκρινε ότι το επίμαχο σήμα είχε ορισμένο βαθμό ομοιότητας με τα προγενέστερα δικαιώματα των παρεμβαινουσών για παρόμοια ή πανομοιότυπα προϊόντα. Τέλος, το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων είχε αθέμιτη πρόθεση κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, δεδομένου ότι επιδίωκε, στην πραγματικότητα, να εκμεταλλευθεί κατά παρασιτικό τρόπο τα προγενέστερα δικαιώματα των παρεμβαινουσών και να αντλήσει όφελος από τη φήμη τους.
Αιτήματα των διαδίκων
9 Ο προσφεύγων ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει και να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη απόφαση
– να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.
10 Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή
– να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση κλήσεως σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
11 Οι παρεμβαίνουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή
– να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του ratione temporis εφαρμοστέου δικαίου
12 Επισημαίνεται ότι η αίτηση καταχώρισης του επίμαχου σήματος υποβλήθηκε στις 21 Μαρτίου 2013.
13 Δεδομένου ότι η ημερομηνία υποβολής της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου, τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως διέπονται από τις ουσιαστικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1) (πρβλ. διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 2004, Alcon κατά ΓΕΕΑ, C-192/03 P, EU:C:2004:587, σκέψεις 39 και 40, και απόφαση της 23ης Απριλίου 2020, Gugler France κατά Gugler και EUIPO, C-736/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:308, σκέψη 3 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
14 Επομένως, εν προκειμένω, όσον αφορά τους κανόνες ουσίας, οι παραπομπές στο άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 2017/1001, στις οποίες προέβησαν το τμήμα προσφυγών στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι διάδικοι, πρέπει να νοηθούν ως παραπομπές αφορώσες το ταυτόσημου περιεχομένου άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009.
15 Αντιθέτως, δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διαδικαστικοί κανόνες εφαρμόζονται εν γένει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους (βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C-610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η διαφορά διέπεται, εν προκειμένω, από τις διαδικαστικές διατάξεις του κανονισμού 2017/1001, ιδίως εκείνες του άρθρου 72, παράγραφοι 2 και 5, καθώς και εκείνες του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2018/625 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2018, για τη συμπλήρωση του κανονισμού 2017/1001 και για την κατάργηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/1430 (ΕΕ 2018, L 104, σ. 1).
Επί του παραδεκτού των εγγράφων που προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
16 Το EUIPO υποστηρίζει ότι οι σελίδες 1 έως 3 και 9 έως 12 του παραρτήματος A.4 καθώς και τα παραρτήματα A.7 έως A.11 του δικογράφου της προσφυγής είναι απαράδεκτα, για τον λόγο ότι προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Οι παρεμβαίνουσες υποστηρίζουν επίσης ότι τα παραρτήματα A.4 έως A.11 προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτα.
17 Ο προσφεύγων επισύναψε έντεκα παραρτήματα στο δικόγραφο της προσφυγής, μεταξύ των οποίων το παράρτημα A.4, το οποίο αποτελείται από διάφορα αποσπάσματα ιστοτόπων που περιέχουν υποδείγματα κουτιών τσαγιού με λιοντάρια ή άλλα ζώα τα παραρτήματα A.5 και A.6 που απαριθμούν διάφορα σήματα προερχόμενα από το μητρώο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία περιέχουν απεικονίσεις λιονταριών, καθώς και ορισμένα σήματα του καταλόγου αυτού που περιλαμβάνουν τη γραφική τους απεικόνιση το παράρτημα A.7, το οποίο περιέχει μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου 2012, το οποίο εστάλη μεταξύ του εμπορικού διευθυντή της Groupe Bellakhdar και του προσφεύγοντος και στο οποίο επισυνάπτεται συνημμένο έγγραφο που απεικονίζει το επίμαχο σήμα, το οποίο παρατίθεται στο παράρτημα A.8 και, τέλος, τα παραρτήματα A.9 έως A.11, τα οποία παραπέμπουν σε άλλο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο ακολούθησε την ανταλλαγή μηνυμάτων που προσκομίστηκε ως παράρτημα A.7.
18 Κατά πάγια νομολογία, η προσφυγή που ασκείται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 72, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 αποσκοπεί στον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών, ο οποίος πρέπει να διενεργείται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 95 του εν λόγω κανονισμού, λαμβανομένου υπόψη του πραγματικού και νομικού πλαισίου της διαφοράς όπως αυτή ήχθη ενώπιον του τμήματος προσφυγών [απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2005, SPAG κατά ΓΕΕΑ – Dann και Backer (HOOLIGAN), T-57/03, EU:T:2005:29, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να ακυρώσει ή να μεταρρυθμίσει την απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή για λόγους που ανακύπτουν μετά την έκδοση της αποφάσεώς του (αποφάσεις της 11ης Μαΐου 2006, Sunrider κατά ΓΕΕΑ, C-416/04 P, EU:C:2006:310, σκέψη 55, και της 13ης Μαρτίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Kaul, C-29/05 P, EU:C:2007:162, σκέψη 53).
19 Συνεπώς, δεν είναι έργο του Γενικού Δικαστηρίου να επανεξετάζει τα πραγματικά περιστατικά βάσει αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιόν του. Πράγματι, η αποδοχή τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων προσκρούει στο άρθρο 188 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο ορίζει ότι τα υπομνήματα των διαδίκων δεν επιτρέπεται να μεταβάλουν το αντικείμενο της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαφοράς. Ως εκ τούτου, οι λόγοι οι οποίοι προβάλλονται για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να κρίνονται απαράδεκτοι, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν [βλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2009, Fiorucci κατά ΓΕΕΑ – Edwin (ELIO FIORUCCI), T-165/06, EU:T:2009:157, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
20 Καταρχάς, όσον αφορά το παραδεκτό των παραρτημάτων A.5 και A.6, επισημαίνεται ότι, μολονότι προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν πρέπει να απορριφθούν. Πράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι αποσπάσματα από το μητρώο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία με τη στενή έννοια του όρου, αλλά αφορούν την πρακτική που ακολουθεί το EUIPO με τις αποφάσεις του, στο μέτρο που αποτυπώνουν εν μέρει την εφαρμογή της πρακτικής αυτής. Πάντως, ένας διάδικος δικαιούται να επικαλεστεί την πρακτική του EUIPO προς στήριξη λόγου ακυρώσεως που αφορά παράβαση, εκ μέρους του τμήματος προσφυγών, διατάξεως του κανονισμού 207/2009 [βλ. απόφαση της 29ης Μαΐου 2018, Sata κατά EUIPO – Zhejiang Rongpeng Air Tools (5000), T-304/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:306, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
21 Εν συνεχεία, όσον αφορά τις σελίδες 1 έως 3 και 9 έως 12 του παραρτήματος A.4 και τα παραρτήματα A.7 έως A.11 του δικογράφου της προσφυγής, διαπιστώνεται, όπως τόνισαν το EUIPO και οι παρεμβαίνουσες, ότι τα εν λόγω παραρτήματα προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Κατά συνέπεια, τα προαναφερθέντα έγγραφα δεν μπορούν να γίνουν δεκτά και παρέλκει η εξέταση της αποδεικτικής τους ισχύος [πρβλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005, Sadas κατά ΓΕΕΑ – LTJ Diffusion (ARTHUR ET FELICIE), T-346/04, EU:T:2005:420, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
22 Κατά συνέπεια, τα παραρτήματα A.5 και A.6 είναι παραδεκτά. Αντιθέτως, οι σελίδες 1 έως 3 και 9 έως 12 του παραρτήματος A.4 καθώς και τα παραρτήματα A.7 έως A.11 του δικογράφου της προσφυγής είναι απαράδεκτα, για τον λόγο ότι προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Επί της ουσίας
23 Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει έναν μοναδικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009. Κατά την άποψή του, κακώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι ο ίδιος είχε ενεργήσει κακόπιστα κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος.
24 Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009, ένα σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κηρύσσεται άκυρο, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο EUIPO ή μετά από άσκηση ανταγωγής στο πλαίσιο αγωγής λόγω προσβολής δικαιώματος, εάν ο αιτών την καταχώριση ενήργησε κακόπιστα κατά την υποβολή της αίτησης καταχώρισης του σήματος. Επομένως, εν προκειμένω, προκειμένου να καθοριστεί το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η αίτηση καταχώρισης του εν λόγω σήματος, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα μέχρι τις 21 Μαρτίου 2013, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε η καταχώριση του επίμαχου σήματος.
25 Τούτου λεχθέντος, από τη νομολογία προκύπτει ότι είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη περιστάσεις που έλαβαν χώρα μετά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, εφόσον οι περιστάσεις αυτές είναι ικανές να διαφωτίσουν το EUIPO σχετικά με τις προθέσεις του δικαιούχου του σήματος αυτού κατά τον χρόνο της κατάθεσης της εν λόγω αίτησης [απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, CeramTec, C-17/24, EU:C:2025:455, σκέψη 71 βλ., επίσης, απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Holzer y Cia κατά EUIPO – Annco (ANN TAYLOR και AT ANN TAYLOR), T-3/18 και T-4/18, EU:T:2019:357, σκέψη 126 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
26 Συναφώς, σημειώνεται ότι η έννοια της «κακής πίστης» κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009 δεν ορίζεται, δεν οριοθετείται, ούτε καν περιγράφεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη νομοθεσία [βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2017, Cipriani κατά EUIPO – Hotel Cipriani (CIPRIANI), T-343/14, EU:T:2017:458, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Εντούτοις, παρατηρείται ότι το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο έχουν παράσχει σειρά διευκρινίσεων όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύεται η «κακή πίστη» και να εκτιμάται αν υφίσταται τέτοια κακή πίστη.
27 Συνεπώς, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι, πέραν του ότι, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της «κακής πίστης» προϋπέθετε την ύπαρξη κακόβουλης σκέψης ή πρόθεσης, έπρεπε επίσης, για την ερμηνεία της, να ληφθεί υπόψη το ιδιαίτερο πλαίσιο του δικαίου των σημάτων, που είναι το πλαίσιο των συναλλαγών. Στο πλαίσιο αυτό, οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί σημάτων έχουν ως σκοπό, ειδικότερα, να συμβάλουν στο σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού εντός της Ένωσης, στο οποίο κάθε επιχείρηση πρέπει, προκειμένου να προσελκύσει την πελατεία με την ποιότητα των προϊόντων της ή των υπηρεσιών της, να είναι σε θέση να καταχωρίζει ως σήματα σημεία που παρέχουν τη δυνατότητα στον καταναλωτή να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο σύγχυσης, τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες από εκείνα που έχουν άλλη προέλευση (βλ. αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Koton Ma?azacilik Tekstil Sanayi ve Ticaret κατά EUIPO, C-104/18 P, EU:C:2019:724, σκέψη 45, και της 29ης Ιανουαρίου 2020, Sky κ.λπ., C-371/18, EU:C:2020:45, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Κατά συνέπεια, ο λόγος απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009 έχει εφαρμογή όταν από συναφείς και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέβαλε την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος αυτού όχι με σκοπό να συμμετάσχει καλόπιστα στον ανταγωνισμό, αλλά με την πρόθεση να θίξει τα συμφέροντα τρίτων, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή να αποκτήσει, χωρίς καν να στρέφεται κατά συγκεκριμένου τρίτου, αποκλειστικό δικαίωμα για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που εμπίπτουν στις λειτουργίες του σήματος, ιδίως στην ουσιώδη λειτουργία της ενδείξεως προελεύσεως (βλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2020, Sky κ.λπ., C-371/18, EU:C:2020:45, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Δεύτερον, η πρόθεση του αιτούντος την καταχώριση σήματος είναι υποκειμενικό στοιχείο το οποίο πρέπει, ωστόσο, να καθορίζεται αντικειμενικά από τις αρμόδιες διοικητικές και δικαστικές αρχές. Επομένως, κάθε ισχυρισμός περί κακής πίστης πρέπει να εκτιμάται συνολικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης. Μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να εκτιμηθεί αντικειμενικώς ο ισχυρισμός περί κακής πίστης (βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Koton Ma?azacilik Tekstil Sanayi ve Ticaret κατά EUIPO, C-104/18 P, EU:C:2019:724, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Προς τούτο, πρέπει να ληφθούν μεταξύ άλλων υπόψη, κατά πρώτον, το γεγονός ότι ο αιτών την καταχώριση γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι ένας τρίτος χρησιμοποιεί για πανομοιότυπο ή για παρόμοιο προϊόν ή υπηρεσία, σ’ ένα τουλάχιστον κράτος μέλος, πανομοιότυπο ή παρόμοιο σημείο ικανό να προκαλέσει σύγχυση με το σημείο του οποίου ζητείται η καταχώριση, κατά δεύτερον, η πρόθεση του αιτούντος την καταχώριση να εμποδίσει τον εν λόγω τρίτο από το να εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το σημείο αυτό καθώς και, κατά τρίτον, ο βαθμός έννομης προστασίας που παρέχεται στο σημείο του τρίτου και στο σημείο του οποίου ζητείται η καταχώριση (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Chocoladefabriken Lindt & Spr?ngli, C-529/07, EU:C:2009:361, σκέψη 53).
31 Μπορούν να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες προκειμένου να κριθεί η ενδεχόμενη κακή πίστη του αιτούντος την καταχώριση κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης σήματος [πρβλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2024, ChiCom Marketing κατά EUIPO – China Faw Group (Hongqi), T-533/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:786, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], όπως η ύπαρξη άμεσων συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μερών [βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2019, Caf? del Mar κ.λπ. κατά EUIPO – Guiral Broto (Caf? del Mar), T-772/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:538, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], ανεξαρτήτως της ακριβούς φύσεως των συναφθεισών συμφωνιών [βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2016, Foodcare κατά EUIPO – Michalczewski (T.G.R. ENERGY DRINK), T-456/15, EU:T:2016:597, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
32 Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη διατύπωση που επελέγη από το Δικαστήριο στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Chocoladefabriken Lindt & Spr?ngli (C-529/07, EU:C:2009:361), οι παράγοντες που απαριθμούνται στην απόφαση αυτή έχουν απλώς ενδεικτικό χαρακτήρα και εντάσσονται σε ένα σύνολο στοιχείων που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να κριθεί η ενδεχόμενη κακή πίστη του αιτούντος την καταχώριση κατά το χρονικό σημείο υποβολής της αίτησης καταχώρισης [αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Peeters Landbouwmachines κατά ΓΕΕΑ – Fors MW (BIGAB), T-33/11, EU:T:2012:77, σκέψη 20, και της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Pangyrus κατά ΓΕΕΑ – RSVP Design (COLOURBLIND), T-257/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:115, σκέψη 67].
33 Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο της σφαιρικής εξέτασης που πραγματοποιείται δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009, μπορεί επίσης να συνεκτιμηθεί η προέλευση του επίμαχου σημείου και η χρήση του από τον χρόνο δημιουργίας του, η εμπορική λογική στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται η κατάθεση της αίτησης καταχώρισης του εν λόγω σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και η χρονολογική σειρά των γεγονότων που υπήρξαν καθοριστικά για την κατάθεση της αιτήσεως αυτής [βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2016, Copernicus-Trademarks κατά EUIPO – Maquet (LUCEO), T-82/14, EU:T:2016:396, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
34 Ομοίως, είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη η έκταση της φήμης της οποίας έχαιρε το επίμαχο σημείο κατά το χρονικό σημείο στο οποίο ζητήθηκε η καταχώρισή του (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Chocoladefabriken Lindt & Spr?ngli, C-529/07, EU:C:2009:361, σκέψη 51), ιδίως δε εφόσον το εν λόγω σημείο είχε προηγουμένως καταχωριστεί ή χρησιμοποιηθεί από τρίτο ως σήμα [πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, Simca Europe κατά ΓΕΕΑ – PSA Peugeot Citro?n (Simca), T-327/12, EU:T:2014:240, σκέψη 40]. Πράγματι, το γεγονός ότι η χρήση ενός σημείου του οποίου ζητείται η καταχώριση παρέχει στον αιτούντα την καταχώριση τη δυνατότητα να αντλήσει αθέμιτο όφελος από τη φήμη ενός προγενέστερου σήματος ή σημείου ή ακόμη ενός διάσημου προσώπου μπορεί να στοιχειοθετήσει την κακή πίστη του αιτούντος [απόφαση της 6ης Ιουλίου 2022, Zd?t κατά EUIPO – Nehera κ.λπ. (nehera), T-250/21, EU:T:2022:430, σκέψη 32].
35 Τρίτον, υπενθυμίζεται ότι ο αιτών την κήρυξη της ακυρότητας βαρύνεται με την απόδειξη των περιστάσεων που επιτρέπουν να συναχθεί ότι ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενήργησε κακόπιστα κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης του σήματος αυτού, η δε καλή πίστη τεκμαίρεται μέχρις αποδείξεως του εναντίου (βλ. απόφαση της 6ης Ιουλίου 2022, nehera, T-250/21, EU:T:2022:430, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Όταν το EUIPO διαπιστώνει ότι οι αντικειμενικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως που επικαλείται ο αιτών την κήρυξη ακυρότητας μπορούν να οδηγήσουν σε ανατροπή του τεκμηρίου της καλής πίστης του οποίου απολαύει ο δικαιούχος του επίμαχου σήματος κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης, εναπόκειται στον δικαιούχο του σήματος να παράσχει πειστικές εξηγήσεις όσον αφορά τους σκοπούς και την εμπορική λογική που επιδιώκει η αίτηση καταχώρισης του εν λόγω σήματος [αποφάσεις της 23ης Μαΐου 2019, ANN TAYLOR και AT ANN TAYLOR, T-3/18 και T-4/18, EU:T:2019:357, σκέψη 36, και της 21ης Απριλίου 2021, Hasbro κατά EUIPO – Kreativni Dogadaji (MONOPOLY), T-663/19, EU:T:2021:211, σκέψη 43].
37 Υπό το πρίσμα ακριβώς των ανωτέρω προκαταρκτικών εκτιμήσεων πρέπει να εξεταστεί η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, στο μέτρο που το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι ο προσφεύγων ενήργησε κακόπιστα κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος.
Επί της σχέσης μεταξύ του προσφεύγοντος και των παρεμβαινουσών κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος
38 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλμα όσον αφορά τη φύση της σχέσης μεταξύ των διαδίκων κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης. Ειδικότερα, κατά τον προσφεύγοντα, η ισπανική εταιρία Bella Tawziaa II είναι επιχείρηση ανεξάρτητη από την Groupe Bellakhdar, μαροκινή εταιρία με την οποία ο ίδιος διατηρούσε περιστασιακή εμπορική σχέση για τη διανομή τσαγιού, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την υποχρέωσή του να υποβάλει στην εν λόγω εταιρία το σύνολο των εμπορικών αποφάσεών του, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη σχέση δεν συνεπαγόταν τίποτε άλλο από το γεγονός ότι οι δύο εταιρίες δεν ήταν άγνωστες μεταξύ τους.
39 Το EUIPO και οι παρεμβαίνουσες αντικρούουν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
40 Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι υφίστατο ήδη στενή εμπορική σχέση μεταξύ των διαδίκων κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, οπότε ο προσφεύγων είχε κατ’ ανάγκην γνώση της χρήσης των προγενέστερων δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι ο προσφεύγων είχε ιδρύσει την εταιρία ισπανικού δικαίου Grand Lion 4011, SL, στις 29 Μαρτίου 2012, πριν ξεκινήσει, μερικούς μήνες αργότερα, συζητήσεις με πρόσωπο συνδεόμενο με την Groupe Bellakhdar προκειμένου να δημιουργήσει εταιρική σχέση μαζί της. Στο πλαίσιο αυτό, η επωνυμία της εταιρίας τροποποιήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2012 σε Bella Tawziaa II, έπειτα, στις 23 Οκτωβρίου 2012, το εταιρικό της κεφάλαιο αυξήθηκε και, ως εκ τούτου, εισήλθε ως εταίρος στην εταιρία το ως άνω συνδεόμενο με την Groupe Bellakhdar πρόσωπο και η εταιρία έχασε τον μονοπρόσωπο χαρακτήρα της. Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών διευκρινίζει ότι ο προσφεύγων αναφέρει ότι επιβαρύνθηκε με όλα τα έξοδα σύστασης και λειτουργίας της εταιρίας του, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την αίτηση καταχώρισης πλειόνων σημάτων προγενέστερων της καταχώρισης του επίμαχου σήματος.
41 Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει αναφορά στα πραγματικά περιστατικά, ήτοι στα ακόλουθα χρονολογικά στοιχεία. Πρώτον, στις 29 Μαρτίου 2012 συστάθηκε η Grand Lion 4011, ο δε προσφεύγων ήταν εταίρος και μοναδικός διαχειριστής της. Δεύτερον, στις 4 Σεπτεμβρίου 2012 η εν λόγω εταιρία μετονομάστηκε σε Bella Tawziaa II και, τρίτον, στις 18 Ιανουαρίου 2016 η μεταβίβαση της κυριότητας του επίμαχου σήματος στον προσφεύγοντα καταχωρίστηκε στο μητρώο του EUIPO.
42 Η ύπαρξη άμεσων συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μερών, ανεξαρτήτως της ακριβούς φύσεως των συναφθεισών μεταξύ τους συμφωνιών, αποτελεί έναν από τους παράγοντες βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί η ενδεχόμενη ύπαρξη κακής πίστης του δικαιούχου του επίμαχου σήματος κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης.
43 Συναφώς, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, όπως επισήμαναν το EUIPO και οι παρεμβαίνουσες, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της αίτησης για την κήρυξη ακυρότητας προέκυπτε ότι υφίστατο, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, ήτοι στις 21 Μαρτίου 2013, εμπορική σχέση μεταξύ των διαδίκων.
44 Εν συνεχεία, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, το τμήμα προσφυγών δεν διαπίστωσε ότι η Bella Tawziaa II ήταν θυγατρική της Groupe Bellakhdar, αλλά ότι η εταιρία αυτή είχε συσταθεί με σκοπό τη διασφάλιση εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο εταιριών (βλ. σκέψεις 47 έως 50 της προσβαλλόμενης απόφασης). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η Grand Lion 4011 ιδρύθηκε από τον προσφεύγοντα στις 29 Μαρτίου 2012 και μερικούς μήνες αργότερα ξεκίνησαν συζητήσεις με το πρόσωπο που συνδεόταν με την Groupe Bellakhdar, με σκοπό τη σύναψη εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο εταιριών. Στο πλαίσιο αυτό, η επωνυμία της εταιρίας τροποποιήθηκε στη συνέχεια, στις 4 Σεπτεμβρίου 2012, σε Bella Tawziaa II και στις 23 Οκτωβρίου 2012 το κεφάλαιο αυξήθηκε με την είσοδο του εν λόγω συνδεδεμένου με την Groupe Bellakhdar προσώπου ως εταίρου μαζί με τον προσφεύγοντα.
45 Τέλος, διαπιστώνεται ότι το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη την εμπορική σχέση μεταξύ του προσφεύγοντος και της Groupe Bellakhdar κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος και ότι πρόκειται πράγματι, όπως ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών, για κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι ο προσφεύγων γνώριζε τη χρήση των προγενέστερων δικαιωμάτων κατά τον χρόνο κατάθεσης της ανωτέρω αίτησης. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποδεικνύεται ο παράγοντας που αφορά την ύπαρξη συμβατικής σχέσης προγενέστερης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, βάσει της οποίας μπορεί να εκτιμηθεί η ύπαρξη κακής πίστης εκ μέρους του προσφεύγοντος.
Επί της ομοιότητας μεταξύ του επίμαχου σήματος και των προγενέστερων δικαιωμάτων
46 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως στο μέτρο που έκρινε ότι το επίμαχο σήμα και τα προγενέστερα δικαιώματα παρουσίαζαν σημαντικές ομοιότητες. Κατά την άποψή του, το γεγονός ότι τα επίμαχα σήματα περιέχουν απεικόνιση του ίδιου ζώου, ήτοι του λιονταριού, δεν αρκεί για να συναχθεί η ύπαρξη ομοιότητας μεταξύ του επίμαχου σήματος και των προγενέστερων δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι είναι σύνηθες να χρησιμοποιούνται σχήματα ζώων, και ειδικότερα σχήματα λιονταριών, σε κουτιά τσαγιού, όπως αποδεικνύουν τα παραρτήματα A.4 έως A.6 του δικογράφου της προσφυγής, τα οποία περιέχουν κυρίως απεικονίσεις διαφόρων κουτιών τσαγιού με ζώα ή λιοντάρια που συνυπάρχουν στην αγορά.
47 Το EUIPO και οι παρεμβαίνουσες αντικρούουν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
48 Το τμήμα προσφυγών έκρινε, καταρχάς, ότι, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, είχαν καταχωριστεί πλείονα προγενέστερα δικαιώματα από την Groupe Bellakhdar ή την Bella Tawziaa II, τα οποία κάλυπταν παρόμοια προϊόντα των κλάσεων 29, 30, 32 και 43. Εν συνεχεία, έκρινε ότι τα προγενέστερα αυτά δικαιώματα εμφάνιζαν σημαντικές ομοιότητες με το επίμαχο σήμα, ιδίως λόγω της ύπαρξης κοινών στοιχείων αποτελούμενων από τους αριθμούς ή κωδικούς «4011» και «B552», λόγω της παρουσίασης των προϊόντων σε παρόμοιες συσκευασίες και λόγω της παρουσίας αραβικών ή ανατολίτικων λεκτικών στοιχείων καθώς και απεικονίσεων λιονταριών. Επιπροσθέτως, το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε ότι η ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημείων προέκυπτε πρωτίστως από την κοινή αναφορά στην έννοια και στη μορφή του λιονταριού, διακριτικό και κυρίαρχο στοιχείο που δεν έχει σχέση με τα οικεία προϊόντα. Τέλος, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι, τόσο για τα λεκτικά στοιχεία που σημαίνουν «λιοντάρι» όσο και για τις γραφικές απεικονίσεις του ζώου αυτού, υπήρχαν προφανείς αλληλοεπικαλύψεις μεταξύ των σημάτων, καθιστώντας αναπόφευκτη τη διαπίστωση ορισμένου βαθμού ομοιότητας. Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών προσέθεσε ότι, αν μέρος του ενδιαφερόμενου κοινού μπορούσε να αντιληφθεί τους αραβικούς χαρακτήρες ως απλό εικονιστικό στοιχείο, οι αραβόφωνοι καταναλωτές που βρίσκονται στην Ένωση θα αντιλαμβάνονταν αμέσως τη σημασία τους.
49 Καταρχάς, διαπιστώνεται, όπως ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών, ότι, στο πλαίσιο της εκτίμησης της κακής πίστης κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009, δεν τίθεται ζήτημα απόδειξης συγκεκριμένου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων από τη σκοπιά των καταναλωτών, όπως συμβαίνει στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009, αλλά ζήτημα κατανόησης της πρόθεσης του προσφεύγοντος κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος.
50 Εν συνεχεία, επισημαίνεται, όπως τόνισαν το EUIPO και οι παρεμβαίνουσες, ότι το επίμαχο σήμα παρουσιάζει ομοιότητες με τα προγενέστερα δικαιώματα των παρεμβαινουσών. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία «4011» και «B552» που περιλαμβάνονται στα προς σύγκριση σήματα πρέπει να θεωρηθούν πανομοιότυπα όσον αφορά τη γραφική τους απεικόνιση, τη θέση τους, ήτοι ότι εμφανίζονται το ένα πάνω από το άλλο, καθώς και την παραπομπή τους στην ίδια έννοια. Όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ως προς τον περιγραφικό χαρακτήρα των σημάτων, μολονότι είναι πιθανό ένα μη αμελητέο τμήμα του ενδιαφερόμενου κοινού να αντιληφθεί τον αριθμό «4011» και το αλφαριθμητικό στοιχείο «B552» των επίμαχων σημείων ως περιγραφικές ενδείξεις της ποιότητας του τσαγιού, εντούτοις σημαντικό τμήμα του κοινού αυτού θα αντιληφθεί τα εν λόγω στοιχεία μόνον ως γράμματα και αριθμούς [πρβλ. απόφαση της 30ης Απριλίου 2025, Laura Food κατά EUIPO – Morghati Abderrahim (THE VERT DE CHINE 4011 ALJAMAL ALJAMAL 4011 B 552), T-95/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:418, σκέψη 49].
51 Τέλος, όπως εξέθεσαν το EUIPO και οι παρεμβαίνουσες, διαπιστώνεται ότι τα αντιπαρατιθέμενα σήματα είναι παρόμοια ως προς την έννοια του λιονταριού το οποίο είναι κοινό στοιχείο αμφότερων των σημάτων. Συγκεκριμένα, είτε με τη χρήση εικόνων που απεικονίζουν το ζώο αυτό καθαυτό είτε με τα λεκτικά στοιχεία στην αραβική γλώσσα, η αναφορά στο λιοντάρι εμφανίζεται έντονα στα προς σύγκριση σήματα και συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ορισμένο βαθμό ομοιότητας μεταξύ τους. Συναφώς, όσον αφορά τους αραβόφωνους καταναλωτές που βρίσκονται στην Ένωση, διαπιστώνεται ότι, ακόμη και αν τα επίμαχα προϊόντα συνιστούν τσάγια τα οποία δεν προορίζονται κατ’ ανάγκην για τους συγκεκριμένους καταναλωτές, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι ως άνω καταναλωτές να αποτελούν μέρος του ενδιαφερόμενου κοινού [πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2024, Laura Food κατά EUIPO – Bella Tawziaa II (Th? Vert de Chine AL ASSAD HBOUB R3505 Chaara 4011), T-541/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:457, σκέψη 32]. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών, ότι ένα μέρος του κοινού της Ένωσης θα κατανοήσει και θα αποδώσει σημασία στα στοιχεία στην αραβική γλώσσα που υπάρχουν στα αντιπαρατιθέμενα σημεία, ενώ το σύνολο του κοινού της Ένωσης θα αντιληφθεί τις γραφικές απεικονίσεις λιονταριών. Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι τα λιοντάρια εμφανίζονται συχνά στα κουτιά τσαγιού, μολονότι τα παραρτήματα A.5 και A.6 είναι παραδεκτά καθόσον αφορούν την πρακτική που ακολουθεί το EUIPO με τις αποφάσεις του, έχουν περιορισμένο μόνον πεδίο εφαρμογής στο πλαίσιο της εκτίμησης του διακριτικού χαρακτήρα της έννοιας και της απεικόνισης του λιονταριού στον τομέα του τσαγιού. Πράγματι, απλώς και μόνον η απαρίθμηση σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιέχουν λιοντάρια δεν αποδεικνύει ότι τα σήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιούνται ουσιαστικά στην αγορά και, κατά μείζονα λόγο, δεν αποδεικνύει ότι το στοιχείο αυτό χρησιμοποιείται ευρέως στον οικείο τομέα και ότι το ενδιαφερόμενο κοινό είναι συνηθισμένο να το αντιλαμβάνεται ως κοινό μοτίβο.
52 Η ως άνω εκτίμηση δεν ανατρέπεται από το επιχείρημα που προέβαλε ο προσφεύγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στηριζόμενος στη σκέψη 79 της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 2024, Th? Vert de Chine AL ASSAD HBOUB R3505 Chaara 4011 (T-541/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:457), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, για το υπ’ αριθ. 013237268 σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο είναι ένα από τα προγενέστερα σήματα εν προκειμένω, ήταν απίθανο το ενδιαφερόμενο κοινό, στο οποίο απευθύνεται το προϊόν «τσάι», να αντιληφθεί την έννοια του λιονταριού στο εν λόγω σήμα. Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η σκέψη 79 της ανωτέρω αποφάσεως διατυπώθηκε στο ειδικό πλαίσιο του επίμαχου στην υπόθεση εκείνη σήματος. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στην απόφαση εκείνη, ότι στο σήμα αυτό, όπως είχε καταχωριστεί, η απεικόνιση των λιονταριών δύσκολα γινόταν αντιληπτή λόγω του μικρού μεγέθους της και ότι τα λεκτικά στοιχεία «μεγάλο λιοντάρι» καθώς και ο αραβικός όρος «?????», που σημαίνει «λιοντάρι», δεν μπορούσαν εύκολα να γίνουν κατανοητά από το ενδιαφερόμενο κοινό. Υπό τις συγκεκριμένες αυτές συνθήκες, το Γενικό Δικαστήριο είχε κρίνει ότι ήταν απίθανο το ενδιαφερόμενο κοινό να αντιληφθεί το προγενέστερο σήμα υπό την έννοια ότι παραπέμπει σε λιοντάρι. Εντούτοις, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση την οποία επικαλείται ο προσφεύγων αφορούσε διαδικασία ανακοπής, στηριζόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009. Υπενθυμίζεται ότι, εν προκειμένω, δεν τίθεται ζήτημα απόδειξης συγκεκριμένου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων από τη σκοπιά των καταναλωτών, όπως συμβαίνει στο πλαίσιο της εφαρμογής της ως άνω διάταξης, αλλά ζήτημα κατανόησης της πρόθεσης του προσφεύγοντος κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος (βλ. σκέψη 49 ανωτέρω). Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω η εκτίμηση η οποία περιλαμβάνεται στη σκέψη 79 της αποφάσεως που επικαλείται ο προσφεύγων και η οποία συνδέεται με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε εκείνη η απόφαση, ήτοι στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής στηριζόμενης στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009.
53 Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποδεικνύεται ο παράγοντας που αφορά τη γνώση του γεγονότος ότι τρίτος χρησιμοποιούσε πανομοιότυπο ή παρόμοιο σημείο σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος της Ένωσης, το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της κακής πίστης του προσφεύγοντος.
Επί της ύπαρξης αθέμιτης πρόθεσης εκ μέρους του προσφεύγοντος
54 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως, καθόσον διαπίστωσε αθέμιτη πρόθεση εκ μέρους του κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος. Συγκεκριμένα, πρώτον, υποστηρίζει ότι είχε ενημερώσει την Groupe Bellakhdar για την πρόθεσή του να καταθέσει το επίμαχο σήμα, όπερ αποδεικνύεται από τα παραρτήματα A.7 έως A.11 του δικογράφου της προσφυγής, στα οποία ανευρίσκονται δύο ηλεκτρονικά μηνύματα της ίδιας ημέρας και συναφή στιγμιότυπα οθόνης, τα οποία αντάλλαξε ο προσφεύγων με τον εμπορικό διευθυντή της Groupe Bellakhdar και στα οποία επισυνάφθηκε ως παράρτημα απεικόνιση του επίμαχου σήματος. Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι υφίστατο ακόμη σχέση μεταξύ της Bella Tawziaa II και της Groupe Bellakhdar μετά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος. Συναφώς, υποστηρίζει, αφενός, ότι στις 9 Σεπτεμβρίου 2014 η Bella Tawziaa II κατέθεσε σήμα που αντιστοιχούσε σε σήμα της Groupe Bellakhdar και, αφετέρου, ότι, αν είχε θελήσει να αντλήσει όφελος από το σήμα αυτό, δεν θα είχε συνεχίσει τη σχέση με την εν λόγω επιχείρηση και το οικείο σήμα δεν θα είχε καταχωριστεί. Τρίτον, υποστηρίζει, αφενός, ότι η προβαλλόμενη φήμη των προγενέστερων δικαιωμάτων στο Μαρόκο πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος δεν αποδείχθηκε και, αφετέρου, ότι δεν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη πρόθεσης άντλησης οφέλους από τη φήμη αυτή, δεδομένου ότι η εν λόγω πρόθεση δεν υφίστατο κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος.
55 Τέλος, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, με τη θέσπιση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την πρόθεση να συμπεριλάβει περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, στις οποίες ο αιτών την καταχώριση σήματος της Ένωσης υποβάλλει στη συνέχεια αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας του ίδιου σήματος επικαλούμενος την κακή πίστη.
56 Το EUIPO και οι παρεμβαίνουσες αντικρούουν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
57 Καταρχάς, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι η αίτηση καταχώρισης του επίμαχου σήματος δεν είχε υποβληθεί στο όνομα του προσφεύγοντος, αλλά στο όνομα της Bella Tawziaa II, στην οποία ο πρώτος ασκούσε καθήκοντα διευθυντή κατά τον χρόνο της εν λόγω καταχώρισης.
58 Στη συνέχεια, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη της χρονολογικής αλληλουχίας των γεγονότων και των συνθηκών κατάθεσης των προγενέστερων δικαιωμάτων, ήταν εύλογο ότι η Bella Tawziaa II επιδίωξε αρχικώς να διασφαλίσει την «ειρηνική εκμετάλλευση» των σημάτων της Groupe Bellakhdar στην ευρωπαϊκή αγορά. Εντούτοις, επισήμανε ότι, αντιθέτως προς τις αιτήσεις καταχώρισης σημάτων που είχαν υποβληθεί προηγουμένως με τη συγκατάθεση της Groupe Bellakhdar, η καταχώριση του επίμαχου σήματος είχε γίνει χωρίς τη συγκατάθεσή της. Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών παρατήρησε ότι ο προσφεύγων γνώριζε ή, τουλάχιστον, όφειλε να γνωρίζει ότι η διακριτική αξία και η φήμη των προγενέστερων δικαιωμάτων στηρίζονταν στο σχήμα και στην έννοια του λιονταριού. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι ο δικαιούχος είχε επιδιώξει να καταχωρίσει εναλλακτικό σήμα δυνάμενο να συσχετιστεί με τα προγενέστερα δικαιώματα των εμπορικών εταίρων του, ήτοι των παρεμβαινουσών, με σκοπό να αντλήσει όφελος από αυτό και να επωφεληθεί από τη φήμη που έχουν αποκτήσει οι παρεμβαίνουσες στον τομέα του τσαγιού, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι παρεμβαίνουσες.
59 Τέλος, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι ορισμένα γεγονότα μεταγενέστερα της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος μπορούσαν να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί η πρόθεση του προσφεύγοντος κατά τον χρόνο κατάθεσης της εν λόγω αίτησης. Ειδικότερα, επισήμανε ότι στις 28 Δεκεμβρίου 2015 το επίμαχο σήμα είχε μεταβιβαστεί εξ ολοκλήρου κατόπιν αιτήματος του ίδιου του προσφεύγοντος, ο οποίος ενεργούσε βάσει γενικής πληρεξουσιότητας, όπερ είχε ως συνέπεια τη μεταβίβαση της κυριότητας του επίμαχου σήματος της Bella Tawziaa II στον ίδιο. Ο προσφεύγων δικαιολόγησε τη μεταβίβαση αυτή με τη βούληση να ανακτήσει μέρος της επένδυσης που είχε πραγματοποιήσει και να συνεχίσει τη δραστηριότητά του, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι το επίμαχο σήμα δεν είχε καμία σχέση με τα προγενέστερα δικαιώματα τα οποία εκμεταλλευόταν ήδη η Groupe Bellakhdar.
60 Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε σε καμία περίπτωση πρόθεση να αναφερθεί σε περίπτωση κατά την οποία το νομικό πρόσωπο που κατέθεσε αίτηση καταχώρισης σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί στη συνέχεια να κινήσει διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας του ίδιου σήματος, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη εν προκειμένω κατάσταση θέτει το ζήτημα αν φυσικό πρόσωπο το οποίο προέβη στην καταχώριση σήματος για λογαριασμό και στο όνομα νομικού προσώπου του οποίου ήταν τότε ο κύριος διαχειριστής μπορεί να θεωρηθεί ότι ενήργησε κακόπιστα κατά τον χρόνο της κατάθεσης. Εντούτοις, όπως επισήμανε το τμήμα προσφυγών, το γεγονός ότι το νομικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου κατατέθηκε το σήμα υποβάλλει μεταγενέστερα αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009, εφόσον η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην προστασία του γενικού συμφέροντος και μπορεί να προβληθεί από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
61 Ειδικότερα, στο μέτρο που η έννοια της «κακής πίστης» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009 δεν έχει οριστεί από τον νομοθέτη της Ένωσης (βλ. σκέψη 26 ανωτέρω), τίποτα δεν εμποδίζει την εφαρμογή της, όταν από κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι ο δικαιούχος του επίμαχου σήματος ενήργησε με αθέμιτη πρόθεση κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης. Συναφώς, το γεγονός ότι ο προσφεύγων κατέθεσε το επίμαχο σήμα στο όνομα εταιρίας της οποίας ήταν τότε κύριος διαχειριστής και ότι η εταιρία αυτή, υπό άλλη διεύθυνση και μετά την αποχώρηση του προσφεύγοντος, υπέβαλε στη συνέχεια αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας του ίδιου σήματος δεν ασκεί επιρροή στην πρόθεση του προσφεύγοντος κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης.
62 Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 43 έως 45 ανωτέρω, ο προσφεύγων και οι παρεμβαίνουσες, ιδίως η Groupe Bellakhdar, διατηρούσαν εμπορική και συμβατική σχέση πριν και κατά τον χρόνο της κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, δεδομένου ότι ο προσφεύγων ήταν εταίρος της Bella Tawziaa II, οπότε υφίστατο σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των εν λόγω μερών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι κατατέθηκε το επίμαχο σήμα για πανομοιότυπα προϊόντα, ήτοι για το τσάι, χωρίς να ενημερωθεί σχετικά η Groupe Bellakhdar, μπορεί να συνιστά παραβίαση των χρηστών συναλλακτικών ηθών που ισχύουν στις εμπορικές σχέσεις.
63 Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων ως παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ως άνω εκτίμηση. Συγκεκριμένα, όπως αναλύθηκε στις σκέψεις 18 έως 22 ανωτέρω, τα παραρτήματα A.7 έως A.11 του δικογράφου της προσφυγής πρέπει να κριθούν απαράδεκτα.
64 Επομένως, ορθώς το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο προσφεύγων, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της Bella Tawziaa II, η οποία συνδεόταν τότε με την Groupe Bellakhdar, δεν είχε ενημερώσει την τελευταία για την πρόθεσή του να καταθέσει το επίμαχο σήμα. Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο προσφεύγων γνωστοποίησε την πρόθεση αυτή στην Groupe Bellakhdar.
65 Τρίτον, πρέπει να επισημανθεί ότι, αντιθέτως προς το άρθρο 53 του κανονισμού 207/2009 το οποίο απαριθμεί τους σχετικούς λόγους ακυρότητας σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποσκοπεί, ως εκ τούτου, στην προστασία των ιδιωτικών συμφερόντων των δικαιούχων ορισμένων προγενέστερων σημάτων που συγκρούονται με το επίμαχο σήμα, το άρθρο 52, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η κακή πίστη του αιτούντος κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης σήματος αποτελεί απόλυτο λόγο ακυρότητας, αποσκοπεί στην προστασία του γενικού συμφέροντος, μπορεί δε να γίνει επίκληση της κακής πίστης από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και όχι μόνον από τους δικαιούχους προγενέστερων δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια, μολονότι η φήμη προγενέστερου σημείου μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την εκτίμηση της κακής πίστης, δεν μπορεί να απαιτείται από τον αιτούντα την κήρυξη ακυρότητας ο οποίος την προβάλλει να αποδεικνύει συστηματικά τη φήμη αυτή [πρβλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2024, Dendiki κατά EUIPO – D-Market (hepsiburada), T-172/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:105, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
66 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 25 ανωτέρω, είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, τα οποία μπορούν επίσης να επιβεβαιώσουν την κακόβουλη πρόθεση του προσφεύγοντος κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης.
67 Εν προκειμένω, αφενός, όπως εκτίθεται στη σκέψη 71 της προσβαλλόμενης απόφασης, από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι παρεμβαίνουσες κατά τη διοικητική διαδικασία ενώπιον του EUIPO προκύπτει ότι στο Μαρόκο τα προγενέστερα δικαιώματα είχαν έναν ορισμένο βαθμό φήμης ή ήταν ευρέως γνωστά για προϊόντα με βάση το τσάι. Συγκεκριμένα, οι παρεμβαίνουσες προσκόμισαν φωτογραφίες, φακέλους με υλικό από τον Τύπο, διαφημιστικό υλικό και καταλόγους από τους οποίους προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι δύο από τα προγενέστερα δικαιώματα χρησιμοποιήθηκαν από το 2012 έως το 2017 κυρίως στο Μαρόκο. Όπως επισημαίνει το EUIPO, ουσιώδες μέρος των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων αφορά περίοδο προγενέστερη της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, αλλά μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη στοιχεία μεταγενέστερα της αίτησης αυτής, καθόσον από αυτά μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα όσον αφορά την κατάσταση που υφίστατο κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης.
68 Επομένως, ακόμη και αν οι παρεμβαίνουσες δεν ήταν υποχρεωμένες να αποδείξουν τη φήμη της οποίας έχαιραν τα προγενέστερα σήματά τους, η φήμη αυτή στο Μαρόκο μπορεί να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της κακής πίστης. Αντιθέτως, η έλλειψη της εν λόγω φήμης εντός της Ένωσης δεν ασκεί επιρροή σε μια τέτοια εκτίμηση (πρβλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2024, hepsiburada, T-172/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:105, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
69 Αφετέρου, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, όπως ορθώς επισήμαναν το EUIPO και οι παρεμβαίνουσες, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, πρώτον, ο προσφεύγων όρισε την αδελφή του ως μοναδική διευθύντρια της Bella Tawziaa II, αφού της παραχώρησε τα μερίδιά του στις 25 Μαρτίου 2014, στη συνέχεια η ίδια του χορήγησε γενική πληρεξουσιότητα δυνάμει της οποίας ο προσφεύγων ενεργούσε υπό την ιδιότητα εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου, δεύτερον, στις 19 Μαΐου 2015 καταχωρίσθηκε η μεταβίβαση τριών σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρ του προσφεύγοντος, δικαιούχος των οποίων ήταν η Bella Tawziaa II, τρίτον, στις 23 Νοεμβρίου 2015 ο προσφεύγων μεταβίβασε τα εν λόγω σήματα σε τρίτο και, τέταρτον, στις 28 Δεκεμβρίου 2015 ζήτησε τη συνολική μεταβίβαση του επίμαχου σήματος στον ίδιο.
70 Τα ως άνω στοιχεία συνιστούν πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της αίτησης καταχώρισης, βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί, όπως τόνισε και το τμήμα προσφυγών, ότι ο προσφεύγων ζήτησε την καταχώριση του επίμαχου σήματος με σκοπό να το οικειοποιηθεί στη συνέχεια, προκειμένου να ανακτήσει φερόμενες επενδύσεις. Συγκεκριμένα, το εν λόγω σήμα μεταβιβάστηκε στον προσφεύγοντα από τον ίδιο, ο οποίος ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος βάσει γενικής πληρεξουσιότητας που του είχε χορηγήσει η αδελφή του, στην οποία είχε μεταβιβάσει στις 25 Μαρτίου 2014 τα μερίδια που κατείχε στην Bella Tawziaa II (βλ. σκέψη 69 ανωτέρω).
71 Τέλος, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 51 ανωτέρω, τα αντιπαρατιθέμενα σήματα είναι παρόμοια ως προς την έννοια του λιονταριού, ήτοι του κοινού τους χαρακτηριστικού. Πάντως, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο προσφεύγων είχε γνώση των προγενέστερων δικαιωμάτων των παρεμβαινουσών, η ομοιότητα αυτή δεν μπορεί να είναι απλώς τυχαίο γεγονός [πρβλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2024, ?lbay κατά EUIPO – PELLA-EU (PELLA), T-514/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:727, σκέψη 31]. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών με την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν ο προσφεύγων δεν ήταν υποχρεωμένος να διαθέτει στο εμπόριο μόνον τα προϊόντα της Groupe Bellakhdar, εντούτοις τούτο δεν του παρείχε την εξουσία να καταθέσει σήματα περιέχοντα στοιχεία δυνάμενα να συσχετισθούν με τα σήματα της παρεμβαίνουσας. Συναφώς, ο προσφεύγων θα μπορούσε, όπως ορθώς επισημαίνει το τμήμα προσφυγών, να ζητήσει την καταχώριση σήματος συνδεόμενου με οποιοδήποτε άλλο ζώο ή την καταχώριση σήματος που το απεικονίζει. Εντούτοις, επέλεξε ένα σήμα το οποίο απεικόνιζε λιοντάρι, το μόνο ζώο με το οποίο συνδέονταν τα σήματα της Groupe Bellakhdar, και το οποίο αναπαρήγε ακόμη και τα αραβικά λεκτικά στοιχεία των προγενέστερων δικαιωμάτων των παρεμβαινουσών.
72 Ως εκ τούτου, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, ορθώς το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του επίμαχου σήματος, ο προσφεύγων ήταν κακόπιστος κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009.
73 Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακόλουθα, η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
74 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
75 Δεδομένου ότι διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση και ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του EUIPO και των παρεμβαινουσών.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Ο Driss El Hakmaoui Attilah καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
|
Buttigieg |
Kancheva |
Bestagno |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Ιουλίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.