Υπόθεση T-653/24, Accorinvest και Soci?t? g?n?rale κατά Ministre de l'?conomie, des Finances et de la Souverainet? industrielle et num?rique, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα προδικαστικών υποθέσεων) της 28ης Ιανουαρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-653/24, Accorinvest και Soci?t? g?n?rale κατά Ministre de l'?conomie, des Finances et de la Souverainet? industrielle et num?rique, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα προδικαστικών υποθέσεων) της 28ης Ιανουαρίου 2026
Υπόθεση T-653/24, Accorinvest και Soci?t? g?n?rale κατά Ministre de l'?conomie, des Finances et de la Souverainet? industrielle et num?rique, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα προδικαστικών υποθέσεων) της 28ης Ιανουαρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
(τμήμα προδικαστικών υποθέσεων)

της 28ης Ιανουαρίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Ειδικοί φόροι κατανάλωσης – Πρόσθετοι έμμεσοι φόροι επί προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης – Άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118/ΕΚ – Έννοια του “πρόσθετου έμμεσου φόρου” – Τιμολογιακή συνεισφορά επί των υπηρεσιών μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας – Μετακύλιση του φόρου στον καταναλωτή – Άμεση και άρρηκτη σχέση μεταξύ του φόρου και της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας»

Στην υπόθεση T-653/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Conseil d’?tat (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία) με απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Δεκεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

Accorinvest,

Soci?t? g?n?rale

κατά

Ministre de l’?conomie, des Finances et de la Souverainet? industrielle et num?rique,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα προδικαστικών υποθέσεων),

συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, T. Pynn? (εισηγήτρια), J. Laitenberger, G. Hesse και I. Δημητρακόπουλο, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: M. Brkan

γραμματέας: L. Ramette, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη ότι στις 18 Δεκεμβρίου 2024 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Σεπτεμβρίου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        οι Accorinvest και Soci?t? g?n?rale, εκπροσωπούμενες από τους S. Espasa Mattei και J.-P. Renaudin, δικηγόρους,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις P. Chansou και B. Travard,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Bj?rkland και M. Herold,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118/EK του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ (ΕΕ 2009, L 9, σ. 12).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δύο συνεκδικαζόμενων στην κύρια δίκη ενδίκων διαφορών μεταξύ, αφενός, της Accorinvest και της Soci?t? g?n?rale και, αφετέρου, του ministre de l’?conomie, des Finances et de la Souveraint? industrielle et num?rique (υπουργού Οικονομίας, Οικονομικών και Βιομηχανικής και Ψηφιακής Ανεξαρτησίας, Γαλλία), σχετικά με τη νομιμότητα του φόρου που επιβλήθηκε στις εταιρίες αυτές, κατ’ εφαρμογήν της γαλλικής νομοθεσίας, λόγω της σύναψης συμβάσεων πρόσβασης στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η οδηγία 2008/118 έχει καταργηθεί από την οδηγία (ΕΕ) 2020/262 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2019, για τη θέσπιση του γενικού καθεστώτος των ειδικών φόρων κατανάλωσης (ΕΕ 2020, L 58, σ. 4). Παρά ταύτα, η οδηγία 2008/118 έχει εφαρμογή ratione temporis στα πραγματικά περιστατικά των διαφορών της κύριας δίκης.

4        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2008/118 προέβλεπε τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία θεσπίζει το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται άμεσα ή έμμεσα στην κατανάλωση των κάτωθι προϊόντων (εφεξής “προϊόντα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης”):

α)      ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια που εμπίπτουν στην οδηγία 2003/96/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 2003, L 283, σ. 51)]

[...]

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν, για ειδικούς σκοπούς, να επιβάλλουν πρόσθετους έμμεσους φόρους στα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, υπό τον όρο ότι οι φόροι αυτοί είναι σύμφωνοι με τους κοινοτικούς κανόνες φορολόγησης που ισχύουν για τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ή τον φόρο προστιθέμενης αξίας, όσον αφορά τον καθορισμό της φορολογικής βάσης, τον υπολογισμό, το απαιτητό και τον έλεγχο του φόρου, εξαιρουμένων των διατάξεων περί απαλλαγών.

3.      Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν φόρους:

[...]

β)      στις παροχές υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν σχέση με τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, οι οποί[οι] δεν έχουν χαρακτήρα φόρου επί του κύκλου εργασιών.

[...]»

 Το εθνικό δίκαιο

5        Το άρθρο 18 του loi n° 2004-803, du 9 ao?t 2004, relative au service public de l’?lectricit? et du gaz et aux entreprises ?lectriques et gazi?res (νόμου 2004-803, της 9ης Αυγούστου 2004, περί της δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και των επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, στο εξής: νόμος της 9ης Αυγούστου 2004), ορίζει τα εξής:

«Ι.      Θεσπίζεται τιμολογιακή συνεισφορά υπέρ του Caisse nationale des industries ?lectriques et gazi?res [(εθνικού ταμείου βιομηχανιών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου)] επί των υπηρεσιών μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας [...]

II.      Την εν λόγω τιμολογιακή συνεισφορά υποχρεούνται να καταβάλλουν:

1o όσον αφορά την ηλεκτρική ενέργεια:

a)      οι διαχειριστές των δημόσιων δικτύων μεταφοράς ή διανομής οι οποίοι την εισπράττουν, επιπλέον των τιμολογίων χρήσης των δημόσιων δικτύων μεταφοράς και διανομής, [...] από τους καταναλωτές [...], με τους οποίους οι εν λόγω διαχειριστές έχουν συνάψει σύμβαση πρόσβασης στο δίκτυο

b)      οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίοι την εισπράττουν, επιπλέον της τιμής πώλησης, από τους καταναλωτές [...], όταν οι προμηθευτές αυτοί έχουν συνάψει σύμβαση πρόσβασης στα δίκτυα [...] για την προμήθεια των καταναλωτών αυτών

c)      οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίοι την εισπράττουν επιπλέον της τιμής πώλησης [...]

[...]

III. Βάση υπολογισμού της τιμολογιακής συνεισφοράς αποτελεί:

1o      όσον αφορά την ηλεκτρική ενέργεια:

–        το προ φόρων πάγιο μέρος του τιμολογίου χρήσης των δημόσιων δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, όταν η τιμολογιακή συνεισφορά οφείλεται σύμφωνα με το στοιχείο a του σημείου 1° του μέρους II

–        το προ φόρων πάγιο μέρος του τμήματος που αφορά τη χρήση των δικτύων, το οποίο περιλαμβάνεται στην τιμή πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας, όταν η τιμολογιακή συνεισφορά οφείλεται σύμφωνα με το στοιχείο b του σημείου 1° του μέρους II

–        το προ φόρων πάγιο μέρος του τμήματος που αφορά τη χρήση των δικτύων, το οποίο περιλαμβάνεται στα ρυθμιζόμενα τιμολόγια πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, όταν η τιμολογιακή συνεισφορά οφείλεται σύμφωνα με το στοιχείο c του σημείου 1° του μέρους II [...]

[...]

IV. Η τιμολογιακή συνεισφορά οφείλεται, βάσει των συμβάσεων που συνάπτονται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο μέρος ΙΙ για την πραγματοποίηση των παροχών του μέρους Ι, κατά την είσπραξη των προκαταβολών ή του τιμήματος από τον υπόχρεο ή, κατ’ επιλογήν του τελευταίου, κατά τον χρόνο της χρέωσης στην περίπτωση αυτή, οφείλεται οπωσδήποτε κατά την είσπραξη των προκαταβολών ή του τιμήματος, εφόσον προηγείται της χρέωσης.

[...]

VII. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου καθορίζονται με διάταγμα εκδιδόμενο κατόπιν γνωμοδότησης του Conseil d’?tat [(Συμβουλίου της Επικρατείας, Γαλλία)]».

6        Το άρθρο 1 του d?cret no 2005-123, du 14 f?vrier 2005, relatif ? la contribution tarifaire sur les prestations de transport et de distribution d’?lectricit? et de gaz naturel (διατάγματος 2005-123, της 14ης Φεβρουαρίου 2005, περί της τιμολογιακής συνεισφοράς επί των παροχών μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου), όπως ίσχυε μέχρι την 31η Ιουλίου 2017, όριζε τα εξής:

«I.      Το προ φόρων πάγιο μέρος του τιμολογίου χρήσης των δημόσιων δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο μνημονεύεται στο άρθρο 18, μέρος III, σημείο 1°, του προαναφερθέντος νόμου της 9ης Αυγούστου 2004 [...], συντίθεται από το άθροισμα των ακόλουθων επιμέρους χρεώσεων:

–        την ετήσια χρέωση διαχείρισης όπως ορίζεται με την απόφαση περί έγκρισης των ισχυόντων τιμολογίων χρήσης των δημόσιων δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας

–        την ετήσια χρέωση μετρήσεων όπως ορίζεται με την απόφαση περί έγκρισης των ισχυόντων τιμολογίων χρήσης των δημόσιων δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας

–        το πάγιο μέρος της ετήσιας χρέωσης καταναλώσεων [...]

–        το πάγιο μέρος της ετήσιας χρέωσης για συμπληρωματικές και εφεδρικές γραμμές παροχής ενέργειας [...]».

7        Κατά το άρθρο 1 του διατάγματος της 14ης Φεβρουαρίου 2005, όπως ισχύει από 1ης Αυγούστου 2017:

«[...] το προ φόρου πάγιο μέρος του τιμολογίου χρήσης των δημόσιων δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας συντίθεται από το άθροισμα των χρεώσεων του τιμολογίου προμήθειας όπως ορίζονται με τις αποφάσεις περί των ισχυόντων τιμολογίων χρήσης των δημόσιων δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, που απαριθμούνται στα σημεία 1° έως 4°:

1°      την ετήσια χρέωση διαχείρισης

2°      την ετήσια χρέωση μετρήσεων

3°      το πάγιο μέρος της ετήσιας χρέωσης καταναλώσεων. Το πάγιο αυτό μέρος συντίθεται από χρεώσεις που περιλαμβάνονται στους τιμολογιακούς τύπους που αφορούν τη συγκεκριμένη χρέωση, ανάλογα με τη συμφωνηθείσα ισχύ, εξαιρουμένων τυχόν μηνιαίων χρεώσεων για υπερβάσεις της συμφωνηθείσας ισχύος

4°      το πάγιο μέρος της ετήσιας χρέωσης για συμπληρωματικές και εφεδρικές γραμμές παροχής. Το πάγιο αυτό μέρος συντίθεται από την ετήσια χρέωση για συμπληρωματικές και εφεδρικές γραμμές παροχής, εξαιρουμένου του μεριδίου ενέργειας και των μηνιαίων χρεώσεων για υπερβάσεις της συμφωνηθείσας ισχύος όταν η εφεδρική παροχή ενέργειας βρίσκεται σε επίπεδο τάσης διαφορετικό από εκείνο της κύριας παροχής.»

8        Σύμφωνα με το άρθρο 2 του διατάγματος της 14ης Φεβρουαρίου 2005:

«Ο προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας που εισπράττει την τιμολογιακή συνεισφορά κατ’ εφαρμογήν του στοιχείου b ή του στοιχείου c του σημείου 1° του μέρους II του άρθρου 18 του νόμου της 9ης Αυγούστου 2004 [...] συνυπολογίζει το προ φόρων πάγιο μέρος του τμήματος που αφορά τη χρήση των δικτύων στην τιμή πώλησης ή στο τιμολόγιο πώλησης σύμφωνα με το άρθρο 1.»

9        Το άρθρο L. 341-3 του code de l’?nergie (ενεργειακού κώδικα) προβλέπει τα εξής:

«Οι μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των τιμολογίων χρήσης των δημόσιων δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζονται από την Commission de r?gulation de l’?nergie (Ρυθμιστική Επιτροπή Ενέργειας) [...]».

 Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10      Η Accorinvest και η Soci?t? g?n?rale είναι δύο εταιρίες γαλλικού δικαίου οι οποίες, ως τελικοί καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, φέρουν υποχρέωση καταβολής τιμολογιακής συνεισφοράς επί των υπηρεσιών μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας (στο εξής: τιμολογιακή συνεισφορά χρήσης δικτύου).

11      Στο πλαίσιο δύο χωριστών διαδικασιών, οι Accorinvest και η Soci?t? g?n?rale ζήτησαν από το tribunal administratif de Paris (διοικητικό πρωτοδικείο Παρισιού, Γαλλία) να υποχρεώσει το Γαλλικό Δημόσιο να τους καταβάλει αποζημίωση ίση προς τα ποσά που είχαν καταβάλει για την τιμολογιακή συνεισφορά χρήσης δικτύου, αντιστοίχως, για τα έτη 2016 έως 2018 και για τα έτη 2017 και 2018. Προς στήριξη των αξιώσεών τους, οι δύο εταιρίες προέβαλαν ότι η συνεισφορά είχε τον χαρακτήρα «πρόσθετου έμμεσου φόρου επί προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118, και ότι δεν ήταν σύμφωνη προς τους κανόνες φορολόγησης που θέτει η διάταξη αυτή. Η πρόεδρος του 1ου τμήματος του tribunal administratif de Paris (διοικητικού πρωτοδικείου Παρισιού) απέρριψε, με διατάξεις της 26ης Απριλίου 2021, τις προαναφερθείσες αγωγές ως ασκηθείσες ενώπιον αναρμοδίου δικαστηρίου.

12      Το cour administrative d’appel de Paris (διοικητικό εφετείο Παρισιού, Γαλλία), επιληφθέν των εφέσεων που άσκησαν η Accorinvest και η Soci?t? g?n?rale, εξαφάνισε τις πρωτοβάθμιες διατάξεις και, αποφαινόμενο επί των εφέσεων, απέρριψε τις αξιώσεις αποζημίωσης, με το σκεπτικό ότι δεν υφίστατο «άμεση και άρρηκτη σχέση» μεταξύ της τιμολογιακής συνεισφοράς χρήσης δικτύου και της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου και, κατά συνέπεια, η συνεισφορά αυτή δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118.

13      Εκάστη των εταιριών Accorinvest και Soci?t? g?n?rale άσκησε αναίρεση ενώπιον του Conseil d’?tat (Συμβουλίου της Επικρατείας), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

14      Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι η τιμολογιακή συνεισφορά χρήσης δικτύου βασίζεται στο πάγιο μέρος των τιμολογίων χρήσης των δημόσιων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο αποτελεί κατ’ ουσίαν συνάρτηση του επιπέδου τάσης και της ισχύος που συμφωνείται στο πλαίσιο της σύμβασης σύνδεσης με τα δίκτυα, εξαιρουμένου του κυμαινόμενου μέρους των τιμολογίων αυτών, το οποίο είναι το μόνο το οποίο εξαρτάται από την ποσότητα της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται.

15      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, αφενός, ότι ο πρώτος ισχυρισμός τον οποίο προβάλλουν η Accorinvest και η Soci?t? g?n?rale, ο οποίος αντλείται από το γεγονός ότι η τιμολογιακή συνεισφορά χρήσης δικτύου μετακυλίεται κατά τον νόμο στον τελικό καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας, εγείρει το ζήτημα του κατά πόσον η ύπαρξη νομοθετημένου μηχανισμού μετακύλισης στον τελικό καταναλωτή φόρου επί προϊόντος υποκείμενου σε ειδικό φόρο κατανάλωσης συνεπάγεται αφ’ εαυτής την ύπαρξη άμεσης και άρρηκτης σχέσης μεταξύ του φόρου αυτού και της κατανάλωσης του προϊόντος, ακόμη και στην περίπτωση που ο φόρος υπολογίζεται ανεξαρτήτως της ποσότητας του προϊόντος που πράγματι καταναλώνεται. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί, αφετέρου, ότι ο δεύτερος ισχυρισμός, ο οποίος αντλείται από την ύπαρξη άμεσης και άρρηκτης σχέσης μεταξύ της συνεισφοράς αυτής και της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, εγείρει το ζήτημα αν ο φόρος που βασίζεται μεν αποκλειστικά στο πάγιο μέρος των τιμολογίων χρήσης των δημόσιων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, πλην όμως οφείλεται στο πλαίσιο των συμβάσεων πρόσβασης στο δίκτυο που έχουν συναφθεί με τους καταναλωτές ή τους προμηθευτές τους, πρέπει να θεωρηθεί ότι παρουσιάζει μια τέτοια σχέση. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τα ζητήματα αυτά, τα οποία αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας 2008/118, είναι καθοριστικά για την επίλυση της διαφοράς.

16      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Conseil d’?tat (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας [2008/118] την έννοια ότι το γεγονός ότι υφίσταται νομοθετημένος μηχανισμός μετακύλισης του φόρου στον τελικό καταναλωτή προϊόντος υποκείμενου σε ειδικό φόρο κατανάλωσης συνεπάγεται αφ’ εαυτού ότι υφίσταται άμεση και άρρηκτη σχέση μεταξύ του φόρου και της κατανάλωσης του εν λόγω προϊόντος, με αποτέλεσμα να πρέπει να θεωρηθεί ως πρόσθετος έμμεσος φόρος κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας [2008/118], ακόμη και στην περίπτωση που ο εν λόγω φόρος υπολογίζεται ανεξαρτήτως της ποσότητας του προϊόντος που πράγματι καταναλώθηκε;

2)      Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας [2008/118] την έννοια ότι μια επιβάρυνση, όπως η τιμολογιακή συνεισφορά χρήσης δικτύου, της οποίας βάση υπολογισμού αποτελεί το πάγιο μέρος των τιμολογίων χρήσης των δημόσιων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, εξαιρουμένου του κυμαινόμενου μέρους των τιμολογίων αυτών το οποίο είναι το μόνο που συναρτάται με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά η οποία οφείλεται στο πλαίσιο συμβάσεων πρόσβασης στο δίκτυο που συνάπτουν οι καταναλωτές ή οι προμηθευτές τους, συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να πρέπει να θεωρηθεί ως πρόσθετος έμμεσος φόρος κατά την έννοια των διατάξεων αυτών;»

 Επί του αιτήματος επανάληψης της προφορικής διαδικασίας

17      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Νοεμβρίου 2025, κατόπιν της αναπτύξεως των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα, η Accorinvest και η Soci?t? g?n?rale ζήτησαν την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

18      Προς στήριξη του αιτήματός τους, οι Accorinvest και Soci?t? g?n?rale υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέα περιέχουν επιχειρήματα επί των οποίων δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των ενδιαφερομένων. Συγκεκριμένα, η ανάλυση της γενικής εισαγγελέα στηρίζεται σε μια συστηματική προσέγγιση υπό το πρίσμα των σκοπών της οδηγίας 2008/118 όσον αφορά τις διατυπώσεις και τον έλεγχο, η οποία δεν αναπτύχθηκε από τους ενδιαφερομένους με τα υπομνήματά τους ούτε εξετάστηκε με ερωτήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

19      Υπενθυμίζεται, αφενός, ότι ο Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου δεν προβλέπουν τη δυνατότητα των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού αυτού ενδιαφερομένων να διατυπώνουν παρατηρήσεις σε απάντηση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα. Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 252, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει δημόσια, με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία, αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων οι οποίες, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτούν την παρέμβασή του. Το Γενικό Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα ούτε από την αιτιολογία βάσει της οποίας αυτός καταλήγει στις εν λόγω προτάσεις. Επομένως, η διαφωνία οποιουδήποτε από τους ενδιαφερομένους με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, όποια και αν είναι τα ζητήματα που εξετάζει ο τελευταίος με τις προτάσεις του αυτές, δεν μπορεί να συνιστά, αυτή καθεαυτήν, λόγο που δικαιολογεί την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας (βλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2024, f6 Cigarettenfabrik, C-336/22, EU:C:2024:226, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

20      Ασφαλώς, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί ανά πάσα στιγμή, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 222 του Κανονισμού του Διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτισθεί επαρκώς ή όταν ένας ενδιαφερόμενος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου, ή ακόμη όταν η διαφορά πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των ενδιαφερομένων.

21      Εντούτοις, εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί, οι δε Accorinvest και Soci?t? g?n?rale ουδόλως απέδειξαν, με το αίτημα επανάληψης της προφορικής διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση, ότι η διαφορά πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των ενδιαφερομένων. Επιπλέον, το εν λόγω αίτημα δεν περιέχει κανένα νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της απόφασης που καλείται να εκδώσει το Γενικό Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, κρίνει ότι δεν απαιτείται να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

22      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118 έχει την έννοια ότι ένας νομοθετημένος μηχανισμός μετακύλισης του φόρου στον τελικό καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας συνεπάγεται αφ’ εαυτού την ύπαρξη άμεσης και άρρηκτης σχέσης μεταξύ του φόρου αυτού, υπολογιζόμενου ανεξαρτήτως της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που πράγματι καταναλώνεται, και της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και, κατά συνέπεια, ότι ο εν λόγω φόρος πρέπει να θεωρηθεί ως «πρόσθετος έμμεσος φόρος», κατά την έννοια της διάταξης αυτής.

23      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 2, η οδηγία 2008/118 έχει ως σκοπό την εναρμόνιση των όρων επιβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης επί των προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

24      Κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 1, η οδηγία 2008/118 θεσπίζει το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται άμεσα ή έμμεσα στην κατανάλωση των προϊόντων που απαριθμούνται στη συγκεκριμένη διάταξη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα «ενεργειακά προϊόντα και [η] ηλεκτρική ενέργεια που εμπίπτουν στην οδηγία [2003/96]».

25      Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118, σκοπός του οποίου είναι να ληφθεί δεόντως υπόψη ότι οι σχετικές φορολογικές παραδόσεις των κρατών μελών ποικίλλουν και ότι παρατηρείται συχνά να επιβάλλονται έμμεσοι φόροι προς εφαρμογή μη δημοσιονομικών πολιτικών, επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν, πέραν του ελάχιστου ειδικού φόρου κατανάλωσης, και άλλους έμμεσους φόρους που εξυπηρετούν κάποιον ειδικό σκοπό (απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems, C-5/14, EU:C:2015:354, σκέψη 58).

26      Ως διάταξη αποκλίνουσα από την αρχή της εναρμόνισης των όρων επιβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης επί των προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118 πρέπει να τυγχάνει συσταλτικής ερμηνείας (βλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Statoil Fuel & Retail, C-553/13, EU:C:2015:149, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Φόρος ο οποίος δεν πλήττει, άμεσα ή έμμεσα, την κατανάλωση ούτε της ηλεκτρικής ενέργειας ούτε άλλου προϊόντος υποκείμενου σε ειδικό φόρο κατανάλωσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/118 (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Elecdey Carcelen κ.λπ., C-215/16, C-216/16, C-220/16 και C-221/16, EU:C:2017:705, σκέψεις 61 έως 63). Από τη νομολογία προκύπτει ότι, για να χαρακτηριστεί ένας φόρος ως πρόσθετος έμμεσος φόρος επί της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει να υφίσταται άμεση και άρρηκτη σχέση μεταξύ του φόρου αυτού και της κατανάλωσης της ηλεκτρικής ενέργειας (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 1999, Braathens, C-346/97, EU:C:1999:291, σκέψη 23, και της 3ης Μαρτίου 2021, Promociones Oliva Park (C-220/19, EU:C:2021:163, σκέψη 54).

28      Προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένας φόρος μπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, η νομολογία λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες.

29      Στην απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems (C-5/14, EU:C:2015:354, σκέψεις 62 έως 65), το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίστατο άμεση και άρρηκτη σχέση μεταξύ της χρήσης πυρηνικού καυσίμου, ήτοι του αντικειμένου του επίμαχου στην υπόθεση εκείνη φόρου, και της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη δύο στοιχεία. Πρώτον, επισήμανε, αφενός, ότι η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παραγόταν από τον αντιδραστήρα πυρηνικού σταθμού δεν αποτελούσε άμεση συνάρτηση της ποσότητας του χρησιμοποιούμενου πυρηνικού καυσίμου, αλλά μπορούσε να ποικίλλει ανάλογα με το είδος και τις ιδιότητες του χρησιμοποιούμενου καυσίμου καθώς και ανάλογα με το επίπεδο της απόδοσης του οικείου αντιδραστήρα και, αφετέρου, ότι ο επιβληθείς φόρος μπορούσε να εισπραχθεί λόγω της πρόκλησης ανατροφοδοτούμενης αλυσιδωτής αντίδρασης, ακόμη και χωρίς να έχει παραχθεί, και ως εκ τούτου καταναλωθεί, οποιαδήποτε ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας. Δεύτερον, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο φόρος αυτός δεν καταβαλλόταν από τον καταναλωτή, αλλά από τον παραγωγό της ηλεκτρικής ενέργειας και ότι δεν μπορούσε να μετακυλιστεί εξ ολοκλήρου στον τελικό καταναλωτή της ηλεκτρικής ενέργειας.

30      Στην απόφαση της 3ης Μαρτίου 2021, Promociones Oliva Park (C-220/19, EU:C:2021:163, σκέψεις 50, 51, 54 και 58), το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, πρώτον, τη γενεσιουργό αιτία του επίμαχου φόρου, ήτοι την καθαρή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, δεύτερον, το γεγονός ότι ο φόρος αυτός δεν εισπραττόταν απευθείας από τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά από τους οικονομικούς φορείς οι οποίοι την παρήγαγαν και τη διοχέτευαν στο δίκτυο, και ότι δεν υφίστατο επίσημος μηχανισμός μετακύλισης του φόρου και, τρίτον, το γεγονός ότι ο φόρος αυτός υπολογιζόταν με γνώμονα μόνον την ιδιότητα του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας, βάσει των μερικώς σταθερών εισοδημάτων των φορολογουμένων και, επομένως, ανεξαρτήτως της ποσότητας της ηλεκτρικής ενέργειας που πράγματι παραγόταν και διοχετευόταν στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστατο άμεση και άρρηκτη σχέση μεταξύ του φόρου αυτού και της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.

31      Τέλος, στην απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2017, IRCCS – Fondazione Santa Lucia (C-189/15, EU:C:2017:17, σκέψεις 30 έως 38), το Δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμήσει αν ποσά οφειλόμενα από επιχειρήσεις για την κάλυψη των γενικών βαρών του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας συνιστούσαν έμμεσους φόρους, έλαβε υπόψη τέσσερα στοιχεία, ήτοι, πρώτον, την προβλεπόμενη από τον νόμο υποχρέωση καταβολής των ποσών αυτών, δεύτερον, τον προορισμό των απαιτούμενων ποσών, τα οποία έπρεπε να χρηματοδοτήσουν σκοπούς γενικού συμφέροντος, τρίτον, τη δυνατότητα μετακύλισης των εν λόγω ποσών στους λογαριασμούς που απευθύνονταν στους τελικούς καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας και, τέταρτον, το γεγονός ότι τα ποσά αυτά συνδέονταν με την καταναλωθείσα ηλεκτρική ενέργεια.

32      Από τις αποφάσεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 29 έως 31 ανωτέρω, όπως υπενθυμίζει η γενική εισαγγελέας στο σημείο 54 των προτάσεών της, προκύπτει ότι η εξ ολοκλήρου μετακύλιση ενός φόρου στον καταναλωτή δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να χαρακτηριστεί ο φόρος αυτός ως πρόσθετος έμμεσος φόρος, αλλά αποτελεί ένα από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό.

33      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη νομοθετημένου μηχανισμού μετακύλισης φόρου στον τελικό καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής ότι ο φόρος, υπολογιζόμενος ανεξαρτήτως της πράγματι καταναλωθείσας ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας, συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και θεωρείται ως «πρόσθετος έμμεσος φόρος», κατά την έννοια της διάταξης αυτής.

 Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

34      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν φόρος οφειλόμενος στο πλαίσιο συμβάσεων πρόσβασης στο δίκτυο προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας που συνάπτουν οι καταναλωτές ή οι προμηθευτές τους και του οποίου ο υπολογισμός δεν εξαρτάται από την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και, κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ως «πρόσθετος έμμεσος φόρος», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118.

35      Από τις σκέψεις 29 έως 31 ανωτέρω προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, διάφοροι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της διαπίστωσης της ύπαρξης άμεσης και άρρηκτης σχέσης προκειμένου να χαρακτηριστεί ένας φόρος ως «πρόσθετος έμμεσος φόρος», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118, ιδίως η γενεσιουργός αιτία του φόρου, ο τρόπος υπολογισμού του και η ενδεχόμενη μετακύλισή του στον καταναλωτή.

36      Εν προκειμένω, από τις πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι, πρώτον, γενεσιουργός αιτία της τιμολογιακής συνεισφοράς χρήσης δικτύου είναι η σύναψη από τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας ή τους προμηθευτές τους σύμβασης για την πρόσβαση στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως υπογραμμίζει η γενική εισαγγελέας στο σημείο 56 των προτάσεών της, η γενεσιουργός αυτή αιτία προηγείται οιασδήποτε κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.

37      Δεύτερον, όσον αφορά τον υπολογισμό της τιμολογιακής συνεισφοράς χρήσης δικτύου, από τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του το Γενικό Δικαστήριο, και υπό την επιφύλαξη της εξακρίβωσης των στοιχείων αυτών από το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι η συνεισφορά υπολογίζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του διατάγματος της 14ης Φεβρουαρίου 2005, βάσει της ετήσιας χρέωσης διαχείρισης, της ετήσιας χρέωσης μετρήσεων, του πάγιου μέρους της ετήσιας χρέωσης καταναλώσεων και του πάγιου μέρους της ετήσιας χρέωσης για συμπληρωματικές και εφεδρικές γραμμές.

38      Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι χρεώσεις επί των οποίων βασίζεται η τιμολογιακή συνεισφορά χρήσης δικτύου δεν εξαρτώνται από την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικότερα, μολονότι το πάγιο μέρος της ετήσιας χρέωσης καταναλώσεων αποτελεί συνάρτηση της συμφωνηθείσας από τον καταναλωτή ισχύος και των τιμολογιακών επιλογών του, από τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του το Γενικό Δικαστήριο προκύπτει ότι η επιλογή του καταναλωτή γίνεται βάσει εκτίμησης της μελλοντικής του κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία δεν συνδέεται με την πραγματική του κατανάλωση. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προέκυψε ότι ο καταναλωτής μπορεί μεν να μεταβάλει τη συγκεκριμένη επιλογή, πλην όμως η μεταβολή αυτή ισχύει για το μέλλον και δεν συνεπάγεται επιστροφή της ήδη καταβληθείσας τιμολογιακής συνεισφοράς χρήσης δικτύου η οποία είχε υπολογιστεί με βάση συμφωνηθείσα ισχύ μη αντιστοιχούσα στις ανάγκες του. Εξάλλου, η πλήρης απουσία κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου δεν απαλλάσσει τον καταναλωτή από την υποχρέωση καταβολής της τιμολογιακής συνεισφοράς χρήσης δικτύου.

39      Τρίτον, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 29 έως 33 ανωτέρω, μολονότι η τιμολογιακή συνεισφορά χρήσης δικτύου μετακυλίεται στον τελικό καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας, το στοιχείο αυτό δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να συναχθεί η ύπαρξη άμεσης και άρρηκτης σχέσης μεταξύ ενός φόρου και της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.

40      Κατά συνέπεια, και υπό την επιφύλαξη εξακρίβωσης από το αιτούν δικαστήριο των πραγματικών στοιχείων και των κανόνων του εθνικού δικαίου επί των οποίων στηρίζονται οι εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 36 έως 39 ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η τιμολογιακή συνεισφορά χρήσης δικτύου δεν συνιστά «πρόσθετο έμμεσο φόρο» ο οποίος πλήττει άμεσα ή έμμεσα την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118.

41      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118 έχει την έννοια ότι φόρος ο οποίος οφείλεται στο πλαίσιο συμβάσεων πρόσβασης στο δίκτυο προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίες συνάπτονται από τους καταναλωτές ή τους προμηθευτές τους και του οποίου ο υπολογισμός δεν εξαρτάται από την πράγματι καταναλωθείσα ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας δεν εμπίπτει στην έννοια του «πρόσθετου έμμεσου φόρου» κατά τη διάταξη αυτή.

 Επί των δικαστικών εξόδων

42      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Γενικό Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα προδικαστικών υποθέσεων)

αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118/EK του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, έχει την έννοια ότι η ύπαρξη νομοθετημένου μηχανισμού μετακύλισης φόρου στον τελικό καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής ότι ο φόρος, υπολογιζόμενος ανεξαρτήτως της πράγματι καταναλωθείσας ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας, συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και θεωρείται ως «πρόσθετος έμμεσος φόρος», κατά την έννοια της διάταξης αυτής.

2)      Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/118 έχει την έννοια ότι φόρος ο οποίος οφείλεται στο πλαίσιο συμβάσεων πρόσβασης στο δίκτυο προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίες συνάπτονται από τους καταναλωτές ή τους προμηθευτές τους και του οποίου ο υπολογισμός δεν εξαρτάται από την πράγματι καταναλωθείσα ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας δεν εμπίπτει στην έννοια του «πρόσθετου έμμεσου φόρου» κατά τη διάταξη αυτή.

Παπασάββας

Pynn?

Laitenberger

Hesse

 

      Δημητρακόπουλος

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.